Supreme Court dismisses appeal against labor court judgment regarding salary difference for dismissed employees.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by seven employees against a final labor court judgment awarding them a salary difference. The employees argued the lower court failed to provide sufficient reasoning for its decision, but the court found this argument vague and irrelevant since the administrative act placing them on leave had not been annulled. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible and baseless, and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on vague allegations of insufficient reasoning is inadmissible if the underlying administrative act remains valid and the specific grounds for the error are not clearly defined.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 14 / 2025 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 14/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένης της Αντιπροέδρου Μαριάνθης Παγουτέλη), Ελένη Χροναίου, Μαλαματένια Κουράκου, Ελπίδα Σιμιτοπούλου και Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 16 Μαΐου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:1) … και 7) Μ. Ν. του Δ., κατοίκου Αθηνών, που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ηλία Θεοδωράτου, που ανακάλεσε την δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2)παράστασή του και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Χαράλαμπου Πάλλα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-7-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η ... μη οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που διέταξε τον χωρισμό της δίκης ως προς ένα μέρος και παρέπεμψε αυτήν για περαιτέρω εκδίκαση στο αρμόδιο Ειρηνοδικείο Αθηνών, απέρριψε κατά ένα μέρος την αγωγή και ανέβαλε ως προς το ήδη αναιρεσίβλητο, την έκδοση οριστικής απόφασης. Εν συνεχεία εκδόθηκε η ... οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η ... απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5-10-2022 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Μαρία-Μάριον Δερεχάνη. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη, από 05.10.2022 και με αριθμό κατάθεσης ..., αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, 3091/14.06.2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ. 1, 2, 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Η ανωτέρω προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, αποτελεί κατάληξη, της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Οι ήδη αναιρεσείοντες [2η, 3η, 6ος, 7η, 8ος, 11η και 14η, εκ των αρχικώς δεκατεσσάρων (14) εναγόντων] με την, από 30.07.2014 (αριθμός κατάθεσης ...), αγωγή τους που απηύθυναν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά των 1.
Ελληνικού Δημοσίου (μη διαδίκου εν προκειμένω), 2. Ανεξάρτητης Αρχής με την επωνυμία "Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ)" (μη διαδίκου εν προκειμένω), και 3. του νυν αναιρεσιβλήτου ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών (ΕΚΠΑ), επικαλούμενοι ότι είναι διοικητικοί υπάλληλοι του τρίτου εναγομένου ήδη αναιρεσιβλήτου με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και ότι τέθηκαν σε καθεστώς διαθεσιμότητας, δυνάμει διαπιστωτικής πράξης του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων και εν συνεχεία με μεταγενέστερες όμοιες εξαιρέθηκαν της διαθεσιμότητας και ότι το τρίτο εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο, κατά τον χρόνο της διαθεσιμότητας τους κατέβαλλε τα 3/4 των μηνιαίων αποδοχών τους και ότι αρνείται να τους καταβάλει το υπόλοιπο 1/4 αυτών, παρά την εξαίρεσή τους από τη διαθεσιμότητα και έτσι κατέστη υπερήμερος εργοδότης ως προ τούτο, ζήτησαν να υποχρεωθεί το τρίτο εναγόμενο ως υπερήμερος εργοδότης να τους καταβάλει το 1/4 των αποδοχών τους για το χρονικό διάστημα μεταξύ της θέσεώς τους σε διαθεσιμότητα και της εξαίρεσής τους από αυτή και να υποχρεωθούν όλοι ο εναγόμενοι εις ολόκληρον να τους καταβάλουν τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά στον καθένα, που αντιστοιχούν στο ανωτέρω 1/4 των αποδοχών τους, ως και το ποσό των 1000 ευρώ στον καθένα ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστησαν, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.
Επί της αγωγής αυτής το ως άνω Δικαστήριο εξέδωσε αρχικά την ... απόφασή του με την οποία 1. διέταξε τον χωρισμό της αγωγής ως προς το αίτημα περί χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης κατά το μέρος που στρεφόταν κατά των πρώτου και δεύτερης των εναγομένων (μη διαδίκων εν προκειμένω), και παρέπεμψε αυτήν προς εκδίκαση στο αρμόδιο Ειρηνοδικείο Αθηνών, δικάζον κατά την τακτική διαδικασία, 2.
απέρριψε την αγωγή κατά το υπόλοιπο μέρος της ως προς τους πρώτο και δεύτερη των εναγομένων (μη διαδίκων εν προκειμένω), ελλείψει παθητικής νομιμοποίησης και 3. ανέβαλε τη συζήτηση της αγωγής ως προς το τρίτο εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο ΕΚΠΑ μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί των αναφερόμενων αιτήσεων ακυρώσεως της διαπιστωτικής πράξης θέσεως των εναγόντων σε διαθεσιμότητα, που άσκησαν οι ενάγοντες αυτοί ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.
Εν συνεχεία, κατόπιν επαναφοράς της συζήτησης με κλήση, και περιορισμού του αιτήματος της αγωγής ως και παραιτήσεως από το ποσό της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, το ανωτέρω πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε την ... απόφαση του με την οποία δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως προς τους ήδη αναιρεσείοντες (2η, 3η, 6ο, 7η, 8ο, 11η και 14η των εναγόντων), δεχόμενο ότι το τρίτο εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο υποχρεούται να καταβάλλει στους ήδη αναιρεσείοντες το 25% των μηνιαίων αποδοχών τους για το αναφερόμενο χρονικό διάστημα που εμπεριέχεται μεταξύ της θέσεώς τους σε διαθεσιμότητα (και της εντεύθεν περικοπής του ανωτέρω ποσοστού εκ των αποδοχών τους) και της εξαίρεσής τους από αυτή.
Κατά της αποφάσεως αυτής, το τρίτο εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο, άσκησε την, από 27.12.2018 (αριθμός κατάθεσης ...) έφεση ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, επί της οποίας εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η προσβαλλόμενη (...) απόφαση αυτού, η οποία δέχτηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη πρωτόδικη οριστική απόφαση ως προς το κεφάλαιο της μη καταβολής του 25% των αποδοχών των ήδη αναιρεσειόντων (2ης, 3ης, 6ου, 7ης, 8ου, 11ης και 14ης εναγόντων) -ήτοι κατά το μέρος που έγινε δεκτή η αγωγή ως προς τους ενάγοντες αυτούς - και, αφού κράτησε την υπόθεση και δίκασε την ένδικη αγωγή κατά το μέρος αυτό, απέρριψε την αγωγή κατά τούτο ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Ειδικότερα το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη (...) ανωτέρω απόφασή του, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο. δέχτηκε τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: "Οι 2η, 3η, 6ος, 7η, 8ος, 11η και 14η ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι [ήδη αναιρεσείοντες] είναι υπάλληλοι του τρίτου εναγομένου Ν.Π.Δ.Δ. και ήδη εκκαλούντος [ήδη αναιρεσίβλητο] με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ...
Με την υπ' αριθμ. ... (ΦΕΚ 2384/τ.Β/24-09-2013) κοινή απόφαση των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Παιδείας και Θρησκευμάτων όπως τροποποιήθηκε με την υπ' αριθμ. 150539/Β2/15-10-2013 (ΦΕΚ 2601/τ.Β/15-10-2013) ΚΥΑ αποφασίστηκε η κατάργηση 1349 οργανικών και προσωποπαγών θέσεων μόνιμου και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου προσωπικού των Πανεπιστημίων κατ' εφαρμογή της παρ. 1 του άρθρου 90 του Ν. 4172/2013.
Ακολούθως με την υπ' αριθμ. ... ΔΙΑΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΠΡΑΞΗ του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων διαπιστώθηκε ότι οι 2η, 3η, 6ος, 7η, 8ος, 11η και 14η ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι τέθηκαν σε διαθεσιμότητα από 15-10-2013 λόγω κατάργησης θέσεων με αποτίμηση προσόντων με την ανωτέρω υπουργική απόφαση, με αύξοντες αριθμούς 298, 277, 296, 295, 297, 302, 262 αντιστοίχως.
Με την υπ' αριθμ. ... (ΦΕΚ 910/τ.Β'/11-04-2014) κοινή απόφαση των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Παιδείας και Θρησκευμάτων τροποποιήθηκε ο αριθμός των καταργούμενων θέσεων με την ανωτέρω ΚΥΑ. Εν συνεχεία με την υπ' αριθμ. ... ΔΙΑΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΠΡΑΞΗ του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων οι 2η, 3η, 6ος, 7η, 8ος και 14η ενάγοντες εξαιρέθηκαν της διαθεσιμότητας και η 11η ενάγουσα εξαιρέθηκε της διαθεσιμότητας δυνάμει της υπ' αριθμ. ...
ΔΙΑΠΙΣΤΩΤΙΚΗΣ ΠΡΑΞΗΣ του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων. Από 1-1-2014 έως την εξαίρεση τους από την διαθεσιμότητα την 8-5-2014 στους 2η, 3η, 6ο, 7η, 8ο και 14η ενάγοντες δεν καταβάλλονταν το 25% των αποδοχών τους και στην 11η ενάγουσα δεν καταβαλλόταν το 25% των αποδοχών της για το χρονικό από 15-10-2013 έως την 11-7-2014, λόγω της θέσεως τους σε διαθεσιμότητα.
Όμως κατά τα άνω χρονικά διαστήματα ήτοι κατά την διάρκεια της διαθεσιμότητας ο εργοδότης ήτοι το τρίτο εναγόμενο και ήδη εκκαλούν Ν.Π.Δ.Δ. δεν εδύνατο να αποδέχεται την εργασία των άνω εναγόντων και ήδη εφεσιβλήτων λόγω ανωτέρας βίας ήτοι για το λόγο ότι αυτοί βρίσκονταν σε διαθεσιμότητα με πράξη της διοικήσεως που έχει το τεκμήριο της νομιμότητας, έστω κι αν αυτοί εξαιρέθηκαν εκ των υστέρων με νεότερη πράξη της διοικήσεως, σύμφωνα με τα ανωτέρω οριζόμενα στην μείζονα σκέψη της παρούσας και συνεπώς δεν οφείλει μισθούς υπερημερίας" Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όπως προαναφέρθηκε, έκανε δεκτή κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση ως προς το κεφάλαιο της μη καταβολής του 25% των αποδοχών των ήδη αναιρεσειόντων (2ης, 3ης, 6ου, 7ης, 8ου, 11ης και 14ης εναγόντων) -ήτοι κατά το μέρος που είχε γίνει δεκτή η αγωγή ως προς τους ενάγοντες αυτούς και, αφού κράτησε την υπόθεση και δίκασε την ένδικη αγωγή κατά το μέρος αυτό, απέρριψε την αγωγή κατά τούτο ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Στο άρθρο 90 του ν. 4172/2013, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το ν. 4210/2013, ορίζεται μεταξύ άλλων ότι επιτρέπεται να καταργούνται θέσεις ανά κατηγορία, κλάδο ή και ειδικότητα μεταξύ των άλλων και σε νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου με απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και του οικείου Υπουργού, σε εκτέλεση σχετικών αποφάσεων του Κυβερνητικού Συμβουλίου Μεταρρύθμισης, μετά από τεκμηρίωση που στηρίζεται σε εκθέσεις αξιολόγησης δομών και σχέδια στελέχωσης (παρ. 1α εδ α).
Εάν καταργηθούν ορισμένες θέσεις του ίδιου κλάδου ή και ειδικότητας, η επιλογή του προσωπικού που τίθεται σε διαθεσιμότητα λόγω κατάργησης θέσης σύμφωνα με την υποπαράγραφο Ζ.2 της παρ. Ζ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, κατά τα ανωτέρω διενεργείται με βάση την αποτίμηση των προσόντων όλων των υπαλλήλων του κλάδου ή και της ειδικότητας που ανήκουν οι υπό κατάργηση θέσεις του φορέα, εφόσον υπηρετούν σε υπηρεσίες ή μονάδες που αξιολογήθηκαν σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος.
Η αποτίμηση προσόντων του υπαλλήλου στηρίζεται σε επί μέρους κριτήρια που αφορούν τη βασική και επαγγελματική του εκπαίδευση, την εν γένει εργασιακή και διοικητική του εμπειρία, τα ειδικά καθήκοντα όπως των υπηρετούντων με οποιαδήποτε σχέση σε Διεθνείς Οργανισμούς, και την εργασιακή του φυσιογνωμία, (όπως δεξιότητες ή επιδόσεις, ηθικές αμοιβές, πειθαρχικές ποινές, μακρόχρονες ή συστηματικά επαναλαμβανόμενες αναρρωτικές άδειες ή αδικαιολόγητες απουσίες) και τον τρόπο εισαγωγής στους φορείς της παραγράφου 1, γίνεται δε βάσει βαθμολογικής κλίμακας και αντικειμενικής μοριοδότησης και η επιλογή των υπαλλήλων με τα λιγότερα προσόντα που τίθενται σε διαθεσιμότητα προκύπτει κατά φθίνουσα σειρά από το βαθμολογικό πίνακα.
Για την αποτίμηση των προσόντων του υπαλλήλου και την κατάρτιση βαθμολογικών πινάκων κατά κατηγορία, κλάδο ή και ειδικότητα συνιστώνται από τον οικείο κατά περίπτωση Υπουργό Τριμελή Ειδικά Υπηρεσιακά Συμβούλια στα Υπουργεία, τη Γενική Γραμματεία της Κυβέρνησης, τη Γενική Γραμματεία του Πρωθυπουργού, τη Γενική Γραμματεία Συντονισμού και τις Αποκεντρωμένες Διοικήσεις.
Η διαδικασία αποτίμησης των προσόντων, τα αναγκαία δικαιολογητικά, ο αριθμός των μορίων που αντιστοιχούν στα επιμέρους κριτήρια και τα ζητήματα λειτουργίας των Τριμελών Ειδικών Υπηρεσιακών Συμβουλίων καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης (παρ. 2 Α, Β, Γ εδ.
α, Ε, ενώ στην περ. Δ αναφέρονται οι υπάλληλοί που κατ` εξαίρεση της παραγράφου 2 δεν τίθεται σε διαθεσιμότητα (όπως ανάπηροι, σύζυγοι ή γονείς αναπήρων, δικαστικοί συμπαραστάτες που συνοικούν με τον συμπαραστατούμενο κ.λπ., σε συνδυασμό με εισοδηματικά κριτήρια, ως και όσων η μισθοδοσία καλύπτεται από Διεθνείς Οργανισμούς).
Η διαθεσιμότητα διαρκεί οκτώ (8) μήνες και στον υπάλληλο καταβάλλονται τα τρία τέταρτα των αποδοχών του, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις (παρ. 5, 6). Εξάλλου, κατά το άρθρο 656 εδαφ. α' ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 61 του ν. 4139/2014 (ΦΕΚ Α' 74/20.03.2013) και κατά το άρθρο 98 παρ. 1 του ν. αυτού καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις, "Αν ο εργοδότης έγινε υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να απαιτήσει την πραγματική απασχόλησή του, καθώς και το μισθό για το διάστημα που δεν απασχολήθηκε.
Δικαίωμα να απαιτήσει το μισθό έχει ο εργαζόμενος και στην περίπτωση που η αποδοχή της εργασίας είναι αδύνατη από λόγους που αφορούν στον εργοδότη και δεν οφείλονται σε ανωτέρα βία". Ως ανωτέρα βία νοείται κάθε ανυπαίτιο και απρόβλεπτο γεγονός εξαιρετικής φύσεως, το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αναμενόταν και ούτε ήταν δυνατόν να προληφθεί ή να αποτραπεί ακόμη και με μέτρα άκρας επιμέλειας και συνέσεως (ΑΠ 743/2024, 1084/2022, 1289/2021, 559/2020).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (ήτοι η παραβίαση να προκύπτει μόνο από την ανάγνωση της απόφασης, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης) και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον λόγο αναίρεσης είχε προταθεί και, μάλιστα, παραδεκτά και νόμιμα από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 396/2022, 217/2022, 978/2020, 492/2020). Ειδικότερα, αν προσβάλλεται απόφαση δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που στηρίζει τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή, ανάλογα, κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στον δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις παραπάνω εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό, που παραδεκτά, κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ, προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που, επίσης, πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 396/2022, 217/2022, 492/2020).
Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Και στις περιπτώσεις, όμως, αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (ΟλΑΠ 15/2000).
Επομένως, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΑΠ 217/2022, 978/2020, 492/2020, 96/2020).
Το απαράδεκτο αυτό αφορά όλους τους αναιρετικούς λόγους (ΑΠ 396/2022, 217/2022, 492/2020, 96/2020). Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 330/2022, 517/2021, 869/2018, 130/2016, 1420/2013).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 517/2021, 559/2020, 1259/2019, 1033/2019 1265/2017).
Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1033/2019, 1265/2017, 74/2016). Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης εξαιτίας αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ), εάν το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, να εκτίθενται με πληρότητα και σαφήνεια και όχι αποσπασματικά οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ότι προέκυψαν από τις αποδείξεις ως θεμελιωτικά της κρίσης του για το βάσιμο ή αβάσιμο της αγωγής ή άλλης αυτοτελούς αίτησης ή ανταίτησης και να αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις.
Διαφορετικά ο σχετικός αναιρετικός λόγος είναι αόριστος και απορριπτέος χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωσή του με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα ή την προσβαλλόμενη απόφαση (ΟλΑΠ 25/2005, ΑΠ 1814/2017).Τέλος , κατά το άρθρο 559 αριθμ. 8 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκούμενοι με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο εφέσεως ή αντεφέσεως, ο οποίος αφορά αυτοτελείς ισχυρισμούς, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και εάν αποτελούν περιεχόμενο λόγου εφέσεως, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (ΑΠ 559/2020, 1556/2018, 618/2018), ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά.
Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν ή παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή, που δεν ασκούσε επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 559/2020, 618/2018).
Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες από το άρθρο 559 αρ. 1, 8 και 19 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας εσφαλμένως τη διάταξη του άρθρου 656 παρ. 1 του ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 349 και 350 του ιδίου κώδικα, δεχθέν, εσφαλμένως, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι στην προκείμενη περίπτωση υφίσταται λόγος ανωτέρας βίας για το εναγόμενο ΕΚΠΑ λόγω της θέσεώς τους (αναιρεσειόντων) σε καθεστώς διαθεσιμότητας με πράξη της διοικήσεως, άλλως η αναιρεσιβαλλομένη εκδόθηκε χωρίς νόμιμη βάση και δη με ανεπαρκή αιτιολογία στο άνω ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή για την έκβαση της δίκης, αλλά και επειδή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, και τούτο διότι το Εφετείο για να καταλήξει στο πόρισμα ότι η θέση τους σε διαθεσιμότητα συνιστά για το ΕΚΠΑ λόγο ανωτέρας βίας δεν εξέτασε την υπαιτιότητα εν προκειμένω αυτού (ΕΚΠΑ) ως προς τη θέση τους σε διαθεσιμότητα, που αναιρεί τον ισχυρισμό ότι η διαθεσιμότητα αποτελεί για το ΕΚΠΑ λόγο ανωτέρας βίας και συνεπώς δεν υφίσταται γεγονός ανωτέρας βίας για το ΕΚΠΑ, αφού η συμπερίληψή τους στον πίνακα διαθεσιμότητας οφείλεται σε υπαιτιότητά του (ΕΚΠΑ), διότι η διαθεσιμότητά τους έλαβε χώρα κατόπιν αποτίμησης και μοριοδότησης των προσόντων τους, η δε εξαίρεσή τους από αυτή προήλθε από νέα διορθωμένα στοιχεία που απέστειλε καθυστερημένα το ΕΚΠΑ προς το Ειδικό Υπηρεσιακό Συμβούλιο του Υπουργείου Παιδείας βάσει των οποίων εκδόθηκε από το ΑΣΕΠ νέος προσωρινός και τελικός πίνακας κατάταξης προσωπικού του ΕΚΠΑ σε σχέση με την αρχική διαπιστωτική πράξη, με την οποία τέθηκαν σε διαθεσιμότητα και επομένως εάν το ΕΚΠΑ είχε ελέγξει τα αρχικά στοιχεία τους και είχε αποστείλει εγκαίρως τα σωστά στοιχεία προς το ανωτέρω Ειδικό Υπηρεσιακό Συμβούλιο και δεν είχε αποστείλει ελλιπή στοιχεία, πριν την έκδοση της διαπιστωτικής πράξης θέσεώς τους σε διαθεσιμότητα, ουδέποτε θα είχαν τεθεί (οι αναιρεσείοντες) από το ΑΣΕΠ σε διαθεσιμότητα.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης κατά το μέρος που αφορά την παράβαση των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, κατ' άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενόψει του ότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο αν ο εν λόγω ισχυρισμός αναφορικά με την επικαλούμενη παράβαση, ευθέως και εκ πλαγίου, του άρθρου 656 παρ. 1 του ΑΚ (σε συνδυασμό με τα άρθρα 349 και 350 του ιδίου κώδικα) με την επίκληση προς θεμελίωση αυτού της υπαιτιότητας του ΕΚΠΑ ως προς τη θέση σε διαθεσιμότητα των αναιρεσειόντων, προβλήθηκε παραδεκτώς ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή στο δικαστήριο που δίκασε κατ' έφεση, και δεδομένου ότι οι αναιρεσείοντες ήταν εφεσίβλητοι, αν προτάθηκε με τις προτάσεις τους (στο πρωτόδικο δικαστήριο και επαναφέρθηκε ενώπιον του εφετείου) κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, ούτε διευκρινίζεται στο αναιρετήριο αν υπάγεται στις παραπάνω εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, ούτε αναφέρεται αν προτάθηκε το πρώτον στο εφετείο με τις προϋποθέσεις του άρθρο 527 ΚΠολΔ.
Για τους ίδιους ως άνω λόγους είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας και ο λόγος αναίρεσης κατά το μέρος που αφορά την παράβαση του αριθμού 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ενόψει του ότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ο τρόπος και ο χρόνος πρότασης και επαναφοράς του στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο του ως άνω ισχυρισμού περί υπαιτιότητας του ΕΚΠΑ ως προς τη θέση σε διαθεσιμότητα των αναιρεσειόντων, που κατ' αυτούς (αναιρεσείοντες), όπως εκτιμάται ο λόγος αναίρεσης, δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας.
Επιπροσθέτως, όσον αφορά την επίκληση της εκ πλαγίου παραβάσεως του ως άνω άρθρου 656 παρ. 1 του ΑΚ με ανεπαρκή αιτιολογία, ο λόγος αναίρεσης ως προς τούτο είναι και αόριστος, καθώς δεν αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η προσβαλλόμενη απόφαση.
Ανεξαρτήτως όμως των ανωτέρω, ο ως άνω λόγος αναίρεσης, ως προς όλες τις επικαλούμενες αναιρετικές πλημμέλειες είναι αβάσιμος. Και τούτο διότι το Εφετείο με την ανωτέρω κρίση του ότι, δηλαδή, το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο ΕΚΠΑ, κατά την διάρκεια της διαθεσιμότητας, δεν ηδύνατο να αποδέχεται την εργασία των ήδη αναιρεσειόντων - εναγόντων λόγω ανωτέρας βίας (και συνεπώς δεν οφείλει μισθούς υπερημερίας), καθώς αυτοί βρίσκονταν σε διαθεσιμότητα με πράξη της διοικήσεως (γεγονός ανυπαίτιο και απρόβλεπτο που δεν ήταν δυνατόν να προληφθεί ή να αποτραπεί ακόμη και με μέτρα άκρας επιμέλειας και συνέσεως), έστω κι αν αυτοί εξαιρέθηκαν αυτής εκ των υστέρων με νεότερη πράξη της διοικήσεως (ως προς την οποία δεν αναφέρεται, ούτε γίνεται επίκληση, ότι έχει αναδρομική ισχύ ή ότι πρόκειται περί ανακλητικής της προηγούμενης πράξη), ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προδιαληφθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, και δη εκείνη του άρθρου 656 παρ. 1 του ΑΚ (σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 349 και 350 του ιδίου κώδικα) περί ανωτέρας βίας και διέλαβε στην απόφασή του σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς τούτο.
Η επίκληση από τους αναιρεσείοντες της υπ' αριθμόν 4802/16.5.2014 εγκυκλίου του Υπουργείου Παιδείας κατά την οποία σε περίπτωση τροποποίησης της διαπιστωτικής πράξης, με την οποία τέθηκαν σε διαθεσιμότητα υπάλληλοι των Πανεπιστημίων, των οποίων οι θέσεις καταργήθηκαν με αποτίμηση προσόντων, ο χρόνος της διαθεσιμότητας άρχεται από την έκδοση της τελευταίας διαπιστωτικής πράξης δεν ασκεί έννομη επιρροή, ενόψει του ότι η θέση σε διαθεσιμότητα των αναιρεσειόντων έλαβε χώρα, κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, αλλά και τους ισχυρισμούς των ιδίων των αναιρεσειόντων, με μόνη την ...
διαπιστωτική πράξη του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων, με δε τις νεότερες (... και ...) απλώς εξαιρέθηκαν εκ των υστέρων αυτής. Επίσης, δεν ασκεί επιρροή ούτε η επίκληση από τους αναιρεσείοντες του υπ' αριθμόν ... εγγράφου του τότε Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών, κατά το οποίο υπάλληλοι που εσφαλμένα τέθηκαν σε διαθεσιμότητα δύναται να τους καταβληθεί το ποσοστό των αποδοχών που τους είχε περικοπεί κατά το αντίστοιχο διάστημα λόγω εσφαλμένης θέσης τους σε διαθεσιμότητα, αφού το έγγραφο αυτό αναφέρεται στους υπαλλήλους που υπάγονται στις εξαιρέσεις του άρθρου 90 παρ. 2 περίπτωση Δ του ν. 4172/2013, στις οποίες δεν εμπίπτουν οι ενάγοντες (ούτε γίνεται επίκληση περί υπαγωγής αυτών στις εξαιρέσεις αυτές).
Αναφορικά δε με το λόγο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αυτός, σε κάθε περίπτωση, είναι αβάσιμος, διότι, όπως, προκύπτει από τις προαναφερόμενες παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ανωτέρω ισχυρισμό περί υπαιτιότητος του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου ΕΚΠΑ κατά τη θέση των άνω εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων σε διαθεσιμότητα και τον απέρριψε στην ουσία εκ του πράγματος, καθώς, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα αντίθετα προς τα όσα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με την παραδοχή ότι υφίσταται ανωτέρω βία για το αναιρεσίβλητο ως προς θέση τους σε καθεστώς διαθεσιμότητος με πράξη της διοικήσεως, που αναιρεί την ύπαρξη υπαιτιότητος περί τούτου, αφού η ύπαρξη ανωτέρας βίας προϋποθέτει, μεταξύ των άλλων, γεγονός ανυπαίτιο.
Επομένως, υπό τα δεδομένα αυτά, ο ανωτέρω πρώτος (1ος) λόγος αναίρεσης, ως προς όλες τις αναφερόμενες αναιρετικές πλημμέλειες, είναι απορριπτέος.
Από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις ή οσάκις υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικού λόγου πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1366/2023, 1964/2022, 176/2019, 1081/2018).
Εν προκειμένω, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι, με εσφαλμένη και πλημμελή αιτιολογία, το Εφετείο δέχεται ότι οι υπ' αριθμόν ... και ... διαπιστωτικές πράξεις, με τις οποίες εξαιρέθηκαν της διαθεσιμότητας, ήταν απόρροια της ... (ΦΕΚ 910 Β') κοινής απόφασης των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Παιδείας και Θρησκευμάτων, με την οποία τροποποιήθηκε ο αριθμός των καταργούμενων θέσεων με την προηγούμενη ΚΥΑ, ενώ, όπως οι ίδιοι απέδειξαν, οι διαπιστωτικές αυτές πράξεις ήταν απόρροια των νέων διορθωμένων στοιχείων τους που απέστειλε καθυστερημένα το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο ΕΚΠΑ προς το Τριμελές Ειδικό Υπηρεσιακό Συμβούλιο του Υπουργείου Παιδείας. Ο λόγος όμως αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, αφού, υπό την επίφαση συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής του, πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, ως προς την παραδοχή του λόγου εξαίρεσης της διαθεσιμότητας των ήδη αναιρεσειόντων - εναγόντων, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, κατά την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Λόγος αναίρεσης που ερείδεται σε εσφαλμένη (ή αναληθή) προϋπόθεση, περίπτωση η οποία συντρέχει όταν με αυτόν υποστηρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά, ενώ από τον έλεγχο αυτής στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ προκύπτει το αντίθετο, απορρίπτεται ως απαράδεκτος. (ΑΠ 191/2024, 1366/2023, 982/2022, 1081/2018, 175/2018, 58/2018).
Εν προκειμένω, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθμός 1 και 19 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 90 του ν. 4172/2013, "εξομοιώνοντας τη διαθεσιμότητα με την απόλυση υπό αναβλητική αίρεση", με σκοπό να τεκμηριώσει ότι, όπως η πράξη της διοικητικής αρχής περί απολύσεως του μισθωτή αποτελεί λόγο ανωτέρας βίας, κατά τον ίδιο τρόπο πρέπει να θεωρηθεί ότι και η διαθεσιμότητά του αποτελεί λόγο ανωτέρας βίας για τον εργοδότη που αποκλείει την καταβολή των μισθών υπερημερίας, ενώ η διαθεσιμότητα δεν καταλήγει στην απόλυση του υπαλλήλου, αλλά αυτοί έχουν τη δυνατότητα να μετατάσσονται ή να μεταφέρονται αυτοδικαίως σε κενές ή συνιστώμενες προσωποπαγείς θέσεις, άλλως περιέλαβε στην απόφαση ανεπαρκή αιτιολογία ως προς το ζήτημα αυτό.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση και συνεπώς ως απαράδεκτος, ενόψει του ότι η ανωτέρω αναφερόμενη φράση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι λόγο ανωτέρας βίας συνιστά και η πράξη της διοικήσεως με την οποία ο μισθωτός τίθεται σε "διαθεσιμότητα η οποία συνιστά απόλυση υπό αναβλητική αίρεση" περιέχεται στη μείζονα πρόταση του περιεχόμενου σ' αυτήν νομικού συλλογισμού, δηλαδή στη νομική ανάλυση της διάταξης του άρθρου 656 παρ. 1 τελ εδ.
του ΑΚ και στις προϋποθέσεις εφαρμογής του, στην οποία προέβη το Εφετείο, και όχι στην ελάσσονα πρόταση της απόφασης, από τις αιτιολογίες της οποίας, όπως αυτές εκτέθηκαν ανωτέρω, δεν προκύπτει ότι το Δικαστήριο της ουσίας, εξομοίωσε τη διαθεσιμότητα με αποτίμηση προσόντων των ανωτέρω εναγόντων με την "απόλυση υπό αναβλητική αίρεση", καθώς τούτο δεν ασκούσε καμία έννομη επιρροή, και ανεξαρτήτως της βασιμότητάς του ή μη.
Για να είναι ορισμένος ο, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο: α) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, και μάλιστα ενάριθμα, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών, β) έστω και συνοπτικά, οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ενώ δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης, γ) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κ.λπ.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση, και η σύνδεσή του με το διατακτικό της απόφασης και δ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνον τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από που προκύπτει (ΑΠ 1056/2022, 988/2021, 799/2020).
Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν (ΑΠ 892/2019, 799/2020). Η αοριστία του λόγου αυτού δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΑΠ 2007/2022, 1056/2022, 988/2021). Εξάλλου, οι (ατομικές) διοικητικές πράξεις, κατά γενική αρχή του διοικητικού δικαίου, έχουν το τεκμήριο της νομιμότητας, έτσι ώστε ακόμη και οι παράνομες διοικητικές πράξεις, εφόσον δεν έχουν ακυρωθεί, είναι εκτελεστές και παράγουν τα έννομα αποτελέσματά τους, χωρίς όμως αυτό (τεκμήριο νομιμότητας) να εμποδίζει στα πολιτικά δικαστήρια τον, εκ του άρθρου 2 του ΚΠολΔ, παρεμπίπτοντα έλεγχο του κύρους και της νομιμότητας αυτής (ΑΠ 75/2024 762/2018), εφόσον τούτο δεν έχει αποκλεισθεί με νόμο και δεν υπάρχει περί του κύρους αυτής απόφαση διοικητικού δικαστηρίου, παράγουσα δεδικασμένο και δεσμεύουσα τα πολιτικά δικαστήρια (ΑΠ 75/2024, 195/2023).
Εν προκειμένω, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια της παράβασης του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, περιλαμβάνοντας ανεπαρκή αιτιολογία σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, καθώς, ουδέποτε η διοικητική πράξη της θέσεώς τους σε διαθεσιμότητα απέκτησε τεκμήριο νομιμότητας, αφού, προσέφυγαν δικαστικώς κατ' αυτής στο Διοικητικό Εφετείο Αθηνών, με τις αναφερόμενες αιτήσεις τους ακυρώσεως, επί των οποίων εκδόθηκαν οι αναφερόμενες αποφάσεις με τις οποίες καταργήθηκε η δίκη λόγω της εκδόσεως μετέπειτα της διάταξης του άρθρου 18 παρ. 2 του ν. 4325/2015, με την οποία επαναφέρθηκαν στην υπηρεσία όλοι ανεξαιρέτως οι τεθέντες σε διαθεσιμότητα.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι προεχόντως απαράδεκτος αφενός λόγω της αοριστίας του, καθόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, και μάλιστα ενάριθμα, ούτε ο ουσιώδης ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο προβάλλεται η ανεπάρκεια της αιτιολογίας, και η σύνδεσή του με το διατακτικό της απόφασης και δεν εξειδικεύεται το σφάλμα του δικαστηρίου, ήτοι δεν αποσαφηνίζεται σε τι ακριβώς συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών και ποια τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση, χωρίς να αρκεί η, αναφερόμενη στο λόγο αυτό αναίρεσης, γενική έκφραση περί ανεπάρκειας αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και αφετέρου ως αλυσιτελής, ενόψει του ότι αντικείμενο της προκείμενης δίκης είναι η καταβολή της διαφοράς του 1/4 των αποδοχών των εναγόντων - ήδη αναιρεσειόντων του χρονικού διαστήματος της διαθεσιμότητας και δη από τη θέση τους σε διαθεσιμότητα έως την εξαίρεσή τους από αυτή, ενώ δεν αμφισβητείται, εν προκειμένω, το κύρος και η νομιμότητα της πράξεως θέσεώς τους σε διαθεσιμότητα καθεαυτή (που, άλλως, ερευνάται από τα πολιτικά δικαστήρια παρεμπιπτόντως κατά τα ανωτέρω).
Σε κάθε δε περίπτωση, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, ενόψει του ότι, κατά τα εκτιθέμενα σ' αυτόν, η ως άνω διοικητική πράξη θέσεώς τους (ήδη αναιρεσειόντων) σε διαθεσιμότητα ουδέποτε ακυρώθηκε, αφού με αποφάσεις του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών καταργήθηκε η σχετική δίκη, που άνοιξε με τις ασκηθείσες υπ' αυτών αιτήσεις ακυρώσεως των εν λόγω διοικητικών πράξεων, ενώ, εν προκειμένω, δεν τίθεται θέμα αμφισβήτησης του κύρους και της νομιμότητας της διοικητικής πράξεως θέσεώς τους σε διαθεσιμότητα.
Επομένως, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, ν.π.δ.δ., που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, -και το οποίο δεν εκπροσωπήθηκε μέσω του νομικού συμβουλίου του Κράτους, ώστε να συντρέχει περίπτωση επιβολής μειωμένων δικαστικών εξόδων (ΑΠ 1009/2023, 885/2023, 1072/2020, 18/2020)- σύμφωνα με το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 05.10.2022 και με αριθμό κατάθεσης ..., αίτηση για αναίρεση της ... τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Ιανουαρίου 2025.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ