Legislator Case Law & Legislation
1500/2011 AI generated

1500/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1500/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1500/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, η πλημμέλεια ως προς την εφαρμογή της διάταξης του πιο πάνω άρθρου (149 παρ. 4) δεν μπορεί να ιδρύσει λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού ο αναιρετικός αυτός λόγος προϋποθέτει την εφαρμογή ουσιαστικής και όχι δικονομικής διάταξης, όπως είναι η εν λόγω διάταξη. Ο πρώτος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο, υπό τη σωρευτική επίκληση των αριθμών 8 περίπτ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1500 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1500/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΕΛΛΑΔΟΣ-ΜΕΣΗΜΒΡΙΝΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (πρώην "ΠΡΩΤΕΥΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΧΑΡΤΟΥ ΚΑΙ ΕΙΔΩΝ ΓΡΑΦΙΚΗΣ ΥΛΗΣ", πρώην "ΓΕΝΙΚΗ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΤΥΠΟΥ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στον Περισσό, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Κοσμαδάκη.

Του αναιρεσίβλητου: Γ. Α., κατοίκου ..., ως συνδίκου της Ενώσεως Πιστωτών της πτωχευσάσης Εταιρείας με την επωνυμία "ΠΟΛΥΓΡΑΦΙΚΗ Ανώνυμη Βιοτεχνική και Εμπορική Εταιρεία Εκτυπώσεων και Γραφικών Τεχνών", ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως, με την ιδιότητά του ως δικηγόρος και διόρισε στο ακροατήριο πληρεξούσιο δικηγόρο και τον Γεώργιο Καρύδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-2-1998 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3685/1999 μη οριστική, 2174/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3489/2008 που διορθώθηκε με την 7155/2008, του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-9-2008 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 3-2-2010 έκθεση της Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο αναιρεσίβλητος ατομικά και με πληρεξούσιο δικηγόρο ζήτησαν την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Eπειδή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 149 παρ. 4 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν από την κατάργησή της με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 2915/2001, που ισχύει από την 1-1-2002 (άρθρο 15 του ν. 2943/2001), εφαρμόζεται, όμως, κατά τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 22 παρ. 2 του ίδιου νόμου, σε όλες τις εκκρεμείς υποθέσεις έως την έναρξη της ισχύος του, όπως στην ένδικη υπόθεση, το δικαστήριο όταν δικάζει την ουσία της υπόθεσης μπορεί, ύστερα από αίτηση διαδίκου που υποβάλλεται με τις προτάσεις, να χορηγήσει σε κάθε περίπτωση νέα προθεσμία διεξαγωγής των αποδείξεων έως έξι μήνες.

Από την αμέσως παραπάνω διάταξη σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 344 και 529 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως η πρώτη απ' αυτές ίσχυε, επίσης, πριν από την κατάργησή της με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 1 του ν. 2915/2001, αλλά εφαρμόζεται στις εκκρεμείς δίκες έως την έναρξη της ισχύος του (άρθρο 22 παρ. 2 αυτού), προκύπτει, ότι η χορήγηση ή μη νέας προθεσμίας διεξαγωγής των αποδείξεων και η εξέταση νέων μαρτύρων για πρώτη φορά ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου απόκειται στην κυριαρχική και, άρα, αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και, συνακόλουθα, δεν ιδρύεται εξ αυτού αναιρετικός λόγος.

Εξάλλου, η πλημμέλεια ως προς την εφαρμογή της διάταξης του πιο πάνω άρθρου (149 παρ. 4) δεν μπορεί να ιδρύσει λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού ο αναιρετικός αυτός λόγος προϋποθέτει την εφαρμογή ουσιαστικής και όχι δικονομικής διάταξης, όπως είναι η εν λόγω διάταξη. Ο πρώτος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο, υπό τη σωρευτική επίκληση των αριθμών 8 περίπτ.

β', 11 περίπτ. γ', 12 και 19, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλονται οι αιτιάσεις, ότι το Εφετείο, με το να απορρίψει ως αβάσιμο τον πρώτο λόγο της έφεσης της πρώτης εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, με τον οποίο η τελευταία υπέβαλε το παράπονο για την κατ' ουσίαν απόρριψη του αιτήματός της περί χορήγησης σ' αυτή νέας μέχρι 6 μήνες προθεσμίας διεξαγωγής των αποδείξεων από το πρωτόδικο Δικαστήριο, προκειμένου να εξετάσει το μάρτυρά της Ν.

Μ. του Σ., τεχνικό διευθυντή της, του οποίου η κατάθεση κρίνεται απαραίτητη και ζήτησε, παράλληλα, τη χορήγηση στην ίδια της εν λόγω προθεσμίας, υπέπεσε στις πλημμέλειες ότι: α) δεν έλαβε υπόψη πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, β) δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκε και προσκόμισε η αναιρεσείουσα, γ) παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων και δ) απέρριψε με ανεπαρκή αιτιολογία τον οικείο (πρώτο) λόγο της έφεσής της (αναιρεσείουσας), είναι απορριπτέος, ως προς όλες τις αιτιάσεις του, ως απαράδεκτος.

Επειδή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται, λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. (Ολ.

ΑΠ 25/2003), όχι δε και εκείνοι που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής, ούτε και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ. ΑΠ 469/1984). Ο λόγος δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο (Ολ.

ΑΠ 25/2003). Από το συνδυασμό, επίσης, των άρθρων 559 αριθ. 8, 106, 335, 338 και 339 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι πράγματα, κατά την έννοια της πρώτης από αυτές, δεν αποτελούν τα αποδεικτικά μέσα. Για να είναι ορισμένος ο αμέσως πιο πάνω λόγος αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο ποια είναι τα συγκεκριμένα πράγματα, ποια επίδραση άσκησαν ή θα ασκούσαν στην έκβαση της δίκης, καθώς και τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει, ότι ο ισχυρισμός προτάθηκε παραδεκτά από τον αναιρεσείοντα στο εφετείο και ήταν νόμιμος ή ότι συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (Ολ.

ΑΠ 12/2000, Ολ. ΑΠ 43/1990). Στην προκείμενη περίπτωση, με τους συναφείς δεύτερο, τρίτο, τέταρτο, πέμπτο, έκτο και έβδομο, κατά το πρώτο μέρος τους, αντίστοιχα, λόγους της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 8 περίπτ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δέχθηκε ότι "τον Ιούνιο η ενάγουσα - εταιρεία με την επωνυμία: "ΠΟΛΥΓΡΑΦΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΚΤΥΠΩΣΕΩΝ ΚΑΙ ΓΡΑΦΙΚΩΝ ΤΕΧΝΩΝ" εκπροσωπούμενη λόγω της κήρυξής της σε πτώχευση, από το σύνδικο της ένωσης των πιστωτών Γ.

Α. (και ήδη αναιρεσίβλητο), μίσθωσε τον επίδικο εξοπλισμό στην ΒΕΡΜΠΑ Α.Ε., ενώ αφενός μεν αποδείχθηκε, ότι η μίσθωση αυτή ήταν εικονική, αφετέρου δε λόγω της επίσχεσης εργασίας των εργαζομένων της ενάγουσας που πραγματοποιήθηκε στις 30/03/1994, όπως συνομολογεί ο ίδιος ο μάρτυς της, δεν ασκούσε έκτοτε τις πράξεις νομής και κατοχής που προσιδιάζουν στην κατά προορισμό φύση του επιδίκου, τη στιγμή κατά την οποία μάλιστα βρισκόταν και σε κατάσταση παύσης πληρωμών από 28/2/1992" (με το δεύτερο απ' αυτούς), δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της πρώτης εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, ότι η δεύτερη εναγομένη εταιρεία, με την επωνυμία: "ΠΟΡΣΕΛ Ανώνυμη Βιοτεχνική και Εμπορική Εταιρεία Ε.

Ζ.", που επίσης, δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, απέκτησε μεν το επίδικο μηχάνημα, ήτοι μεγάλο, περιστροφικό κυλινδρικό ταχυπιεστήριο OFFSET QUSS COMMUNITY ROQUELL HEATSET FOUR HIQH (4-HIQH), με τα εξαρτήματα και παραρτήματα αυτού, με την αξιόποινη πράξη της κλοπής, η αναιρεσείουσα όμως έγινε κυρία του τελευταίου, αφού, κατά το χρόνο της αγοράς του από τη δεύτερη εναγομένη και της παράδοσης της νομής του σ' αυτή, δεν γνώριζε, αλλά ούτε και αγνοούσε από βαριά αμέλεια, ότι το εν λόγω μηχάνημα δεν ανήκε κατά κυριότητα στην πωλήτρια (με τον τρίτο απ' αυτούς), εσφαλμένα έκρινε, ότι το επίδικο μηχάνημα ξέφυγε της νομής της ενάγουσας κατόπιν αξιόποινης πράξης (κλοπής), ενώ, όπως αποδείχθηκε το μηχάνημα αυτό ήταν σταθερά συνδεδεμένο και εμπεπηγμένο στο κτίριο της δεύτερης εναγομένης και είχε αποκτηθεί από πλειστηριασμό και, πάντως, βρισκόταν στην κατοχή της και υπό την πλήρη φυσική εξουσία της για 8 τουλάχιστον μήνες, δηλαδή από τις 2-7-1997, (ημερομηνία κτήσης του από την αναιρεσείουσα με βάση τη 1734/24-2-1997 σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης με τον τέταρτο απ' αυτούς), δεν έλαβε υπόψη, ότι το επίδικο μηχάνημα ήταν εμπεπηγμένο στο κτίριο, που μετά το με αριθμό ...

επαναληπτικό πρόγραμμα της συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννας Γαβλιέρη-Αναγνωσταλάκη κατακυρώθηκε στην δεύτερη εναγόμενη (πωλήτρια) με την με αριθμό ... περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης, και ότι τόσο στο Γ' επαναληπτικό πρόγραμμα, αλλά και στην περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης αναφέρεται, ότι κατασχέθηκε αναγκαστικά το ακίνητο με τα παραρτήματα παρόντα και μέλλοντα και με τα μηχανήματα τα εμπεπηγμένα στο ακίνητο (με τον πέμπτο απ' αυτούς), δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις την από 3-3-1997 απαντητική επιστολή του οίκου QUSS (κατασκευαστή του μηχανήματος), καθώς και την από 1-7-1997 απαντητική επιστολή του ίδιου πιο πάνω οίκου, προς απόδειξη του ισχυρισμού της αναιρεσείουσας, ότι το εν λόγω μηχάνημα ήταν εμπεπηγμένο παράρτημα του κτιρίου της δεύτερης εναγομένης (με τον έκτο απ' αυτούς), και, τέλος, δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί του ότι αυτή κατά το χρόνο της αγοράς του επίδικου μηχανήματος τελούσε σε καλή πίστη (με τον έβδομο απ' αυτούς).

Οι ερευνώμενοι αυτοί αναιρετικοί λόγοι είναι απορριπτέοι, ο δεύτερος μεν και ο τέταρτος απ' αυτούς, κατά το πρώτο μέρος τους, ως απαράδεκτοι, εφόσον αφορούν την αναιρετικά ανέλεγκτη από το Εφετείο εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ο τρίτος και ο έβδομος απ' αυτούς, κατά το πρώτο μέρος τους, ως αβάσιμοι, εφόσον το Εφετείο με τις παραδοχές ότι: "Κατ' ακολουθίαν των παραπάνω, η εκκαλούσα - πρώτη εναγομένη με την προαναφερόμενη σύμβαση αγοράς δεν απέκτησε την κυριότητα του επίδικου κατ' άρθρο 1034 ΑΚ, αφού η δικαιοπάροχός της δεν ήταν κυρία και δεν είχε αποκτήσει τούτο στον παραπάνω πλειστηριασμό κατ' άρθρο 1039 ΑΚ σε συνδυασμό με άρθρο 1017 παρ. 1 ΚΠολΔ, αφού αυτός (πλειστηριασμός) δεν αφορούσε στο επίδικο κατά τα προαναφερόμενα.

Ούτε απέκτησε την κυριότητα κατ' άρθρο 1036 ΑΚ ως αποκτήσασα από μη κύριο και αν ήταν καλόπιστη, όπως αβάσιμα υποστηρίζει με τους σχετικούς τρίτο, τέταρτο - πέμπτο και έβδομο λόγους έφεσης, καθόσον το επίδικο, όπως παραπάνω αποδείχθηκε, και κατά το βάσιμο ισχυρισμό του ενάγοντος, είχε ξεφύγει από τη νομή της ενάγουσας, με κλοπή κατά την έννοια του άρθρου 372 ΠΚ, και όχι υπεξαίρεση κατά το άρθρο 375 ΠΚ, όπως αντίθετα αβάσιμα υποστηρίζει η εκκαλούσα επίσης με τον τέταρτο λόγο (αφού δεν είχε την κατοχή του η πωλήτρια ΠΟΡΣΕΛ ΑΒΕΕ με κάποια συμβατική σχέση με την κυρία ΠΟΛΥΓΡΑΦΙΚΗ ΑΕ, με συνέπεια σύμφωνα με το άρθρο 1038 ΑΚ, και αν η εκκαλούσα - πρώτη εναγομένη βρισκόταν σε καλή πίστη σχετικά με την ύπαρξη της κυριότητας στο πρόσωπο της παραπάνω πωλήτριας δεν απέκτησε την κυριότητα κατά το άρθρο αυτό, κατά το οποίο η μεταβίβαση κινητού από μη κύριο σε εκείνον που αποκτά καλόπιστα δεν επέρχεται, αν το μεταβιβασθέν έχει ξεφύγει από τη νομή του κυρίου με κλοπή ή με απώλεια ....", έλαβε υπόψη τους περιεχόμενους σ' αυτούς ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας και τους απέρριψε ρητά ως ουσιαστικά αβάσιμους.

Επίσης, ο πέμπτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, εφόσον το Εφετείο, με τις παραδοχές ότι "στα παραπάνω προγράμματα πλειστηριασμού, που δημοσιεύτηκαν νόμιμα, στην έκθεση πλειστηριασμού και κατακύρωσης και στην περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης περιγράφονταν με λεπτομέρεια το ακίνητο και τα μηχανήματα της οφειλέτριας εταιρίας ΝΕΟΣ ΠΑΡΝΑΣΣΟΣ ΑΕ - καθ' ης η εκτέλεση και δεν περιλαμβανόταν σε αυτά ο επίδικος μηχανολογικός εξοπλισμός, ο οποίος δεν ήταν συστατικό του εκπλειστηριασθέντος κτιριακού συγκροτήματος της εταιρίας "ΝΕΟΣ ΠΑΡΝΑΣΣΟΣ ΑΕ", αλλά παράρτημα και αποτελούσε αντικείμενο χωριστής διακεκριμένης κυριότητας της ενάγουσας εταιρίας "ΠΟΛΥΓΡΑΦΙΚΗ ΑΕ".

Ούτε επίσης και ιδία αναφερόταν ρητά στα παραπάνω προγράμματα πλειστηριασμού, την έκθεση πλειστηριασμού και κατακύρωσης και την περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης και, συνεπώς, ο επίδικος εξοπλισμός δεν αποτέλεσε αντικείμενο διενεργηθέντος πλειστηριασμού. Σημειώνεται, ότι τα μηχανήματα, ως παραρτήματα, για να αποτελέσουν αντικείμενο κατάσχεσης και ακολούθως του πλειστηριασμού, πρέπει να γίνεται ειδική μνεία στην έκθεση κατάσχεσης...", έλαβε υπόψη τον αναφερόμενο σ' αυτόν ισχυρισμό της αναιρεσείουσας και τον απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο και, τέλος, ο έκτος, κατά το πρώτο μέρος του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον τα μνημονευόμενα σ' αυτόν έγγραφα αποτελούν αποδεικτικά μέσα και όχι "πράγμα" με την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ.

Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335, 338-340 και 346 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, η παράβαση δε της υποχρέωσης αυτής του δικαστηρίου ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 11 περίπτ.

γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Για την ίδρυση του αναιρετικού αυτού λόγου απαιτείται όχι μόνο η προσκομιδή, αλλά και η σαφής και ορισμένη επίκληση των αποδεικτικών μέσων στο δικαστήριο της ουσίας από μέρους του αναιρεσείοντα (Ολ. ΑΠ 14/2005), με τις προτάσεις του της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τους συναφείς δεύτερο, τρίτο, πέμπτο και έβδομο, κατά το δεύτερο μέρος τους, αντίστοιχα, λόγους της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, κατ' ορθή εκτίμησή τους, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί της ουσιαστικής βασιμότητας της ένδικης διεκδικητικής κινητού - μηχανικού συγκροτήματος τυπογραφίας - αγωγής της ενάγουσας, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις τα σ' αυτούς, ειδικότερα, μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή:

α) τις ένορκες στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο καταθέσεις των μαρτύρων της ενάγουσας και των προσθέτως παρεμβαινόντων Δ. Χ. και Ε. Κ., β) τα με αριθμούς 697/2003 και 1610/2003, αντίστοιχα, βουλεύματα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Εφετών, καθώς και τη με αριθμό 11.572/2-7-1996 περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης, γ) το με αριθμό ...

επαναληπτικό πρόγραμμα της συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννας Γαβλιέρη - Αναγνωσταλάκη, καθώς και τις προμνημονευόμενες περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης και ένορκη κατάθεση της μάρτυρα των προσθέτως παρεμβαινόντων Ε. Κ. και δ) τις ένορκες στο ακροατήριο των ειρηνοδικείων Νέας Ιωνίας Αττικής και Αθηνών, αντίστοιχα, καταθέσεις των μαρτύρων Β.

Τ. (της δεύτερης εναγομένης), Ι. Χ. και Σ. Τ. (της αναιρεσείουσας) και Δ. Χ. (της ενάγουσας), αντίστοιχα, προς απόδειξη των ουσιωδών ισχυρισμών της περί εικονικότητας της μίσθωσης για εννέα (9) έτη του επίδικου μηχανήματος από τη φερόμενη ως εκμισθώτρια ενάγουσα στην εταιρεία "ΒΕΡΜΠΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΓΡΑΦΙΚΩΝ ΤΕΧΝΩΝ", περί της καλοπιστίας της δεύτερης εναγομένης περί του ότι το επίδικο μηχάνημα περιλαμβανόταν στα κινητά που πλειστηριάστηκαν, καθώς και της καλοπιστίας της αναιρεσείουσας, κατά το χρόνο της αγοράς και της παράδοσης σ' αυτή του εν λόγω μηχανήματος, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 1039, 1034 και 1036, αντίστοιχα, του ΑΚ και περί του ότι κατασχέθηκε αναγκαστικά το ακίνητο της ενάγουσας (κτιριακό συγκρότημα) "με τα παραρτήματα παρόντα και μέλλοντα και με τα μηχανήματα εμπεπηγμένα στο ακίνητο", στα οποία περιλαμβανόταν και το επίδικο μηχάνημα, το οποίο, ακολούθως περιήλθε στην κυριότητα της δύτερης εναγομένης, ως υπερθεματίστριας στον αναγκαστικό πλειστηριασμό που διενεργήθηκε σε βάρος της μητρικής εταιρείας ΠΑΡΝΑΣΣΟΣ ΑΕ, η οποία είχε εκμισθώσει το κατασχεμένο ακίνητο στη θυγατρική της εταιρεία - ενάγουσα, με επίσπευση της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος.

Οι εξεταζόμενοι αυτοί αναιρετικοί λόγοι είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων "από τις ένορκες καταθέσεις μαρτύρων (ένας από κάθε πλευρά) που εξετάσθηκαν ενώπιον του ορισθέντος εισηγητή Δικαστή, οι οποίες περιέχονται στην υπ' αριθ. 90/2000 εισηγητική έκθεση και από όλα ανεξαιρέτως τα επικαλούμενα και νόμιμα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα χωρίς να παραλείπεται κανένα...", σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο, από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς του κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα αποδεικτικά αυτά μέσα, από τα οποία μάλιστα τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και, ειδικότερα, εκείνη της μάρτυρα Ε.

Κ., το ... επαναληπτικό πρόγραμμα, την 11.572/1996 περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης και τα 697/2003 και 1610/2003 βουλεύματα του Συμβουλίου Πλημ/κών και Εφετών, αντίστοιχα, μνημόνευσε ρητά, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός από τα λοιπά. Ο ταυτόσημος με τους αμέσως προηγούμενους λόγους της αναίρεσης, έκτος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος, με τον οποίο η αναιρεσείουσα επικαλείται αιτίαση από τον αριθμό 11 περίπτ.

γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε, επίσης, υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις τις από 3-3-1997 και 1-7-1997, αντίστοιχα, απαντητικές επιστολές του κατασκευαστή οίκου QUSS του επίδικου μηχανήματος, που η αναιρεσείουσα επικαλέστηκε με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού της, ότι το εν λόγω μηχάνημα ήταν εμπεπηγμένο στο κατασχεμένο ακίνητο και αποτελούσε παράρτημα του τελευταίου, είναι, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, απορριπτέος ως αβάσιμος.

Εξάλλου, ο επίσης, ταυτόσημου περιεχομένου προς τους προμνημονευόμενους αναιρετικούς λόγους, τέταρτος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος είναι απορριπτέος ως αόριστος, εφόσον δεν μνημονεύονται σ' αυτόν τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα στο Εφετείο, προς απόδειξη του αμέσως πιο πάνω ισχυρισμού της.

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναίρεσης, από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να διαλαμβάνει τις πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή τη μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογίας και εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπα να αναφέρονται στην απόφαση ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και αν πρόκειται για αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες, σε τι συνίσταται η αντίφαση, από ποια αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει και σε τι συνίσταται η ανεπάρκειά τους, ποιο, δηλαδή, στοιχείο αναγκαίο για την επάρκειά τους λείπει (Ολ ΑΠ 27/1998 και 32/1996).

Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης. Στην προκείμενη περίπτωση, με τους συναφείς δεύτερο, τρίτο, τέταρτο, πέμπτο, έκτο και έβδομο, κατά το τέταρτο μέρος τους, αντίστοιχα, λόγους της αναίρεσης μέμφεται η αναιρεσείουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο, κατ' ορθή εκτίμησή τους με το να δεχθεί ότι: " Τον Ιούνιο του 1994 η ενάγουσα μίσθωσε τον επίδικο εξοπλισμό στην ΒΕΡΜΠΑ Α.Ε., ενώ αφενός μεν αποδείχθηκε ότι η μίσθωση αυτή ήταν εικονική, αφετέρου δε λόγω της επίσχεσης εργασίας των εργαζομένων της ενάγουσας που πραγματοποιήθηκε 30/03/1994 όπως συνομολογεί ο ίδιος ο μάρτυς της δεν ασκούσε έκτοτε τις πράξεις νομής και κατοχής που προσιδιάζουν στην κατά προορισμό φύση του επιδίκου, την στιγμή κατά την οποία μάλιστα βρισκόταν και σε κατάσταση παύσης πληρωμών από 28/2/1992", με το να δεχθεί, επίσης, ότι και αν ακόμη η αναιρεσείουσα βρισκόταν σε καλή πίστη σχετικά με την ύπαρξη της κυριότητας στο πρόσωπο της πωλήτριας (δεύτερης εναγομένης), απέκτησε η ίδια την κυριότητα από μη κύριο και, έτσι, το επίδικο μηχάνημα ξέφυγε της νομής της ενάγουσας κατόπιν αξιοποίνου πράξεως (κλοπής) και συνεπώς δεν απέκτησε αυτή - αναιρεσείουσα - κυριότητα σύμφωνα με το άρθρο 1038 ΑΚ", με το να δεχθεί ότι: "ο ισχυρισμός για τη μεταβίβαση κατά την ΑΚ 1038 είναι αβάσιμος, γιατί στην έννοια της κλοπής δεν περιλαμβάνεται και η υπεξαίρεση" και να μη δεχθεί, ότι το επίδικο μηχάνημα ήταν εμπεπηγμένο στο κτίριο που μετά το με αριθμό ...

επαναληπτικό πρόγραμμα της συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννας Γαβλιέρη-Αναγνωσταλάκη κατακυρώθηκε στη δεύτερη εναγόμενη (πωλήτρια) με τη με αριθμό ... περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης και ότι τόσο στο Γ' επαναληπτικό πρόγραμμα, αλλά και στην περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης αναφέρεται, ότι κατασχέθηκε αναγκαστικά το ακίνητο με τα παραρτήματα παρόντα και μέλλοντα και με τα μηχανήματα τα εμπεπηγμένα στο ακίνητο και τέλος, με το να δεχθεί, ότι το επίδικο μηχάνημα είναι προϊόν κλοπής χωρίς να ερευνήσει την καλοπιστία της αναιρεσείουσας κατά το χρόνο της αγοράς του, καθώς της παράδοσης της νομής του από τη δεύτερη εναγομένη, διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς τα αμέσως πιο πάνω ουσιώδη ζητήματα και, έτσι, στέρησε την απόφασή του από την νόμιμη βάση της.

Οι ερευνώμενοι αυτοί αναιρετικοί λόγοι είναι απορριπτέοι προεχόντως ως αόριστοι, αφού δεν εκτίθενται σ' αυτούς, ούτε καν αποσπασματικά, οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο, υπό τα οποία και συντελέστηκαν οι φερόμενες ως παραβιάσεις του νόμου, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν οι αιτιάσεις που προσάπτονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση οδήγησαν σε εσφαλμένο διατακτικό, αλλιώς, ως απαράδεκτοι, εφόσον πλήττεται με αυτούς η αναιρετικά ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Επειδή, οι περιλαμβανόμενες, επίσης, στους δεύτερο, τρίτο, τέταρτο, πέμπτο, έκτο και έβδομο, αντίστοιχα, λόγους αναίρεσης αιτιάσεις με τη σωρευτική επίκληση των αριθμών 12 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθώς και απλή αναφορά στο κατά νόμο περιεχόμενό τους, χωρίς ειδικότερη μνεία, κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο συγκεκριμένων πλημμελειών στην προσβαλλόμενη απόφαση σε σχέση με την παραβίαση των αριθμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων και την παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφων- τα οποία και δεν εξειδικεύονται- με το να δεχθεί το Εφετείο πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στα εν λόγω έγγραφα, είναι απορριπτέες προεχόντως ως αόριστες.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-9-2008 αίτηση της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΕΛΛΑΔΟΣ- ΜΕΣΗΜΒΡΙΝΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" για αναίρεση της 3489/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, όπως διορθώθηκε με την 7155/2008 απόφαση του ίδιου Εφετείου.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 7 Ιουλίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 5 Οκτωβρίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ