Legislator Case Law & Legislation
1500/2014 AI generated

1500/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1500/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Γεώργιο Λέκκα, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1500/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η εφαρμογή της προϋποθέτει αοριστία της παροχής και τέτοια υπάρχει όταν μετά τη σύσταση της ενοχής, το περιεχόμενο της παροχής ενός των συμβαλλομένων ή και των δύο δεν προσδιορίζεται με πληρότητα στη σύμβαση κατ' έκταση, χρόνο, τόπο ή προς άλλο στοιχείο αυτής και ο προσδιορισμός της συμφωνήθηκε να γίνει μεταγενέστερα από τον ένα των συμβαλλομένων ή από τρίτο.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1500 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1500/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Γεώργιο Λέκκα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας : της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης υπό την επωνυμία "ΑΞΙΩΜΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΣΥΜΒΟΥΛΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΝΤΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ - ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΥΣΕΙΣ", η οποία εδρεύει στο ..., και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Ιωάννη Δρυλλεράκη, (ο οποίος προηγουμένως ανακάλεσε την από 21-10-2013 δήλωσή του για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ) και Γεράσιμο Απέργη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. της αγγλικής εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "GE FRANKONA REASSURANCE LIMITED" πρώην "ERC FRANKONA REASSURANCE LIMITED", η οποία εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, και 2. της αγγλικής εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "SWISS RE LIFE & HEALTH LIMITED", η οποία εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους Ιωάννη Βρέλλο και Νικόλαο Σκορίνη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29 Μαΐου 2007 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3464/2009 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 210/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1 Ιουλίου 2011 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Λέκκας, ανέγνωσε την από 2 Μαΐου 2013 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στη Σύνθεση Αρεοπαγίτη Ιωάννη Σίδερη, με την οποία εισηγήθηκε την αποδοχή των όγδοου και ένατου λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως, την απόρριψη δε των λοιπών.

Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 210/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί της από 30-9-2009 έφεσης της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 3464/2009 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί η με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 121164/5454/2007 αγωγή της.

Από το άρθρο 371 του ΑΚ, που ορίζει ότι αν ο προσδιορισμός της παροχής ανατέθηκε σε ένα από τους συμβαλλομένους ή σε τρίτον, σε περίπτωση αμφιβολίας θεωρείται ότι ο προσδιορισμός πρέπει να γίνει κατά δίκαιη κρίση και ότι αν δεν έγινε με δίκαιη κρίση ή βραδύνει, γίνεται από το δικαστήριο, προκύπτει ότι οι διατάξεις του άρθρου αυτού έχουν εφαρμογή μόνο στις περιπτώσεις συμβατικών ενοχών και εφόσον οι συμβαλλόμενοι δεν προσδιόρισαν επαρκώς την παροχή κατά την κατάρτιση της συμβάσεως, αλλά ανέθεσαν σε ένα από αυτούς ή σε τρίτο να την προσδιορίσει μεταγενέστερα.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η εφαρμογή της προϋποθέτει αοριστία της παροχής και τέτοια υπάρχει όταν μετά τη σύσταση της ενοχής, το περιεχόμενο της παροχής ενός των συμβαλλομένων ή και των δύο δεν προσδιορίζεται με πληρότητα στη σύμβαση κατ' έκταση, χρόνο, τόπο ή προς άλλο στοιχείο αυτής και ο προσδιορισμός της συμφωνήθηκε να γίνει μεταγενέστερα από τον ένα των συμβαλλομένων ή από τρίτο.

Στην περίπτωση που ο προσδιορισμός της παροχής γίνει κατά την απόλυτη κρίση τρίτου, κατόπιν σχετικής συμφωνίας και ανάθεσης εκ μέρους των συμβαλλομένων, τότε καθένας από αυτούς υποχρεώνεται από αυτόν (προσδιορισμό), οποιαδήποτε και αν είναι η κρίση του τρίτου. Εξάλλου, δεν υπάρχει έδαφος εφαρμογής των παραπάνω διατάξεων όταν η παροχή δεν είναι αόριστη ή είναι φαινομενικά αόριστη, όπως συμβαίνει και όταν προσδιορίζεται με βάση υφιστάμενα κατά την κατάρτιση της συμβάσεως αντικειμενικά στοιχεία και δεν έχει συμφωνηθεί ο προσδιορισμός της από τον ένα συμβαλλόμενο ή από τρίτο, αφού στις περιπτώσεις αυτές τα μη αναφερόμενα ειδικώς στη σύμβαση στοιχεία της παροχής δεν θα προσδιορίσουν κατ' εκτίμηση (κατά την κρίση τους) τα ως άνω πρόσωπα και δεν τίθεται έτσι θέμα διαπλαστικής παρεμβάσεως αυτών για τον προσδιορισμό τους ή ελέγχου από το δικαστήριο της σχετικής κρίσεως αυτών ως δίκαιης ή άδικης (ΑΠ 773/2003).

Περαιτέρω, από τα άρθρα 455, 460 έως 462 συνάγεται ότι ο δανειστής μπορεί με σύμβαση να μεταβιβάσει σε άλλον την απαίτησή του, χωρίς τη συναίνεση του οφειλέτη, αλλά ο εκδοχέας δεν αποκτά δικαίωμα απέναντι στον οφειλέτη και τους τρίτους, πριν ο ίδιος ή ο εκχωρητής αναγγείλει την εκχώρηση στον οφειλέτη. Μετά την αναγγελία της εκχώρησης της απαίτησης αποκόπτεται κάθε δεσμός του οφειλέτη με τον εκχωρητή, ο οποίος αποξενώνεται από την απαίτηση που εκχωρήθηκε και την αποκτά ο εκδοχέας ο οποίος δικαιούται έκτοτε στη δικαστική επιδίωξη και είσπραξή της.

Εξάλλου, από τις περί αναδοχής χρέους διατάξεις του Α.Κ. (άρθρα 471 επ.) συνάγεται ότι η απαλλαγή του οφειλέτη από το χρέος, με την υπεισέλευση του αναδοχέα στη θέση του, γίνεται με σύμβαση μεταξύ του τελευταίου και του δανειστή. Εάν η σχετική συμφωνία γίνει μεταξύ οφειλέτη και αναδοχέα, απαιτείται συναίνεση του δανειστή, που δηλώνεται είτε προς τον ένα, είτε προς τον άλλο.

Με τη συναίνεση του δανειστή συντελείται στερητική αναδοχή, κατά το άρθρο 471 Α.Κ., εφόσον προκύπτει σαφώς η σχετική βούληση των μερών, διότι, αν υπάρχει αμφιβολία ότι τα μέρη θέλησαν όχι στερητική, αλλά σωρευτική αναδοχή, τότε η αναδοχή είναι σωρευτική. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό και προς το άρθρο 361 του ίδιου κώδικα, που ορίζει ότι για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, συνάγεται ότι μπορεί να γίνει μεταβίβαση του συνόλου της ενοχικής σχέσης, με το συνδυασμό εκχώρησης και αναδοχής χρέους, με την πρώτη από τις οποίες μεταβιβάζεται η σχέση στην ενεργητική και με την δεύτερη στην παθητική της μορφή.

Αυτό όμως προϋποθέτει εκτός από τη συμφωνία μεταξύ εκχωρητή και εκδοχέα, που καθίσταται υποκείμενο της σχέσης και τη συναίνεση του αντισυμβαλλομένου στη μεταβιβαζόμενη συμβατική σχέση, εφόσον αυτός είναι και δανειστής του μεταβιβάζοντος, όπως συμβαίνει στις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις.

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β' , 914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση ή (και) προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας ή (και) ηθικής βλάβης και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας.

Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξεως.

Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων.

Η αθέτηση προϋφιστάμενης ενοχής και μόνη δεν συνιστά άνευ άλλου και αδικοπραξία. Είναι όμως δυνατόν μία υπαίτια ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), με τη οποία παραβιάζεται η σύμβαση, πέραν της αξίωσης από τη σύμβαση, να θεμελιώνει και αξίωση από αδικοπραξία, όταν και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττόμενη, θα ήταν παράνομη, ως ενέχουσα προσβολή δικαιώματος, το οποίο αντιτάσσεται κατά του ζημιώσαντος και όφειλε αυτός να το σεβαστεί.

Οι αξιώσεις από τη σύμβαση και την αδικοπραξία είναι δυνατόν να συρρέουν και να ασκηθούν παράλληλα, δεν μπορούν όμως εφόσον αλληλοκαλύπτονται και να ικανοποιηθούν μαζί, αφού η ικανοποίηση της μιας καθιστά χωρίς αντικείμενο την άλλη, εκτός εάν από την τελευταία παρέχεται πρόσθετη έννομη προστασία, μη παρεχόμενη από τη συρρέουσα αντικειμενικά (ΑΠ 737/2011).

Η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.

Αντίθετα η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.

Εξάλλου ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο αντίγραφο του δικογράφου της ένδικης αγωγής και τις κατατεθείσες στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έγγραφες προτάσεις του αναιρεσείοντος με τις οποίες διευκρίνισε και συμπλήρωσε τους αγωγικούς ισχυρισμούς της επ' ευκαιρία περιορισμού του πρώτου αγωγικού αιτήματος περιορισμού του πρώτου αγωγικού αιτήματος , τα οποία εκτιμά, κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, ως διαδικαστικά έγγραφα ο Άρειος Πάγος, η αναιρεσείουσα ανέφερε ότι το έτος 1995 κατάρτισε με την πρώτη αναιρεσίβλητη αντασφαλιστική αλλοδαπή εταιρεία την από 1-8-1995 σύμβαση, στα πλαίσια της οποίας ανέλαβε την προώθηση και επέκταση των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών δραστηριοτήτων της στην Ελλάδα και την Κύπρο, ότι ως αμοιβή της (προμήθεια) συμφωνήθηκε ποσοστό 1% επί των καθαρών ασφαλίστρων όλων των αντασφαλιστικών δραστηριοτήτων της στον τομέα των ασφαλίσεων ζωής και συμπληρωματικών καλύψεων, ότι συμφωνήθηκε η καταβολή της ίδιας προμήθειας ακόμα και μετά τη λύση της σύμβασης, για όσο χρόνο οι δραστηριότητες αυτές θα παρέμεναν αντασφαλισμένες στην πρώτη αναιρεσίβλητη, ότι η ανωτέρω σύμβαση, αφού τροποποιήθηκε το έτος 1996, λύθηκε στις 20-7-1998, οπότε καταρτίστηκε και υπογράφηκε νέα σύμβαση, ότι με το άρθρο 2 της εν λόγω σύμβασης η προμήθειά της καθορίστηκε επίσης σε ποσοστό 1% επί των καθαρών ασφαλίστρων σε σχέση με όλες τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές δραστηριότητες, ενώ με το άρθρο 3 συμφωνήθηκε ότι επί καταγγελίας εκ μέρους της πρώτης αναιρεσίβλητης, οι μεν προμήθειες που σχετίζονται με πελάτες που προτάθηκαν από την ενάγουσα κατά την περίοδο ισχύος της πρώτης σύμβασης, όπως αυτές αναγράφονται στο Α' Παράρτημα που επισυνάπτεται στη δεύτερη σύμβαση, θα συνεχίσουν να καταβάλλονται σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης αυτής, οι δε λοιπές προμήθειες θα εισπράττονται για δώδεκα (12) επί πλέον μήνες από την καταγγελία, ότι με το άρθρο 4 της δεύτερης σύμβασης, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, η πρώτη αναιρεσείουσα ανέλαβε την υποχρέωση να της προκαταβάλει την 13η ημέρα κάθε μήνα το ποσό των 12.597 Ευρώ έναντι των οφειλομένων προμηθειών από το σύνολο των αντασφαλιστικών δραστηριοτήτων, δηλαδή τόσο εκείνων που υπάγονται χρονικά στην πρώτη σύμβαση όσο και εκείνων που υπάγονται στη δεύτερη σύμβαση, ενώ η εκκαθάριση θα γινόταν εντός 90 ημερών από το τέλος εκάστου ημερολογιακού έτους, το δε ανωτέρω ποσό συμφωνήθηκε να καταβάλλεται ως ελάχιστη εγγυημένη προμήθεια και ότι από το έτος 2001 η αντιπροσώπευση της δεύτερης αναιρεσίβλητης επεκτάθηκε επιτυχώς και στην Τουρκία.

Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα ιστορούσε στην ένδικη αγωγή ότι το μήνα Ιούνιο του 2006, η πρώτη αναιρεσίβλητη μεταβίβασε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της από την επίδικη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας στη δεύτερη αναιρεσίβλητη, στη σύμβαση δε αυτή ρητώς αναφερόταν ότι η μεταβίβαση δεν θα έβλαπτε τα δικαιώματα της (αναιρεσείουσας), για το λόγο δε αυτό η τελευταία κλήθηκε και υπέγραψε τη σχετική σύμβαση εκχώρησης, ότι τον Αύγουστο του 2006 η δεύτερη αναιρεσίβλητη εκδήλωσε την επιθυμία της να μην αντιπροσωπεύεται στην Ελλάδα και την πρόθεσή της να καταγγείλει τη δεύτερη σύμβαση, ότι επακολούθησαν διαπραγματεύσεις για την εξεύρεση συναινετικής λύσης ως προς την καταβολή των προμηθειών που θα εδικαιούτο μετά την καταγγελία και της προτάθηκε από τη δεύτερη αναιρεσίβλητη η καταβολή ενός εφάπαξ ποσού για τη ρύθμιση των μεταξύ τους εκκρεμοτήτων, ότι στα πλαίσια αυτά και κατόπιν σχετικής συμφωνίας με τη δεύτερη αναιρεσίβλητη, ανέθεσε τον Σεπτέμβριο 2006 στον διεθνή αναλογιστικό οίκο Hewitt τη σύνταξη αναλογιστικής μελέτης, προκειμένου να υπολογιστεί η καθαρή παρούσα αξία των προμηθειών για τις αντασφαλιστικές εργασίες των πελατών που περιλαμβάνονται στο Α' Παράρτημα της δεύτερης σύμβασης, ότι μετά την παράδοση της σχετικής μελέτης από τον προαναφερθέντα οίκο και την ανακοίνωση του περιεχομένου της στην δεύτερη αναιρεσίβλητη, οι εκπρόσωποι της τελευταίας κατέστησαν σαφές ότι δεν είχαν πρόθεση να καταβάλουν το οφειλόμενο ποσό, που ανερχόταν, σύμφωνα με τη συγκεκριμένη μελέτη, σε 8.252.860 ευρώ, ενώ επικουρικά, όπως προκύπτει από τη μελέτη αυτή, το οφειλόμενο ποσό ανερχόταν σε 3.361.597 ευρώ, ότι ακολούθησαν διαπραγματεύσεις οι οποίες απέβησαν άκαρπες με υπαιτιότητα της δεύτερης αναιρεσίβλητης, η οποία στις 20.11.2006 κατήγγειλε τη σύμβαση αντιπροσώπευσης χωρίς την τήρηση της συμβατικά προβλεπόμενης εξάμηνης προθεσμίας προειδοποιήσεως, ενώ από τον Ιανουάριο του 2007, έπαυσε την καταβολή προμηθειών και ότι πέραν αυτών της οφείλεται ποσό 226.746 ευρώ, που αντιστοιχεί στην προκαταβολή προμηθειών 17 μηνών (17 Χ 12.597 ευρώ).

Επί πλέον, η αναιρεσείουσα ανέφερε ότι η συμπεριφορά της δεύτερης αναιρεσίβλητης ήταν παράνομη επειδή α) παρέβη την υποχρέωση πίστης που όφειλε να επιδείξει απέναντί της, ενόψει του ότι κατά τη διάρκεια της υπερδεκαετούς συμβατικής σχέσης προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις της αρχικά αντιπροσωπευομένης πρώτης αναιρεσίβλητης, που απέκτησε για πρώτη φορά παρουσία σε Ελλάδα, Κύπρο και Τουρκία και σύνηψε ιδιαίτερα επικερδείς αντασφαλιστικές συμβάσεις με τις μεγαλύτερες ασφαλιστικές εταιρείες των χωρών αυτών, β) ουδέποτε την ενημέρωσε ότι προτίθεται να διακόψει την αντιπροσώπευση της στην Ελλάδα, με αποτέλεσμα να συνυπογράψει ως συμβαλλόμενο μέρος την τριμερή σύμβαση μεταβίβασης της ενοχικής σχέσης και να μη δύναται πλέον να προασπίσει καλύτερα τα συμφέροντα αυτής, γ) ο ισχυρισμός της δεύτερης αναιρεσίβλητη περί προθέσεώς της να μην αντιπροσωπεύεται στο μέλλον στην Ελλάδα, αλλά να συναλλάσσεται άμεσα με τους πελάτες της ήταν ψευδής, αφού παράλληλα αναζητούσε νέους αντιπροσώπους, δ) η δεύτερη αναιρεσίβλητη, κατά τη διάρκεια ισχύος της συμβάσεως επικοινωνούσε άμεσα με τους πελάτες της, χωρίς την παρεμβολή της ίδιας ως αντιπροσώπου και τους ενημέρωνε για την επικείμενη καταγγελία, με αποτέλεσμα να εμφανίζεται σ' αυτούς ως αναξιόπιστη, ε) αν και τον Αύγουστο του 2006 η δεύτερη αναιρεσίβλητη πρότεινε ενόψει της καταγγελίας την καταβολή εφάπαξ ποσού προς συνολική εκκαθάριση της σχέσης τους, παρ' όλα αυτά δεν τήρησε τα συμφωνημένα, στ) μολονότι είχε προαποφασίσει την καταγγελία χωρίς την καταβολή οποιουδήποτε ποσού, την καθυσύχαζε ότι επίκειται συνάντηση για την οριστική, συμβιβαστική διευθέτηση των οικονομικών τους διαφορών, ζ) κατήγγειλλε τη σύμβαση αρνούμενη να της καταβάλει τις οφειλόμενες προμήθειες, ενώ εκείνη (αναιρεσείουσα) αδυνατεί να αναπτύξει οιαδήποτε περαιτέρω επιχειρηματική δράση, δεσμευόμενη από τη συμβατική ρήτρα του μη ανταγωνισμού και η) επιχειρεί να διασπάσει τη διαφορά με κατάθεση αγωγής σε δικαστήριο του Λονδίνου, αν και αυτό στερείται δικαιοδοσίας, ότι τα παραπάνω ισχύουν και ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη, που κατ' ουσίαν ταυτίζεται με τη δεύτερη, η οποία απορρόφησε πολλά από τα στελέχη της και ότι εξαιτίας αυτής της παράνομης συμπεριφοράς υπέστη ηθική βλάβη, αφού απώλεσε την ισχυρότατη θέση της στην ελληνική αγορά, ενώ παράλληλα προσεβλήθη η αξιοπιστία της και το κύρος της στο χώρο των ασφαλιστικών εταιρειών, οι οποίες πλέον δεν την εμπιστεύονται, καθώς και η φήμη της εξαιτίας των δικαστικών διενέξεων, κατά τα ειδικότερα στο δικόγραφο της αγωγής εκτιθέμενα.

Με την επίκληση των περιστατικών αυτών και μετά την παραδεκτή μετατροπή όλων των αιτημάτων από καταψηφιστικά σε αναγνωριστικά και τον περιορισμό του ύψους των δύο πρώτων εξ αυτών, ζήτησε να αναγνωριστεί ότι οι αναιρεσίβλητες, ευθυνόμενες εις ολόκληρο, οφείλουν να της καταβάλουν νομιμοτόκως: 1) το ποσό των 8.140.548 άλλως των 3.671.597 Ευρώ, ως προς τις υπαγόμενες στο καθεστώς της πρώτης σύμβασης προμήθειες, ποσά που καθορίστηκαν βάσει της επικαλούμενης αναλογιστικής μελέτης που συνετάγη από τον αναλογιστικό οίκο Hewitt και το μεν πρώτο αντιστοιχεί στην ταμειακή αξία των συγκεκριμένων προμηθειών το έτος 2021, το δε δεύτερο στην παρούσα αξία, 2) το ποσό των 214.149 Ευρώ για τις υπαγόμενες στο καθεστώς της δεύτερης σύμβασης προμήθειες, όπως το γινόμενο αυτό προκύπτει από τον πολλαπλασιασμό του προκαταβλητέου ποσού των 12.597 Ευρώ με τον αριθμό 17, που αντιστοιχεί στους μήνες κατά τους οποίους η δεύτερη αναιρεσίβλητη υπεχρεούτο να της καταβάλει προμήθειες (6 μήνες της περιόδου προειδοποίησης, 12 μήνες μετά την καταγγελία, αφαιρουμένου του Δεκεμβρίου 2006), και 3) το ποσό των 300.000 Ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την αγωγή, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης, επειδή, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, η τελευταία, μετά τη μεταβίβαση της ενοχικής σχέσης στη δεύτερη, δεν είναι πλέον φορέας δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, ούτε και εκτίθενται πραγματικά περιστατικά, τα οποία να στηρίζουν τον αγωγικό ισχυρισμό ότι υπήρξε σωρευτική αναδοχή χρέους.

Με τις παραδοχές του όμως αυτές το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 477 ΑΚ, καθόσον κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς το δικαίωμα της αναιρεσείουσας να εναγάγει την πρώτη αναιρεσίβλητη στηρίζεται στην καταρτισθείσα μεταξύ των αναιρεσιβλήτων σύμβαση σωρευτικής αναδοχής χρέους, δοθέντος ότι δεν υπήρξε σαφής βούληση των συμβληθέντων μερών για τη στερητική αναδοχή χρέους.

Επομένως, ο ένατος λόγος του αναιρετηρίου από το άρθρο 559 ΚΠολΔ αρ. 1 είναι βάσιμος.

Περαιτέρω, η αγωγή με το πιο πάνω περιεχόμενο και αίτημα και όσον αφορά τις αξιώσεις της αναιρεσείουσας από τη σύμβαση που δεν είχαν το χαρακτήρα διαφυγόντος κέρδους αλλά αξιώσεων για την εκπλήρωση συμφωνηθείσας χρηματικής παροχής στο πλαίσιο εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 343, 345, 351, 371 έως 373 και 379 ΑΚ είναι πλήρως ορισμένη, καθόσον στο δικόγραφο αυτής εκτίθενται με πληρότητα τα θεμελιωτικά και εξειδικεύονται την απαίτηση της αναιρεσείουσας πραγματικά περιστατικά.

Ειδικότερα, αναφέρονται οι καταρτισθείσες μεταξύ των διαδίκων συμβάσεις, οι υποχρεώσεις και τα εκατέρωθεν δικαιώματα που απέρρεαν από αυτές, καθώς και το ότι κατόπιν συμφωνίας μεταξύ της αναιρεσείουσας και της δεύτερης αναιρεσίβλητης, ο προσδιορισμός της παροχής και συγκεκριμένα του χρηματικού ποσού που η τελευταία όφειλε στην πρώτη, ως προς τις υπαγόμενες στο καθεστώς της πρώτης σύμβασης προμήθειες, ανατέθηκε στην απόλυτη κρίση τρίτου, που στην προκειμένη περίπτωση ήταν ο διεθνής αναλογιστικός οίκος Hewitt, ο οποίος τελικά συνέταξε τη σχετική αναλογιστική μελέτη για τον προσδιορισμό του ύψους του οφειλομένου ποσού.

Δεν ήταν δε αναγκαίο για το ορισμένο της αγωγής να ενσωματώνεται στο δικόγραφό της η προαναφερθείσα αναλογιστική μελέτη του τρίτου αφού η τελευταία αποτελεί αποδεικτικό μέσο για την εκ μέρους του τρίτου (συντάκτη της) άσκηση του προβλεφθέντος δικαιώματός του για τον προσδιορισμό της παροχής. Κατά συνέπεια, το Εφετείο, με την πληττόμενη απόφασή του, παρά το νόμο απέρριψε την αγωγή όσον, αφορά τη βάση της από τη σύμβαση, κύρια και επικουρική, ως αόριστη, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, απαιτώντας για το ορισμένο αυτής στοιχεία περισσότερα από όσα απαιτεί ο νόμος.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι βάσιμος.

Τέλος, η αγωγή όσον αφορά τη βάση της από την αδικοπραξία είναι νόμιμη, αφού οι επικαλούμενες πράξεις των νομίμων εκπροσώπων της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, που κατά το μεγαλύτερο μέρος τους ήταν στελέχη της πρώτης εξ αυτών και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττόμενες ήταν παράνομες ως αντικείμενες στο γενικό καθήκον να μην ζημιώνει κανείς υπαιτίως άλλον. Κατά συνέπεια, το Εφετείο, το οποίο απέρριψε τη συγκεκριμένη βάση της αγωγής ως μη νόμιμη το μεν εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 200, 281, 297, 298 και 914 ΑΚ, το δε έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και ειδικότερα ισχυρισμό περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της δεύτερης αναιρεσίβλητης προς καταγγελία της επίμαχης σύμβασης. Κατά συνέπεια, οι δέκατος και ενδέκατος λόγοι αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι βάσιμοι. Κατόπιν αυτών, συνδυαστικά λαμβανομένων υπόψη, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που την εξέδωσε, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν. Τέλος, οι αναιρεσίβλητες πρέπει να καταδικαστούν λόγω της ήττας τους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (ΚΠολΔ 176 και 183), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 210/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Φεβρουαρίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ