Legislator Case Law & Legislation
1500/2007 AI generated

1500/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1500/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Μαϊου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/9/2003 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 632/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3262/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 11/7/2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, ανέγνωσε την από 20/4/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο τρίτος λόγος αναιρέσεως και να απορριφθούν οι άλλοι λόγοι. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθεμία την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Legislator headnote

AI generated

1500/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση τα εξής: Το αναιρεσείον, το οποίο είναι μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα σωματείο, τυγχάνει φορέας της Ελληνογαλλικής Σχολής Αγ. Παρασκευής, η οποία είναι ξένο σχολείο με ειδικό καθεστώς λειτουργίας, που ιδρύθηκε με διακρατική συμφωνία μεταξύ της Ελλάδος και της Γαλλίας, η οποία κυρώθηκε με το ν. 1750/1988.

Keywords

AI generated
educational contract work education measure educational training allowances leave for youth work benefit for course attendance equivalence between university degrees
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1500 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1500/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Μαϊου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Σωματείου μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα με την επωνυμία "ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΓΑΛΛΙΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ", που εδρεύει στο Παρίσι της Γαλλίας και εκπροσωπείται νόμιμα στην Ελλάδα από τον Γενικό Διευθυντή (PROVISEUR) της Ελληνογαλλικής Σχολής Αγίας Παρασκευής κο Χ1 , το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Κολτσιδοπούλου. Της αναιρεσίβλητης: Ψ1, η οποία παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Κουτσιμπού.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/9/2003 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 632/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3262/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 11/7/2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, ανέγνωσε την από 20/4/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο τρίτος λόγος αναιρέσεως και να απορριφθούν οι άλλοι λόγοι. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθεμία την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τα άρθρα 669 παρ. 2 ΑΚ, 1 Ν. 2112/1920 και 1 και 5 Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου.

Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ.

Εξάλλου, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη, ως καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του εργαζομένου, ή όταν γίνεται για οικονομικοτεχνικούς λόγους, δηλαδή για την αναδιοργάνωση της επιχειρήσεως του εργοδότη που καθιστά αναγκαία τη μείωση του προσωπικού, εφόσον οι λόγοι αυτοί είναι προσχηματικοί και υποκρύπτουν πράγματι μίσος, εμπάθεια ή κακοβουλία ή όταν είναι μεν πραγματικοί, αλλά δεν έγινε επιλογή των απολυομένων με αντικειμενικά κριτήρια (υπηρεσιακά ή κοινωνικά).

Δεν συντρέχει, όμως, περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας όταν δεν υπάρχει γι' αυτή κάποια αιτία, αφού, ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής καθ' υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι' αυτή ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους - που πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος - εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 ΑΚ.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση τα εξής: Το αναιρεσείον, το οποίο είναι μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα σωματείο, τυγχάνει φορέας της Ελληνογαλλικής Σχολής Αγ. Παρασκευής, η οποία είναι ξένο σχολείο με ειδικό καθεστώς λειτουργίας, που ιδρύθηκε με διακρατική συμφωνία μεταξύ της Ελλάδος και της Γαλλίας, η οποία κυρώθηκε με το ν. 1750/1988.

Σύμφωνα με το Καταστατικό -Πλαίσιο της Σχολής, αυτή περιλαμβάνει δύο τμήματα, ένα Γαλλικό και ένα Ελληνικό. Στο Γαλλικό τμήμα, το οποίο ακολουθεί ξένο εκπαιδευτικό πρόγραμμα, απασχολούνται γάλλοι εκπαιδευτικοί, οι οποίοι είναι δημόσιοι υπάλληλοι και αμείβονται απευθείας από το Γαλλικό Κράτος. Αντίθετα, στο Ελληνικό τμήμα απασχολούνται έλληνες ιδιωτικοί εκπαιδευτικοί, οι οποίοι πληρούν τις προϋποθέσεις του ν. 682/1977 και λαμβάνουν τις προβλεπόμενες από το νόμο αυτό πράξεις "διορισμού" από το Υπουργείο Παιδείας.

Επίσης, στο ελληνικό τμήμα απασχολούνται και γάλλοι εκπαιδευτικοί (είτε δημόσιοι υπάλληλοι είτε επιτοπίως προσλαμβανόμενοι) για τη διδασκαλία των γαλλικών ως ξένης γλώσσας. Μέχρι το έτος 2000, οι έλληνες εκπαιδευτικοί, που δίδασκαν στα ξένα σχολεία με ξένο εκπαιδευτικό πρόγραμμα, δεν μπορούσαν να λάβουν το ανωτέρω "διοριστήριο" και να υπαχθούν στο καθεστώς του ν. 682/1977, ακόμη και αν ήσαν γραμμένοι στην επετηρίδα των ιδιωτικών εκπαιδευτικών.

Όμως, με το ν. 2817/2000 επετράπη στους έλληνες εκπαιδευτικούς που διδάσκουν σε ξένα σχολεία καθώς και στους πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που εξομοιώνονται με αυτούς, να υπαχθούν στις διατάξεις του ν.682/1977, εφόσον συντρέχουν οι σχετικές προϋποθέσεις του ανωτέρω νόμου. Μάλιστα, παρασχέθηκε σ' αυτούς το δικαίωμα να αναγνωρίσουν και την προηγούμενη εκπαιδευτική τους προϋπηρεσία στα ξένα σχολεία και να καταταχθούν στο αντίστοιχο μισθολογικό κλιμάκιο.

Το αναιρεσείον, ενόψει της ως άνω νομοθετικής μεταβολής, με την έναρξη του σχολικού έτους 2001-2002, προέβη στις απαιτούμενες ενέργειες προς την αρμόδια διεύθυνση, για να εκδοθούν οι διοριστήριες πράξεις των ελλήνων εκπαιδευτικών, που απασχολούνται στο Γαλλικό τμήμα της σχολής και πληρούσαν τις προβλεπόμενες από το νόμο προϋποθέσεις.

Η αναιρεσίβλητη, η οποία είναι γαλλικής υπηκοότητας, προσλήφθηκε από το αναιρεσείον, στις 15-11-1982, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, αρχικά ως δασκάλα του δημοτικού σχολείου του Γαλλικού τμήματος στης Σχολής, ενώ στη συνέχεια δίδασκε τα γαλλικά ως ξένη γλώσσα στο δημοτικό σχολείο του Ελληνικού τμήματος.

Η ανωτέρω σύμβαση, μετά από διαδοχικές ανανεώσεις, μετατράπηκε κατά το σχολικό έτος 1987-1988, σε αορίστου χρόνου. Η αναιρεσίβλητη ανήκε στους επιτοπίως προσληφθέντες γάλλους εκπαιδευτικούς της Σχολής και η σύμβαση εργασίας της ρυθμιζόταν από τις διατάξεις της ελληνικής εργατικής νομοθεσίας. Από το σχολικό έτος 1989-1990 και μέχρι την καταγγελία της συμβάσεως, η αναιρεσίβλητη απασχολήθηκε αποκλειστικά στο Γαλλικό τμήμα της Σχολής, με ανάθεση διδακτικών καθηκόντων, με βάση τους τίτλους σπουδών, που διέθετε και σύμφωνα με τα ισχύοντα στο γαλλικό εκπαιδευτικό σύστημα, μόνο σε γυμνασιακό επίπεδο.

Καθ' όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα, που δίδασκε στο Γαλλικό τμήμα, ελάμβανε κατ' έτος την χορηγούμενη από τις αρμόδιες ελληνικές αρχές "άδεια διδασκαλίας", η οποία προβλέπεται από την ελληνική νομοθεσία για τους αλλοδαπούς καθηγητές, που διδάσκουν σε ξένα σχολεία. Στις σχετικές άδειες της αναιρεσίβλητης αναγράφεται ως διδασκόμενο από αυτή μάθημα το μάθημα της Τεχνολογίας, πλην όμως η αναιρεσίβλητη δίδασκε και το μάθημα της βιολογίας, δεδομένου ότι είναι κάτοχος των ως άνω δύο τίτλων πανεπιστημιακών σπουδών, που και οι δύο αντιστοιχούν σε διετή φοίτηση και συγκεκριμένα έχει λάβει δίπλωμα από το Πανεπιστήμιο της Τουλούζης στη Βιολογία και Φυσιογνωσία και δίπλωμα στη Τεχνολογία.

Εξάλλου, για τη διδασκαλία στο Λύκειο, οι γάλλοι εκπαιδευτικοί πρέπει να κατέχουν τη λεγόμενη "licence" ή τουλάχιστον "maitrise", που αντιστοιχεί σε τριετή πανεπιστημιακή φοίτηση, την οποία δεν είχε λάβει η αναιρεσίβλητη. Παρ' όλα αυτά όμως, το αναιρεσείον είχε αναθέσει στην αναιρεσίβλητη τη διδασκαλία μαθημάτων και σε τάξεις, που απαιτούσαν το παραπάνω δίπλωμα.

Με την ..... απόφαση του Συμβουλίου Αναγνώρισης Επαγγελματικής Ισοτιμίας Τίτλων Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης του Υπουργείου Παιδείας αναγνωρίσθηκε στην αναιρεσίβλητη το δίπλωμα να ασκεί το επάγγελμα της Καθηγήτριας Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (κλάδου ΠΕ Ο4- Βιολογίας) και να φέρει τον αντίστοιχο επαγγελματικό τίτλο.

Κατόπιν αυτού, η αναιρεσίβλητη με την από 26-5-2003 επιστολή της προς το Διευθυντή της Σχολής γνωστοποίησε στο αναιρεσείον την ως άνω αναγνώριση των διπλωμάτων της και επικαλούμενη ότι υπαγόταν πλέον στις διατάξεις του ν.682/1977, ζήτησε να ληφθεί αυτό υπόψη κατά την κατάρτιση του εβδομαδιαίου προγράμματος για την επόμενη σχολική περίοδο 2003-2004.

Στη συνέχεια κατόπιν αιτήσεώς της αναιρεσίβλητης γράφτηκε στις 3-6-2003 στην επετηρίδα των εκπαιδευτικών λειτουργών της ιδιωτικής Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, στον ανωτέρω κλάδο, για το σχολικό έτος εγγραφής 2002-2003, γνωστοποίησε δε την εγγραφή αυτή στο αναιρεσείον στις 11-6-2003. Το αναιρεσείον, αμφισβητώντας άμεσα τους τίτλους σπουδών της ααναιρεσίβλητης, με την από 18-6-2003 επιστολή του προς το Συμβούλιο Αναγνώρισης Επαγγελματικής Ισοτιμίας Τίτλων δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης του Υπουργείου Παιδείας, ζήτησε να πληροφορηθεί τον ακαδημαϊκό τίτλο, βάσει του οποίου εκδόθηκε η προαναφερόμενη ....

απόφαση του ως άνω Συμβουλίου, με την οποία αναγνωρίσθηκε στην αναιρεσίβλητη το δικαίωμα, να ασκεί το επάγγελμα της Καθηγήτριας Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης. Το εν λόγω Συμβούλιο απάντησε με το ...... έγγραφό του προς το αναιρεσείον. Το τελευταίο, όμως, προτού λάβει την ως άνω απάντηση και αφού στις 23-6-2003 προανήγγειλε στην αναιρεσίβλητη, ότι θα προέβαινε σε καταγγελία της συμβάσεώς της, στη συνέχεια και συγκεκριμένα στις 27-6-2003, επέδωσε πράγματι στην αναιρεσίβλητη την από 26-6-2003 έγγραφη καταγγελία της σύμβασης εργασίας.

Το αναιρεσείον επικαλέστηκε ως λόγο καταγγελίας της εργασιακής συμβάσεως της αναιρεσίβλητης μείωση μαθητών και κατ' επέκταση μείωση των αναγκών της Σχολής σε διδακτικές ώρες. Ο ανωτέρω λόγος καταγγελίας ουδόλως αποδείχθηκε, αφού σημαντική μείωση μαθητών της Σχολής υπήρξε μόνο κατά το έτος 2001 (σε 1421 μαθητές από 1518 το έτος 2000), ενώ κατά το έτος 2002 ο αριθμός των μαθητών ήταν περίπου ο ίδιος (συγκεκριμένα 1418), ενώ κατά τον μήνα Σεπτέμβριο 2003, ήτοι μετά την απόλυση της αναιρεσίβλητης, υπήρξε αύξηση αυτών σε 1450.

Η από 26-6-2003 καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της αναιρεσίβλητης έγινε από λόγους εμπάθειας και εκδικητικότητας των αρμοδίων οργάνων του αναιρεσείοντος, λόγω της προηγηθείσης μη αρεστής στο αναιρεσείον ως άνω συμπεριφοράς της αναιρεσίβλητης, η οποία απέβλεπε αποκλειστικά και μόνο στην προστασία με νόμιμο τρόπο των δικαιωμάτων της, ενώ ο επικαλούμενος από το αναιρεσείον λόγος της μειώσεως των μαθητών της Σχολής και των ωρών διδασκαλίας προβάλλεται προσχηματικά και υποκρύπτει στην πραγματικότητα εχθρική και εκδικητική αντιμετώπιση της αναιρεσίβλητης.

Η αντίδραση αυτή του αναιρεσείοντος οφείλεται στο γεγονός ότι, η αναιρεσίβλητη υπήρξε η πρώτη γαλλίδα εκπαιδευτικός που ζήτησε, χωρίς συνεννόηση με τον εργοδότη, την υπαγωγή της στο ν. 652/1977, δεδομένου ότι μέχρι τότε δεν προκύπτει ότι, είχαν υπαχθεί στις διατάξεις αυτού και άλλοι εκπαιδευτικοί, με αποτέλεσμα να υπάρχει κίνδυνος, να ακολουθήσουν το παράδειγμά της και άλλοι συνάδελφοί της.

Η άποψη αυτή ενισχύεται και από το γεγονός ότι η απόλυση της αναιρεσίβλητης έλαβε χώρα αμέσως μετά τη γνωστοποίηση στο αναιρεσείον της εγγραφής της στην επετηρίδα. Ως εκ τούτου, η εν λόγω καταγγελία υπερβαίνει τα όρια, που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος του αναιρεσείοντος και συνεπώς είναι καταχρηστική και άκυρη.

Με βάση τις παραδοχές αυτές του Εφετείου, έγινε δεκτή η αγωγή της αναιρεσίβλητης, κατά την κύρια νομική της βάση, αναγνωρίσθηκε η ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της αναιρεσίβλητης και επιδικάσθηκαν σ' αυτή μισθοί υπερημερίας. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 669 και 281 ΑΚ, αφού διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, που δικαιολογούν την εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο.

Ειδικότερα, δικαιολογείται επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις η εμπάθεια και εκδικητικότητα των οργάνων του αναιρεσείοντος, που οδήγησαν στην καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της αναιρεσίβλητης και δεν απαίτησε το Εφετείο απόδειξη ύπαρξης οικονομοτεχνικών λόγων, ως προϋπόθεση για την εγκυρότητα της καταγγελίας, αλλά απέκρουσε τον προβληθέντα από το αναιρεσείον ισχυρισμό για ύπαρξη τέτοιων λόγων, προκειμένου να στηρίξει την κρίση του ότι η καταγγελία ήταν καταχρηστική.

Επομένως, ο πρώτος και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από τους αριθμούς 1 και 19 αντίστοιχα του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους προβάλλεται ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των παραπάνω διατάξεων, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. η απόφαση αναιρείται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως πράγματα δε κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως θεωρούνται οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο.

Πράγματα αποτελούν και οι λόγοι εφέσεως, που αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 442 ΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 269 παρ.2 και 527 παρ.3 Κ.Πολ.Δ., που την συμπληρώνουν και δεν την αχρηστεύουν, προκύπτει ότι, η ένσταση συμψηφισμού, εφόσον αποδεικνύεται παραχρήμα, μπορεί να προταθεί για πρώτη φορά και στην κατ' έφεση δίκη με λόγο εφέσεως, κύριο ή πρόσθετο, ο οποίος (πρόσθετος λόγος εφέσεως) στην εργατική διαδικασία μπορεί να ασκηθεί και με τις προτάσεις (άρθρο 674 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.) Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις προτάσεις του αναιρεσείοντος ενώπιον του Εφετείου, που κατατέθηκαν κατά τη συζήτηση, το αναιρεσείον πρότεινε, σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 3 του ν. 3198/1955, σε συμψηφισμό κατά της ένδικης απαίτησης της αναιρεσίβλητης ανταπαίτησή της ύψους 30809,28ευρώ, το οποίο είχε καταβάλει σ' αυτή ως αποζημίωση απολύσεως, όπως αποδεικνυόταν από το προσκομιζόμενο γραμμάτιο συστάσεως παρακαταθήκης του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων.

Η πρόταση της εν λόγω ενστάσεως με τις προτάσεις του αναιρεσείοντος πληρούσε τους όρους του άρθρου 674 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. και συνεπώς η ένσταση αυτή έπρεπε να εκτιμηθεί ως παραδεκτός πρόσθετος λόγος εφέσεως, δεδομένου ότι συνεχόταν αναγκαίως με το κεφάλαιο της εφέσεώς του, που αναφερόταν στους μισθούς υπερημερίας (άρθρο 520 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) Το Εφετείο δεν ερεύνησε την παραδεκτώς υποβληθείσα αυτή ένσταση του αναιρεσείοντος, που προβλήθηκε με τον πρόσθετο λόγο εφέσεως.

Επομένως, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, από τη διάταξη αυτή, με τον οποίο προβάλλεται η παραπάνω πλημμέλεια, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.

Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ.11 περ. γ΄ ιδρύεται όταν, το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 Κ.Πολ.Δ.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθ. 11 περ. γ΄ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., το αναιρεσείον ισχυρίζεται ότι, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του έγγραφα, τα οποία προσκόμισε με επίκληση, για απόδειξη του ισχυρισμού του ότι, η καταγγελία της ένδικης σύμβασης εργασίας δεν ήταν καταχρηστική και συγκεκριμένα τα 8218/3-12-2001 και 3367/17-6-2002 έγγραφα του Υπουργείου Παιδείας, που αφορούν στο διορισμό γαλλίδας υπηκόου στο Γυμνάσιο της σχολής του.

Από τη βεβαίωση όμως που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενό της, που αναφέρεται παραπάνω, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα παραπάνω έγγραφα και επομένως, ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Μετά από αυτά πρέπει, κατ' αποδοχή του τρίτου λόγου αναιρέσεως να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος μόνο που δεν ερεύνησε την ένσταση συμψηφισμού του αναιρεσείοντος, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το άνω μέρος, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη σε πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 3262/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το άνω μέρος, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τετρακόσια (400) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 19 Ιουνίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ