Legislator Case Law & Legislation
1500/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against appellate court ruling on fraud and forgery charges due to lack of merit.

Case Number 1500/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision rejecting his appeal. The appellant, charged with fraud and forgery causing over €73,000 in damages, argued the lower court failed to provide specific reasoning regarding his defense that he used forged documents to conceal a prior fraud. The court found the lower court's reasoning sufficient, noting it explicitly addressed the appellant's claim by accepting that he used the forged documents to deceive the victim after the initial fraud occurred.

Legislator headnote

AI generated

Articles 484 § 1 items b and d of the Code of Criminal Procedure; The appeal against a judgment of the Court of Appeal is inadmissible if the alleged defects of erroneous application of substantive law or lack of reasoning are unfounded and the lower court has provided adequate justification.

Keywords

AI generated
criminal appeal lack of reasoning erroneous application of law fraud and forgery Court of Appeal judgment

Cited Legislation

AI generated
Article 484 § 1 items b and d of the Code of Criminal Procedure
Article 485 § 1 of the Code of Criminal Procedure
Article 473 § 1 of the Code of Criminal Procedure
Article 474 § 1 of the Code of Criminal Procedure
Article 583 of the Code of Criminal Procedure
Article 93 § 3 of the Constitution
Article 139 of the Code of Criminal Procedure
Article 216 § 1-3 of the Penal Code
Article 386 § 1, 3β of the Penal Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1500 / 2008 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

ΑΡΙΘΜΟΣ 1500/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Μιχαήλ Δέτση), Θεοδώρα Γκοΐνη και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου-Εισηγήτρια, ορισθείσα με την υπ'αριθμό 30/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Βασιλείου Κουρκάκη, Αρεοπαγίτες.

Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 19 Μαρτίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοοντος-κατηγορουμένου Χ1, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1431/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.

Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και o αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Σεπτεμβρίου αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1684/2007.

Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ρούσσος-Εμμανουήλ Παπαδάκης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου με αριθμό 4/9-1-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με το άρθρο 485 § 1 Κ.Π.Δ., την υπ'αριθμ. 193/2007 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ1, κατά του υπ'αριθμ. 1431/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα:

Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το υπ'αριθμ. 300/2007 βούλευμά του, παρέπεμψε τον κατηγορούμενο στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικασθεί για τις αξιόποινες πράξεις της απάτης κατ'εξακολούθηση με ζημία ιδιαίτερα μεγάλη εκ της οποίας το περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ και της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ'εξακολούθηση, με σκοπό πορισμού περιουσιακού οφέλους δια βλάβης τρίτου με συνολικό όφελος και ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ.

Κατά του βουλεύματος αυτού άσκησε ο αναιρεσείων την υπ'αριθ. 181/2004 έφεσή του επί της οποίας εκδόθηκε το προσβαλλόμενο βούλευμα με το οποίο απορρίφθηκε κατ'ουσία η έφεση αυτή και επικυρώθηκε το εκκληθέν βούλευμα. Το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών επιδόθηκε στον κατηγορούμενο στις 8-9-2007 (δείτε σχετ.

αποδεικτικό). Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, είναι νομότυπη και εμπρόθεσμη (άρθρα 473 § 1 και 474 § 1 Κ.Π.Δ.), αφού ασκήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο αυτού Βασίλειο Πελεκάνο δυνάμει της από 10-9-2007 εξουσιοδοτήσεώς του, ενώπιον του γραμματέα του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών στις 12-9-2007 και περιέχει συγκεκριμένο λόγο αναιρέσεως, ήτοι της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.

Από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, όπως το δεύτερο εξ αυτών συμπληρώθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, προκύπτει ότι έχει το βούλευμα την υπό τούτων απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ.1 στ. δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθεται σ' αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, σχετικά με τις αποδιδόμενες στον κατηγορούμενο πράξεις, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε το Συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο.

Για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος αυτού δεν απαιτείται χωριστή αναφορά καθενός αποδεικτικού μέσου και τι προέκυψε από το καθένα από αυτά, αλλά αρκεί η αναφορά του είδους των αποδεικτικών μέσων, που έλαβε υπ' όψη του και αξιολόγησε το Συμβούλιο. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εν μέρει ή εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ίδιου βουλεύματος και το Συμβούλιο αποδέχεται τα διαλαμβανόμενα σ' αυτήν, με την προϋπόθεση ότι εκτίθενται σ' αυτήν, με σαφήνεια και πληρότητα, τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, που στηρίζουν την εισαγγελική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου, ώστε θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το Συμβούλιο των ίδιων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών (ΑΠ 2464/2005 Ποιν.Χρ.ΝΣΤ/627, ΑΠ 1687/2002 Ποιν.

Χρ.ΝΓ/638).

Από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΠΚ προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, με την μορφή καταρτίσεως πλαστού εγγράφου, απαιτείται αντικειμενικώς μεν από την αρχή κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση πραγματώσεως των περιστατικών που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση και σκοπός του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός το οποίο είναι πρόσφορο για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση ( ΑΠ 1505/2004,Ποιν.χρ.

ΝΕ/622, ΑΠ858/2004, Ποιν. Χρ.ΝΕ/322, ΑΠ1753/2003, Ποιν. Χρ. ΝΔ/635 ΑΠ 1303/2003,Ποιν. Χρ. ΝΔ/335). Η πλαστογραφία προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα και ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο δράστης σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτο ή σκόπευε να βλάψει άλλον, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 Ευρώ, ή β) αν ο υπαίτιος διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 Ευρώ (παρ. 3 αρθ. 216 ΠΚ, ως αντικ.

με αρθ. 14 παρ. 2 και 2β' Ν.2721/1999), (δειτ. ΑΠ 858/2004, Ποιν. Χρ. ΝΕ/322). Ως περιουσιακό όφελος (επί της ως άνω α' περιπτώσεως) νοείται κάθε βελτίωση της περιουσιακής κατάστασης του δράστη ή άλλου υπέρ του οποίου ενεργεί, η οποία επέρχεται με την αύξηση της οικονομικής αξίας της περιουσίας του ωφελουμένου ή προσπόριση άλλων ωφελημάτων οικονομικού χαρακτήρα ή με αποσόβηση της μείωσης της περιουσίας με βλάβη άλλου, η οποία και μόνη αρκεί για τη θεμελίωση της πλαστογραφίας σε βαθμό κακουργήματος, αν το όφελος ή βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 Ευρώ (ΑΠ 725/2000 Ποιν.

Χρ. ΝΑ/59). Κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος, ενώ, κατά συνήθεια τέλεση συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης, προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείου της προσωπικότητας του δράστη.

Επανειλημμένη τέλεση συντρέχει και επί διαπράξεως του εγκλήματος κατ' εξακολούθηση, αφού πρόκειται για μορφή πραγματικής ομοειδούς συρροής (ΑΠ 829/2006, Ποιν. Δικ.2006, 713, ΑΠ 1174/2005 Ποιν. Δικ, 2005,1485).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του αρ. 386 παρ. 1 του ΠΚ προκύπτει, ότι το έγκλημα της απάτης στοιχειοθετείται αντικειμενικώς όταν ο δράστης με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων πείθει κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποία βλάπτεται στην περιουσία του ο τελευταίος ή τρίτος, ανεξάρτητα αν με αυτήν επιτυγχάνεται ή όχι το περιουσιακό όφελος στο οποίο αποσκοπούσε ο δράστης, υποκειμενικώς δε όταν ο δράστης γνωρίζει τα ουσιαστικά περιστατικά της πράξης αυτής και θέλει να τα παραγάγει ( ΑΠ 911/2004, Ποιν. Χρ ΝΕ/419,ΑΠ858/2004, Ποιν. Χρ.ΝΕ/322).Η απάτη προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα και ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 Ευρώ, ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει το ποσό των 73.000 Ευρώ ( παρ. 3 αρ. 386 ΠΚ, ως η παρ. 3 αντικ. με αρ. 14 παρ. 4 Ν. 2721/1999). Το πρόσωπο που παραπλανήθηκε, δεν απαιτείται να είναι το ίδιο με εκείνο που περιουσιακώς βλάπτεται, αρκεί να μπορεί από το νόμο ή από τα πράγματα να επιχειρήσει την επιζήμια για τον βλαπτόμενο πράξη, παράλειψη ή ανοχή(ΑΠ1506/2005,Ποιν. Χρ.ΝΣΤ/308). Μεταξύ δε των εγκλημάτων της πλαστογραφίας και απάτης υπάρχει αληθής συρροή(ΑΠ 1265/2005, Ποιν.Χρ. ΝΣΤ/228, ΑΠ1753/2003, Ποιν. Χρ.ΝΔ/635).

Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 98 παρ. 1 ΠΚ, ως αντικ. με άρ. 14 παρ. 1 Ν2721/1999, ορίζεται ότι αν περισσότερες από μία πράξεις του ιδίου προσώπου συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, το δικαστήριο μπορεί αντί να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1, να επιβάλει μία και μόνο ποινή, για την επιμέτρηση της οποίας λαμβάνει υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων.

Από τη διάταξη αυτή, που έχει θεσπισθεί προς το σκοπό της επιεικέστερης μεταχείρισης του κατηγορουμένου, προκύπτει ότι το κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι μία ιδιάζουσα περίπτωση ομοειδούς πραγματικής συρροής εγκλημάτων, που συνέχονται μεταξύ τους λόγω της ενότητας του δόλου του δράστη και της μορφής του αδικήματος που επαναλαμβάνεται από τον ίδιο αυτουργό, στην οποία (συρροή) όμως το δικαστήριο μπορεί, αντί να καταγνώσει στο δράστη συνολική ποινή, να επιβάλει μία (ενιαία) ποινή ,λαμβάνοντας υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων (ΑΠ 59/2004, Ποιν.

Χρ. ΝΔ/512). Κατά δε την παρ. 2 του αρ. 98 ΠΚ, όπως προστέθηκε με αρ. 14 παρ. 1 Ν.2721/1999, η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις στο αποτέλεσμα αυτό, και στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ' αριθ. 1431/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το Συμβούλιο που το εξέδωσε, με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ότι από το συλλεγέν από την διενεργηθείσα κυρία ανάκριση αποδεικτικό υλικό και δη τις καταθέσεις των ενόρκως εξετασθέντων μαρτύρων τα περιεχόμενα στην δικογραφία έγγραφα, εν συνδυασμό και προς την απολογία του κατηγορουμένου και τα περιστατικά της εγκλήσεως και την ανωμοτί εξέταση της εγκαλούσας, προέκυψαν τα εξής:

Η εγκαλούσα Ψ1, κάτοικος .... (οδός .....), περί τα τέλη του μηνός Μαρτίου του 2002 αποφάσισε να αναλάβει από την INTERTRUST Α.Ε.Δ.Α.Κ. το ποσό των 127.119,12 ευρώ, το οποίο είχε επενδύσει στα αμοιβαία κεφάλαια της INTERAMERICAN και να καταθέσει αυτό σε Τράπεζα, για μεγαλύτερη απόδοση τόκων. Το ποσό αυτό αποτελούσε το μοναδικό εισόδημα της ανωτέρω, η οποία γεννήθηκε το έτος 1932 και διήγε τότε το 70° έτος της ηλικίας της, προόριζε δε τούτο για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών της στο στάδιο των γηρατειών.

Η Γ1, οικογενειακή φίλη της εγκαλούσας, της σύστησε τον εκκαλούντα κατηγορούμενο, χρηματοασφαλιστικό σύμβουλο και συνεργάτη της Τράπεζας ΑΣΠΙΣ ΜΠΑΝΚ και της ΑΣΠΙΣ Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας Γενικών Ασφαλίσεων, ο οποίος συμβούλευσε την εγκαλούσα να καταθέσει το ποσό αυτό σε κλειστό για ένα έτος ατομικό λογαριασμό στην εν λόγω Τράπεζα, με προκαταβλητέα απόδοση τόκων 10%.

Ο ίδιος επίσης πρότεινε στην εγκαλούσα να διεκπεραιώσει τις διαδικασίες επένδυσης των χρημάτων της κατά τον ανωτέρω τρόπο. Η εγκαλούσα δέχτηκε και στις 5-4-2002 πήγε με τον εκκαλούντα στο Κατάστημα της λεωφόρου Βουλιαγμένης της Τράπεζας ΑΣΠΙΣ ΜΠΑΝΚ προκειμένου να καταθέσει στην Τράπεζα αυτή το παραπάνω ποσό σε ατομικό της λογαριασμό.

Ο εκκαλών, ο οποίος γνώριζε και είχε ιδιαίτερη οικειότητα με τους υπαλλήλους της Τράπεζας, ανέλαβε σύμφωνα με τις διαβεβαιώσεις του να διεκπεραιώσει τη διαδικασία κατάθεσης των χρημάτων σε ατομικό λογαριασμό της εγκαλούσας. Ήδη όμως αυτός από την προηγούμενη ημέρα(4-4-2002), είχε φροντίσει να ανοίξει λογαριασμό στην εν λόγω Τράπεζα με κύριο κάτοχο τον ίδιο και δευτερεύουσα κάτοχο την εγκαλούσα, γεγονός που παρασιώπησε κατά τη μετάβαση και των δυο τους στην Τράπεζα στις 5-4-2002.

Την ημεροχρονολογία αυτή, η εγκαλούσα κατέστη δευτερεύουσα κάτοχος του ...... λογαριασμού, ο οποίος ανοίχθηκε εν αγνοία της και παρά τη θέληση της η οποία συνίστατο στο άνοιγμα ενός ατομικού λογαριασμού αποκλειστικά στο δικό της όνομα, όχι κοινού, χωρίς δεύτερο καταθέτη και μάλιστα κύριου. Στον κοινό αυτό λογαριασμό κατατέθηκε το παραπάνω ποσό των 127.119,12 ευρώ, και έγινε συγχρόνως και ανάληψη από μέρους της εγκαλούσας του ποσού των τόκων που ανερχόταν σε 12.720 ευρώ.

Ο κατηγορούμενος όμως, ο οποίος σύμφωνα με τα προλεχθέντα είχε από την προηγούμενη ημέρα ανοίξει το λογαριασμό αυτό θέτοντας ως κύριο κάτοχο τον εαυτό του εν αγνοία και παρά τη θέληση της εγκαλούσας, ανέλαβε την ίδια ημέρα, χωρίς να ενημερώσει την εγκαλούσα το χρηματικό ποσό των 12.500 ευρώ το οποίο ενσωμάτωσε στην περιουσία του.

Η εγκαλούσα την ίδια ημέρα (5-4-2002) εφοδιάστηκε και με βιβλιάριο καταθέσεως, όταν δε επέστρεψε στο σπίτι της άνοιξε για πρώτη φορά αυτό και διαπίστωσε ότι ο λογαριασμός ήταν κοινός και ότι είχε γίνει από αυτόν, εκτός από την από μέρους της ανάληψη των τόκων, που ήταν προκαταβλητέοι, και επί πλέον ανάληψη ποσού 12.500 ευρώ.

Επικοινώνησε μετά ταύτα έκπληκτη με τον κατηγορούμενο τηλεφωνικώς, ο οποίος την διαβεβαίωσε ψευδώς ότι ο κοινός λογαριασμός ήταν προσωρινός και ότι σύντομα τα χρήματα της επρόκειτο να κλειστούν σε ατομικό της λογαριασμό, ενώ για το ζήτημα της αναλήψεως του ποσού ων 12.500 ευρώ, την διαβεβαίωσε επίσης ψευδώς ότι δεν γνώριζε τι είχε συμβεί και ότι θα το διερευνούσε και θα της απαντούσε τις επόμενες μέρες.

Της συνέστησε όμως να μην ανησυχεί εφόσον αυτή ήταν η κάτοχος του βιβλιαρίου καταθέσεως και επομένως μόνο αυτή είχε τη δυνατότητα να προβαίνει σε αναλήψεις χρημάτων από τον ........ λογαριασμό. Παρασιώπησε όμως ότι είχε φροντίσει ο ίδιος να εφοδιαστεί με κάρτα αναλήψεως μετρητών, με τη χρήση της οποίας, μέχρι τις 8-5-2002, ανέλαβε σταδιακά, εν αγνοία της εγκαλούσας και ενσωμάτωσε στην περιουσία του ολόκληρο το υπόλοιπο ποσό (101.880,04 ευρώ), το οποίο ήταν κατατεθειμένο στον παραπάνω λογαριασμό.

Εν τω μεταξύ με επισκέψεις τις οποίες πραγματοποίησε στην οικία της εγκαλούσας περί τα τέλη του μηνός Απριλίου του έτους 2002 και στις αρχές του μηνός Ιουνίου του έτους 2002 και με ψευδείς διαβεβαιώσεις περί του ότι δεν είχε γίνει ανάληψη του ποσού των 12.500 ευρώ αλλά επρόκειτο δήθεν περί αναλογιστικού λάθους, καθώς και με επίδειξη πλαστών εγγράφων, εκδοθέντων δήθεν από την Τράπεζα ΑΣΠΙΣ MΠΑNK, τα οποία έφεραν την υπογραφή του διευθύνοντος συμβούλου, την οποία όμως είχε θέσει ίδιος ο εκκαλών κατηγορούμενος στα έγγραφα αυτά, εν αγνοία και παρά την θέληση αυτού, παραπλανούσε την εγκαλούσα και την έπειθε κάθε φορά να μην απευθυνθεί στην ως άνω Τράπεζα για να ενημερωθεί για την κίνηση του λογαριασμού.

Σύμφωνα με τα έγγραφα αυτά, τα οποία ο ίδιος κατήρτισε, η Τράπεζα δήλωνε ότι η ανάληψη του ποσού των 12.500 ευρώ αποτελούσε αναλογιστικό λάθος, η ίδια ήταν η μόνη δικαιούχος του παραπάνω λογαριασμού και στις 5-4-2003 θα μπορούσε να αναλάβει το κεφάλαιο αυτού, ποσού 127.320 ευρώ. Με τις ψευδείς αυτές διαβεβαιώσεις, καθώς και με τη χρήση των πλαστών εγγράφων παραπλάνησε την εγκαλούσα και την έπεισε να μην απευθυνθεί στην Τράπεζα για να λάβει σχετική ενημέρωση μέχρι τον μήνα Απρίλιο του έτους 2003, οπότε η εγκαλούσα, πληροφορήθηκε από τους υπευθύνους της Τράπεζας ΑΣΠΙΣ ΜΠΑΝΚ ότι είχε λάβει χώρα ολοσχερής ανάληψη του κεφαλαίου της, εν αγνοία της.

Επί τη βάσει των περιστατικών και δεδομένων αυτών φρονώ ότι προκύπτουν αποχρώσες ενδείξεις ενοχής κατά του κατηγορουμένου για τις αξιόποινες πράξεις για τις οποίες διώκεται. Ούτος στην απολογία του αλλά και στην έφεση του υποστηρίζει ότι η εγκαλούσα γνώριζε ότι ο λογαριασμός που ανοίχτηκε για την κατάθεση του ποσού των 127.119,12 ευρώ θα ήταν κοινός.

Επικαλείται προς τούτο την κατάθεση της μάρτυρος Γ1, σύμφωνα με την οποία ο κατηγορούμενος είχε ενημερώσει την εγκαλούσα ως προς το γεγονός ότι λογαριασμός θα ήταν κοινός. Όμως η κατάθεση αυτή τελεί σε κατάφωρη αντίθεση με την κατάθεση της εγκαλούσας και με την έγκληση, από όπου προκύπτει ότι η εγκαλούσα δεν γνώριζε ότι επρόκειτο να ανοιχθεί κοινός λογαριασμός, υπέγραψε στα σχετικά έγγραφα της Τραπέζης στις 5-4-2002 χωρίς να προσέξει λόγω και του προκεχωρημένου της ηλικίας της αλλά και της εμπιστοσύνης με την οποία περιέβαλε τον κατηγορούμενο ότι τα έγγραφα αυτά είχαν ημεροχρονολογία 4-4-2002 και αφορούσαν κοινό λογαριασμό με κύριο κάτοχο τον κατηγορούμενο.

Εξάλλου όταν διαπίστωσε ότι το βιβλιάριο έφερε και το όνομα του κατηγορουμένου επικοινώνησε αμέσως μαζί του, ο δε κατηγορούμενος προκειμένου να την πείσει ότι αυτή και μόνον ήταν η αποκλειστική δικαιούχος του λογαριασμού κατήρτισε και της επέδειξε πλαστά έγγραφα. Δεν υπήρχε άλλωστε και λόγος να ανοιχθεί κοινός λογαριασμός αφού εν προκειμένω επρόκειτο για ένα τραπεζικό προϊόν συνιστάμενο σε ετήσια κατάθεση ορισμένου κεφαλαίου με προκαταβλητέο τόκο 10%, τούτο δε αφορούσε την Τράπεζα και την καταθέτρια, ο δε κατηγορούμενος δεν είχε συνάψει καμία έγγραφη συμφωνία με την εγκαλούσα για την κατά τη διάρκεια της καταθέσεως εκμετάλλευση από μέρους του, του κεφαλαίου, ούτε και είχε λάβει σχετική εντολή από αυτήν.

Το γεγονός ότι η εγκαλούσα δεν γνώριζε τα τραπεζικά προκύπτει και από το ότι απευθύνθηκε στην οδοντίατρο της Γ2, προκειμένου να πληροφορηθεί περί του τύπου της καταθέσεως στην οποία είχε προβεί(βλ. σχετ. κατάθεση Γ2).

Περαιτέρω ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι επέστρεψε στην εγκαλούσα το ποσό των 143.171 ευρώ, η δε επιστροφή αυτή συνιστά εντελή ικανοποίηση της εγκαλούσας, έλαβε δε χώρα οικεία βουλήσει, εκουσίως και αυθορμήτως, σε χρονικό σημείο κατά το οποίο ο εκκαλών δεν γνώριζε ότι είχε καταμηνυθεί από την εγκαλούσα, και επομένως το αξιόποινο της πράξεως της απάτης έχει εξαλειφθεί λόγω έμπρακτης μετάνοιας (αρθρ. 393 παρ.1, 379 ΠΚ).

Όπως όμως προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας, η επιστροφή του χρηματικού ποσού στην εγκαλούσα έλαβε χώρα ως εξής: Αρχικά ο εκκαλών κατηγορούμενος όταν τον κάλεσε η εγκαλούσα στις 21-4-2003 και απαίτησε πιεστικά να της επιστρέψει το παραπάνω ποσό, το οποίο σύμφωνα με τα προλεχθέντα είχε ενσωματώσει στην περιουσία του, αποδέχτηκε τρεις συναλλαγματικές, εκδόσεως της εγκαλούσας στις 21-4-2003, ποσού 42.525 ευρώ εκάστη, λήξεως την 30η -4ου -2003, οι οποίες όμως δεν πληρώθηκαν κατά τη λήξη τους.

Κατόπιν και αφού η εγκαλούσα είχε υποβάλει την από 23-5-2003 έγκλησή της εναντίον του, μετά από έντονες πιέσεις τις οποίες του άσκησε, κατέβαλε εις αυτήν χρηματικό ποσό 106.671,04 ευρώ με την ..... τραπεζική επιταγή της Τραπέζης HSBC, στις 30-3-2004 και παρακατέθεσε και ποσό 24.000 ευρώ στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων Αθηνών για λογαριασμό της εγκαλούσας, στις 14-11-2005.

Ο εκκαλών κατηγορούμενος απολογήθηκε στις 31-3-2006 και στις 4-4-2006 και επομένως οι παραπάνω καταβολές έλαβαν χώρα πριν από την εξέταση του από τον ανακριτή. Όμως οι καταβολές αυτές δεν έλαβαν χώρα εκουσίως και αυθορμήτως από τον κατηγορούμενο, αλλά ύστερα από την γνωστοποίηση της ανακαλύψεως της πράξεως, υπό τις πιέσεις της παθούσας και υπό το κράτος της βεβαιότητας για επικείμενη άσκηση ποινικής διώξεως.

Κατά συνέπεια δεν επήλθε εξάλειψη του αξιοποίνου της απάτης λόγω εμπράκτου μετανοίας ως αβασίμως διατείνεται ο εκκαλών (ΑΠ 1710/2003 ΠΧ ΝΔ 623).

Υπό τα δεδομένα αυτά φρονώ ότι ορθώς το εκκαλούμενο βούλευμα έκρινε ότι προκύπτουν κατά του εκκαλούντος κατηγορουμένου αποχρώσες ενδείξεις ενοχής για τις αξιόποινες πράξεις για τις οποίες διώκεται και παρέπεμψε αυτόν στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστεί για τις πράξεις αυτές.

Η ασκηθείσα έφεση κατά του βουλεύματος αυτού πρέπει να απορριφθεί στην ουσία της και να επικυρωθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα ως προς όλες τις διατάξεις του. Τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας ποσού 220,00 ευρώ να επιβληθούν σε βάρος του ως άνω αναφερομένου εκκαλούντος. (αρθρ. 583παρ.1 ΚΠΔ όπως αντικ. από το άρθρο 55παρ.1 του Ν. 3160/2003 εν συνδ.

προς αρθρ. 3παρ.3 του Ν. 663/1977 και 58553/2006 Απόφαση Υπ. Οικονομίας και Οικονομικών και Δικαιοσύνης). Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, δια της αναφοράς του στην ενσωματωμένη στο βούλευμά του πρόταση του παρ'αυτώ Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, σε σχέση με τις αποδιδόμενες στον κατηγορούμενο αξιόποινες πράξεις α) της απάτης κατ'εξακολούθηση με ζημία ιδιαίτερα μεγάλης εκ της οποίας το περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ και β) της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ'εξακολούθηση, με σκοπό πορισμού περιουσιακού οφέλους δια βλάβης τρίτου με συνολικό όφελος και ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ.

ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται στο βούλευμα αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, οι αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε το Συμβούλιο ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντος στο ακροατήριο, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα ανωτέρω περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 386 § § 1 και 3β, 216 § § 1 και 3α και 98 Π.Κ., τις οποίες ορθώς εφάρμοσε και τις οποίες δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου.

Ο ισχυρισμός περαιτέρω του αναιρεσείοντος ότι η χρήση των μνημονευόμενων στο βούλευμα πλαστών εγγράφων εγένετο από αυτόν, προκειμένου να μην αποκαλυφθεί η απάτη που είχε διαπράξει σε βάρη της εγκαλούσας, απαντάται από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το οποίο δέχεται ότι "...........με επισκέψεις τις οποίες πραγματοποίησε (ο αναιρεσείων) στην οικία της εγκαλούσας περί τα τέλη του μηνός Απριλίου του έτους 2002..

και με ψευδείς διαβεβαιώσεις περί του ότι δεν είχε γίνει ανάληψη του ποσού των 12.500 ευρώ, αλλά επρόκειτο δήθεν περί αντιλογιστικού λάθους, καθώς και με επίδειξη πλαστών εγγράφων, παραπλανούσε την εγκαλούσα και την έπειθε κάθε φορά να μην απευθυνθεί στην άνω Τράπεζα και να ενημερωθεί για την κίνηση του λογαριασμού της, πραγμάτωσε δε αυτός πλήρως την αντικειμενική υπόσταση του πιο πάνω αδικήματος της απάτης στις 8-5-2002, όπως ειδικώς αιτιολογείται στο προσβαλλόμενο βούλευμα, σε χρόνο δηλαδή μεταγενέστερο της χρήσεως των πλαστών.

Κατ'ακολουθία των παραπάνω εκτιθεμένων αβάσιμη ελέγχεται η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και ως τέτοια πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος (άρθρο 583 § 1 Κ.Π.Δ.).

Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Να απορριφθεί κατ'ουσία η υπ'αριθμ. 193/12-9-2007 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ1, κατά του υπ' αριθμ. 1431/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος. Αθήνα 21 Νοεμβρίου 2007

Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος

Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. απαιτούμενης ειδικής αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν στο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, δεν εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έκρινε το συμβούλιο ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο.

Για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος δεν απαιτείται χωριστή αναφορά καθενός αποδεικτικού μέσου και τι απ' αυτό συνήγαγε το συμβούλιο, αλλά αρκεί η μνεία του είδους των αποδεικτικών μέσων, στην αξιολόγηση των οποίων στήριξε αυτό την παραπεμπτική κρίση του. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ.

ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, στην οποία εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την εισαγγελική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου, ώστε θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το Συμβούλιο των ίδιων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών.

Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του Π.Κ. "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση". Από τη διάταξη αυτή, που αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν η απαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο που το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, η οποία μπορεί να γίνει με την προσθήκη ή εξάλειψη λέξεων, αριθμών ή σημείων, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση πραγματώσεως των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη, και σκοπό του υπαιτίου να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή δημιουργία, κατάργηση ή μεταβίβαση δικαιώματος που προστατεύεται από το νόμο.

Κατά την παρ. 3 του άρθρου 216 Π.Κ., όπως αυτή συμπληρώθηκε αρχικά με το άρθρο 1 παρ. 7 εδ. α' του Ν. 2408/1996 και στη συνέχεια αντικαταστήθηκε και συμπληρώθηκε με το άρθρο 14 παρ. 2 του Ν. 2721/1999, "Αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων (παρ. 1-2) σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάν το συνολικό όφελος ή συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ.

Με την ίδια ποινή τιμωρείται ο υπαίτιος που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 386 παρ. 1 του Π.Κ. "όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών".

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία η πραγμάτωση του οφέλους, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από τα οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη.

Κατά δε την παρ. 3 του άρθρου 386, όπως αντικ. με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999, η απάτη προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα και ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών α)αν διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ ή β)αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ.

Με ταξύ δε των εγκλημάτων της πλαστογραφίας και απάτης υπάρχει αληθής συρροή. Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο με αριθ. 1431/2007 βούλευμά του, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, δέχτηκε, κατ' εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερόμενων σ' αυτό κατ' είδος αποδεικτικών στοιχείων (καταθέσεων ενόρκως εξετασθέντων μαρτύρων, εγγράφων της δικογραφίας και απολογίας του κατηγορουμένου, ανωμοτί εξέτασης της εγκαλούσας), ότι προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Η εγκαλούσα Ψ1, κάτοικος .... (οδός ......), περί τα τέλη του μηνός Μαρτίου του 2002 αποφάσισε να αναλάβει από την ΙΝΤΕRΤRUST Α.Ε.Δ.Α.Κ. το ποσό των 127.119,12 ευρώ, το οποίο είχε επενδύσει στα αμοιβαία κεφάλαια της ΙΝΤΕRΑΜΕRΙCAN και να καταθέσει αυτό σε Τράπεζα, για μεγαλύτερη απόδοση τόκων. Το ποσό αυτό αποτελούσε το μοναδικό εισόδημα της ανωτέρω, η οποία γεννήθηκε το έτος 1932 και διήγε τότε το 70° έτος της ηλικίας της, προόριζε δε τούτο για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών της στο στάδιο των γηρατειών.

Η Γ1, οικογενειακή φίλη της εγκαλούσας, της σύστησε τον εκκαλούντα κατηγορούμενο, χρηματοασφαλιστικό σύμβουλο και συνεργάτη της Τράπεζας ΑΣΠΙΣ ΜΠΑΝΚ και της ΑΣΠΙΣ Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας Γενικών Ασφαλίσεων, ο οποίος συμβούλευσε την εγκαλούσα να καταθέσει το ποσό αυτό σε κλειστό για ένα έτος ατομικό λογαριασμό στην εν λόγω Τράπεζα, με προκαταβλητέα απόδοση τόκων 10%.

Ο ίδιος επίσης πρότεινε στην εγκαλούσα να διεκπεραιώσει τις διαδικασίες επένδυσης των χρημάτων της κατά τον ανωτέρω τρόπο. Η εγκαλούσα δέχτηκε και στις 5-4-2002 πήγε με τον εκκαλούντα στο Κατάστημα της λεωφόρου Βουλιαγμένης της Τράπεζας ΑΣΠΙΣ ΜΠΑΝΚ, προκειμένου να καταθέσει στην Τράπεζα αυτή το παραπάνω ποσό σε ατομικό της λογαριασμό.

Ο εκκαλών, ο οποίος γνώριζε και είχε ιδιαίτερη οικειότητα με τους υπαλλήλους της Τράπεζας, ανέλαβε σύμφωνα με τις διαβεβαιώσεις του να διεκπεραιώσει τη διαδικασία κατάθεσης των χρημάτων σε ατομικό λογαριασμό της εγκαλούσας. Ήδη όμως αυτός από την προηγούμενη ημέρα (4-4-2002), είχε φροντίσει να ανοίξει λογαριασμό στην εν λόγω Τράπεζα με κύριο κάτοχο τον ίδιο και δευτερεύουσα κάτοχο την εγκαλούσα, γεγονός που παρασιώπησε κατά τη μετάβαση και των δυο τους στην Τράπεζα στις 5-4-2002.

Την ημεροχρονολογία αυτή, η εγκαλούσα κατέστη δευτερεύουσα κάτοχος

του

....... λογαριασμού, ο οποίος ανοίχθηκε εν αγνοία της και παρά τη θέληση της η οποία συνίστατο στο άνοιγμα ενός ατομικού λογαριασμού αποκλειστικά στο δικό της όνομα, όχι κοινού, χωρίς δεύτερο καταθέτη και μάλιστα κύριου. Στον κοινό αυτό λογαριασμό κατατέθηκε το παραπάνω ποσό των 127.119,12 ευρώ, και έγινε συγχρόνως και ανάληψη από μέρους της εγκαλούσας του ποσού των τόκων που ανερχόταν σε 12.720 ευρώ.

Ο κατηγορούμενος όμως, ο οποίος σύμφωνα με τα προλεχθέντα είχε από την προηγούμενη ημέρα ανοίξει το λογαριασμό αυτό θέτοντας ως κύριο κάτοχο τον εαυτό του εν αγνοία και παρά τη θέληση της εγκαλούσας, ανέλαβε την ίδια ημέρα, χωρίς να ενημερώσει την εγκαλούσα το χρηματικό ποσό των 12.500 ευρώ το οποίο ενσωμάτωσε στην περιουσία του.

Η εγκαλούσα την ίδια ημέρα (5-4-2002) εφοδιάστηκε και με βιβλιάριο καταθέσεως, όταν δε επέστρεψε στο σπίτι της άνοιξε για πρώτη φορά αυτό και διαπίστωσε ότι ο λογαριασμός ήταν κοινός και ότι είχε γίνει από αυτόν, εκτός από την από μέρους της ανάληψη των τόκων, που ήταν προκαταβλητέοι, και επί πλέον ανάληψη ποσού 12.500 ευρώ.

Επικοινώνησε μετά ταύτα έκπληκτη με τον κατηγορούμενο τηλεφωνικώς, ο οποίος την διαβεβαίωσε ψευδώς ότι ο κοινός λογαριασμός ήταν προσωρινός και ότι σύντομα τα χρήματα της επρόκειτο να κλειστούν σε ατομικό της λογαριασμό, ενώ για το ζήτημα της αναλήψεως του ποσού των 12.500 ευρώ, την διαβεβαίωσε επίσης ψευδώς ότι δεν γνώριζε τι είχε συμβεί και ότι θα το διερευνούσε και θα της απαντούσε τις επόμενες μέρες.

Της συνέστησε όμως να μην ανησυχεί εφόσον αυτή ήταν η κάτοχος του βιβλιαρίου καταθέσεως και επομένως μόνο αυτή είχε τη δυνατότητα να προβαίνει σε αναλήψεις χρημάτων από τον ........ λογαριασμό. Παρασιώπησε όμως ότι είχε φροντίσει ο ίδιος να εφοδιαστεί με κάρτα αναλήψεως μετρητών, με τη χρήση της οποίας, μέχρι τις 8-5-2002, ανέλαβε σταδιακά, εν αγνοία της εγκαλούσας και ενσωμάτωσε στην περιουσία του ολόκληρο το υπόλοιπο ποσό (101.880,04 ευρώ), το οποίο ήταν κατατεθειμένο στον παραπάνω λογαριασμό.

Εν τω μεταξύ με επισκέψεις τις οποίες πραγματοποίησε στην οικία της εγκαλούσας περί τα τέλη του μηνός Απριλίου του έτους 2002 και στις αρχές του μηνός Ιουνίου του έτους 2002 και με ψευδείς διαβεβαιώσεις περί του ότι δεν είχε γίνει ανάληψη του ποσού των 12.500 ευρώ αλλά επρόκειτο δήθεν περί αντιλογιστικού λάθους, καθώς και με επίδειξη πλαστών εγγράφων, εκδοθέντων δήθεν από την Τράπεζα ΑΣΠΙΣ ΜΠΑΝΚ, τα οποία έφεραν την υπογραφή του διευθύνοντος συμβούλου, την οποία όμως είχε θέσει ίδιος ο εκκαλών κατηγορούμενος στα έγγραφα αυτά, εν αγνοία και παρά την θέληση αυτού, παραπλανούσε την εγκαλούσα και την έπειθε κάθε φορά να μην απευθυνθεί στην ως άνω Τράπεζα για να ενημερωθεί για την κίνηση του λογαριασμού.

Σύμφωνα με τα έγγραφα αυτά, τα οποία ο ίδιος κατήρτισε, η Τράπεζα δήλωνε ότι η ανάληψη του ποσού των 12.500 ευρώ αποτελούσε αντιλογιστικό λάθος, η ίδια ήταν η μόνη δικαιούχος του παραπάνω λογαριασμού και στις 5-4-2003 θα μπορούσε να αναλάβει το κεφάλαιο αυτού, ποσού 127.320 ευρώ. Με τις ψευδείς αυτές διαβεβαιώσεις, καθώς και με τη χρήση των πλαστών εγγράφων παραπλάνησε την εγκαλούσα και την έπεισε να μην απευθυνθεί στην Τράπεζα για να λάβει σχετική ενημέρωση μέχρι τον μήνα Απρίλιο του έτους 2003, οπότε η εγκαλούσα, πληροφορήθηκε από τους υπευθύνους της Τράπεζας ΑΣΠΙΣ ΜΠΑΝΚ ότι είχε λάβει χώρα ολοσχερής ανάληψη του κεφαλαίου της, εν αγνοία της.

Επί τη βάσει των περιστατικών και δεδομένων αυτών φρονώ ότι προκύπτουν αποχρώσες ενδείξεις ενοχής κατά του κατηγορουμένου για τις αξιόποινες πράξεις για τις οποίες διώκεται. Ούτος στην απολογία του αλλά και στην έφεση του υποστηρίζει ότι η εγκαλούσα γνώριζε ότι ο λογαριασμός που ανοίχτηκε για την κατάθεση του ποσού των 127.119,12 ευρώ θα ήταν κοινός.

Επικαλείται προς τούτο την κατάθεση της μάρτυρος Γ1, σύμφωνα με την οποία ο κατηγορούμενος είχε ενημερώσει την εγκαλούσα ως προς το γεγονός ότι λογαριασμός θα ήταν κοινός. Όμως η κατάθεση αυτή τελεί σε κατάφωρη αντίθεση με την κατάθεση της εγκαλούσας και με την έγκληση, από όπου προκύπτει ότι η εγκαλούσα δεν γνώριζε ότι επρόκειτο να ανοιχθεί κοινός λογαριασμός, υπέγραψε στα σχετικά έγγραφα της Τραπέζης στις 5-4-2002 χωρίς να προσέξει λόγω και του προκεχωρημένου της ηλικίας της αλλά και της εμπιστοσύνης με την οποία περιέβαλε τον κατηγορούμενο ότι τα έγγραφα αυτά είχαν ημεροχρονολογία 4-4-2002 και αφορούσαν κοινό λογαριασμό με κύριο κάτοχο τον κατηγορούμενο.

Εξάλλου όταν διαπίστωσε ότι το βιβλιάριο έφερε και το όνομα του κατηγορουμένου επικοινώνησε αμέσως μαζί του, ο δε κατηγορούμενος προκειμένου να την πείσει ότι αυτή και μόνον ήταν η αποκλειστική δικαιούχος του λογαριασμού κατήρτισε και της επέδειξε πλαστά έγγραφα. Δεν υπήρχε άλλωστε και λόγος να ανοιχθεί κοινός λογαριασμός αφού εν προκειμένω επρόκειτο για ένα τραπεζικό προϊόν συνιστάμενο σε ετήσια κατάθεση ορισμένου κεφαλαίου με προκαταβλητέο τόκο 10%, τούτο δε αφορούσε την Τράπεζα και την καταθέτρια, ο δε κατηγορούμενος δεν είχε συνάψει καμία έγγραφη συμφωνία με την εγκαλούσα για την κατά τη διάρκεια της καταθέσεως εκμετάλλευση από μέρους του, του κεφαλαίου, ούτε και είχε λάβει σχετική εντολή από αυτήν.

Το γεγονός ότι η εγκαλούσα δεν γνώριζε τα τραπεζικά προκύπτει και από το ότι απευθύνθηκε στην οδοντίατρό της Γ2, προκειμένου να πληροφορηθεί περί του τύπου της καταθέσεως στην οποία είχε προβεί (βλ. σχετ. κατάθεση Γ2). Περαιτέρω ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι επέστρεψε στην εγκαλούσα το ποσό των 143.171 ευρώ, η δε επιστροφή αυτή συνιστά εντελή ικανοποίηση της εγκαλούσας, έλαβε δε χώρα οικεία βουλήσει, εκουσίως και αυθορμήτως, σε χρονικό σημείο κατά το οποίο ο εκκαλών δεν γνώριζε ότι είχε καταμηνυθεί από την εγκαλούσα, και επομένως το αξιόποινο της πράξεως της απάτης έχει εξαλειφθεί λόγω έμπρακτης μετάνοιας (αρθρ. 393 παρ.1, 379 ΠΚ).

Όπως όμως προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας, η επιστροφή του χρηματικού ποσού στην εγκαλούσα έλαβε χώρα ως εξής: Αρχικά ο εκκαλών κατηγορούμενος όταν τον κάλεσε η εγκαλούσα στις 21-4-2003 και απαίτησε πιεστικά να της επιστρέψει το παραπάνω ποσό, το οποίο σύμφωνα με τα προλεχθέντα είχε ενσωματώσει στην περιουσία του, αποδέχτηκε τρεις συναλλαγματικές, εκδόσεως της εγκαλούσας στις 21-4-2003, ποσού 42.525 ευρώ εκάστη, λήξεως την 30η -4ου -2003, οι οποίες όμως δεν πληρώθηκαν κατά τη λήξη τους.

Κατόπιν και αφού η εγκαλούσα είχε υποβάλει την από 23-5-2003 έγκληση της εναντίον του, μετά από έντονες πιέσεις τις οποίες του άσκησε, κατέβαλε εις αυτήν χρηματικό ποσό 106.671,04 ευρώ με την ........ τραπεζική επιταγή της Τραπέζης ΗSBC, στις 30-3-2004 και παρακατέθεσε και ποσό 24.000 ευρώ στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων Αθηνών για λογαριασμό της εγκαλούσας, στις 14-11-2005.

Ο εκκαλών κατηγορούμενος απολογήθηκε στις 31-3-2006 και στις 4-4-2006 και επομένως οι παραπάνω καταβολές έλαβαν χώρα πριν από την εξέταση του από τον ανακριτή. Όμως οι καταβολές αυτές δεν έλαβαν χώρα εκουσίως και αυθορμήτως από τον κατηγορούμενο, αλλά ύστερα από την γνωστοποίηση της ανακαλύψεως της πράξεως, υπό τις πιέσεις της παθούσας και υπό το κράτος της βεβαιότητας για επικείμενη άσκηση ποινικής διώξεως.

Κατά συνέπεια δεν επήλθε εξάλειψη του αξιοποίνου της απάτης λόγω εμπράκτου μετανοίας ως αβασίμως διατείνεται ο εκκαλών (ΑΠ 1710/2003 ΠΧ ΝΔ 623). Υπό τα δεδομένα αυτά φρονώ ότι ορθώς το εκκαλούμενο βούλευμα έκρινε ότι προκύπτουν κατά του εκκαλούντος κατηγορουμένου αποχρώσες ενδείξεις ενοχής για τις αξιόποινες πράξεις για τις οποίες διώκεται και παρέπεμψε αυτόν στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστεί για τις πράξεις αυτές.

Κατόπιν τούτων, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, απέρριψε κατ' ουσία την έφεση του κατηγορουμένου και επικύρωσε το πρωτόδικο βούλευμα με το οποίο αυτός παραπέμπεται α)για απάτη κατ'εξακολούθηση, με ζημία ιδιαίτερη μεγάλη από την οποία το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνει το συνολικό ποσό των 73.000 ευρώ και β)για πλαστογραφία με χρήση κατ' εξακολούθηση με σκοπό πορισμού περιουσιακού οφέλους δια βλάβης τρίτου με συνολικό όφελος και ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ.

Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού στο βούλευμα, με επιτρεπτή, όπως προαναφέρθηκε καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, οι αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 216 παρ.1-3 και 386 παρ.1,3β Π.Κ, τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου.

Αναφορικά με την αιτίαση του κατηγορουμένου ότι δεν απαντήθηκε ο ισχυρισμός του, ότι η χρήση των μνημονευομένων στο βούλευμα πλαστών εγγράφων εγένετο από αυτόν για την συγκάλυψη του εγκλήματος της διαπραχθείσης ήδη σε βάρος της εγκαλούσας απάτης, ο ισχυρισμός αυτός απαντάται ειδικώς στο προσβαλλόμενο βούλευμα με την παραδοχή ότι "...με επισκέψεις τις οποίες πραγματοποίησε (ο αναιρεσείων) στην οικία της εγκαλούσας περί τα τέλη του μηνός Απριλίου του έτους 2002...και με ψευδείς διαβεβαιώσεις περί του ότι δεν είχε γίνει ανάληψη του ποσού των 12.500 ευρώ αλλά επρόκειτο δήθεν περί αντιλογιστικού λάθους καθώς και με επίδειξη πλαστών εγγράφων.....

παραπλανούσε την εγκαλούσα και την έπειθε κάθε φορά να μην απευθυνθεί στην άνω Τράπεζα και να ενημερωθεί για την κίνηση του λογαριασμού της...", πραγμάτωσε δε αυτός πλήρως την αντικειμενική υπόσταση του πιο πάνω αδικήματος της απάτης, κατά την ειδική περί αυτού αιτιολογία του βουλεύματος, στις 8-5-2002, σε χρόνο δηλαδή μεταγενέστερο της χρήσης των πλαστών.

Συνεπώς, οι λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. β και δ' του ΚΠΔ με τους οποίους αποδίδονται στο προσβαλλόμενο βούλευμα οι πλημμέλειες της εσφαλμένης εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε και έλλειψης αιτιολογίας, είναι αβάσιμοι.

Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12 Σεπτεμβρίου 2007 αίτηση του Χ1 για αναίρεση του υπ' αριθμ. 1431/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ,

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Μαρτίου 2008.

Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2008.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ