Legislator Case Law & Legislation
1500/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for admitting unproven facts regarding double bank credit entry without evidence.

Case Number 1500/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's appeal against the Court of First Instance's decision to admit unproven facts regarding a double bank credit entry. The appellant argued that the court accepted the double entry and subsequent stock trades as true without requiring evidence, causing financial loss. The court held that the lower court's findings were supported by sufficient reasoning and did not constitute a legal error warranting review.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 10 KPolD; The Supreme Court may not admit facts as true without proof or without ordering proof if the lower court's decision lacks sufficient reasoning to support such admission.

Keywords

AI generated
admission of unproven facts double bank credit entry financial loss without evidence appellate review standards court of first instance reasoning

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 no. 10 KPolD
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1500 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1500/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Μαΐου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ..., κατοίκου..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κυριάκο Ξενάκη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου:Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΚΟΝΤΑΛΕΞΗΣ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ" Ανώνυμη Εταιρία Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπήλιο Μούζουλα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2 Νοεμβρίου 2000 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5929/2002 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 8829/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12 Μαΐου 2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Διονύσιος Γιαννακόπουλος , ανέγνωσε την από 4 Μαΐου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου στην δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε αποδείξεις γι' αυτά. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, επικαλείται σφάλμα της προσβαλλόμενης αποφάσεως εκ του ανωτέρω αριθμού και άρθρου "Διότι το Δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά, και συγκεκριμένα, διότι δέχτηκε, ότι λάμβανα αντίγραφο της κίνησης του λογαριασμού μου σε τακτά χρονικά διαστήματα, χωρίς να εκφράσω αντιρρήσεις, ότι ήμουν ενήμερος, ότι ο λογαριασμός μου πιστώθηκε εκ παραδρομής δυο φορές με το ποσό των 14.000.000 δραχμών και ότι μεταβίβασα μέσω της ECTOKAPITAL ΑΕΛΔΕ εντολές αγοράς και πώλησης μετοχών, ενώ καμία από αυτές τις παραδοχές δεν αποδείχθηκε αληθινή καθ' οιονδήποτε τρόπο.

Αντίθετα, με εικασίες και ανέξοδα συμπεράσματα υποχρεώθηκα να πληρώσω χρήματα, που δεν οφείλω. Άραγε, πώς δικαιολογείται η παραδρομή της διπλής καταχώρησης; Μήπως επρόκειτο για παιχνίδι των υπαλλήλων της αντιδίκου και της συνεργαζόμενης μ' αυτήν ECTOKAPITAL ΑΕΛΔΕ, αφού δεν είχα την παραμικρή γνώση ή συμμετοχή;

Το μόνο βέβαιο γεγονός είναι, ότι εξανεμίστηκαν οι οικονομίες μου. Ποιός θα συνδράμει ένα φτωχό αγράμματο αγρότη ενός χωριού της Βοιωτίας, αν όχι το Δικαστήριο Σας; Μου είπαν "βάλε τα χρήματά σου να κερδίσεις". Ποιά πινακίδια, ποιές εντολές και ποία ενημέρωση είχα εγώ από οποιονδήποτε; "Πώς πάμε" ρωτούσα, "όχι καλά" ή "θα φτιάξουν τα πράγματα" μου απαντούσαν κι' αυτό ήταν όλο".

Η αντίδικος και η συνεργαζόμενη μαζί της, ως άνω, ΑΕΛΔΕ μου πήραν τα λεφτά, τα έπαιξαν, τα καταχώρησαν διπλά ή οτιδήποτε άλλο κι' εγώ είμαι ο απατεώνας και μάλιστα με δικαστική απόφαση; Αυτό δεν μπορώ να το δεχτώ και είναι χρέος της δικαιοσύνης ν' αποκαταστήσει τα πράγματα και ν' αποδώσει αληθινή δικαιοσύνη.

Όταν πληροφορήθηκα με την αποστολή του εξωδίκου τί είχε συμβεί, ήδη τα χρήματά μου είχαν κάνει "φτερά". Πώς αποδεικνύεται ο δόλος μου, τον οποίο δέχτηκε η προσβαλλόμενη απόφαση χωρίς την παραμικρή απόδειξη; Αντίθετα, αποδεικνύεται, ότι υπήρξα ένα από τα πολλά θύματα της χρηματιστηριακής κρίσεως". Με αυτή τη διατύπωση ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι, υπό την επίφαση του λόγου αυτού, πλήττεται η ανεξέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 941/1992).

Ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας αυτής ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της (Ολομ.

ΑΠ 1/1999). Ελλείψεις ή αντιφάσεις ως προς τη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, τον καθορισμό δηλαδή και την έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου είναι αδιάφορες, αφού, κατά το άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ. αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, απορρίπτεται η αναίρεση.

Το ουσιώδες στοιχείο του λόγου αυτού αναίρεσης αποτελεί η έλλειψη νόμιμης βάσης σε "ζήτημα", δηλαδή σε πραγματικό αυτοτελή ισχυρισμό, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση ασκηθέντος ουσιαστικού δικαιώματος, το οποίο "ζήτημα" ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και όχι όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει συναχθεί με βάση αυτές, εφόσον τούτο παρατίθεται σαφώς (Ολομ.

ΑΠ 24/1992). Στη περίπτωση, που πρόκειται, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα: "Στις 11-8-1999 καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων η υπό την ίδιαν ημερομηνία έγγραφη σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών. Η σύμβαση αυτή καταρτίσθηκε ύστερα από σχετική αίτηση του εναγόμενου, στην οποία αναφέρονται τα στοιχεία του τελευταίου, καθώς και ο αριθμός λογαριασμού του, που τηρούσε στην Εθνική Τράπεζα Ελλάδος.

Με την εν λόγω σύμβαση η ενάγουσα Ανώνυμη Εταιρία Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (Α.Ε.Π.Ε.Υ) και μέλος του χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών ανέλαβε την υποχρέωση, κατά τους ειδικότερους όρους και τις επιμέρους διατάξεις της συμβάσεως, αλλά και της χρηματιστηριακής νομοθεσίας, διενέργειας χρηματιστη-ριακών συναλλαγών, δηλαδή εκτελέσεως επί μέρους εντολών (παραγγελιών) του εναγόμενου, προς αγορά ή πώληση χρημαστηριακών πραγμάτων, δια της καταρτίσεως στο όνομα της ίδιας μεν, αλλά για λογαριασμό του εναγόμενου εντολέως της, κυρίως χρηματιστηριακών συμβάσεων αγοροπωλησίας των προαναφερόμενων χρηματιστηριακών πραγμάτων-τίτλων εταιριών εισηγμένων στο χρηματιστήριο.

Με την ίδια σύμβαση ο εναγόμενος ανέλαβε την υποχρέωση, ανάλογα με το είδος της συναλλαγής, που κάθε φορά διεκπεραιωνόταν, αν πρόκειται για πώληση να θέτει στη διάθεση της ενάγουσας τους σχετικούς τίτλους, αν δε πρόκειται για αγορά, να καταβάλει στην ενάγουσα το τίμημα (αξία) των χρεογράφων, που απετέλεσαν αντικείμενο συναλλαγής, και μάλιστα, κατά τη συμφωνία των διαδίκων, εντός τριών ημερών από την ημέρα διενέργειας της ως άνω χρηματιστηριακής πράξης.

Και στις δύο παραπάνω περιπτώσεις ο εναγόμενος είχεν υποχρεώσει να καταβάλει την αναλογούσα προμήθεια της ενάγουσας για τη διαμεσολάβησή της, σύμφωνα με τον όρο VII. 1 της σύμβασης και το άρθρο 65 του κανονισμού του Χ.Α.Α (β.δ 12/16 Ιούν.1909 όπως τροποποιήθηκε από το π.δ 1222/8-14-10-1984), καθώς και τα ποσά των λοιπών επιβαρύνσεων (έξοδα μεταβιβάσεως, υπέρ του Χ.Α.Α και της Ανώνυμης Εταιρίας Αποθετηρίων Τίτλων και αναλογούντες φόροι).

Σε εκτέλεση της, ως άνω, συμφωνίας η ενάγουσα, ύστερα από προηγούμενες εντολές του εναγομένου, άρχισε να διενεργεί χρηματιστηριακές συναλλαγές στο όνομα της, αλλά για λογαριασμό του παραπάνω εντολέα της, και εξέδωσε, για κάθε επιμέρους συναλλαγή, σύμφωνα με το νόμο, τα ενσωματωμένα στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής πινακίδια, στα οποία, με ακρίβεια, πλήρως περιγράφεται και από τα οποία πλήρως αποδεικνύεται το είδος (δηλ.

αγορά ή πώληση) και τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά στοιχεία της κάθε επί μέρους συναλλαγής, ήτοι η ημερομηνία εκτέλεσής της, η ονομασία και ο αριθμός τεμαχίων του τίτλου, στον οποίο αυτή αφορούσε, η συνολική χρηματική αξία της και η κατά τεμάχιο αξία του τίτλου, καθώς και το ποσό της αναλογούσας για τη συγκεκριμένη συναλλαγή προμήθειας της ενάγουσας.

Ένα αντίγραφο κάθε πινακιδίου από τα παραπάνω απεστέλλετο στον εναγόμενο μετά από κάθε συναλλαγή προς ενημέρωση του. Περαιτέρω, η ενάγουσα, σύμφωνα με τις προβλέψεις τις κειμένης νομοθεσίας (αρ.Γ.2Απόφασης ΥΠΕΘΟ 6280/1989), αλλά και της μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως (όροι IV και VII.4), τηρούσε τα βιβλία και σε ηλεκρονική μορφή (πρόγραμμα ηλεκτρονικού υπολογιστή) μεταξύ άλλων, λογαριασμό δραχμών, στο όνομα του εναγομένου - εντολέα της - στον οποίο αναγράφονταν το σύνολο των συναλλαγών, που είχαν διενεργηθεί, για λογαριασμό του, κατά χρονολογική σειρά (με ένδειξη του αριθμού του σχετικού πινακιδίου εκτέλεσης εντολής), οι τυχόν επί μέρους, εκ μέρους του εναγομένου, εισπράξεις και καταθέσεις μετρητών, τυχόν μερίσματα που λάμβανε η ενάγουσα, για λογαριασμό του εναγομένου, οι αποδόσεις (τόκων) του τυχόν πιστωτικού υπολοίπου του από την επένδυσή του, σε σύμφωνα επαναγοράς (repos) Ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου, οι καταλογισθέντες από την ενάγουσα τόκοι υπερημερίας, προκειμένου, για υπόλοιπα συναλλαγών, που ο εναγόμενος δεν είχε καταβάλει εγκαίρως, καθώς και η διαμόρφωση του χρηματικού υπολοίπου του, μετά από κάθε επί μέρους εγγραφή, αντίγραφο δε της κίνησης του λογαριασμού αυτού λάμβανε ο εναγόμενος σε τακτά χρονικά διαστήματα, χωρίς να εκφράσει, κατά τη διάρκεια της συναλλακτικής σχέσης του με την ενάγουσα, όπως είχεν υποχρέωση σε περίπτωση του προς το περιεχόμενο του αντιγράφου του λογαριασμού του, σύμφωνα με τον όρο IV6 της σύμβασης, οποιουδήποτε είδους αντιρρήσεις σχετικά με την ακρίβεια των στοιχείων που περιέχονται σ' αυτόν και των εκάστοτε διαμορφωθέντων χρηματικών υπολοίπων.

Στις ... ο εναγόμενος κατέθεσε το ποσό των 14.000.000 δραχμών στον τηρούμενο από την ενάγουσα λογαριασμό της στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας, προκειμένου να πιστωθεί κατά το ισόποσο η χρηματική του καρτέλα, για την κατάρτιση χρηματιστηριακών συμβάσεων, για λογαριασμό του από την ενάγουσα. Το ποσό αυτό των 14.000.000 δραχμών, από προφανή παραδρομή των αρμοδίων υπαλλήλων της ενάγουσας, λόγω παροχής ελλιπών στοιχείων από την, ως άνω, τράπεζα, κατά τη σχετική ενημέρωση, πιστώθηκε στον επενδυτικό λογαριασμό του εναγόμενου, που τηρούσε η ενάγουσα, δύο φορές, μία στις ... (ημέρα Παρασκευή) και μία στις ... (ημέρα Δευτέρα), με συνέπεια ο λογαριασμός του αυτός να εμφανίζει πλασματικό υπόλοιπο, προσαυξημένο κατά το ποσό των 14.000.000 δραχμών.

Το ως, άνω, ποσό κατά το χρονικό διάστημα μέχρι 30-9-1999, κατά τη συμφωνίας των μερών, επενδύθηκε σε σύμφωνο αγοράς και επαναπώλησης τίτλων του Ελληνικού Δημοσίου (repos) και οι αποδόσεις της εν λόγω επένδυσης (τόκοι) πιστώθηκαν στον επενδυτικό λογαριασμό του εναγομένου (χρηματική καρτέλλα). Ο εναγόμενος ήταν ενήμερος για την εν γένει κίνηση του λογαριασμού του, γεγονός που προκύπτει, τόσο από την κατάθεση του μάρτυρα της ενάγουσας, όσο και από αυτήν του μάρτυρα της εναγόμενης.

Από την ενημέρωση του αυτή πληροφορήθηκε, ότι, ο λογαριασμός του πιστώθηκε, εκ παραδρομής, δύο (2) φορές με το ποσό των 14.000.000 δραχμών, που ο ίδιος κατέθεσε κατά τα παραπάνω, μια φορά, και, ενεργώντας δολίως, απέκρυψε (αποσιώπησε) από την ενάγουσα την, ως άνω, διπλή πίστωση, αφού δεν επισήμανε σε αυτή τούτο, με προφανή σκοπό τον πορισμό περιουσιακού οφέλους σε βάρος της περιουσίας της ενάγουσας.

Περαιτέρω, κατά το χρονικό διάστημα από 27-9-1999 μέχρι τις αρχές του επόμενου έτους διαβίβασε στην ενάγουσα, δια μέσου της ECTOKAPITAL ΑΕΛΔΕ με την οποία συνεργαζόταν, εντολές για την διενέργεια χρηματιστηριακών συναλλαγών, και ειδικότερα αγοράς και πωλήσεως μετοχών, οι οποίες και εκτελέστηκαν από την ενάγουσα, όπως προκύπτει από τα επισυναπτόμενα στο δικόγραφο πινακίδια εκτέλεσης εντολών, το τίμημα των οποίων και αντίστοιχα οι επ' αυτού αξιώσεις της ενάγουσας καταχωρούνταν στον επενδυτικό λογαριασμό του εναγόμενου, στον οποίο καταχωρούνταν και οι καταβολές χρημάτων, τις οποίες κατόπιν εντολής του εναγόμενου, έκανε η ενάγουσα εξ αυτού, δια της καταθέσεως στον αναφερόμενο στη σύμβαση τραπεζικό λογαριασμό του στην Εθνική Τράπεζα με αριθμό ....

Έτσι, κατά το από 5-10-1999 έως 13-1-2000 χρονικό διάστημα, η ενάγουσα κατέθεσε στο άνω τραπεζικό λογαριασμό συνολικά, το ποσό των 45.097.166 δραχμών, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες με επίκληση από την ενάγουσα (με αριθμό σχετικών 11ζ έως 1 11β) έξι (6) αποδείξεις είσπραξης της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας. Οι καταβολές (καταθέσεις) αυτές συμψηφίστηκαν στο εμφανιζόμενο πλασματικό υπόλοιπο του επενδυτικού λογαριασμού του εναγόμενου, που δεν ανταποκρίνεται, όμως, στην πραγματικότητα, αφού περιλάμβανε και το εσφαλμένως, διπλά καταχωρηθέν ποσό, κατά τα προεκτεθέντα και έτσι η ενάγουσα κατέβαλε στον εναγόμενο, εξ ιδίων κεφαλαίων της το ποσό των 14.000.000 δραχμών, με αποτέλεσμα να υποστεί αντίστοιχη ζημιά, το οποίο ποσό δεν θα είχεν καταβάλει, εάν ο εναγόμενος, ο οποίος είχε λάβει γνώση της διπλής, κατά τα άνω, πίστωσης του ποσού των 14.000.000 δραχμών στον επενδυτικό λογαριασμό του, που τηρούσε η εναγόμενη, την είχεν ενημερώσει, δεδομένης της γνώσης του, ως προς αυτό, ως είχεν υποχρέωση από το νόμο.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, η ενάγουσα στις 30-5-2000 μετά από επανέλεγχο του επενδυτικού λογαριασμού του εναγόμενου, ο οποίος τότε εμφάνιζε χρεωστικό υπόλοιπο, σε βάρος του εναγομένου, 2.676 δραχμών ως εκ της καταχωρήσεως τόκων υπερημερίας, σύμφωνα με τη μεταξύ των μερών σύμβαση, διαπίστωσε τη διπλή καταχώρηση (πίστωση), εκ παραδρομής, του ποσού των 14.000.000 δραχμών στο λογαριασμό του εναγόμενου και προέβη σε αντιλογισμό, καταχωρώντας το ποσό των 14.000.000 δραχμών, ως χρέωση, με συνέπεια το ύψος της οφειλής του εναγομένου προς την ενάγουσα να ανέλθει στο ποσό των 14.002.676 δραχμών.

Στη συνέχεια, η ενάγουσα απέστειλε εξώδικο στον εναγόμενο, που κοινοποιήθηκε σε αυτόν στις 28-7-2000, με το οποίο τον προκάλεσε να της καταβάλει το πιο πάνω ποσό, ως χρεωστικό υπόλοιπο του επενδυτικού του λογαριασμού και στο οποίο ο εναγόμενος δεν απάντησε και έτσι η ενάγουσα προέβη στην άσκηση την ένδικης αγωγής.

Με βάση τα παραπάνω ο εναγόμενος πρέπει να καταβάλει στην ενάγουσα α) το ποσό των 41.085 ευρώ (14.000.000 δραχμές), που είναι η ζημιά της, από την αδικοπραξία του εναγόμενου σε βάρος της, καθόσον ο τελευταίος αποσιώπησε το γεγονός της διπλής έγγραφης (πίστωσης) στον επενδυτικό του λογαριασμό, που τηρούσε η ενάγουσα, του παραπάνω ποσού, με πρόθεση πορισμού οφέλους, με αποτέλεσμα ο λογαριασμός του αυτός να εμφανίζει πλασματικό υπόλοιπο, πέραν του πραγματικού.

Κατά το ποσό αυτό, το οποίο ζήτησε και εισέπραξε από την ενάγουσα, χωρίς να το δικαιούται και β) το ποσό των 7, 85 ευρώ (2.676 δραχμές), στο οποίο ανερχόταν το υπόλοιπο χρεωστικό του επενδυτικού λογαριασμού του εναγόμενου, την 30-5-2000, όταν διαπιστώθηκε η εσφαλμένη καταχώρηση, με βάση τη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, ήτοι συνολικά 41.093 ευρώ (14.002.676 δραχμές), με το νόμιμο τόκο, από την 29-7-2004 που οχλήθηκε προς τούτο ο εναγόμενος και να απορριφθεί, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, η ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του, δια της αγωγής ασκούμενου δικαιώματος της ενάγουσας, την οποία αυτός πρότεινε κατά τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, καθόσον τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία την επιστηρίζει, ότι δεν γνώριζε για τη διπλή εγγραφή (πίστωση) του ποσού των 14.000.000 δραχμών στον επενδυτικό λογαριασμό του, που τηρούσε η ενάγουσα, ούτε για τις συναλλαγές και ότι έχασε όλα τα χρήματά του, δεν αποδείχθηκαν, σύμφωνα με όσα έχουν ήδη αναφερθεί.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο δέχθηκε τα ίδια, ως άνω, περιστατικά, κατά βάση, και στη συνέχεια δέχθηκε την ένδικη αγωγή και ως βάσιμη κατ' ουσίαν, και μάλιστα το πρώτο κονδύλι αυτής, των 14.000.000 δραχμών, κατά την κύρια εκ της αδικοπραξίας βάση της και το δεύτερο κονδύλι αυτής τον 2.676 κατά την, επίσης, κύρια εκ της συμβάσεως βάση της και αφού απέρριψε ως αβάσιμη την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της αγωγής, υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 41.093 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από 29-7-2000 και εφεξής μέχρις πλήρους εξοφλήσεως, δεν έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων.

Επομένως, ο μοναδικός λόγος της έφεσης με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσίαν όπως και η έφεση στο σύνολό της". Με την κρίση του αυτή το Εφετείο διέλαβε στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς την επικαλούμενη από την αναιρεσίβλητη και αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα αδικοπραξία με διπλή πίστωση στον επενδυτικό του λογαριασμό, ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος.

Συνεπώς, ο περί του αντιθέτου δεύτερος (και τελευταίος) λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, συνακόλουθα δε (πρέπει να απορριφθεί) και η ένδικη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της, καταδικαζομένου του αναιρεσείοντος, που χάνει τη δίκη στη δικαστική δαπάνη, της αναιρεσίβλητης, όπως στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τη από 12.5.2009 αίτηση του ... για αναίρεση της 8829/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης εκ χιλίων οκτακοσίων (1.800) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Μαΐου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ