Supreme Court dismisses appeal against rejection of State's intervention in land registry dispute over unknown owner status.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the First Instance Court's rejection of its intervention in a land registry dispute. The State argued that the property belonged to the public because it was registered as belonging to an 'unknown owner,' but the opposing party contended that the State failed to prove specific registered rights. The court ruled that the State's intervention was unlawful because it did not cite any specific registered right to challenge the applicant's ownership, rendering the appeal inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1(2)(a), 3, 6(1)-(3), 7, 9, 13, 15 of Law 2664/1998; An intervention by the State challenging a property registered as belonging to an 'unknown owner' is inadmissible if the State fails to cite a specific registered right, as the mere presumption of state ownership does not constitute a valid legal ground for intervention.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1500 / 2013 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1500/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Μαζαράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα και κωλυομένου του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Βασιλείου Φούκα), Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Απριλίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καθ' ου η κλήση: Ελληνικού Δημοσίου νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία του Εμμανουέλα Πανοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου - καλούντος: W. (Β.) S. (Σ.) του G. (Γ.), κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Πεπόνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-3-2007 αίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 12-4-2007 κύρια παρέμβαση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 86/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 141/2009 του Εφετείου Αθηνών (Μεταβατική έδρα Χαλκίδας). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον με την από 17-2-2010 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 140/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Η υπόθεση επαναφέρει ο καλών με την από 26-10-2012 κλήση του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 24-10-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 2 εδάφ. α' και 3, 6 παρ. 1-3 και 7, 9, 13, 15 Ν. 2664/1998, όπως ισχύει, προκύπτει, ότι στο Κτηματολόγιο καταχωρίζονται νομικές και τεχνικές πληροφορίες που αποσκοπούν στον ακριβή καθορισμό των ορίων των ακινήτων και στη δημοσιότητα των εγγραπτέων στα κτηματολογικά βιβλία δικαιωμάτων και βαρών, με τρόπο που διασφαλίζει τη δημόσια πίστη, προστατεύοντας κάθε καλόπιστο συναλλασσόμενο που στηρίζεται στις κτηματολογικές εγγραφές.
Πρώτες εγγραφές είναι εκείνες που καταχωρούνται ως αρχικές εγγραφές στο κτηματολογικό βιβλίο, κατά μεταφορά από τους κτηματολογικούς πίνακες. Οι πρώτες εγγραφές, επί των οποίων στηρίζεται κάθε μεταγενέστερη εγγραφή, αποτελούν πράξη δημόσιας αρχής με διαπιστωτικό χαρακτήρα των υφισταμένων κατά την έναρξη του κτηματολογίου σε μία περιοχή εμπραγμάτων δικαιωμάτων, που μετά την οριστικοποίηση τους παράγουν αμάχητο τεκμήριο ακριβείας.
Ακίνητα, που δεν έχουν εγγραφεί ως ανήκοντα σε ορισμένο πρόσωπο και φέρονται ως ακίνητα "αγνώστου ιδιοκτήτη", θεωρείται ότι ανήκουν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, μόλις καταστεί οριστική η πρώτη εγγραφή. Στην περίπτωση αυτή δημιουργείται υπέρ του Δημοσίου το αμάχητο τεκμήριο (άρθρο 7 παρ. 1). Σε περίπτωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής μπορεί να ζητηθεί, με αγωγή ενώπιον του αρμόδιου καθ' ύλη και κατά τόπο πρωτοδικείου, η αναγνώριση του δικαιώματος που προσβάλλεται με την ανακριβή εγγραφή και η διόρθωση, ολικά ή μερικά, της πρώτης εγγραφής.
Η αγωγή (αναγνωριστική ή διεκδικητική) ασκείται από όποιον έχει έννομο συμφέρον μέσα σε αποκλειστική προθεσμία οκτώ (8) ετών, εκτός αν πρόκειται για το Ελληνικό Δημόσιο και για μόνιμους κατοίκους εξωτερικού ή εργαζόμενοι μόνιμα στο εξωτερικό κατά τη λήξη της οκταετούς αυτής προθεσμίας, για τους οποίους η προθεσμία άσκησης της αγωγής είναι δέκα (10) ετών.
Περαιτέρω, από την διάταξη του άρθρου 6 παρ. 3 του άνω Ν. 2664/1998, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του από τους Ν. 3127/2003 και Ν. 3481/2006 προκύπτει, ότι, όταν πρόκειται για ακίνητο, το οποίο στα κτηματολογικά βιβλία και συγκεκριμένα στις πρώτες εγγραφές φέρεται ως "αγνώστου ιδιοκτήτη", ο επικαλούμενος, ότι είναι κύριος αυτού, καθώς και ο δικαιούχος οποιουδήποτε εμπραγμάτου δικαιώματος επ' αυτού, αλλά και όποιος έχει έννομο συμφέρον, μπορεί, προκειμένου να διορθώσει την ανακριβή αυτή εγγραφή, να υποβάλλει αίτηση ενώπιον του Κτηματολογικού Δικαστή της τοποθεσίας του ακινήτου, και, μέχρις ότου οριστεί αυτός, στο Μονομελές Πρωτοδικείο της τοποθεσίας του ακινήτου, δικάζοντος κατά την εκούσια δικαιοδοσία, με την οποία θα αιτείται τη διόρθωση του οικείου κτηματολογικού φύλλου, ώστε αντί για "άγνωστος" να αναγραφεί ο πραγματικός κύριος, καθώς και ο τυχόν δικαιούχος άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος.
Εντός προθεσμίας είκοσι (20) ημερών από την κατάθεσή της και επί ποινή απαραδέκτου, η αίτηση αυτή κοινοποιείται από τον αιτούντα στο Ελληνικό Δημόσιο και εγγράφεται στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου. Τα ανωτέρω ισχύουν και στην περίπτωση της κύριας παρέμβασης. Εάν στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου έχουν ήδη καταχωριστεί και άλλες αιτήσεις ή κύριες παρεμβάσεις με αντίστοιχο περιεχόμενο, η μεταγενέστερη αίτηση κοινοποιείται από τον αιτούντα επί ποινή απαραδέκτου και εντός της ως άνω προθεσμίας στους προηγούμενους αιτούντες ή κυρίως παρεμβαίνοντες.
Η κοινοποίηση της αίτησης στις ανωτέρω περιπτώσεις γίνεται με επίδοση επικυρωμένου αντιγράφου της. Εφόσον η αίτηση γίνει τελεσιδίκως δεκτή, διορθώνεται η εγγραφή. Με την αίτηση μπορεί να ζητηθεί η διόρθωση της εγγραφής και στην περίπτωση, που ο αιτών επικαλείται ως τίτλο κτήσης πράξη μεταγραπτέα, κατά το άρθρο 1192 αριθ. 1 - 4 ΑΚ, η οποία δεν έχει μεταγραφεί στο υποθηκοφυλακείο.
Αντικείμενο της δίκης αυτής είναι η διαπίστωση της ύπαρξης του σχετικού εγγραπτέου δικαιώματος του αιτούντος και η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής σύμφωνα με αυτή τη διαπίστωση, χωρίς τη διάγνωση κανενός αμφισβητούμενου δικαιώματος, αφού η εγγραφή "άγνωστου ιδιοκτήτη" δεν ενέχει τέτοια αμφισβήτηση, αλλά ακριβώς την έλλειψη διαπίστωσης του υπάρχοντος δικαιώματος.
Ενόψει του αντικειμένου της ως άνω δίκης της εκούσιας δικαιοδοσίας, ο νόμος δεν προβλέπει την απεύθυνση της ως άνω αίτησης εναντίον οποιουδήποτε, όπως του Ελληνικού Δημοσίου, του ΟΚΧΕ, του Προϊσταμένου του οικείου Κτηματολογικού Γραφείου ή άλλου, αν τυχόν δε απευθυνθεί αυτή εναντίον τρίτου, ο τελευταίος δεν καθίσταται διάδικος από μόνον το γεγονός αυτό και ακόμη δεν απαιτείται να ζητηθεί με την εν λόγω αίτηση η αναγνώριση δικαιώματος που προσβάλλεται με την ανακριβή πρώτη εγγραφή στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου, ούτε να περιληφθεί αντίστοιχη διάταξη στην απόφαση που θα εκδοθεί, καθώς αντικείμενο της δίκης που ανοίγεται δεν είναι η αυθεντική διάγνωση δικαιώματος που αμφισβητείται, ανεξαρτήτως του ότι ελέγχεται ως προϋπόθεση η ύπαρξη συγκεκριμένου δικαιώματος για τη ζητούμενη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής, χωρίς όμως να καλύπτεται με ισχύ δεδικασμένου.
Γι' αυτό, άλλωστε, η προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 6 παρ.3 του Ν 2664/1998, όπως αντικαταστάθηκε από τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 2 του Ν 3481/2006, αναφέρεται μόνο στη διόρθωση της πρώτης εγγραφής και όχι και στην αναγνώριση του δικαιώματος που προσβάλλεται με την εγγραφή αυτή, όπως προβλέπει η διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 του Ν 2664/1998 στο πλαίσιο της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας, αφού η αναγνώριση τέτοιου δικαιώματος στα πλαίσια της εκούσιας δικαιοδοσίας θα είχε ως συνέπεια, με την τελεσιδικία της απόφασης, να αναγνωρίζεται το δικαίωμα τούτο έναντι πάντων, ανεξαρτήτως της συμμετοχής τους στη δίκη.
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, ο αιτών και ήδη αναιρεσίβλητος με την από 1-3-2007 αίτησή του ισχυρίστηκε, ότι έχει καταστεί κύριος του περιγραφόμενου αγροτεμαχίου, ότι κατά τη διάρκεια της κτηματογράφησης από παραδρομή δεν καταχωρήθηκε το ακίνητο αυτό στους κτηματολογικούς πίνακες ως ιδιοκτησία του, με αποτέλεσμα αυτό να εμφαίνεται στα οικεία κτηματολογικά βιβλία "ως αγνώστου ιδιοκτήτη".
Ζήτησε δε να αναγνωριστεί το δικαίωμα της κυριότητάς του επί του ως άνω ακινήτου και να διαταχθεί η διόρθωση της αρχικής εγγραφής στα κτηματολογικά βιβλία. Ακολούθως, το κυρίως παρεμβαίνον και ήδη αναιρεσείον με το από 12-4-2007 ιδιαίτερο δικόγραφο άσκησε κύρια παρέμβαση, με την οποία ισχυρίστηκε, ότι η επίδικη έκταση είναι δημόσια και ως εκ τούτου είναι ιδιοκτησία του.
Ζήτησε δε, αφού απορριφθεί η ως άνω αίτηση, να αναγνωριστεί αυτό κύριος, νομέας και κάτοχος του επιδίκου, να υποχρεωθεί ο αιτών, καθώς και οποιοσδήποτε άλλος έλκει δικαιώματα από αυτόν ή κατέχει στο όνομά του, να του το αποδώσει και να διορθωθεί η αρχική εγγραφή, ώστε να αναγραφεί το ίδιο ως ιδιοκτήτης. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η ένδικη κύρια παρέμβαση είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, διότι το κυρίως παρεμβαίνον και ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο αμφισβητεί μεν την κυριότητα του αιτούντος και ήδη αναιρεσίβλητου επί του επίδικου ακινήτου, πλην όμως δεν επικαλείται και κάποιο συγκεκριμένο εγγραπτέο στα κτηματολογικά βιβλία δικαίωμα επ' αυτού, το οποίο δεν έχει μεταγραφεί στο οικείο υποθηκοφυλακείο.
Το δε γεγονός ότι το αναιρεσείον σωρεύει και δεύτερο αίτημα στην παρέμβασή του, με το οποίο ζητάει τη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης κτηματολογικής εγγραφής ως "αγνώστου ιδιοκτήτη", ώστε να αναγραφεί στο επίδικο ακίνητο, ότι ιδιοκτήτης είναι αυτό, δεν μπορεί να κάνει την παρέμβαση νόμιμη, αφού η αμφισβήτηση του ουσιαστικού δικαιώματος αποτελεί εξεταστέα σχέση μόνο στην περίπτωση που το επικαλούμενο εγγραπτέο δικαίωμα δεν έχει μεταγραφεί.
Επομένως, το Εφετείο που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε όμοια και απέρριψε ως μη νόμιμη την ένδικη παρέμβαση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, δεν έσφαλε και συνακόλουθα, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται αιτίαση, ότι το Εφετείο παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 6 παρ. 3 του Ν. 2664/1998, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του από τους Ν.3127/2003 και Ν. 3481/2006, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο αναιρετικός αυτός λόγος προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως, αφού, όπως σημειώθηκε η έλλειψη νόμιμης βάσεως προϋποθέτει, ότι υπάρχουν ελλείψεις στην περιγραφή της εμπειρικής πραγματικότητας. Έτσι, ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν έχει εφαρμογή, όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον αιτιάται, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, που απέρριψε ως μη νόμιμη την ένδικη παρέμβασή του, στερείται νόμιμης βάσης, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, αφού το Εφετείο απέρριψε την παρέμβαση ως μη νόμιμη και δεν εισήλθε στην ουσία της υποθέσεως. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, μειωμένα όμως κατ' άρθρο 22 παρ. 1 και 3 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 Εισ. Ν. ΚΠολΔ, 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της Υ.Α. (Οικονομικών και Δικαιοσύνης) 134423/1992.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-2-2010 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 141/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών (Μεταβατική έδρα Χαλκίδας).
Καταδικάζει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2013.
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 15 Ιουλίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ