1500/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1500/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά της απόφασης αυτής η καθ' ης η ανακοπή άσκησε έφεση, η οποία απερρίφθη ως κατ' ουσίαν αβάσιμη με την προσβαλλομένη απόφαση. Η τελευταία αυτή απόφαση πλήττεται ήδη από την καθ' ης η ανακοπή για τους λόγους που αναφέρονται στην υπό κρίση αίτηση και αναλύονται ειδικότερα κατωτέρω.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1500 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1500/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την υπ' αριθμ. …/2017 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δήμητρας Παπαντωνοπούλου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό - Εισηγητή, Αβροκόμη Θούα και Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (πρώην "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ"), που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Σουριαδάκι. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και ήδη μετά την αλλαγή της επωνυμίας της "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Παραμυθιώτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2011 ανακοπή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1851/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 861/2016 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 16-4-2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, η ήδη αναιρεσίβλητη με την ένδικη ανακοπή της, ισχυρίσθηκε, ότι διατηρεί απαίτηση κατά των Μ. Κ., Δ. Κ. και Ζ. Κ., ποσού 300.397,90, 252.334,23 και 48.063,66 ευρώ αντιστοίχως, πλέον των νομίμων τόκων, που επιδικάσθηκε υπέρ αυτής με την υπ' αριθ. 24361/2011 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε με βάση την υπ' αριθ. 3806/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Ότι για την ικανοποίηση της εν λόγω απαιτήσεως της, επέβαλε αναγκαστική κατάσχεση εις χείρας της καθ' ης η ανακοπή, ως τρίτης, μέχρι του ποσού των 1.337.937,30 ευρώ, σε ισόποσες απαιτήσεις των ανωτέρω οφειλετών της κατά της καθ' ης η ανακοπή, προερχόμενες από την νομίμως συναφθείσα μεταξύ των σύμβαση ελευθερώσεως.
Ότι η καθ' ης η ανακοπή δεν προέβη στην προβλεπομένη από το άρθρο 985 παρ. 1 του Κ.Πολ,Δ. δήλωση, της παραλείψεώς της εξομοιουμένης προς αρνητική δήλωση. Εζήτησε δε κατόπιν αυτού με την ανακοπή να ακυρωθεί η σιωπηρά αρνητική δήλωση της καθ' ης η ανακοπή, να αναγνωρισθεί ότι η τελευταία οφείλει στους οφειλέτες της Μ.
Κ., Δ. Κ. και Ζ. Κ. τα χρηματικά ποσά των 668.863,71, 561.883,55 και 107.190,18 ευρώ αντιστοίχως και να υποχρεωθεί να της καταβάλει τα ποσά αυτά. Με την πρωτόδικη απόφαση η ανακοπή κρίθηκε νόμιμη, ερειδομένη επί των διατάξεων των άρθρων 982, 983, 985, 986 και 990 του Κ.Πολ.Δ., έγινε δε δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη, και αφού ακυρώθηκε η σιωπηρά αρνητική δήλωση της καθ' ης η ανακοπή, αναγνωρίσθηκε ότι αυτή οφείλει στους καθ' ων η κατάσχεση τα ανωτέρω χρηματικά ποσά και υποχρεώθηκε να καταβάλει τα ποσά αυτά στην ανακόπτουσα.
Κατά της απόφασης αυτής η καθ' ης η ανακοπή άσκησε έφεση, η οποία απερρίφθη ως κατ' ουσίαν αβάσιμη με την προσβαλλομένη απόφαση. Η τελευταία αυτή απόφαση πλήττεται ήδη από την καθ' ης η ανακοπή για τους λόγους που αναφέρονται στην υπό κρίση αίτηση και αναλύονται ειδικότερα κατωτέρω.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 982, 983, 985, 986 και 988 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι μπορούν να κατασχεθούν αναγκαστικώς και χρηματικές απαιτήσεις εκείνου κατά του οποίου στρέφεται κατά τρίτων, μη εξαρτώμενες από αντιπαροχή. Η κατάσχεση αυτή (στα χέρια τρίτου) γίνεται με επίδοση στον τρίτο και εντός οκτώ το αργότερο ημερών από της εις αυτόν επιδόσεως και στον καθ' ού η εκτέλεση, εγγράφου (κατασχετηρίου), που πρέπει να περιέχει τα αναφερόμενα στο άρθρο 983 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.
στοιχεία. Ο τρίτος, στα χέρια του οποίου επιβάλλεται η κατάσχεση απαιτήσεως του καθ' ου η εκτέλεση, οφείλει εντός προθεσμίας οκτώ ημερών από της επιδόσεως σ' αυτόν του κατασχετηρίου δηλώσει στη γραμματεία του ειρηνοδικείου του τόπου της κατοικίας του, αν υπάρχει η απαίτηση και σε καταφατική περίπτωση να ενεργήσει σύμφωνα με τα οριζόμενα ειδικότερα στο άρθρ. 988 Κ.Πολ.Δ., άλλως δε, αν η απαίτηση δεν υπάρχει ή αν αυτή είναι ακατάσχετη, πρέπει να προβεί σε αντίστοιχη αρνητική δήλωση, με την οποία εξομοιώνεται και η παράλειψη δηλώσεως.
Εντός προθεσμίας τριάντα ημερών από την ανωτέρω (ρητή ή σιωπηρά) αρνητική δήλωση ο επιβαλών την κατάσχεση δικαιούται, κατ' άρθρο 986 Κ.Πολ.Δ., να ασκήσει, στο κατά τις γενικές διατάξεις αρμόδιο δικαστήριο, ανακοπή, που αποτελεί μορφή της γενικής ανακοπής του άρθρου 583 επ. Κ.Πολ.Δ., επικαλούμενος ανακρίβεια της δηλώσεως.
Η ανακρίβεια δε της αρνητικής δηλώσεως κρίνεται αντικειμενικώς, ήτοι ανεξαρτήτως της υποκείμενης αντιλήψεως του δηλούντος και της καλής ή κακής πίστεως τούτου, γίνεται δε δεκτή η κατ' αυτής ανακοπή και υποχρεούται ο τρίτος να ενεργήσει κατά τα οριζόμενα στο άρθρ. 990 Κ.Πολ.Δ., εφόσον η δήλωση δεν αληθεύει ως προς τα πραγματικά περιστατικά ή αναλόγως ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών.
Αντικείμενο, συνεπώς, της σχετικής δίκης, που δημιουργείται μεταξύ του ανακόπτοντος και του τρίτου, είναι η εκδίκαση της απαιτήσεως του καθ* ου η εκτέλεση κατά του τρίτου, ώστε να διαπιστωθεί αν ο τρίτος είναι ή όχι και με ποίους περιορισμούς οφειλέτης του οφειλέτου του κατασχόντος (Α.Π. 663/2017, 480/2012, 1065/2009).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 478 Α.Κ. "αν τρίτος υποσχέθηκε στον οφειλέτη ότι θα καταβάλει το χρέος του, ο δανειστής, σε περίπτωση αμφιβολίας, δεν αποκτά δικαίωμα από τη σύμβαση αυτή". Η διάταξη αυτή θέτει ερμηνευτικό κανόνα, κατά τον οποίο αν δεν προκύπτει από τη σύμβαση τι θέλησαν τα μέρη, τότε η σχέση λειτουργεί μόνο μεταξύ των συμβαλλομένων, δημιουργείται δηλαδή μεταξύ των ενοχική σχέση εσωτερικού χαρακτήρος.
Η σύμβαση αυτή, καλουμένη σύμβαση ελευθερώσεως, είναι υποσχετική δικαιοπραξία, από την οποία απορρέει αυτοτελής ενοχή, μπορεί δε να συναφθεί και ως αμφοτεροβαρής σύμβαση, οπότε εξαρτάται από τη συμφωνία των μερών το περιεχόμενο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων εκάστου (Α.Π. 1230/2010, 1752/2014) καθενός.
Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
Α.Π. 7/2006, 4/2005). Με τον ως άνω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.
ΑΠ 27 και 28/1998). Οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ. εφαρμόζονται από το δικαστήριο της ουσίας όταν κατά την ανέλεγκτη, ως προς αυτό, κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων. Η διαπίστωση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας μπορεί είτε να αναφέρεται στην απόφαση ρητώς, είτε να προκύπτει από αυτήν εμμέσως όταν, παρά τη μη ρητή αναφορά της, ή ακόμη και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της συμβάσεως, η οποία (ερμηνεία) αποκαλύπτει ότι το δικαστήριο βρέθηκε μπροστά σε κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων, τα οποία ακριβώς δημιούργησαν την ανάγκη να καταφύγει σε ερμηνεία της.
Μόνη η παράλειψη της μνείας των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ δεν συνιστά παραβίαση τους, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη κατά την ερμηνεία της συμβάσεως τα ερμηνευτικά κριτήρια που προβλέπονται με αυτή. Παραβιάζονται δε οι κανόνες αυτοί όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση έστω και εμμέσως κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σ' αυτούς, για τη διαπίστωση της αληθούς εννοίας των δηλώσεων ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, με την έννοια ότι το ερμηνευτικό πόρισμα στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας κατέληξε (το δικαστήριο), δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (Ολ.
Α.Π. 26/2004, Α.Π. 56/2011, Α.Π. 1183/2007). Αντιθέτως, δεν παραβιάζονται οι ίδιοι κανόνες όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει στην απόφασή του ότι η ελεγχομένη δήλωση βουλήσεως είναι σαφής χωρίς κενά (Α.Π. 115/2013, 229/2014, 441/2015, 1164/2015). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., "Αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".
Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνος δικαίου, για την επέλευση της εννόμου συνεπείας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος των, τα εξής: "Οι Μ. Κ., Δ. Κ. και Γ. Κ. (ο τελευταίος των οποίων απεβίωσε την 29η Νοεμβρίου 1995 και κληρονομήθηκε από τον Δ. Κ. και τη Ζ. Κ.), συγκύριοι ενός οικοπέδου μετά της επ' αυτού παλαιάς οικίας, που βρίσκεται στην οδό … αριθ.
… και … αριθ. … στην Πλάκα, δυνάμει του υπ' αριθ. .../1979 προσυμφώνου μεταβιβάσεως ποσοστών ακινήτου και εργολαβικού συμβολαίου του Συμβολαιογράφου ...όπως αυτό τροποποιήθηκε με το υπ' αριθ. .../1988 συμβόλαιο του ιδίου ως άνω Συμβολαιογράφου, ανέθεσαν στην ανακόπτουσα ανώνυμη εταιρεία την ανέγερση οικοδομής, κατά το σύστημα της αντιπαροχής, αντί εργολαβικού ανταλλάγματος, που αντιστοιχούσε σε διηρημένες ιδιοκτησίες, μετά την υπαγωγή της ανεγερθησόμενης οικοδομής στο σύστημα της οριζόντιας ιδιοκτησίας, με την υπ' αριθ. .../1988 πράξη συστάσεως οριζόντιας ιδιοκτησίας του ιδίου ως άνω Συμβολαιογράφου.
Όμως, οι, ως άνω, οικοπεδούχοι, πριν η εργολάβος εκτελέσει το ανατεθέν σ' αυτήν έργο κατασκευής της οικοδομής, δυνάμει του υπ' αριθ. .../1992 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου....πώλησαν και μεταβίβασαν το ανωτέρω ακίνητο τους στην καθ' ης η ανακοπή ανώνυμη εταιρεία και με την από 10-11-1992 έγγραφη δήλωσή τους, που επιδόθηκε αυθημερόν στην ανακόπτουσα-εργολάβο εταιρεία, υπαναχώρησαν από την εργολαβική σύμβαση, που είχαν συνάψει με την τελευταία.
Η υπαναχώρησή τους κρίθηκε άκυρη και ανίσχυρη με την υπ' αριθ. 31/1993 απόφαση του αρμοδίου Διαιτητικού Δικαστηρίου, η απόφαση του οποίου κατέστη αμετάκλητη, μετά την απόρριψη αφενός μεν της ασκηθείσας αγωγής ακυρώσεώς της, με την υπ' αριθ. 1352/1995 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, αφετέρου δε της αίτησης αναίρεσης κατά της απόφασης αυτής, με την υπ' αριθ. 1616/1995 απόφαση του Αρείου Πάγου.
Κατόπιν τούτου, η ανακόπτουσα-εργολάβος εταιρεία άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την από 2-1-2001... αγωγή της κατά των οικοπεδούχων Μ. Κ., Δ. Κ., Ζ. Κ. του και της καθ' ης η ανακοπή εταιρείας (αγοράστριας του οικοπέδου), με την οποία ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι- οικοπεδούχοι να αποκαταστήσουν, εις ολόκληρον με την καθ' ης η ανακοπή - αγοράστρια του οικοπέδου, την αποθετική της ζημία, συνισταμένη στην κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής αξία των οριζόντιων ιδιοκτησιών, οι οποίες θα είχαν περιέλθει σε αυτήν, ως εργολαβικό αντάλλαγμα, αν εκπληρωνόταν η σύμβαση έργου, μετ' αφαίρεση της δαπάνης για την ανέγερση της όλης οικοδομής.
Με την υπ' αριθ. 4228/2003 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, που επικυρώθηκε με την υπ' αριθ. 6503/2005 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η αγωγή: α) ως προς μεν τους οικοπεδούχους-τρεις πρώτους των εναγομένων, με το σκεπτικό, ότι δεν περιήλθαν σε κατάσταση υπαίτιας αδυναμίας παροχής οφειλέτη, αλλά σε υπερημερία δανειστή, με συνέπεια να μην οφείλουν στην ανακόπτουσα πλήρη αποζημίωση για μη εκτέλεση της σύμβασης, αλλά την περιορισμένη αποζημίωση του άρθρου 358 ΑΚ, β) ως προς δε την καθ' ης η ανακοπή- τετάρτη των εναγομένων, διότι κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, η σύμβαση, που καταρτίσθηκε με το παραπάνω αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, δεν φέρει το χαρακτήρα σωρευτικής αναδοχής χρέους αλλά απλής συμβάσεως ελευθερώσεως.
Η ανωτέρω υπ' αριθ. 6503/2005 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, αναιρέθηκε με την υπ' αριθ. 845/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο παρόν Δικαστήριο, το οποίο με την υπ' αριθ. 3806/2010 απόφασή του, όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ' αριθ. 528/2011 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, απέρριψε μεν κατ' ουσίαν την έφεση ως προς την τετάρτη των εναγομένων- καθ' ης η ανακοπή, εξαφάνισε δε, την εκκαλουμένη ως προς τους τρεις πρώτους των εναγομένων-οικοπεδούχων.
Στη συνέχεια, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή κατά των τελευταίων, ως ουσιαστικά βάσιμη και αναγνώρισε, ότι αυτοί οφείλουν ως αποζημίωση στην ενάγουσα, ήδη ανακόπτουσα, τα ποσά των 600.795,79, 504.668,46 και 96.127,32 ευρώ αντιστοίχως, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής (19-1-2001) και μέχρις εξοφλήσεως, για τον λόγο ότι με την άκυρη υπαναχώρησή τους από τη μεταξύ αυτών (ως οικοπεδούχων) και της ανακόπτουσας (ως εργολάβου) σύμβαση έργου ανοικοδόμησης του οικοπέδου τους με το σύστημα της αντιπαροχής και με την πώληση και μεταβίβαση του υπό ανοικοδόμηση ακινήτου στην καθ' ης η ανακοπή, κατέστησαν υπαιτίως αδύνατη την εκτέλεση της εργολαβικής σύμβασης και ως εκ τούτου ευθύνονται σε αποζημίωση της ανακόπτουσας-εργολάβου.
Ακολούθως, μετά την άσκηση από τους οικοπεδούχους αιτήσεως αναιρέσεως κατά της, ως άνω, υπ' αριθ. 528/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 94/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία διατάχθηκε η αναστολή της επέλευσης των εννόμων συνεπειών της, ως άνω, εφετειακής απόφασης για το ήμισυ του επιδικασθέντος στην ανακόπτουσα κεφαλαίου με τους αντίστοιχους τόκους, έως ότου εκδοθεί απόφαση επί της αιτήσεως αναιρέσεως και με τον όρο να συζητηθεί η αίτηση αυτή κατά την ορισθείσα δικάσιμο της 23-4-2012.
Κατόπιν τούτου εκδόθηκε με βάση τις υπ' αριθ. 3806/2010 και 528/2011 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών η υπ' αριθ. 24361/2011 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία υποχρεώθηκαν οι οικοπεδούχοι να καταβάλουν στην ανακόπτουσα για το υπόλοιπο ήμισυ του επιδικασθέντος σ' αυτήν κεφαλαίου, το ποσό των (600.795,79 : 2=) 300.397,89 ευρώ η Μ.
Κ., (504.668,46 : 2=) 252.334,23 ευρώ ο Δ. Κ. και (96.127,32 : 2=) 48.063,66 ευρώ η Ζ. Κ., με το νόμιμο τόκο από την 19η Ιανουαρίου 2011 και μέχρις εξοφλήσεως, καθώς και 5.100,00, 4.290,00 και 820,00 ευρώ αντίστοιχα για τη δικαστική δαπάνη έκδοσης της διαταγής πληρωμής. Αντίγραφο εξ απογράφου πρώτου εκτελεστού της ανωτέρω διαταγής πληρωμής με την κάτωθι αυτής από 17-11-2011 επιταγή προς πληρωμή επέδωσε η ανακόπτουσα στους ως άνω οφειλέτες της την 21η Νοεμβρίου 2011..., επιτάσσοντας αυτούς να της καταβάλουν:
α) η Μ. Κ. το συνολικό ποσό των 668.863,71 ευρώ (ήτοι για κεφάλαιο, που επιδικάσθηκε 300.397,89 ευρώ, για τόκους του κεφαλαίου αυτού από 19-1-2001 μέχρι 17-11-2011, 340.223,02 ευρώ, για επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη 5.100 ευρώ, για τέλος απογράφου 22.942,8 ευρώ και για λήψη απογράφου, έκδοση αντιγράφου, σύνταξη και επίδοση επιταγής 200 ευρώ), με το νόμιμο τόκο-εκτός από το κονδύλιο των τόκων- από 17-11-2011 και μέχρις εξοφλήσεως, β) ο Δ.
Κ. το συνολικό ποσό των 561.883,55 ευρώ (ήτοι για κεφάλαιο, που επιδικάσθηκε, 252.334,23 ευρώ, για τόκους του κεφαλαίου αυτού από 19-1-2001 μέχρι 17-11-2011, 285.787,37 ευρώ, για επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη 4.290 ευρώ, για τέλος απογράφου 19.271,95 ευρώ και για λήψη απογράφου, έκδοση αντιγράφου, σύνταξη και επίδοση επιταγής 200 ευρώ), με το νόμιμο τόκο-εκτός από το κονδύλιο των τόκων- από 17-11-2011 μέχρι την ολοσχερή εξόφληση και γ) η Ζ.
Κ. το συνολικό ποσό των 107.190,18 ευρώ (ήτοι για κεφάλαιο, που επιδικάσθηκε 48.063,66 ευρώ, για τόκους του κεφαλαίου αυτού από 19-1- 2001 μέχρι 17-11-2011, 54.435,67 ευρώ, για επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη 820,00 ευρώ, για τέλος απογράφου 3.670,85 ευρώ και για λήψη απογράφου, έκδοση αντιγράφου, σύνταξη και επίδοση επιταγής 200,00 ευρώ), με το νόμιμο τόκο - εκτός από το κονδύλιο των τόκων- από 17-11-2011 μέχρι την ολοσχερή εξόφληση.
Επειδή οι ανωτέρω οφειλέτες δεν προέβησαν στην καταβολή οποιουδήποτε ποσού στην ανακόπτουσα, η τελευταία με το από 29-11-2011 κατασχετήριο έγγραφο της, που επιδόθηκε στην καθ' ης η ανακοπή στις 30-11-2011... και στους ανωτέρω οφειλέτες στις 2-12-2011..., προέβη στην αναγκαστική κατάσχεση εις χείρας της καθ' ης η ανακοπή ως τρίτης, των απαιτήσεων των καθ' ων η κατάσχεση (οικοπεδούχων) κατ' αυτής (τρίτης), μέχρι του ποσού των 668.863,71, 561.883,55 και 107.190,18 ευρώ αντίστοιχα, δηλαδή μέχρι του συνολικού ποσού των 1.337.937,30 ευρώ, με το νόμιμο τόκο -εκτός των κονδυλίων των τόκων- από 17-11-2011 μέχρις εξοφλήσεως.
Οι απαιτήσεις των οικοπεδούχων κατά της καθ' ης η ανακοπή απορρέουν από τη μεταξύ τους σύμβαση ελευθερώσεως, που διαλαμβάνεται στο προαναφερθέν υπ' αριθ. .../92 πωλητήριο συμβόλαιο. Ειδικότερα, με το συμβόλαιο αυτό συμφωνήθηκαν μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: "1.Τα συμβαλλόμενα μέρη έλαβαν γνώση... της από 10-11-1992 εξωδίκου δηλώσεως των πωλητών προς την εταιρεία "...
Α.Ε.", με την οποία αυτοί (οι πωλητές) υπαναχώρησαν κατά το άρθρο 686 ΑΚ της καταρτισθείσης δυνάμει των με αριθμούς .../1979 και .../1988 συμβολαίων εργολαβικής σύμβασης μεταξύ των πωλητών και της άνω εταιρείας "... Α.Ε.". 2. Η αγοράστρια αναλαμβάνει έναντι των πωλητών κάθε ευθύνη για αποζημίωση, στην οποία ήθελαν τυχόν να καταδικασθούν οι πωλητές να καταβάλουν προς την εταιρεία "...
Α.Ε.", συνεπεία της προαναφερθείσας υπαναχώρησης των πωλητών από την εργολαβική σύμβαση με την εν λόγω εταιρεία...6. Η αγοράστρια κατ' εφαρμογή των οριζομένων στο άνω άρθρο 2 υποχρεούται να καταβάλει στους πωλητές κάθε ποσό, στο οποίο θα ήθελαν τυχόν καταδικασθεί οι τελευταίοι να καταβάλουν στην εταιρεία ...
Α.Ε." συνεπεία της προαναφερθείσας υπαναχώρησης αμελλητί...Οι συμβαλλόμενοι στο συμβόλαιο της πώλησης του ακινήτου αντιλαμβανόμενοι, ότι η υπαναχώρηση των οικοπεδούχων από την εργολαβική σύμβαση ήταν άκυρη και ότι με την πώληση και μεταβίβαση του ακινήτου θα καθίστατο αδύνατη η εκτέλεση της σύμβασης έργου, φρόντισαν να ρυθμίσουν τις σχέσεις τους αναφορικά με τις συνέπειες από αναγνώριση της ακυρότητας της δήλωσης υπαναχώρησης και την αθέτηση της σύμβασης έργου (βλ.
και την υπ' αριθ. 3806/2010 απόφαση Δικαστηρίου τούτου). Οι πωλητές δεν θα συμφωνούσαν την πώληση ακινήτου τους προς την καθ' ης η ανακοπή, αν η τελευταία δεν είχε αναλάβει να τους καλύψει άμεσα και αποτελεσματικά έναντι του κινδύνου να καταβάλουν στην ανακόπτουσα αποζημιώσεις λόγω της άκυρης υπαναχώρησής τους από την εργολαβική σύμβαση.
Για το λόγο ακριβώς αυτό στη συμφωνία ελευθέρωσης περιλήφθηκε ο ρητός όρος ότι η καθ' ανακοπή είναι υποχρεωμένη να καταβάλει "αμελλητί" στους πωλητές ποσό, που αυτοί θα καταδικάζονταν να καταβάλουν στην ανακόπτουσα, λόγω της υπαναχώρησής τους. Η ανωτέρω υπόσχεση της καθ' ης προς τους οφειλέτες (πωλητές) αποτελεί μία από τις συμφωνηθείσες παροχές της καθ' ης στο πλαίσιο της ευρύτερης αμφοτεροβαρούς σύμβασης, που αυτή συνήψε με τους οφειλέτες.
Η εκκαλούσα με τον πρώτο λόγο της έφεσής της ισχυρίζεται, ότι η παροχή της, ως τρίτης, έναντι των ληπτών της υπόσχεσής της, δεν έχει χρηματικό χαρακτήρα και ότι, εξ αυτού του λόγου οι τελευταίοι δεν απέκτησαν πρωτογενή αξίωση έναντι αυτής αλλά δευτερογενή αξίωση αποζημίωσης, στην περίπτωση που η ίδια (τρίτη) αθετήσει την υπόσχεσή και με τον όρο, ότι εξαιτίας αυτής της αθέτησης, οι λήπτες της υπόσχεσης υπέστησαν ζημία, επειδή υποχρεώθηκαν να εκπληρώσουν την παροχή τους προς το δανειστή.
Όμως το περιεχόμενο της συναφθείσας, με το υπ' αρ .../1992 πωλητήριο συμβόλαιο, μεταξύ της καθ' ης η ανακοπή εταιρείας και των οικοπεδούχων- οφειλετών της ανακόπτουσας, σύμβασης ελευθέρωσης και ειδικότερα του προαναφερομένου υπ' αριθ. -6- όρου αυτής, είναι σαφές. Ρητά και με σαφήνεια ορίστηκε, ότι η παροχή της καθ' ης η ανακοπή-τρίτης συνίσταται στην υποχρέωσή της να καταβάλει στους πωλητές του ακινήτου- οφειλέτες της ανακόπτουσας οποιοδήποτε ποσό θα υποχρεώνονταν αυτοί να καταβάλουν στην ανακόπτουσα ως αποζημίωση για την άκυρη υπαναχώρησή τους από την εργολαβική σύμβαση, προσδιορίζοντας μάλιστα, ότι η καταβολή αυτή πρέπει να γίνει αμελλητί.
Αντικείμενο της υπόσχεσης της καθ' ης η ανακοπή ορίστηκε να είναι η καταβολή χρηματικού ποσού στους δέκτες της υπόσχεσης και όχι η γενική και αφηρημένη υπόσχεση ελευθέρωσης- ανακούφισής τους από το έναντι της ανακόπτουσας χρέος τους. Για το λόγο αυτό ρητά συμφωνήθηκε: α) ως καταβλητέο ποσό, οποιοδήποτε ποσό αποζημίωσης θα υποχρεώνονταν οι οικοπεδούχοι - οφειλέτες της ανακόπτουσας να καταβάλουν στην τελευταία για την άκυρη υπαναχώρησή τους από την εργολαβική σύμβαση, β) ως χρόνος γέννησης της αξίωσης των οφειλετών της ανακόπτουσας από τη σύμβαση ελευθέρωσης, ο χρόνος κατά τον οποίο τελεσίδικα αυτοί θα υποχρεώνονταν να καταβάλουν στην ανακόπτουσα την αποζημίωση για την ανωτέρω αιτία και γ) ότι η εκπλήρωση της υποχρέωσης της καθ' ης η ανακοπή για καταβολή στους οφειλέτες της ανακόπτουσας του ως άνω ποσού θα έπρεπε να γίνει "αμελλητί", δηλαδή αμέσως μετά την επιδίκασή του σε βάρος αυτών και υπέρ της ανακόπτουσας.
Κατά τους προαναφερόμενους όρους, σκοπός των συμβληθέντων ήταν να αποκτήσουν οι πωλητές-οικοπεδούχοι το δικαίωμα να αξιώσουν από την αγοράστρια-καθ' ης η ανακοπή, την άμεση σ' αυτούς καταβολή του επιδικασθησομένου στην ανακόπτουσα ποσού αποζημίωσης αμέσως μετά την τελεσιδικία της σχετικής απόφασης, ώστε στη συνέχεια αυτοί να μπορέσουν να εξοφλήσουν την οφειλή τους προς την ανακόπτουσα - εργολάβο.
Απέκτησαν δηλαδή οι πωλητές ευθεία πρωτογενή αξίωση κατά της υποσχεθείσας-αγοράστριας για την καταβολή του χρηματικού ποσού, με. το οποίο αυτοί θα εξοφλούσαν την ισόποση οφειλή τους προς την ανακόπτουσα- δανείστριά τους και όχι δευτερογενή αξίωση αποζημίωσης. Στους συμφωνημένους όρους δεν τέθηκε ως προϋπόθεση για τη γέννηση της απαίτησης των οφειλετών της ανακόπτουσας (οικοπεδούχων) κατά της καθ' ης η ανακοπή (τρίτης), η προηγούμενη, εξ ιδίων πόρων τους, εξόφληση τη ανακόπτουσας.
Αν η καταβολή της αποζημίωσης προς τους πωλητές (οικοπεδούχους) από την καθ' ης η ανακοπή είχε εξαρτηθεί από την προηγούμενη καταβολή του ποσού της αποζημίωσης από εκείνους προς την ανακόπτουσα-εργολάβο, οι πωλητές δεν θα είχαν στέρξει στην πώληση, στην οποία πιθανόν το τίμημα να ήταν μικρότερο έναντι των αποζημιώσεων θα υποχρεώνονταν να καταβάλουν στην εργολάβο.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του, αφού έκρινε ότι αναληφθείσα από την καθ' ης η ανακοπή έναντι των οικοπεδούχων υποχρέωση, αποτελεί πρωτογενώς οφειλόμενη συμβατική παροχή αυτής, που συμφωνήθηκε στο πλαίσιο της ευρύτερης αμφοτεροβαρούς συμβάσεως πωλήσεως του ακινήτου, την οποία η καθ' ης συνήψε ως αγοράστρια με τους οφειλέτες της ανακόπτουσας και στη συνέχεια ότι εγκύρως κατασχέθηκε η γεγεννημένη απαίτηση των οφειλετών της ανακόπτουσας εις χείρας της καθ' η ανακοπή ως τρίτης και ότι η τεκμαιρόμενη αρνητική δήλωσή της είναι ανειλικρινής, δέχθηκε την ανακοπή.
Έτσι που έκρινε, ορθώς τις σχετικές διατάξεις ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και ο πρώτος λόγος της έφεσης, με τον οποίο η εκκαλούσα υποστηρίζει τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος...". Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο, απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την ασκηθείσα από την αναιρεσείουσα έφεση κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως που είχε κρίνει ομοίως και είχε δεχθεί την ένδικη ανακοπή της αναιρεσιβλήτου.
Έτσι κρίνοντας το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε το νόμο, δεν παρεβίασε τις εφαρμοσθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, διέλαβε δε στην προσβαλλομένη απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες και δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες που αποδίδονται σ' αυτό με τους δύο πρώτους λόγους της υπό κρίση αιτήσεως.
Ειδικότερα η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως επικαλείται την εκ της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ. παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου και ειδικότερα του άρθρου 478 και των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., ισχυριζομένη ότι το Εφετείο, μολονότι διεπίστωσε κενά και αμφιβολίες περί της εννοίας των κρισίμων για την διάγνωση της υποθέσεως υπ' αριθμ. 2 και 6 όρων της συμβάσεως ελευθερώσεως, και προέβη σε ερμηνεία αυτών, παρέλειψε παρά ταύτα να προσφύγει στην εφαρμογή των ως άνω ερμηνευτικών κανόνων για την διαπίστωση της αληθούς εννοίας των σχετικών δηλώσεων βουλήσεως των συμβληθέντων.
Επί πλέον δε το Εφετείο, σύμφωνα με τις αιτιάσεις της αναιρεσειούσης, ερμήνευσε και εφήρμοσε εσφαλμένως την διάταξη του άρθρου 478 Α. Κ. καθώς επίσης και τους προδιαληφθέντες όρους της συμβάσεως ελευθερώσεως, αποδίδοντας σ' αυτούς περιεχόμενο διαφορετικό από το αληθές και ηθελημένο από τους συμβαλλομένους, μη ανταποκρινόμενο δε στους κανόνες της καλή πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, και ειδικότερα ότι από τους συμβατικούς αυτούς όρους απορρέει πρωτογενής κατ' αυτής (αναιρεσειούσης) χρηματική αξίωση των αντισυμβαλλομένων της πωλητών του οικοπέδου, μη εξαρτωμένη από την προηγουμένη καταβολή εκ μέρους των στην αναιρεσίβλητη της οφειλομένης αποζημιώσεως.
Επί προσθέτως δε το Εφετείο, κατά τις αιτιάσεις που προβάλλονται επικουρικώς με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, ενώ παρέλειψε να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., δεν διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του σαφείς και επαρκείς για την αιτιολόγηση της σχετικής κρίσεώς του αιτιολογίες, υποπίπτοντας έτσι στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ.
Στην αυτή δε πλημμέλεια υπέπεσε το Εφετείο και κατά την διαμόρφωση του ερμηνευτικού του πορίσματος ως προς το περιεχόμενο της συμβάσεως ελευθερώσεως, διαλαμβάνοντας στην απόφασή του ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες.
Οι ισχυρισμοί αυτοί της αναιρεσειούσης και οι αντίστοιχοι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμοι, διότι από το προεκτεθέν περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και τις κρίσιμες περί τούτου, ως άνω, παραδοχές της, δεν προκύπτει ότι το Εφετείο διέγνωσε έστω και εμμέσως την ύπαρξη αμφιβολίας ή κενού ως προς τους επίμαχους όρους της συμβάσεως ελευθερώσεως, αλλ' αντιθέτως έκρινε κατά τρόπο αναιρετικώς ανέλεγκτο ότι οι συμβατικοί αυτοί όροι είναι σαφείς και αποτυπώνουν την βούληση των μερών που ήταν η ανάληψη από την αναιρεσείουσα της ευθύνης έναντι των αντισυμβαλλομένων της πωλητών του οικοπέδου να καταβάλει σ' αυτούς "αμμελητί" οποιοδήποτε χρηματικό ποσό ήθελαν καταδικασθεί οι ίδιοι να καταβάλουν στην αναιρεσίβλητη, συνεπεία της υπαναχωρήσεώς των από την εργολαβική σύμβαση που είχαν συνάψει με την τελευταία, χωρίς να είναι αναγκαία για την γέννηση της προς αποζημίωση σχετικής αξιώσεώς των και η προηγουμένη καταβολή εκ μέρους των του ποσού που καταδικάσθηκαν να πληρώσουν στην αναιρεσίβλητη, όπως αβασίμως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα.
Εξάλλου το γεγονός ότι το Εφετείο προς επίρρωση της ήδη, με βάση την σαφή γραμματική διατύπωση των προειρημένων συμβατικών όρων, εξενεχθείσης ως άνω κρίσεώς του αλλά και προς αντίκρουση αντιθέτων ισχυρισμών της αναιρεσειούσης, αρύεται επιχειρήματα από το όλο περιεχόμενο της συμβάσεως και τους λόγους που υπαγόρευσαν, κατά την εκτίμησή του, την σύναψη των επίμαχων όρων, δεν υποδηλώνει, όπως αβασίμως διατείνεται η αναιρεσείουσα, ερμηνευτική προσέγγιση των όρων αυτών και έμμεση παραδοχή της υπάρξεως αμφιβολίας και κενών, καθιστώσα αναγκαία την προσφυγή του στους ερμηνευτικούς κανόνες.
Ούτε επίσης συνιστά ερμηνεία η αναφορά στην προσβαλλομένη απόφαση ότι η αξίωση των οφειλετών της αναιρεσιβλήτου από την σύμβαση ελευθερώσεως γεννάται κατά το χρόνο που οι ίδιοι θα υποχρεωθούν τελεσιδίκως να καταβάλουν αποζημίωση στην τελευταία, διότι ναι μεν ο όρος "τελεσιδικία" δεν αναφέρεται ρητώς στους επίμαχους συμβατικούς όρους, ενυπάρχει όμως σαφώς στο νοηματικό τους περιεχόμενο, αφού η καταδίκη των πωλητών προς πληρωμή, ως γενεσιουργός αιτία της αξιώσεως αυτών για άμεση (αμελλητί κατά την σύμβαση) είσπραξη του αντιστοίχου χρηματικού παρά της αναιρεσειούσης, προϋποθέτει αναγκαίως και την τελεσιδικία αυτής, ώστε να μην υπάρχει αμφισβήτηση και αβεβαιότητα ως προς την ύπαρξη και το ύψος της καταβλητέας αποζημιώσεως.
Επομένως, το Εφετείο, ελλείψει αμφιβολίας ή κενού στους επίμαχους συμβατικούς όρους, δεν παρεβίασε τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., παραλείποντας να προσφύγει στην εφαρμογή των προς διαπίστωση της αληθούς εννοίας των όρων τούτων. Επίσης δεν παρεβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την διάταξη του άρθρου 478 Α.Κ., οι προϋποθέσεις της οποίας συντρέχουν, με βάση τις αναιρετικώς ανέλεγκτες παραδοχές του, ως προς την φύση και το περιεχόμενο της συναφθείσης συμβάσεως ελευθερώσεως.
Τέλος, με βάση τις προδιαληφθείσες σκέψεις και παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως το Εφετείο δεν εστέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, και δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ., καθόσον διέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το νόημα των επίμαχων συμβατικών όρων, το εν γένει περιεχόμενο της συμβάσεως ελευθερώσεως και τα λοιπά ουσιώδη για την έκβαση της δίκης ζητήματα.
Επομένως οι περί του αντιθέτου δύο πρώτοι λόγοι του αναιρετηρίου, με ους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση για τις ρηθείσες αιτίες αιτιάσεις από τους αριθμούς 1 (και με τους δύο λόγους) και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμοι.
Επειδή, από τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε παράβαση δικονομικών διατάξεων, δηλαδή διατάξεων που ρυθμίζουν τη διαδικασία, ενώ αν πρόκειται για ακυρότητες του ουσιαστικού δικαίου και γενικότερα για παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης, ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του ως άνω άρθρου (Ολ.Α.Π. 1/1999, 12/2000).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως ισχυρίζεται ότι η εκ της συμβάσεως ελευθερώσεως υποχρέωσή της έναντι των οφειλετών της αναιρεσιβλήτου συνίσταται στην επίδειξη ορισμένης συμπεριφοράς και μπορεί δευτερογενώς μόνο να τραπεί σε χρηματική, εάν οι τελευταίοι αποζημιώσουν εξ ιδίων πόρων την αναιρεσίβλητη και σε κάθε περίπτωση η εν λόγω υποχρέωσή της είναι μεν χρηματική εξαρτάται όμως και πάλι από την τήρηση της ιδίας ως άνω προϋποθέσεως και συνεπώς η συγκεκριμένη κατ' αυτής απαίτηση υπόκειται σε κατάσχεση κατά την διαδικασία των άρθρων 1022 επ.
Κ.Πολ.Δ. και όχι κατά την διαδικασία των άρθρων 982 επ. Κ.Πολ.Δ., η οποία τηρήθηκε εν προκειμένω από το Εφετείο με αποτέλεσμα η απόφασή του να καθίσταται αναιρετέα σύμφωνα με την προδιαληφθείσα διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 14 Κ.Πολ.Δ. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, είναι αβάσιμος ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού ως ήδη εξετέθη οι ισχυρισμοί που προβάλλει η αναιρεσείουσα για την θεμελίωσή του δεν έγιναν αποδεκτοί από το Εφετείο, το οποίο έκρινε αντιθέτως ότι η κατ' αυτής απαίτηση των οφειλετών της αναιρεσιβλήτου, δεν εξαρτάται από οποιαδήποτε αντιπαροχή και δη από την προηγουμένη καταβολή εκ μέρους των της οφειλομένης στην αναιρεσίβλητη αποζημιώσεως και συνεπώς η κατάσχεση της εν λόγω απαιτήσεως υπόκειται στην τηρηθείσα διαδικασία των άρθρων 982 επ.
Κ.Πολ.Δ.
Επειδή, ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 του Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν, από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Πράγματι στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για παράπονο, αναγόμενο στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμά του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει, μαζί με, άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε ως προς το αποδεικτέο γεγονός (Ολ.Α.Π. 2/2008, Α.Π. 1093/2014).
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείουσα με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ισχυρίζεται ότι το Εφετείο παρεμόρφωσε το περιεχόμενο της συμβάσεως ελευθερώσεως διότι δέχθηκε ότι χρόνος γεννήσεως της αξιώσεως των οφειλετών της αναιρεσιβλήτου, κατά την εν λόγω σύμβαση είναι ο χρόνος κατά τον οποίον αυτοί θα υποχρεώνονταν τελεσιδίκως να καταβάλουν στην τελευταία αποζημίωση λόγω της ακύρου υπαναχωρήσεώς των από την εργολαβική σύμβαση, ενώ η λέξη "τελεσιδικία" ή "τελεσίδικα" δεν περιέχεται στην σύμβαση ελευθερώσεως.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι προεχόντως αβάσιμος, ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, διότι το Εφετείο, όπως σαφώς προκύπτει από το προπαρατεθέν περιεχόμενο της αποφάσεώς του, δεν δέχθηκε ότι στην σύμβαση ελευθερώσεως και δη στους επίμαχους όρους αυτής που μεταφέρονται αυτουσίως στην απόφαση, αναφέρεται η τελεσιδικία ως προϋπόθεση για την γέννηση της αξιώσεως των οφειλετών της αναιρεσειούσης, ώστε να μπορεί να γίνει λόγος για διαγνωστικό σφάλμα, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση της επιδίκου συμβάσεως που είναι αναγκαία προϋπόθεση για την θεμελίωση του σχετικού αναιρετικού λόγου.
Αντιθέτως μάλιστα από τους αυτουσίως, κατά τα ανωτέρω, ενσωματωμένους στην απόφαση κρίσιμους συμβατικούς όρους προκύπτει σαφώς ότι το Εφετείο δέχεται εμμέσως ότι η λέξη "τελεσιδικία" δεν περιέχεται στην σύμβαση ελευθερώσεως, εκτιμώντας όμως τους σχετικούς συμβατικούς όρους, άγεται στην κρίση ότι η καταδίκη των οφειλετών της αναιρεσειούσης προς αποζημίωση της αναιρεσιβλήτου, που αναφέρεται σ' αυτούς ως προϋπόθεση για την γέννηση της κατ' αυτής αξιώσεώς των πρέπει να είναι τελεσίδικη.
Κρίση, η οποία σε κάθε περίπτωση δεν άσκησε οποιαδήποτε επίδραση στην διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος του, γεγονός που καθιστά επιπροσθέτως τον ίδιο αναιρετικό λόγο αβάσιμο και ως αλυσιτελή.
Εξάλλου, η αναιρεσείουσα , με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως ισχυρίζεται ότι εάν ήθελε δεκτό ότι οι τρεις πρώτοι λόγοι αναιρέσεως προτείνονται αλυσιτελώς κατά το μέρος που αφορούν την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού της ότι σε κάθε περίπτωση η γέννηση ή το απαιτητό της χρηματικής αξιώσεως των αντισυμβαλλομένων της οφειλετών της αναιρεσιβλήτου, και πρωτογενής υποτιθεμένη, εξαρτάται, κατά την ερμηνεία των σχετικών όρων, από την προηγουμένη καταβολή εκ μέρους των οφειλομένων χρηματικών ποσών στην τελευταία, διότι το Εφετείο δεν ασχολήθηκε ειδικώς με τον ισχυρισμό της αυτό, θα πρέπει, στην περίπτωση αυτή , η προσβαλλομένη απόφαση να αναιρεθεί σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8, για την μη λήψη υπόψη του ουσιώδους τούτου ισχυρισμού της.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος αφού η προϋπόθεση που τίθεται από την αναιρεσείουσαι για την θεμελίωσή του, τουτέστιν η απόρριψη των τριών πρώτων λόγων αναιρέσεως ως προς την αντιμετώπιση του συγκεκριμένου ισχυρισμού της, με την αιτιολογία ότι το Εφετείο δεν ασχολήθηκε ειδικώς με την έρευνα του εν λόγω ισχυρισμού, δεν συντρέχει εν προκειμένω.
Τούτο δε διότι οι τρεις πρώτοι λόγοι αναιρέσεως εκρίθησαν αβάσιμοι με τις αιτιολογίες που αναφέρονται ανωτέρω και όχι ως αλυσιτελείς, διότι το Εφετείο δεν ασχολήθηκε ειδικώς με την έρευνα του συγκεκριμένου ισχυρισμού της αναιρεσειούσης. Αντιθέτως μάλιστα το Εφετείο ασχολήθηκε εκτενώς και με τον ισχυρισμό της αυτό, τον οποίο και απέρριψε δεχόμενο ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα από εκείνα που αυτή επικαλέσθηκε για την θεμελίωσή του.
Επειδή, με το άρθρο 559 αριθ. 16 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν ο δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Με τον λόγο αυτό ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο η παράβαση νόμου, δηλαδή η ψευδής ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων σε σχέση με όσα γίνονται ανελέγκτως δεκτά, ήτοι αν αυτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και σε καταφατική περίπτωση αν έχουν την έκταση και τα αποτελέσματα που τους προσέδωσε η απόφαση.
Για την θεμελίωση του αναιρετικού τούτου λόγου απαιτείται το δικαστήριο της ουσίας να έχει επιληφθεί, αυτεπαγγέλτως ή κατά πρόταση κάποιου εκ των διαδίκων, της ερεύνης για την συνδρομή ή όχι δεδικασμένου και να έχει περιλάβει στην απόφασή του θετική ή αρνητική περί τούτου κρίση. Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται μόνον επί διαδικαστικών εγγράφων, προς διακρίβωση της βασιμότητος ή μη του λόγου, ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου των, ενώ επισκοπείται και η απόφαση από όπου απορρέει το δεδικασμένο και ελέγχεται με βάση αυτή η σχετική παραδοχή του δικαστηρίου (Α.Π. 1459/2003, 249/2011, 1616/2014).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 321 Κ.Πολ.Δ., δεδικασμένο, το οποίο, κατά το άρθρο 332 του ιδίου Κώδικος, λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης, εμποδίζει δε το δικαστήριο να ερευνήσει εκ νέου την αυτή υπόθεση, δημιουργούν οι οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση.
Κατά δε το άρθρο 324 Κ.Πολ.Δ. "δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων, με την ίδια ιδιότητα παρισταμένων, μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και για την ίδια ιστορική και νομική αιτία, ενώ κατά το άρθρο 331 του ιδίου Κώδικος, "το δεδικασμένο εκτείνεται και στα ζητήματα που κρίθηκαν παρεμπιπτόντως και αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του κυρίου ζητήματος, αν το δικαστήριο ήταν καθ* ύλην αρμόδιο να αποφασίσει για τα παρεμπίπτοντα αυτά ζητήματα".
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο απορρίπτοντας την ένσταση της αναιρεσειούσης ότι από την προηγηθείσα υπ' αριθμ. 3806/2010 απόφασή του, η οποία χαρακτήρισε την μετά των πωλητών του οικοπέδου συμφωνία της ως σύμβαση ελευθερώσεως και απέρριψε ως μη νόμιμη την εναντίον της αγωγή της αναιρεσιβλήτου, απορρέει δεδικασμένου που εμποδίζει την έρευνα της ενδίκου ανακοπής, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του τα εξής : "Με το δεύτερο λόγο της έφεσής της η εκκαλούσα βάλλει κατά της εκκαλουμένης απόφασης επικαλούμενη το δεδικασμένο, που απορρέει την υπ' αριθ. 3806/2010 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ' αριθ. 528/2011 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου και καλύπτει, κατά τον ισχυρισμό της, την επιδικασθείσα σε βάρος της και υπέρ της ανακόπτουσας αξίωση.
Όμως, το δεδικασμένο που απορρέει από την ανωτέρω απόφαση καλύπτει την ευθεία αξίωση της ανακόπτουσας από την από 2-1-2001 αγωγή της κατά της καθ' ης η ανακοπή, που ασκήθηκε με βάση τη σωρευτική αναδοχή χρέους και όχι την υποχρέωση της καθ' ης να καταβάλει στην ανακόπτουσα το ποσό της κατασχεθείσας εις χείρας της απαίτησης των οικοπεδούχων οφειλετών της ανακόπτουσας, μετά την ευδοκίμηση της ανακοπής της τελευταίας, κατά το άρθρο 986 ΚΠολΔ, κατά της σιωπηρής αρνητικής δήλωσης της καθ' ης η ανακοπή.
Κατά συνέπεια, εφόσον δεν συντρέχουν οι αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη προϋποθέσεις του δεδικασμένου, ο δεύτερος λόγος έφεσης της εκκαλούσας, με τον οποίο αυτή υποστηρίζει τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος". Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παρεβίασε τις ανωτέρω δικονομικές διατάξεις ως προς την ύπαρξη ή μη δεδικασμένου, αφού η προκειμένη διαφορά δεν ταυτίζεται με την κριθείσα μετά δυνάμεως δεδικασμένου τοιαύτη, αφού έχει ως αντικείμενο άλλο δικαίωμα της αναιρεσιβλήτου που θεμελιώνεται σε διαφορετική ιστορική και νομική αιτία.
Επομένως ο περί του αντιθέτου έκτος και τελευταίος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 16 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια της μη παραδοχής της υπάρξεως δεδικασμένου τυγχάνει αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί δε η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθεί επί πλέον ο αναιρεσείουσα, ως ηττωμένη (άρθρα 176, 183 και 191 παρ,2 Κ.Πολ.Δ.) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσιβλήτου, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό εκτιθέμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16 Απριλίου 2016 αίτηση της αναιρεσειούσης ανωνύμου εταιρείας, με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νομίμως, για αναίρεση της υπ' αριθμ.861/2016 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Ιουνίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 6 Σεπτεμβρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ