14/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα και Ελένη Χροναίου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated14/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κούλη, ήτοι περισσότερες από τριάντα (30) ημέρες πριν από την αναγραφόμενη στο προεισαγωγικό τμήμα της παρούσας απόφασης αρχική δικάσιμο της 23-02-2021 (άρθρο 569 παρ. 2 ΚΠολΔ). Επομένως, οι διαλαμβανόμενοι στα ως άνω δικόγραφα, που ασκήθηκαν παραδεκτώς (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), λόγοι αναίρεσης, πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και την βασιμότητα αυτών (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 14 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 14/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα και Ελένη Χροναίου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Διαχεριστή Ελληνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας (Δ.Ε.Δ.Δ.Η.Ε. /Α.Ε), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα ως καθολικής διαδόχου της Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού Α.Ε. (Δ.Ε.Η./Α.Ε.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2)Ι. Α. του Σ., και 3)Γ. Γ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αδάμ Δήμου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Θ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Σάμπαλη, ο οποίος ανακάλεσε την από 23/7/2021 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/7/2015 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τρίπολης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 56/2018 εν μέρει οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 291/2019 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7/11/2019 αίτησή τους και τους από 6/8/2020 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 07-11-2019 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 59/08-11-2019 αίτηση αναίρεσης και τους από 06-08-2020 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 55/12-08-2020 δια ιδίου δικογράφου ασκηθέντες πρόσθετους λόγους αναίρεσης, προσβάλλεται η εκδοθείσα, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, με αριθμό 291/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου.
Με την προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η από 29-05-2018 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 35/328/05-06-2018 έφεση του ενάγοντος - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, κατά το μέρος που αυτή εστρέφετο κατά της μη οριστικής διάταξης της με αριθμό 56/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., το οποίο, δικάζοντας επί της από 30-07-2015 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 227/06-08-2015 αγωγής του κατά των εναγομένων - εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσειόντων, με αντικείμενο αξιώσεις αποζημιώσεως από εργατικό ατύχημα, ανέβαλε την έκδοση της οριστικής του απόφασης και διέταξε την επανάληψη της συζητήσεως της υποθέσεως στο ακροατήριο, κατ' άρθρο 254 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ως προς το κεφάλαιο περί απώλειας των εισοδημάτων (μισθών) του ενάγοντος, που αντιστοιχούν στο από 01-09-2010 έως 30-08-2016 χρονικό διάστημα, προκειμένου να προσκομισθούν, με επιμέλειά του, έγγραφα, από τα οποία να αποδεικνύεται η καταβαλλόμενη σ' αυτόν μηνιαία σύνταξη, ενώ έγινε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή η έφεση αυτή, κατά το μέρος που εστρέφετο κατά της οριστικής διάταξης της ως άνω πρωτοδίκου αποφάσεως, ως προς το κεφάλαιο περί απωλεσθέντων παγίων επιδομάτων, που αντιστοιχούν στο χρονικό διάστημα από 13-12-2010 έως 30-08-2016 και, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου της εφέσεως, εξαφανίστηκε η εν λόγω απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, κατά την οριστική αυτής διάταξη.
Στη συνέχεια, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο αφού κράτησε την υπόθεση, κατά το μέρος αυτό, δέχθηκε εν μέρει ως βάσιμη και κατ' ουσίαν την αγωγή και επεδίκασε στον ενάγοντα για την παραπάνω αιτία, το συνολικό χρηματικό ποσό των σαράντα τριών χιλιάδων εξακοσίων δέκα πέντε ευρώ και δέκα οκτώ λεπτών (43.615,18) σε μηνιαίες δόσεις των εξακοσίων (600,00) ευρώ εκάστη καταβλητέες εντός του πρώτου πενθημέρου εκάστου μηνός, αρχής γενομένης από την επίδοση της αγωγής, με το νόμιμο τόκο από την επομένη ημέρα της επίδοσης της αγωγής μέχρι την εξόφληση, αντί του ποσού των τριάντα τριών χιλιάδων τετρακοσίων πενήντα οκτώ ευρώ και εξήντα έξι λεπτών (33.458,66), που είχε επιδικασθεί πρωτοδίκως.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ). Επίσης, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ασκήθηκαν παραδεκτώς, με κατάθεση του οικείου δικογράφου στη Γραμματεία του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου στις 12-08-2020 και επίδοση αυτού στις 21-12-2020 στον αναιρεσίβλητο, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 010407/21-12-2020 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Ναυπλίου Ευαγγέλου Π.
Κούλη, ήτοι περισσότερες από τριάντα (30) ημέρες πριν από την αναγραφόμενη στο προεισαγωγικό τμήμα της παρούσας απόφασης αρχική δικάσιμο της 23-02-2021 (άρθρο 569 παρ. 2 ΚΠολΔ). Επομένως, οι διαλαμβανόμενοι στα ως άνω δικόγραφα, που ασκήθηκαν παραδεκτώς (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), λόγοι αναίρεσης, πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και την βασιμότητα αυτών (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Ο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, επιτρέπει την αναίρεση όταν το Δικαστήριο παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα, που προκύπτουν από παραβάσεις διατάξεων δικονομικού μόνο δικαίου, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις, ως προς το κύρος της διαδικαστικής πράξης, η μη τήρηση των οποίων αποκλείει εκ των προτέρων την εγκυρότητα ή το επιτρεπτό της διαδικαστικής πράξης (Ολ.
Α.Π. 963/1985). Αντίθετα, οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (Ολ. Α.Π. 2/2001, Α.Π. 558/2008). Δικονομικές ακυρότητες είναι όσες αποτελούν νόμιμες κυρώσεις, που απαγγέλλονται για παράβαση διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία και κυρίως τον τύπο των διαδικαστικών πράξεων, δηλαδή οι ακυρότητες, κατά την έννοια των άρθρων 159-161 του ΚΠολΔ.
Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 9 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτημα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης (Ολ.
Α.Π. 25/2003). Τέτοια αίτηση είναι ιδίως αυτή της αγωγής, της ανταγωγής, της κυρίας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής της τριτανακοπής, κατά τα διάφορα αυτών αιτήματα και κάθε ενδίκου μέσου, όπως η έφεση όχι όμως και οι επί μέρους λόγοι της τελευταίας, η μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει τον εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (Α.Π. 941/2009, Α.Π. 567/2009 Α.Π. 1586/2008).
Περαιτέρω, με τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 του ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 του ΚΠολΔ), ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και άρα, ως ουσιώδεις ισχυρισμοί, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, που περιέχει παράπονο κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (Ολ.
Α.Π. 25/2003, Ολ. Α.Π. 3/1997, Ολ. Α.Π. 11/1996, Α.Π. 1446/2019). Ο, εκ του άνω άρθρου, λόγος αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. Α.Π. 25/2003, Α.Π. 12/1991 Α.Π. 37/2008, Α.Π. 2102/2007, Α.Π. 2068/2007), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ του πράγματος προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων, γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν και τούτο συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (Α.Π. 85/2020, Α.Π. 667/2018, Α.Π. 76/2016) έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (Ολ.
Α.Π. 11/1996, Α.Π. 1108/2020, Α.Π. 771/2017, Α.Π. 1434/2010, Α.Π. 148/2009). Αντιθέτως, δεν θεωρούνται "πράγματα", κατά την προαναφερθείσα έννοια, οι αιτιολογημένες αρνήσεις των πιο πάνω ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π. 87/2013, Α.Π. 701/2008, Α.Π. 625/2008, Α.Π. 558/2008) ούτε τα οριζόμενα στο άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα ή το περιεχόμενο αυτών (Α.Π. 237/2019, Α.Π. 598/2019, Α.Π. 261/2016, Α.Π. 87/2013, Α.Π. 2019/2007), αλλά ούτε και οι αόριστοι ή απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.
Α.Π. 2/1989, Α.Π. 867/1988, Α.Π. 1058/1998 Ολ. Α.Π. 8/2013, Ολ. Α.Π. 3/1997, Ολ. Α.Π. 14/2004, Α.Π. 76/2016, Α.Π. 139/2014, Α.Π. 1720/2013, Α.Π. 232/2009, Α.Π. 147/2008). Επίσης, δεν είναι πράγματα, υπό την άνω έννοια, τα νομικά επιχειρήματα, που προβάλλουν οι διάδικοι για την υποστήριξη των απόψεών τους, σε σχέση με ανακύπτοντα νομικά ζητήματα ή οι ισχυρισμοί τους, που αναφέρονται στην ορθή, κατ' αυτούς, ερμηνεία διατάξεων του νόμου (Ολ.
Α.Π. 3/1997, Α.Π. 576/2018, Α.Π. 1090/2014 Α.Π. 2264/2014, Α.Π. 69/2013, Α.Π. 1492/2011). Τέλος, προς τους μη προταθέντες ισχυρισμούς εξομοιώνονται και εκείνοι που προτάθηκαν απαραδέκτως (Α.Π. 1382/2011, Α.Π. 728/2010, Α.Π. 130/2004), όπως συμβαίνει και στην περίπτωση που ο προταθείς ισχυρισμός δεν είχε επαναφερθεί με νόμιμο τρόπο (άρθρο 240 του ΚΠολΔ) στο Εφετείο.
Για το ορισμένο του, από τον αριθμό 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναιρέσεως, ότι δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη, απαιτείται να αναφέρεται στο αναιρετήριο εκτός των άλλων, ότι ο αποτελών "πράγμα" ισχυρισμός, δηλαδή αυτός που τείνει στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή δικαιώματος, είχε προταθεί παραδεκτώς στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε νομότυπα (με λόγο έφεσης ή αναλόγως κατά το άρθρο 240 του ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στον δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτώς, κατά το άρθρο 527 του ΚΠολΔ, προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (Α.Π. 1439/2019, Α.Π. 1199/2018 Α.Π. 555/2019, Α.Π. 109/2019, Α.Π. 159/2018, Α.Π. 605/2015 Α.Π. 354/2011, Α.Π. 993/2007, Α.Π. 1419/2005) Τέλος, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 520 παρ. 1 και 118 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικόγραφο της έφεσης πρέπει να περιέχει και την ονομασία του Δικαστηρίου ενώπιον του οποίου απευθύνεται.
Η παράλειψη ή η εσφαλμένη αναφορά του δικαστηρίου, ενώπιον του οποίου απευθύνεται η έφεση, δεν προβλέπει και ποινή ακυρότητας του δικόγραφου και, επομένως, η παράβαση της διατάξεως του άρθρου 118, τότε μόνο συνεπάγεται ακυρότητα, όταν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, η παράβαση αυτή προκάλεσε στο διάδικο που την προτείνει βλάβη, η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά, παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας, σύμφωνα με το άρθρο 159 του Κώδικα αυτού.
Τέτοια όμως βλάβη δεν επέρχεται όταν από το περιεχόμενο του δικογράφου γενικά ή από την πράξη του Γραμματέα, που συντάσσεται κάτω από αυτό για τον ορισμό της δικασίμου, προκύπτει η ταυτότητα του Δικαστηρίου, ενώπιον του οποίου πρόκειται να συζητηθεί η έφεση.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αιτίαση περί ακυρότητας του από 29-05-2018 εφετηρίου δικογράφου, για το λόγο ότι απευθυνόταν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... Όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης, ναι, μεν, απευθυνόταν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., πλην, όμως, από την με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 328/05-06-2018 Πράξη της Γραμματέως, που συντάχθηκε στο τέλος αυτού προκύπτει ότι ορίστηκε δικάσιμος για συζήτηση αυτής, η 15-05-2019, ενώπιον του Εφετείου Ναυπλίου και, επομένως, προκύπτει σαφώς η ταυτότητα του Δικαστηρίου, ενώπιον του οποίου επρόκειτο να συζητηθεί αυτή. Για το λόγο αυτό, η ένσταση ακυρότητας του δικόγραφου αυτού, που προτείναν οι εφεσίβλητοι και ήδη αναιρεσείοντες ήταν αβάσιμη, ανεξάρτητα του ότι οι αυτοί δεν ισχυρίζονται ότι υπέστησαν κάποια βλάβη από την εσφαλμένη αυτή αναγραφή του Δικαστηρίου, ενώπιον του οποίου απευθύνεται η έφεση. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 14 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Από τις ταυτόσημες διατάξεις των άρθρων 513 παρ. 1β'και 553 παρ. 1β' του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, το ένδικο μέσο της εφέσεως και της αναιρέσεως επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων που περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή, αν δε η απόφαση είναι κατά ένα μέρος οριστική, δεν επιτρέπεται έφεση ή αναίρεση ούτε κατά των οριστικών διατάξεων, πριν εκδοθεί οριστική απόφαση στη δίκη.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, σε περίπτωση αντικειμενικής σωρεύσεως περισσοτέρων αγωγών στο ίδιο δικόγραφο, ήτοι επί ενώσεως στο ίδιο δικόγραφο αγωγής περισσοτέρων αιτήσεων του ίδιου ενάγοντος κατά του ίδιου εναγομένου (άρθρο 218 παρ. 2 του ΚΠολΔ), δεν επιτρέπεται έφεση ή αναίρεση κατά των οριστικών, αλλά μη τελειωτικών αποφάσεων, ήτοι εκείνων που δέχονται ή απορρίπτουν ένα αυτοτελές αίτημα και αναβάλλουν την εκδίκαση των άλλων αιτημάτων, που εκκρεμούν στην ίδια διαδικασία, υπό την προϋπόθεση όμως της ύπαρξης συνάφειας ανάμεσα στην οριστικώς κριθείσα αίτηση και σε εκείνη που ακόμα είναι εκκρεμής, κατά τρόπο, ώστε, από την άσκηση του ενδίκου μέσου της εφέσεως ή της αναιρέσεως να πηγάζει κίνδυνος εκδόσεως, ενδεχομένως, αντιφατικών αποφάσεων (Α.Π. 66/2012, Α.Π. 409/2009, Α.Π. 295/2007, Α.Π. 1060/2004, Α.Π. 1565/2001).
Εξάλλου, μία τέτοια μη οριστική απόφαση είναι και η εκδιδόμενη σύμφωνα με το άρθρο 254 του ΚΠολΔ, με την οποία διατάσσεται η επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, η οποία έχει κηρυχθεί περατωμένη, για να προσκομιστούν έγγραφα (Α.Π. 876/2015, Α.Π. 1027/1992).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες η, από το άρθρο 559 αριθμός 14 του ΚΠολΔ, αιτίαση, με την επίκληση ότι η προσβαλλομένη απόφαση, παρά το νόμο, δεν κήρυξε το απαράδεκτο της έφεσης, αφού αυτή ασκήθηκε κατά μη οριστικής αποφάσεως και, ως τέτοια, δεν υπόκειται στο ένδικο μέσο της εφέσεως, ούτε ως προς τις οριστικές της διατάξεις.
Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης από 30-07-2015 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 227/06-08-2015 αγωγής, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ιστορούσε ότι, από το έτος 1984 ήταν υπάλληλος της ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ Α.Ε. (Δ.Ε.Η.
Α.Ε.)", της οποίας ήδη καθολική διάδοχος είναι η πρώτη των εναγομένων και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΔΙΚΤΥΟΥ ΔΙΑΝΟΜΗΣ ΗΛΕΚΤΡΙΚΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ (Δ.Ε.Δ.Δ.Η.Ε. Α.Ε.)" απασχολούμενος με την ειδικότητα του ηλεκτροτεχνίτη δικτύων Τ4/Α, στη Διεύθυνση Περιφέρειας Πελοποννήσου - Ηπείρου (ΔΠΠ -Η)/Περιοχή Τρίπολης.
Ότι στις 22 Ιουλίου 2006, ενώ απασχολείτο σε εργασίες συντήρησης, ανακαίνισης και ενίσχυσης του υποσταθμού με τα στοιχεία Υ/Σ 110, που βρίσκεται στην Τρίπολη, υπέστη από αποκλειστική υπαιτιότητα των δευτέρου και τρίτου των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, εργαζομένων και προστηθέντων αυτής, σοβαρό εργατικό ατύχημα, το οποίο έλαβε χώρα υπό τις συνθήκες που ειδικότερα περιγράφονται στην αγωγή.
Στη συνέχεια εξέθετε ότι, συνεπεία του ανωτέρω ατυχήματος, υπέστη τις λεπτομερώς αναφερόμενες βλάβες στην υγεία του, εξαιτίας των οποίων κρίθηκε αρχικά από την Πρωτοβάθμια Υγειονομική Επιτροπή Νομού Αρκαδίας, ανάπηρος πλέον του 67% προσωρινά και για τρία χρόνια και οριστικά και δια βίου από την αντίστοιχη Δευτεροβάθμια Επιτροπή.
Ότι στις προηγούμενες από 12-07-2007 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 174/14-08-2007 αγωγή του, επί της οποίας εκδόθηκαν: α) η με αριθμό 49/2008 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., β) η με αριθμό 90/2009 οριστική απόφαση του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου και γ) η με αριθμό 317/2010 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου και από 12-12-2010 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 385/21-12-2010 αγωγή του, επί της οποίας εκδόθηκαν:
α) η με αριθμό 65/2012 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... και β) η με αριθμό 57/2015 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου, είχε ρητά επιφυλαχθεί για τις μελλοντικές αξιώσεις αυτού. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον έκαστος αυτών, να του καταβάλουν, η μεν πρώτη εναγομένη, ως προστήσασα, οι δε λοιποί εναγόμενοι, ως προστηθέντες αυτής, ως αποζημίωση για την αποκατάσταση της περιουσιακής αποθετικής ζημίας του (διαφυγόντα κέρδη), συνεπεία της εκ του ενδίκου ατυχήματος βλάβης της υγείας του, τα ακόλουθα χρηματικά ποσά:
Α) Για απωλεσθέντα πάγια επιδόματα, τα οποία με την με αριθμό 57/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου απορρίφθηκαν ως προώρως ασκηθέντα: 1) το ποσό των τριάντα πέντε χιλιάδων τριακοσίων εξήντα επτά ευρώ και εξήντα οκτώ λεπτών (35.367,68) από την επομένη της σύνταξης της δεύτερης κατά χρονολογική σειρά αγωγής (13-12-2010) έως τις 30-07-2015, ήτοι για χρονικό διάστημα 55 μηνών και 17 ημερών, σε κεφάλαιο εφάπαξ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση και 2) το ποσό των οκτώ χιλιάδων διακοσίων εβδομήντα τεσσάρων ευρώ και πενήντα λεπτών (8.274,50) από την 01-08-2015 έως τις 30-08-2016, ήτοι για χρονικό διάστημα 13 μηνών, σε χρηματικές δόσεις κατά μήνα των εξακοσίων τριάντα έξι ευρώ και πενήντα λεπτών (636,50) εκάστη, αρχής γενομένης από την 01-08-2015 έως τις 30-08-2016, κατά το πρώτο πενθήμερο κάθε μήνα, με το νόμιμο τόκο από την καθυστέρηση κάθε μηνιαίας περιοδικής παροχής μέχρι την εξόφληση και Β) Για απώλεια μισθών από την 01-09-2010 έως τις 30-08-2016 (ημερομηνία της συνταξιοδότησής του αν ήταν υγιής), που θα ελάμβανε αν δεν τραυματιζόταν: 1) από την 01-09-2010 έως τις 30-07-2015, κατά τις διαλαμβανόμενες στην αγωγή διακρίσεις, το ποσό των εκατόν εβδομήντα εννέα χιλιάδων οκτακοσίων ενενήντα τριών ευρώ και πενήντα δύο λεπτών (179.893,52), σε κεφάλαιο εφάπαξ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση και 2) από την 01-08-2015 έως τις 30-08-2016, ήτοι για χρονικό διάστημα 13 μηνών, το ποσό των τριάντα οκτώ χιλιάδων τετρακοσίων ογδόντα ενός ευρώ και τεσσάρων λεπτών (38.481,04) σε χρηματικές δόσεις κάθε μήνα των δύο χιλιάδων εννιακοσίων εξήντα ευρώ και οκτώ λεπτών (2.960,08) εκάστη, αρχής γενομένης από 01-09-2015 έως 30-08-2016, με το νόμιμο τόκο από την καθυστέρηση κάθε μηνιαίας περιοδικής παροχής μέχρι την εξόφληση.
Επί της υποθέσεως αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 56/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., η οποία δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, ως βάσιμη κατ' ουσίαν, ως προς το πρώτο αίτημα αυτής περί επιδίκασης πάγιων επιδομάτων, ενώ ανέβαλε, κατά τα λοιπά, την έκδοση οριστικής απόφασης, σχετικά με το δεύτερο σωρευόμενο αίτημα της καταβολής μισθών και διέταξε την επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης στο ακροατήριο, κατ' άρθρο 254 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκειμένου να προσκομισθούν, με επιμέλεια του ενάγοντος έγγραφα, από τα οποία να αποδεικνύεται η καταβαλλόμενη σ' αυτόν μηνιαία σύνταξη, κατά το χρονικό διάστημα από την 01-09-2010 έως τις 30-08-2016.
Από το περιεχόμενο της παραπάνω απόφασης προκύπτει ότι αυτή είναι οριστική, ως προς μία από τις αντικειμενικά σωρευόμενες περισσότερες αξιώσεις του ενάγοντος, ήτοι ως προς το κεφάλαιό της που αφορά απωλεσθέντα πάγια επιδόματα και μη οριστική ως προς το κεφάλαιό της περί καταβολής μισθών. Κατά της ως άνω απόφασης ο ενάγων, άσκησε την από 29-05-2018 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 35/328/05-06-2018 έφεσή του, με τους λόγους της οποίας προσέβαλε την απόφαση αυτή, ως προς την οριστική της διάταξη, που αφορά το πρώτο αίτημα, κατά το μέρος που αυτό απερρίφθη, ενώ συνπροσέβαλε και την μη οριστική διάταξη αυτής, με την οποία, κατά τα παραπάνω αναφερόμενα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ανέβαλε να αποφασίσει οριστικά.
Επί της εφέσεώς του αυτής, εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, η οποία δέχθηκε ότι ήταν εκκλητή η απόφαση, ως προς την οριστική της διάταξη και πριν ακόμη εκδοθεί οριστική απόφαση επί του έτερου αντικειμένου της δίκης, όχι, όμως, και ως προς την μη οριστική διάταξη αυτής και απέρριψε την έφεση, κατά το μέρος αυτό, ως απαράδεκτη.
Ειδικότερα, το Μονομελές Εφετείο Ναυπλίου, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, δέχθηκε μεταξύ των άλλων, τα ακόλουθα: "... Η υπό κρίση έφεση, κατά το πρώτο μέρος της είναι παραδεκτή, καθώς στην προκειμένη περίπτωση υπάρχει αντικειμενική σώρευση αγωγών .... ενώ, κατά το δεύτερο μέρος, που βάλλει κατά μη οριστικής απόφασης είναι απαράδεκτη ...
και για το λόγο αυτό απορριπτέα...". Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 513 παρ. 1β' του ΚΠολΔ, οι δε αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, από το άρθρο 559 αριθμός 14 του ΚΠολΔ, που προβάλλονται με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, περί μη δεκτικής εφέσεως απόφασης, ούτε κατά της οριστικής ως άνω διατάξεώς της είναι αβάσιμοι, καθόσον μεταξύ της οριστικώς κριθείσας αιτήσεως [για επιδίκαση απωλεσθέντων επιδομάτων] και εκείνης που είναι εκκρεμής [(αναβλήθηκε) για επιδίκαση μισθών] δεν υπάρχει συνάφεια, ώστε, από την άσκηση του ενδίκου μέσου της εφέσεως να πηγάζει κίνδυνος εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων και, ως εκ τούτου, η έφεση αυτή ήταν παραδεκτή για το αγωγικό κονδύλιο, για το οποίο εκδόθηκε οριστική απόφαση.
Οι ίδιες, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, με τις οποίες αποδίδεται η πλημμέλεια της απόρριψης των παραπάνω αιτημάτων τους από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, το περιεχόμενο των οποίων επαναλαμβάνουν και οι οποίες, κατά το νοηματικό τους περιεχόμενο (και ανεξάρτητα από την επικαλούμενη νομική θεμελίωσή τους στον αριθμό 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ) στηρίζουν τον από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, είναι αβάσιμες και, σύμφωνα με όσα αμέσως παραπάνω αναφέρθηκαν σχετικά, πρέπει να απορριφθούν.
Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η αγωγή για να είναι ορισμένη πρέπει, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117 του ΚΠολΔ, να περιέχει: α) σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, γ) ορισμένο αίτημα.
Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα, από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή (Ολ.
Α.Π. 18/1998). Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμοί 8 και 14 του ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν, κατ' αρχήν, το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών, χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής και ελέγχονται αμφότερες αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (Oλ.
Α.Π. 1573/1981, Α.Π. 1321/2015, A.Π. 119/2014, Α.Π. 2015/2014, Α.Π. 697/2012, Α.Π. 1495/2009, Α.Π. 1631/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους έκτο και έβδομο λόγους αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλομένη απόφασή του δεν απάντησε στον σχετικό ισχυρισμό των εναγομένων - εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσειόντων περί αοριστίας της ένδικης αγωγής, κατά το αίτημα αυτής, με το οποίο ο ενάγων - εκκαλών και ήδη αναιρεσίβλητος ζητούσε αποζημίωση, για απωλεσθέντα πάγια επιδόματα και, ως εκ τούτου, υπέπεσε στην πλημμέλεια την προβλεπόμενη:
α) από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ (έκτος λόγος), εκ του ότι, παρά το νόμο, δεν κήρυξε την αγωγή ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, κατά το ως άνω αίτημα αυτής, περί επιδίκασης απωλεσθέντων επιδομάτων, ισχυρισμό τον οποίο είχαν προτείνει και με τις, ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, από 15-05-2019 προτάσεις τους, συνισταμένου στο ότι ο ενάγων: "...
δεν αναφέρει ποιοι είναι οι συνάδελφοί του, τα ονόματά τους και πότε προσελήφθη ο καθένας εξ αυτών, ποια η προυπηρεσία του καθενός εξ αυτών, ποια η οικογενειακή τους κατάσταση, πανδρεμένοι, ανύπαντροι, πόσα τέκνα έχει ο καθένας ..." και β) από το άρθρο 559 αρ. 9 του ΚΠολΔ (έβδομος λόγος), εκ του ότι, παρά τα όσα ανέφεραν περί αοριστίας της αγωγής, δεν απαντήθηκαν από το Εφετείο, με συνέπεια η περί αοριστίας "αίτηση" να παραμείνει αδίκαστη.
Με το παραπάνω περιεχόμενο και αίτημα, η ένδικη αγωγή, την οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), κατά την έρευνα του σχετικού αναιρετικού λόγου, ήταν αρκούντως ορισμένη, καθότι περιείχε όλα τα από τις διατάξεις των άρθρων 216 του ΚΠολΔ απαιτούμενα για την πληρότητά της στοιχεία.
Ειδικότερα, προκύπτει ότι αναφέρονται στην αγωγή αυτή το είδος της συνδέουσας τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο εργασιακής σχέσης με την "Δ.Ε.Η. Α.Ε.", η ειδικότητα (ηλεκτροτεχνίτης Τ4/Α εναερίων - υπογείων δικτύων και σταθμών - υποσταθμών) και ο χρόνος προϋπηρεσίας αυτού και επιπλέον παρατίθενται τα επιμέρους δικαιούμενα επιδόματα (νυκτερινό επίδομα, επίδομα Κυριακής αργίας ημέρας επίδομα Κυριακής αργίας νυκτός, επίδομα οδηγού υπηρεσιακού οχήματος, επίδομα οίκοι επιφυλακής), τα οποία λαμβάνουν οι συνάδελφοί του της ίδιας ειδικότητας και υπηρεσίας, καθώς και την αιτία που κατά νόμο δικαιολογεί την καταβολή των συγκεκριμένων επιδομάτων καθορίζεται αναλυτικά το ύψος του καθενός επιδόματος χωριστά, το προκύπτον άθροισμα και το οφειλόμενο ανά μήνα κατά μέσο όρο ποσό των εξακοσίων τριάντα έξι ευρώ και πενήντα λεπτών (636,50) - το οποίο του επιδικάστηκε για προγενέστερο του επιδίκου χρονικό διάστημα με την με αριθμό 57/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου - και αντιστοιχεί στο από 13-12-2010 έως 30-08-2016 χρονικό διάστημα.
Έτσι, η κατά τα άνω αναφορά των θεμελιωτικών της ασκουμένης αξίωσης πραγματικών περιστατικών, ανταποκρίνεται στην απαιτουμένη από τη διάταξη του άρθρου 216 του ΚΠολΔ "ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς", αφού με τον τρόπο αυτό εξυπηρετείται ο επιδιωκόμενος από τις εν λόγω διατάξεις σκοπός, της παροχής, δηλαδή, της δυνατότητας, στο μεν δικαστήριο να ερευνήσει τη νομική βασιμότητα της αγωγικής αξίωσης, στους δε εναγομένους να αμυνθούν ικανοποιητικώς.
Συνεπώς, το Εφετείο το οποίο με την προσβαλλομένη απόφασή του σιγή απέρριψε τον σχετικό περί αοριστίας της ένδικης αγωγής ισχυρισμό, επικυρώνοντας την πρωτοβάθμια απόφαση, που είχε κρίνει ορισμένη την αγωγή, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο, λόγω αοριστίας και, ως εκ τούτου, οι περί του αντιθέτου, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ έκτος λόγος αναίρεσης (αληθώς εκ του αριθμού 14) και από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ έβδομος λόγος αναίρεσης (αληθώς εκ του αριθμού 8) είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
Κατά την διάταξη του άρθρου 929 του Α.Κ.: "Σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου η αποζημίωση περιλαμβάνει, εκτός από τα νοσήλια και τη ζημία που έχει επέλθει, οτιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον, εξαιτίας της αύξησης των δαπανών του" και κατά την διάταξη του άρθρου 298 του ίδιου Κώδικα: "Η αποζημίωση περιλαμβάνει την μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία) καθώς και το διαφυγόν κέρδος.
Τέτοιο κέρδος λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα, σύμφωνα με την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί". Από τις προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται ότι, σε περίπτωση παράνομης και υπαίτιας βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου, η αποζημίωση, εκτός από την θετική ζημία, δηλαδή τη μείωση της περιουσίας, περιλαμβάνει και την αποθετική τοιαύτη (διαφυγόν κέρδος).
Την έννοια του διαφυγόντος κέρδους, η οποία αποτελεί έννοια νομική και όρο εφαρμογής του άρθρου 298 του Α.Κ., παρέχει η διάταξη αυτή, κατά την οποία "(ως τοιούτο) λογίζεται το κέρδος εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί".
Προκύπτει επίσης, ότι το διαφυγόν κέρδος αποτελεί ζημία, η οποία θα επέλθει στο μέλλον και κατ' ανάγκην συνδέεται με την υποθετική εξέλιξη των πραγμάτων. Δεν εμφανίζει την βεβαιότητα της θετικής ζημίας. Για την απόδειξή της, που είναι δύσκολη για τον ζημιωθέντα, συγκριτικά με την θετική ζημία, ο νόμος αρκείται σε απλή πιθανολόγηση.
Έτσι, η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 298 εδ. β' του Α.Κ. έχει ουσιαστικό μεν χαρακτήρα, εφόσον καθορίζει τα στοιχεία της αξιώσεως αποζημιώσεως, αλλά και δικονομικό χαρακτήρα, εφόσον επιτρέπει στον δικαστή να αρκεσθεί σε απλή πιθανολόγηση (Α.Π. 1306/2003). Ενόψει αυτών, στην περίπτωση που από την εκτίμηση των αποδείξεων προκύψει, κατά την κρίση του Δικαστηρίου ότι η ζημία του ενάγοντος, που εμφανιζόταν κατά την αγωγή, ως πιθανή, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, είναι απλώς ενδεχόμενη, η αγωγή απορρίπτεται ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, ως προς το στοιχείο της πιθανότητας του διαφυγόντος κέρδους, με την έννοια που προαναφέρθηκε.
Για να επιδικαστεί αποζημίωση για την μελλοντική ζημία, θα πρέπει να είναι δυνατός ο προσδιορισμός αυτής, κατά τον χρόνο της αποφάσεως, είτε εφάπαξ, είτε κατά χρονικές περιόδους. Όταν, όμως, αυτή δεν είναι απλώς μέλλουσα, αλλά η πραγμάτωσή της εξαρτάται και από άλλους αστάθμητους παράγοντες, οι οποίοι είναι ενδεχόμενο να επέλθουν στο μέλλον και των οποίων η τυχόν μέλλουσα πραγματοποίηση είναι αδύνατο να προβλεφθεί κατά τους κανόνες της κοινής πείρας, τότε δεν επιδικάζεται ως πρόωρη και επιδικάζεται μόνο όταν γεννηθεί.
Σημειώνεται ότι η τελεσίδικη απόφαση, με την οποία απορρίπτεται η αγωγή ως προώρως ασκηθείσα, δεν παράγει δεδικασμένο, διότι με τέτοια απόφαση δεν τέμνεται η διαφορά (Α.Π. 416/2019, Α.Π. 1445/2018, Α.Π. 2153/2013, Α.Π. 2076/2006, Α.Π. 122/2006). Τέλος, η τυχόν εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το αν συντρέχει πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων στην ύπαρξη ή μη διαφυγόντος κέρδους, ως αναγόμενη σε εκτίμηση της εξελίξεως των πραγμάτων, δεν ελέγχεται αναιρετικά (Α.Π. 325/2016, Α.Π. 1105/2015, Α.Π. 2153/2013 Α.Π. 869/2013, Α.Π. 601/2010, Α.Π. 2076/2006, Α.Π. 122/2006, Α.Π. 1306/2003).
Επίσης, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 322, 324 και 331 του ΚΠολΔ και 914, 297 και 298 του Α.Κ. προκύπτει ότι η τελεσίδικη απόφαση, που εκδόθηκε επί αγωγής αποζημίωσης λόγω θανάτωσης ή βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου, αποτελεί δεδικασμένο για τη νέα δίκη αποζημίωσης, με την ίδια ιστορική και νομική αιτία, ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αδικοπραξία, την ευθύνη του υπαιτίου, την τυχόν συνυπαιτιότητα του παθόντος και τη ζημία που έπαθε ο ενάγων, για το χρονικό διάστημα που αναφέρεται στην πρώτη αγωγή, όχι, όμως, και για το μεταγενέστερο χρόνο, κατά τον οποίο η αδικοπραξία είναι δυνατό να εξακολουθήσει να έχει επιζήμιες συνέπειες, γιατί αυτές δεν είχαν προβληθεί, ούτε καταστεί αντικείμενο έρευνας κατά την πρώτη αγωγή. Επομένως αν υπάρξει τελεσίδικη κρίση, ως προς την αδικοπρακτική ευθύνη του υπόχρεου για ορισμένο χρονικό διάστημα, το παραγόμενο από την απόφαση αυτή δεδικασμένο εκτείνεται και ευθέως (άρθρα 322 και 324 του ΚΠολΔ) και εμμέσως (άρθρο 331 του ΚΠολΔ), μόνο στο χρονικό διάστημα, για το οποίο ζητήθηκε αποζημίωση, είτε με αναγνωριστική αγωγή, είτε με καταψηφιστική και δεν εκτείνεται και στη μελλοντική αξίωση, εφόσον αυτή δεν κατήχθη σε δίκη και δεν κρίθηκε (Ολ. Α.Π. 24/2003, Α.Π. 1010/2015, Α.Π. 2039/2013, Α.Π. 5/2011, Α.Π. 583/2010, Α.Π.1012/2004).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 937 παρ. 1 του Α.Κ., η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία, αφότου ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση. Σε κάθε περίπτωση, η απαίτηση παραγράφεται μετά την πάροδο είκοσι ετών από την πράξη. Από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 247, 251 298 και 914 του Α.Κ., προκύπτει ότι η αξίωση αποζημιώσεως από αδικοπραξία γεννάται από τότε που επήλθε η ζημία και σε περίπτωση εξακολουθητικής ζημίας δεν αναγεννάται και η αξίωση αποζημιώσεως εξακολουθητικώς, αλλά γενικά η αξίωση αποζημίωσης για όλη τη ζημία, συμπεριλαμβανομένης και εκείνης που είναι μέλλουσα και μπορεί κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων να προβλεφθεί, γεννάται αφότου η πράξη άρχισε να αναδίδει επιζήμιες συνέπειες.
Εφόσον, δε, η ικανοποίηση της αξιώσεως αυτής είναι και δικαστικώς επιδιώξιμη, αρχίζει η διαδρομή του χρόνου της παραγραφής, που ορίζεται σε πέντε έτη από τότε που ο παθών έλαβε γνώση της ζημίας και του προς αποζημίωση υποχρέου. Γνώση της ζημίας για την έναρξη της πενταετούς παραγραφής νοείται η γνώση των επιζήμιων συνεπειών της πράξεως, όχι, όμως, και η γνώση της εκτάσεως της ζημίας ή του ποσού της αποζημιώσεως.
Έτσι, ο χρόνος της πενταετούς παραγραφής τρέχει και καταλαμβάνει όλες τις μερικότερες ζημίες του παθόντος, δηλαδή εκείνες που έχουν επέλθει ή μέλλουν να επέλθουν εκτός από εκείνες που δεν είναι προβλεπτή η επέλευσή τους, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων.
Συνεπώς, το γεγονός ότι ο παθών δεν μπορεί ακόμη να προσδιορίσει ακριβώς το μέγεθος της ζημίας, δεν εμποδίζει την έναρξη της παραγραφής. Αυτός ισχύει μόνο για εκείνες τις επιζήμιες συνέπειες, που μπορούν κατά την αντίληψη των συναλλαγών να προβλεφθούν - κατά το χρόνο, που ο παθών έλαβε γνώση της ζημίας γενικά - ως δυνατή συνέπεια της άδικης πράξης.
Αν, όμως μεταγενέστερα γεννήθηκαν ή έγιναν αντιληπτές επιζήμιες συνέπειες, οι οποίες προηγουμένως ήταν απρόβλεπτες και απροσδόκητες, αρχίζει για την αξίωση προς αποκατάστασή τους νέα αυτοτελής παραγραφή, αφότου ο παθών έλαβε γνώση αυτών και της αιτιώδους συνάφειας τους με την αδικοπραξία (Ολ. Α.Π. 23/1994, Α.Π. 233/2007).
Εξάλλου ο εναγόμενος που προτείνει την ένσταση παραγραφής της πιο πάνω αξίωσης πρέπει να επικαλεσθεί και, σε περίπτωση αμφισβητήσεως, να αποδείξει τα περιστατικά που την συγκροτούν. Συγκεκριμένα, ο εναγόμενος οφείλει να αποδείξει πότε ο ενάγων - παθών έλαβε γνώση της ζημίας και του υποχρέου σε αποζημίωση.
Η ένσταση της παραγραφής αντικρούεται με τον ισχυρισμό του ενάγοντος για επιμήκυνση, διακοπή ή αναστολή της, που αποτελεί αντένσταση. Στην περίπτωση που από τη ζημιογόνο πράξη προκύπτει και δυσμενής συνέπεια που είναι απρόβλεπτη και, συνεπώς, για τη σχετική αξίωση που απορρέει από αυτή αρχίζει νέα χωριστή παραγραφή, ο σχετικός ισχυρισμός του ενάγοντος ότι η δυσμενής συνέπεια ήταν από την αρχή απρόβλεπτη, δεν αποτελεί αντένσταση, αλλά άρνηση της ενστάσεως παραγραφής.
Έτσι, ο ενάγων δεν έχει το βάρος να επικαλεσθεί το χαρακτηρισμό της ζημίας του ως απρόβλεπτης, αλλά ο εναγόμενος, ως ενιστάμενος, έχει το βάρος να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι η ζημία ήταν από την αρχή προβλεπτή, διότι αυτό είναι το περιεχόμενο της ενστάσεώς του (Α.Π. 21/2012, Α.Π. 2/2010 Α.Π. 996/2007, Α.Π. 1012/2004, Α.Π. 940/2001) Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ.
α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.
Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013, Ολ. Α.Π. 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (Α.Π. 319/2017, Α.Π. 130/2016, Α.Π. 1420/2013). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 19 και 20 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχομένο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, διότι πλήττει την ουσία της υποθέσεως, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 967/2015).
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθμός 16 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου, δέχτηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο, με βάση απόφαση που εξαφανίστηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίστηκε ως ανύπαρκτη. Εξάλλου, από την ίδια ως άνω διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 16 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αυτός προϋποθέτει ότι το δικαστήριο, αυτεπαγγέλτως ή κατά πρόταση διαδίκου, ερεύνησε περί της συνδρομής ή μη των προϋποθέσεων του δεδικασμένου και, για τον λόγο αυτό, απέρριψε την ύπαρξη ή δέχθηκε τη ύπαρξή του.
Αν η απόφαση δεν ασχολήθηκε με το δεδικασμένο που προτάθηκε, δεν ιδρύεται ο από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, αλλά ενδεχομένως λόγος από τον αριθμό 8. Τέλος, προκειμένου να εξετασθεί, εάν υφίσταται δεδικασμένο από τελεσίδικη απόφαση, το οποίο κωλύει την έρευνα του ήδη με τη νέα αγωγή φερόμενου προς κρίση αιτήματος, βάσει ορισμένης ιστορικής αιτίας, θα ληφθεί υπόψη η αιτιολογία της πρώτης απόφασης, όσον αφορά την ιστορική αιτία την οποία έκρινε και ο λόγος της απόρριψης (Ολ.
Α.Π. 15/1998). Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται επί διαδικαστικών εγγράφων, προς διακρίβωση της βασιμότητας ή μη του λόγου ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους. Ο Άρειος Πάγος επισκοπεί και την απόφαση απ' όπου απορρέει το δεδικασμένο και ελέγχει με βάση αυτή τη σχετική παραδοχή του δικαστηρίου (Ολ.
Α.Π. 15/1998, Α.Π. 416/2019, Α.Π. 1115/2003).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι, η διαδρομή της ενδίκου υποθέσεως, που απέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδίκασής της, είναι η εξής: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος στην πρώτη κατά χρονολογική σειρά από 12-07-2007 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 174/14-08-2007 αγωγή του, που άσκησε, μεταξύ άλλων και κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., ιστορούσε ότι από το έτος 1984 ήταν υπάλληλος της πρώτης των εναγομένων ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ Α.Ε. (Δ.Ε.Η.
Α.Ε.)", απασχολούμενος με την ειδικότητα του ηλεκτροτεχνίτη δικτύων Τ4/Α, στη Διεύθυνση Περιφέρειας Πελοποννήσου - Ηπείρου (ΔΠΠ -Η)/Περιοχή Τρίπολης. Ότι στις 22 Ιουλίου 2006, ενώ απασχολείτο σε εργασίες συντήρησης, ανακαίνισης και ενίσχυσης του υποσταθμού με τα στοιχεία Υ/Σ 110, που βρίσκεται στην Τρίπολη, υπέστη από αποκλειστική υπαιτιότητα των δευτέρου και τρίτου των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, εργαζομένων και προστηθέντων αυτής, καθώς και των λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα αναιρετική δίκη, σοβαρό εργατικό ατύχημα, το οποίο έλαβε χώρα υπό τις ειδικότερες συνθήκες που περιέγραφε στην αγωγή εκείνη.
Ακολούθως εξέθετε ότι, συνεπεία του ανωτέρω ατυχήματος, υπέστη τις λεπτομερώς αναφερόμενες βλάβες στην υγεία του, εξαιτίας των οποίων κρίθηκε ανάπηρος κατά ποσοστό 67% από την Πρωτοβάθμια Υγειονομική Επιτροπή Νομού Αρκαδίας. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος αυτών:
α) το ποσό των εννιακοσίων ενενήντα χιλιάδων εξακοσίων εξήντα (990.660,00) ευρώ, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση, για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, που υπέστη συνεπεία του επιδίκου ατυχήματος - επιφυλασσόμενος να αξιώσει ως χρηματική ικανοποίηση, επιπλέον του ως άνω αιτουμένου ποσού, το ποσό των σαράντα (40,00) ευρώ, παριστάμενος ως πολιτικώς ενάγων, ενώπιον του αρμοδίου ποινικού Δικαστηρίου - και β) το συνολικό ποσό των σαράντα χιλιάδων εκατόν τριάντα επτά ευρώ και σαράντα λεπτών (40.137,40), ως αποζημίωση για την πλασματική δαπάνη αμοιβής αποκλειστικής νοσοκόμας, για το χρονικό διάστημα από την ημέρα του ατυχήματος (22-07-2006) έως την άσκηση της αγωγής (12-07-2007), επικουρικώς δε ζήτησε να αναγνωριστεί ότι υποχρεούνται οι εναγόμενοι να του καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος αυτών, τα ανωτέρω χρηματικά ποσά, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την πλήρη εξόφληση, επιφυλαχθείς ρητώς για τις υπόλοιπες μελλοντικές αξιώσεις του.
Επί της αγωγής εκείνης, εκδόθηκε, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, η με αριθμό 49/2008 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρίπολης, με την οποία αναβλήθηκε η έκδοση οριστικής απόφασης και διατάχθηκε η διενέργεια ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, ακολούθως δε εκδόθηκε η με αριθμό 90/2008 οριστική απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου.
Κατόπιν δε αντίθετων εφέσεων, που ασκήθηκαν κατά της πιο πάνω οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρίπολης από τους διαδίκους, εκδόθηκε η με αριθμό 317/2010 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, με την οποία κρίθηκε τελεσιδίκως ότι αποκλειστικά υπαίτιοι του ενδίκου ατυχήματος, το οποίο έλαβε χώρα υπό τις εκεί εκτιθέμενες λεπτομερειακώς συνθήκες και των συνεπειών του, που είχαν ως αποτέλεσμα την μόνιμη αναπηρία του ενάγοντος, κατά ποσοστό 67%, την ανικανότητα αυτού για κάθε εργασία δια βίου, χωρίς την πρόβλεψη βελτίωσης και την περιορισμένη ικανότητα κίνησης και αυτοεξυπηρέτησης αυτού, ήταν η πρώτη των εναγομένων ("Δ.Ε.Η.
Α.Ε.") και οι προστηθέντες αυτής Ι. Α. και Γ. Γ., δεύτερος και τρίτος αντιστοίχως των εναγομένων και ήδη δεύτερος και τρίτος των αναιρεσιβλήτων, απορρίπτοντας την αγωγή ως προς τους λοιπούς εναγομένους. Ακολούθως, με την ως άνω απόφαση επιδικάστηκε στον ενάγοντα το συνολικό χρηματικό ποσό των τριακοσίων επτά χιλιάδων (307.000,00) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής μέχρι την εξόφληση και δη το ποσό των επτά χιλιάδων (7.000,00) ευρώ, ως αποζημίωση για την πλασματική δαπάνη αμοιβής αποκλειστικής νοσοκόμας, κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του, αλλά και μετά από αυτήν, τουλάχιστον μέχρι τις 12-07-2007, ήτοι για χρονικό διάστημα 11 μηνών και 20 ημερών, αφού είχε, όπως προαναφέρθηκε, περιορισμένη ικανότητα κίνησης και αυτοεξυπηρέτησης και για το λόγο αυτό δεχόταν τις περιποιήσεις και τις φροντίδες της συζύγου του και των τέκνων του και το ποσό των τριακοσίων χιλιάδων (300.000,00) ευρώ, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη, εξαιτίας του εκ του ενδίκου ατυχήματος τραυματισμού του.
Στη συνέχεια, ο ενάγων άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., την δεύτερη κατά χρονολογική σειρά από 12-12-2010 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 385/21-12-2010 αγωγή του, με την ίδια ιστορική και νομική αιτία με την πρώτη ως άνω αγωγή στην οποία ιστορούσε ότι, συνεπεία του ανωτέρω ατυχήματος, υπέστη μόνιμη αναπηρία και παραμόρφωση, με αποτέλεσμα να επηρεάζεται δυσμενώς στο μέλλον η προσωπική, επαγγελματική και κοινωνική του ζωή, για την οποία ζήτησε να του επιδικαστεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ., το χρηματικό ποσό των πεντακοσίων χιλιάδων (500.000,00) ευρώ.
Ότι, για το χρονικό διάστημα μετά την άσκηση της προαναφερόμενης από 12.07.2007 αγωγής έως και την 12.12.2010 χρειάσθηκε τις υπηρεσίες οικιακής βοηθού, τουλάχιστον για ένα οκτάωρο ημερησίως, καθώς δεν μπορούσε να αυτοεξυπηρετηθεί και ότι η ανωτέρω ανάγκη του καλύφθηκε από την σύζυγό του, η οποία βρισκόταν συνεχώς και για όλο το 24ώρο στο πλευρό του, χωρίς να προχωρήσει στην πρόσληψη τρίτου προσώπου, για τον λόγο δε αυτό ζήτησε να του επιδικασθεί το ποσό των είκοσι τεσσάρων χιλιάδων εξακοσίων (24.600,00) ευρώ, ήτοι εξακόσια (600,00) ευρώ μηνιαίως.
Ότι, λόγω της κατάστασης της υγείας του, θα εξακολουθήσει να έχει ανάγκη ενός τρίτου προσώπου, προκειμένου να εξυπηρετείται και ότι, για το χρονικό διάστημα από 01.01.2011 έως και 30.12.2030, ήτοι έως την ηλικία των 72 ετών, για να καλύψει την ανάγκη του αυτή ζήτησε να του επιδικαστεί το ποσό των εκατόν σαράντα τεσσάρων χιλιάδων (144.000,00) ευρώ εφάπαξ και επικουρικά σε χρηματικές δόσεις των εξακοσίων (600,00) ευρώ μηνιαίως, καταβλητέες το πρώτο πενθήμερο κάθε μήνα, αρχής γενομένης από την επίδοση της ένδικης αγωγής, εντόκως δε σε περίπτωση καθυστέρησης και επί είκοσι (20) έτη, ήτοι μέχρι το τέλος Δεκεμβρίου 2030.
Επιπλέον, ζήτησε συμπληρωματική χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, το ύψος της οποίας προσδιόρισε στο ποσό των διακοσίων χιλιάδων (200.000,00) ευρώ. Επίσης, ισχυρίστηκε ότι καθόλο το χρονικό διάστημα της νοσηλείας του από τον τραυματισμό του μέχρι την άσκηση της αγωγής, χρειάστηκε να λαμβάνει ειδική βελτιωμένη διατροφή και, για το λόγο αυτό, ζήτησε να του επιδικαστεί το συνολικό χρηματικό ποσό των είκοσι εννέα χιλιάδων διακοσίων (29.200,00) ευρώ, για χρονικό διάστημα τεσσάρων (4) ετών από τον τραυματισμό του, ενώ για την αποκατάσταση της άνω βλάβης της υγείας του, θα έπρεπε να υποβληθεί σε τρεις (3) τουλάχιστον χειρουργικές επεμβάσεις επανορθωτικής πλαστικής χειρουργικής, το κόστος των οποίων θα ανήρχετο στο συνολικό ποσό των εβδομήντα έξι χιλιάδων πεντακοσίων (76.500,00) ευρώ.
Τέλος, ζήτησε με αγωγή του εκείνη την αποκατάσταση ενός μέρους από την αποθετική ζημία του (διαφυγόντα κέρδη) και συγκεκριμένα απωλεσθέντα πάγια επιδόματα (νυκτερινό επίδομα, επίδομα Κυριακής αργίας ημέρας, επίδομα Κυριακής αργίας νυκτός, επίδομα οδηγού υπηρεσιακού οχήματος, επίδομα οίκοι επιφυλακής) που θα αποκόμιζε, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, για το χρονικό διάστημα από τον τραυματισμό του έως την άσκηση της αγωγής, συνολικού ύψους τριάντα δύο χιλιάδων πεντακοσίων (32.500,00) ευρώ και, περαιτέρω, ισχυριζόμενος ότι αν δεν τραυματιζόταν, θα συνταξιοδοτείτο τον Νοέμβριο του έτους 2016, ζήτησε για την ίδια αιτία και για το χρονικό διάστημα από της ασκήσεως της αγωγής μέχρι τον Νοέμβριο του έτους 2016 το συνολικό χρηματικό ποσό των σαράντα έξι χιλιάδων οκτακοσίων (46.800,00) ευρώ καταβλητέο εφάπαξ και επικουρικά το μεν (ήδη απωλεσθέν) ποσό των τριάντα δύο χιλιάδων πεντακοσίων (32.500,00) ευρώ εφάπαξ, το δε ποσό των σαράντα έξι χιλιάδων οκτακοσίων (46.800,00) ευρώ, σε ισόποσες μηνιαίες χρηματικές δόσεις των εξακοσίων πενήντα (650,00) ευρώ, καταβλητέες εντός του πρώτου πενθημέρου εκάστου μηνός, αρχής γενομένης από την επίδοση της αγωγής, νομιμοτόκως από την καθυστέρηση κάθε μηνιαίας περιοδικής παροχής μέχρι την εξόφληση και επί έξι (6) έτη, ήτοι μέχρι το τέλος Νοεμβρίου του έτους 2016.
Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος αυτών, το συνολικό χρηματικό ποσό του ενός εκατομμυρίου πενήντα τριών χιλιάδων εξακοσίων (1.053.600,00) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση και επικουρικά να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν κατά τις διαλαμβανόμενες στο αγωγικό δικόγραφο διακρίσεις, το μεν ποσό των οκτακοσίων εξήντα δύο χιλιάδων και οκτακοσίων (862.800,00) ευρώ, σε κεφάλαιο εφάπαξ, το δε ποσό των εκατόν ενενήντα χιλιάδων και οκτακοσίων (190.800,00) ευρώ, σε χρηματικές δόσεις των χιλίων διακοσίων πενήντα (1.250,00) ευρώ μηνιαίως, κατά το πρώτο πενθήμερο εκάστου μηνός, αρχής γενομένης από την επίδοση της αγωγής, με το νόμιμο τόκο από την καθυστέρηση κάθε μηνιαίας περιοδικής παροχής μέχρι την εξόφληση.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 65/2012 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... η οποία δέχθηκε εν μέρει αυτήν, ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και, μετά την άσκηση αντιθέτων εφέσεων κατά της πρωτοβάθμιας οριστικής ως άνω αποφάσεως, εκδόθηκε, ερήμην των δευτέρου και τρίτου των εφεσιβλήτων - εκκαλούντων, η με αριθμό 57/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου - όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ' αριθμ. 76/2016 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου - που απέρριψε ως ανυποστήρικτη, λόγω της ερημοδικίας τους, την έφεση των δευτέρου και τρίτου αυτών.
Σημειώνεται ότι η απόφαση αυτή έχει ήδη καταστεί αμετάκλητη, μετά την έκδοση της με αριθμό 782/2017 απόφασης του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, η οποία απέρριψε την αίτηση αναίρεσης της μεν πρώτης των αναιρεσειόντων, για τους διαλαμβανόμενους στην απόφαση αυτή λόγους, των δε δευτέρου και τρίτου των αναιρεσειόντων ως απαράδεκτη, καθόσον εστρέφετο κατά αποφάσεως δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, που εκδόθηκε ερήμην αυτών και για την οποία δεν προέκυπτε η πάροδος της προθεσμίας άσκησης ανακοπής ερημοδικίας ή παραίτηση αυτών από την άσκησή της (άρθρα 74, 75, 76 παρ. 1, 553 παρ. 1 περ.
β', 309 εδ. α', 321 και 495 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Ακολούθως δε, η ως άνω με αριθμό 57/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, δέχθηκε ότι η με αριθμό 317/2010 τελεσίδικη (και ήδη αμετάκλητη) απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου, αποτελεί δεδικασμένο, που λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως (άρθρο 332 ΚΠολΔ), ως προς τις συνθήκες του ενδίκου ατυχήματος, την υπαιτιότητα των εναγομένων, την έλλειψη οποιουδήποτε πταίσματος του ενάγοντος για τον τραυματισμό του και την έκταση των σωματικών του κακώσεων, την ευθύνη των εναγομένων, για τους αναφερόμενους σ' αυτή λόγους, καθώς και για τις ζημίες που υπέστη ο ενάγων, για τους λόγους και για το χρονικό διάστημα που κατέστησαν ένδικα με την πρώτη αγωγή του.
Περαιτέρω δέχθηκε, μεταξύ άλλων, τα εξής: "Με την υπ' αριθμ. 7-433/15-06-2010 απόφαση του ΤΑΥΤΕΚΩ /ΤΕΑΠΑΠ-Δ.Ε.Η. ΠΥΕ Τρίπολης και την υπ' αριθμ. 539/26-07-2010 απόφαση του ΤΑΥΤΕΚΩ - Τομέα Ασθένειας Προσωπικού Δ.Ε.Η. Δευτεροβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής Αθήνας αντιστοίχως, ο ενάγων κρίθηκε οριστικά ανίκανος για την εργασία που εκτελεί ή άλλη παρεμφερή εντός και εκτός Δ.Ε.Η., με ποσοστό αναπηρίας άνω του 67% από 15-06-2010, καθώς διαπιστώθηκε ότι έχει υποστεί εγκαύματα μερικού και ολικού πάχους προσώπου, άνω-κάτω άκρων και κοιλιακού τοιχώματος, ύστερα από εργατικό ατύχημα προ 4ετίας, από τότε έχει υποβληθεί σε χειρουργικές επεμβάσεις πλαστικής αποκατάστασης, παρουσιάζει μετεγχειρητικές ρικνώσεις και υπερτροφικές ουλές, δυσλειτουργία δεξιού αγκώνος, δακτύλων άκρων χειρών και δεξιού γόνατος, αιματολογικές διαταραχές, μείζονα κατάθλιψη υπό φαρμακευτική αγωγή Συγκεκριμένα, μεταξύ των άλλων προαναφερόμενων σημείων του σώματος του, ο ενάγων φέρει υπερτροφικές και ρικνωτικές ουλές σε αμφότερα τα κάτω άκρα απότοκες των ως άνω εγκαυμάτων, μερικού και ολικού πάχους.
Παρά δε την αποκατάσταση των περισσοτέρων εξ αυτών, με μερικού πάχους δερματικά μοσχεύματα, ο ενάγων, στο συγκεκριμένο σημείο του σώματος του εμφανίζει λειτουργικές και αισθητικές διαταραχές. Οι λειτουργικές διαταραχές συνίστανται σε αδυναμία πλήρους έκτασης, ταχεία κόπωση, κατά την προσπάθεια και ορθοστατισμό, έντονο κνησμό.
Εξάλλου, ο ως άνω σοβαρός τραυματισμός του ενάγοντος ηλικίας, κατά τον επίδικο χρόνο του ατυχήματος, 48 ετών, έχει παρά τη νοσηλεία του και τη χορηγηθείσα θεραπευτική αγωγή, έντονα δυσμενείς επιπτώσεις σε αυτόν, όπως στις σωματικές και ψυχικές του λειτουργίες (γενετήσια ικανότητα - ομαλή και ήρεμη ψυχολογική κατάσταση), καθώς και τη μόνιμη (για ολόκληρη τη ζωή του) και μη αναστρέψιμη βλάβη στα όργανα - μέρη - συστατικά του σώματος (πάγκρεας, χολή, δέρμα).
Η πιο πάνω αναπηρία του έχει σοβαρή δυσμενή επίδραση στην κοινωνική του εξέλιξη και στην επαγγελματική του δραστηριότητα, καθώς, κατά το χρόνο του ατυχήματος, το έτος 2006, ο ενάγων χρειαζόταν περίπου μία δεκαετία για να συμπληρώσει το συνταξιοδοτικό του δικαίωμα. Ειδικότερα, όσον αφορά την επαγγελματική του δραστηριότητα είναι βέβαιο, ότι η πιο πάνω μη αναστρέψιμη βλάβη της υγείας του επηρεάζει και θα επηρεάσει δυσμενώς το μέλλον του, αφού όχι μόνο υποχρεώθηκε σε πρόωρη συνταξιοδότηση, λόγω αναπηρίας, συνεπεία εργατικού ατυχήματος (συνταξιοδοτήθηκε την 01-10-2010, με αναδρομικότητα από 01-07-2010), αλλά και δεν μπορεί πλέον να εργαστεί σε οποιαδήποτε εργασία εντός ή εκτός Δ.Ε.Η., χάνοντας την κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων δυνατότητα επαγγελματικής του εξέλιξης, στον βαθμό του εργοδηγού ...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο Ναυπλίου με την με αριθμό 57/2015 απόφασή του, του επεδίκασε το συνολικό χρηματικό ποσό των διακοσίων τριάντα πέντε χιλιάδων οκτακοσίων είκοσι πέντε (235.825,00) ευρώ, ήτοι το ποσό των εκατό χιλιάδων (100.000,00) ευρώ, κατ' άρθρο 931 του Α.Κ., το ποσό των δέκα τεσσάρων χιλιάδων εξακοσίων (14.600,00) ευρώ, για δαπάνες βελτιωμένης διατροφής καθώς και το ποσό των είκοσι τεσσάρων χιλιάδων εξακοσίων (24.600,00) ευρώ, για πλασματικές δαπάνες των αναπληρωθεισών από τους οικείους του αναγκαίων υπηρεσιών οικιακής βοηθού, για μεν το από 12.07.2007 έως 12.12.2010 χρονικό διάστημα, καταβλητέο εφάπαξ, για δε το επόμενο χρονικό διάστημα από 01.01.2011 έως 30.12.2020 το ποσό των εξήντα τεσσάρων χιλιάδων οκτακοσίων (64.800,00) ευρώ, καταβλητέο με τη μορφή μηνιαίων περιοδικών παροχών, ήτοι με τη μηνιαία καταβολή δόσεων των εξακοσίων (600,00) ευρώ, ενώ απέρριψε, για τους διαλαμβανόμενους στην απόφαση αυτή λόγους, ως προώρως ασκούμενο, το επιπλέον αιτούμενο για την αιτία αυτή ποσό, που αντιστοιχούσε στο από 01-01-2012 έως 30-12-2030 χρονικό διάστημα.
Επιπρόσθετα, με την ως άνω με αριθμό 57/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, κρίθηκε ότι ο ενάγων αν δεν συνέβαινε το επίδικο εργατικό ατύχημα, θα συνταξοδοτείτο τέλος Νοεμβρίου 2016. Ότι, κατά το χρόνο του ατυχήματος λάμβανε μηνιαίως από την εργασία του τα εξής επιδόματα: νυχτερινό επίδομα επίδομα Κυριακής αργίας ημέρας, επίδομα Κυριακής αργίας νυκτός, επίδομα οδηγού υπηρεσιακού οχήματος, επίδομα οίκοι επιφυλακής, ανερχόμενα, κατά μέσο όρο, στο συνολικό ποσό των εξακοσίων τριάντα έξι ευρώ και πενήντα λεπτών (636,50) μηνιαίως, τα οποία με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα αποκόμιζε από την εργασία του, εάν δεν μεσολαβούσε ο προαναφερόμενος τραυματισμός του.
Έτσι, εξαιτίας της ανικανότητάς του προς εργασία επιδικάστηκε ως αποζημίωσή του, για την ως άνω αιτία, το συνολικό χρηματικό ποσό των τριάντα μίας χιλιάδων οκτακοσίων είκοσι πέντε (31.825,00) ευρώ, από το διάστημα του τραυματισμού του έως την σύνταξη της αγωγής εκείνης (12-12-2010). Με την ίδια ως άνω απόφαση απορρίφθηκε το επιπλέον αιτούμενο για την ίδια αιτία, ήτοι για απωλεσθέντα επιδόματα, ποσό των σαράντα έξι χιλιάδων οκτακοσίων (46.800,00) ευρώ, για το υπόλοιπο χρονικό διάστημα, ήτοι από την επομένη της σύνταξης της αγωγής (13-12-2010) έως τον Νοέμβριο του έτους 2016 (ημερομηνία κανονικής συνταξιοδότησής του αν δεν συνέβαινε το ατύχημα), ως προώρως ασκηθέν, με την ειδικότερη αιτιολογία ότι: "...
κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων είναι αβέβαιο εάν ο ενάγων, υπό τις συγκεκριμένες οικονομικές δυνατότητες που ήδη έχουν διαμορφωθεί, θα λάμβανε τα προαναφερόμενα επιδόματα ....". Μετά την έκδοση της προαναφερομένης αποφάσεως, ο ενάγων άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., την ένδικη και τρίτη κατά χρονολογική σειρά από 30-07-2015 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 227/06-08-2015 αγωγή του, με την οποία επικαλούμενος το ίδιο εργατικό ατύχημα, ζήτησε, όπως παραπάνω αναφέρθηκε, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον έκαστος αυτών, να του καταβάλουν τα ακόλουθα χρηματικά ποσά:
Α) Για απωλεσθέντα πάγια επιδόματα, τα οποία, κατά τα παραπάνω αναφερόμενα, είχαν απορριφθεί με την με αριθμό 57/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, ως προώρως ασκηθέντα: 1) το ποσό των τριάντα πέντε χιλιάδων τριακοσίων εξήντα επτά ευρώ και εξήντα οκτώ λεπτών (35.367,68) από την επομένη της σύνταξης της δεύτερης κατά χρονολογική σειρά αγωγής (13-12-2010) έως τις 30-07-2015, ήτοι για χρονικό διάστημα 55 μηνών και 17 ημερών, σε κεφάλαιο εφάπαξ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση και 2) το ποσό των οκτώ χιλιάδων διακοσίων εβδομήντα τεσσάρων ευρώ και πενήντα λεπτών (8.274,50) από την 01-08-2015 έως τις 30-08-2016, ήτοι για χρονικό διάστημα 13 μηνών, σε χρηματικές δόσεις κατά μήνα, των εξακοσίων τριάντα έξι ευρώ και πενήντα λεπτών (636,50) εκάστη, αρχής γενομένης από την 01-08-2015 έως τις 30-08-2016, κατά το πρώτο πενθήμερο κάθε μήνα, με το νόμιμο τόκο από την καθυστέρηση κάθε μηνιαίας δόσης μέχρι την εξόφληση και Β) Για απώλεια μισθών από την 01-09-2010 έως τις 30-08-2016 (ημερομηνία της συνταξιοδότησής του αν ήταν υγιής) που θα ελάμβανε αν δεν τραυματιζόταν: 1) από την 01-09-2010 έως τις 30-07-2015, κατά τις διαλαμβανόμενες στην αγωγή διακρίσεις, το ποσό των εκατόν εβδομήντα εννέα χιλιάδων οκτακοσίων ενενήντα τριών ευρώ και πενήντα δύο λεπτών (179.893,52), σε κεφάλαιο εφάπαξ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση και 2) από την 01-08-2015 έως τις 30-08-2016, ήτοι για χρονικό διάστημα 13 μηνών, το ποσό των τριάντα οκτώ χιλιάδων τετρακοσίων ογδόντα ενός ευρώ και τεσσάρων λεπτών (38.481,04), σε χρηματικές δόσεις κάθε μήνα των δύο χιλιάδων εννιακοσίων εξήντα ευρώ και οκτώ λεπτών (2.960,08) εκάστη, αρχής γενομένης από 01-09-2015 έως 30-08-2016, με το νόμιμο τόκο από την καθυστέρηση κάθε μηνιαίας δόσης μέχρι την εξόφληση.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο ..., με την με αριθμό 56/2018 απόφασή του δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, ως βάσιμη κατ' ουσίαν, ως προς το πρώτο αγωγικό κονδύλιο, επιδικάζοντας στον ενάγοντα τα αναφερόμενα σ' αυτήν ποσά, ως απώλεια εισοδήματος (πάγια επιδόματα) για το χρονικό διάστημα από 13-12-2010 έως 30-04-2015, ενώ ανέβαλε, κατά τα λοιπά, την έκδοση οριστικής απόφασης σχετικά με το δεύτερο σωρευόμενο αίτημα της καταβολής μισθών και διέταξε την επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης στο ακροατήριο, κατ' άρθρο 254 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκειμένου να προσκομισθούν, με επιμέλεια του ενάγοντος, έγγραφα, από τα οποία να αποδεικνύεται η καταβαλλόμενη σ' αυτόν μηνιαία σύνταξη, κατά το χρονικό διάστημα από την 01-09-2010 έως τις 30-08-2016.
Κατά της ως άνω απόφασης ο ενάγων, άσκησε την από 29-05-2018 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 35/328/05-06-2018 έφεσή του, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη και με αριθμό 291/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, η οποία αναφέρθηκε και στο δεδικασμένο που απέρεε από την με αριθμό 317/2010 τελεσίδικη (και ήδη αμετάκλητη) απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου.
Σχετικά δε με το αιτούμενο αγωγικό κονδύλιο, που αφορούσε την επιδίκαση παγίων επιδομάτων, για το από 13-12-2010 έως 30-08-2016 χρονικό διάστημα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε, μετά από την εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, ως προς το ενδιαφέρον εν προκειμένω μέρος και κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα: "...
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων κατά τον χρόνο του ενδίκου ατυχήματος, λάμβανε μηνιαίως τα εξής επιδόματα: νυκτερινό επίδομα, επίδομα Κυριακής αργίας ημέρας, επίδομα Κυριακής αργίας νυκτός, επίδομα οδηγού υπηρεσιακού οχήματος, επίδομα οίκοι επιφυλακής, ανερχόμενα κατά μέσο όρο στο συνολικό ποσό των 636,50 ευρώ.
Ήδη, με την υπ' αριθμ. 57/2015 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, κρίθηκε ότι εάν δεν μεσολαβούσε ο προαναφερόμενος τραυματισμός του, με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα συνέχιζε να εργάζεται στην ως άνω εργασία του και θα αποκόμιζε από την εργασία του αυτή τα προαναφερόμενα επιδόματα, κατά το διάστημα από τον τραυματισμό του έως τη σύνταξη της ένδικης αγωγής, ήτοι το συνολικό ποσό των 31.825 (= 636,50 ευρώ - κατά μέσο όρο μηνιαίως - Χ 50 μήνες).
Με την υπό κρίση αγωγή του ο ενάγων επανέρχεται αιτούμενος για την ίδια ως άνω αιτία (ως πάγια επιδόματα) αφενός το ποσό των 35.367,68 ευρώ από την 13-12-2010 (επομένη της από 12-12-2010 αγωγής του) έως 30-07-2015 (άσκηση της υπό κρίση αγωγής) και το ποσό των 8.274,50 ευρώ από 01-08-2015 έως 30-08-2016 (μέχρι την συνταξιοδότησή του αν ήταν υγιής).
Τα ως άνω ποσά, που είχαν απορριφθεί από την υπ' αριθμ. 57/2015 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, ως προώρως ασκηθέντα, αποδεικνύεται ότι πρέπει να καταβληθούν στον ενάγοντα, καθώς αποδείχθηκε ότι αν δεν είχε τραυματιστεί και τουλάχιστον μέχρι την κανονική του συνταξιοδότηση, θα εισέπραττε τα αιτούμενα πάγια επιδόματα (νυκτερινό επίδομα, επίδομα Κυριακής αργίας ημέρας, επίδομα Κυριακής αργίας νυκτός, επίδομα οδηγού υπηρεσιακού οχήματος, επίδομα οίκοι επιφυλακής), καθώς αποδείχθηκε ότι θα ελάμβανε τα επιδόματα αυτά έως 30-08-2016, καθώς από τον Απρίλιο του έτους 2015 και έπειτα δεν έγιναν νέες περικοπές στα ανωτέρω επιδόματα λόγω της οικονομικής κρίσης.
Επομένως, ο ενάγων εξαιτίας της ανικανότητάς του προς εργασία απώλεσε για το χρονικό διάστημα από 01-05-2015 έως 30-08-2016, ήτοι για χρονικό διάστημα 16 μηνών, το ποσό των 636,50 ευρώ μηνιαίως και συνολικά το ποσό των 10.184 ευρώ. Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι για το χρονικό διάστημα από 13-12-2010 έως 30-04-2015 το κονδύλιο δεν προσβάλλεται με λόγο έφεσης από τον ενάγοντα και ήδη εκκαλούντα ....".
Ακολούθως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου της ενδίκου έφεσης, ως βάσιμου και κατ' ουσίαν, εξαφάνισε, για το ενιαίο της εκτέλεσης στο σύνολό της αλλά μόνο κατά την οριστική της διάταξη, την εκκληθείσα οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε απορρίψει το σχετικό αγωγικό κονδύλιο, για το χρονικό διάστημα από 01-05-2015 έως 30-08-2016, επιδικάζοντας μικρότερα ποσά και, αφού κράτησε την υπόθεση προς κατ' ουσίαν εκδίκαση, κατά το μέρος αυτό, δέχθηκε την ένδικη αγωγή και υποχρέωσε τους εναγομένους, ευθυνομένους αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, να καταβάλουν στον ενάγοντα το συνολικό χρηματικό ποσό των σαράντα τριών χιλιάδων εξακοσίων δέκα πέντε ευρώ και δέκα οκτώ λεπτών (43.615,18) για συνολικά χρονικό διάστημα 68 μηνών και 17 ημερών, σε μηνιαίες δόσεις των εξακοσίων (600,00) ευρώ η κάθε μία, καταβλητέες εντός του πρώτου πενθημέρου εκάστου μηνός, αρχής γενομένης από την επίδοση της αγωγής με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την εξόφληση.
Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του τον αυτοτελή ισχυρισμό, καταλυτικό των επιδίκων αξιώσεων του ενάγοντος, που θεμελίωνε την ένσταση πενταετούς παραγραφής από το άρθρο 937 του Α.Κ., την οποία, όπως οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν, πρότειναν παραδεκτώς στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και νομότυπα επανέφεραν στο Εφετείο με τις από 15-05-2019 προτάσεις τους.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτώς, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση των πρακτικών δημόσιας συνεδριάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και των προτάσεων των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων προκύπτει ότι, κατά των αξιώσεων που άσκησε ο αντίδικός τους με την τελευταία από 30-07-2015 αγωγή του, οι οποίες αφορούσαν, μεταξύ άλλων, την επιδίκαση απωλεσθέντων παγίων επιδομάτων του χρονικού διαστήματος από 13-12-2010 έως 30-08-2016, προέβαλαν την, κατ' άρθρο 937 του Α.Κ., ένσταση πενταετούς παραγραφής, για το λόγο ότι η προαναφερθείσα αγωγή επιδόθηκε στην πρώτη των αναιρεσειόντων στις 12-08-2015 - επισημαίνεται ότι, οι δεύτερος και τρίτος αυτών ανέφεραν μόνο το χρονικό σημείο έναρξης της παραγραφής, όχι όμως και τον χρόνο επιδόσεως σ' αυτούς της αγωγής - ήτοι μετά την παρέλευση πενταετίας από τον χρόνο που έλαβε χώρα το ένδικο εργατικό ατύχημα, αφότου ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, έλαβε γνώση των υποχρέων προς αποζημίωσή του.
Ως προς την ένσταση της παραγραφής, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε αυτήν ως νόμιμη και απέρριψε αυτήν κατ' ουσίαν, με την ειδικότερη αιτιολογία ότι: "... τα ως άνω επιδόματα, για το περαιτέρω χρονικό διάστημα από εκείνο που του είχε επιδικαστεί με την υπ' αριθμ. 57/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, είχαν ήδη ζητηθεί από τον ενάγοντα με την από 12-12-2010 αγωγή του και απορρίφθηκαν τελεσίδικα ως προώρως ασκηθέντα, επομένως, δεν έχουν υποπέσει στην πενταετή παραγραφή ...".
Επίσης, όπως προκύπτει από τις από 15-05-2019 προτάσεις των αναιρεσειόντων, ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, οι εναγόμενοι, ως εφεσίβλητοι, επανέφεραν τον και πρωτοδίκως προβληθέντα ισχυρισμό τους περί παραγραφής των επιδίκων αξιώσεων, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης του ενάγοντος.
Ωστόσο, από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, ιδίως δε του προγενεστέρου από 12-12-2010 αγωγικού δικογράφου, με αντικείμενο αποζημίωση από την ίδια αδικοπραξία (τραυματισμός του ενάγοντος κατά το ένδικο εργατικό ατύχημα κατά των ιδίων εναγομένων, ήτοι με την ίδια ιστορική και νομική αιτία με την ένδικη αγωγή), προκύπτει ότι οι επίδικες αξιώσεις είχαν περιληφθεί στην ασκηθείσα προγενέστερη ως άνω αγωγή του, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 57/2015 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου.
Με την απόφαση αυτή, όπως παραπάνω αναφέρθηκε, εκτός των άλλων κονδυλίων, επιδικάσθηκε και το συνολικό χρηματικό ποσό των τριάντα μίας χιλιάδων οκτακοσίων είκοσι πέντε (31.825,00) ευρώ, ως αποζημίωση για την απώλεια επιδομάτων, κατά το χρονικό διάστημα από τον τραυματισμό του ενάγοντος έως την σύνταξη της αγωγής εκείνης (12-12-2010), ενώ το επιπλέον αιτούμενο, για την ίδια αιτία, ποσό των σαράντα έξι χιλιάδων οκτακοσίων (46.800,00) ευρώ, που αφορούσε το μετέπειτα χρονικό διάστημα, ήτοι έως τον Νοέμβριο του έτους 2016, απορρίφθηκε ως προώρως ασκηθέν.
Επομένως, ο ως άνω ισχυρισμός τους, ως ένσταση παραγραφής, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, δεδομένου ότι οι προβάλλοντες την ένσταση δεν επικαλέστηκαν, για το ορισμένο αυτής, ότι οι ένδικες αξιώσεις του παθόντος ενάγοντος ήταν εξ αρχής προβλεπτές (δηλαδή από την άσκηση της προγενέστερης από 12-12-2010 αγωγής), στοιχείο το οποίο, κατά τα προαναφερθέντα, είναι απαραίτητο για τη θεμελίωση της βάσης της ένστασης αυτής, ήταν απορριπτέος ως μη νόμιμος, εφόσον καθ' υποφοράν με την ένδικη αγωγή του, ο ενάγων προέβαλε αντένσταση διακοπής της παραγραφής της ενδίκου αξιώσεώς του, για το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, αναφέροντας ότι το κεφάλαιο αυτό, απορρίφθηκε, ως προώρως ασκούμενο, με την με αριθμό 57/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, αφορά δηλαδή το κονδύλιο αυτό απρόβλεπτη ζημία, για την οποία θεμελιώνεται νέα παραγραφή, καθώς συνέχιση της παραγραφής είναι ασύμβατη με απρόβλεπτη ζημία.
Έτσι, λαμβανομένου υπόψη ότι το εργατικό ατύχημα έλαβε χώρα στις 22-07-2006, με την άσκηση της προγενέστερης από 12-12-2010 αγωγής του, διακόπηκε η παραγραφή των εν λόγω αξιώσεών του και μάλιστα χωρίς να έχει υποχρέωση επανασκήσεως αυτής εντός έξι (6) μηνών από την τελεσίδικη απόρριψή της, προκειμένου να θεωρηθεί διακοπείσα η παραγραφή από την άσκηση της προγενέστερης αγωγής του, μετά την τελεσίδικη απόρριψή της, εφόσον η εν λόγω αξίωση απορρίφθηκε, ως προώρως ασκηθείσα και όχι για τυπικό λόγο, οπότε θα ήταν εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 263 Α.Κ., η οποία επιτάσσει επανέγερση της αγωγής εντός εξαμήνου, προκειμένου να θεωρηθεί η παραγραφή διακοπείσα με την προηγούμενη αγωγή (Α.Π. 416/2019, Α.Π. 1445/2018, Α.Π. 2153/2013, Α.Π. 2076/2006, Α.Π. 122/2006).
Επομένως, νέα παραγραφή άρχισε από την στιγμή που ο ενάγων μπόρεσε να προσδιορίσει την προβλεπτή πλέον ζημία του, του διαστήματος από 13-12-2010 έως τον Νοέμβριο του 2016, που με την ως άνω με αριθμό 57/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου είχε τελεσιδίκως κριθεί "αβέβαιη", αφού, όπως κατά λέξη εκθέτει στην ένδικη αγωγή του: "Ήδη ήρθη η αβεβαιότητα που αναφέρει η ως άνω απόφαση για όλο αυτό το χρονικό διάστημα από 13-12-2010 έως και σήμερα, αλλά και έως την συνταξιοδότησή μου την 30-08-2016 και για την οποία επιφυλάχθηκα, εφόσον είναι βέβαιο ότι θα ελάμβανα τις επίδικες αποδοχές.
Διότι, παρά την δύσκολη οικονομική συγκυρία που ταλανίζει τη χώρα μας τα τελευταία χρόνια και η οποία προφανώς είναι η αιτία της επιφυλάξεως της ως άνω εφετειακής αποφάσεως, οι συνάδελφοί μου στην ίδια υπηρεσία λαμβάνουν μέχρι σήμερα τις ως άνω αποδοχές, οι οποίες την τελευταία αυτή πενταετία ουδόλως μειώθηκαν.
Και επομένως μετά βεβαιότητας και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων τις αποδοχές αυτές θα ελάμβανα και εγώ χωρίς καμμία απολύτως αμφιβολία ...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, η ένσταση των εναγομένων περί πενταετούς παραγραφής των επιδίκων αγωγικών αξιώσεων του ενάγοντος, την οποία σιγή απέρριψε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ήταν μη νόμιμη και, ως εκ τούτου, ο εξεταζόμενος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο, όπως εκτιμάται, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 247, 251, 261, 263, 298, 914, 937 παρ. 1 του Α.Κ., υποπίπτοντας στην πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Περαιτέρω, με τον δέκατο λόγο της αίτησης αναίρεσης, προσάπεται στην προσβαλλομένη απόφαση, κατά την εκτίμηση του νοηματικού περιεχομένου του αντίστοιχου λόγου, η αναιρετική αιτίαση εκ του αριθμού 16 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο, που απορρέει από την με αριθμό 57/2015 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου.
Στην προκειμένη περίπτωση από τα παραδεκτώς, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκοπούμενα πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως και τις προτάσεις των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, καθώς και τις από 15-05-2019 προτάσεις τους, προκύπτει ότι αυτοί επανέφεραν τον και πρωτοδίκως προβληθέντα ως άνω ισχυρισμό τους, ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.
Την ένσταση αυτή, είχε απορρίψει το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως μη νόμιμη, με την ειδικότερη αιτιολογία ότι: "...η ως άνω ένσταση των εναγομένων, ερειδόμενη στο άρθρο 321 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη, καθώς το κονδύλιο απορρίφθηκε ως προώρως ασκηθέν, χωρίς εντεύθεν να δημιουργείται ως προς τούτο δεδικασμένο, γιατί δεν πρόκειται για τομή οριστική της διαφοράς επί της ουσίας ...".
Από το προαναφερόμενο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο, που εξέδωσε αυτή, δεν ερεύνησε τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων δεδικασμένου, καθόσον αφορά στο κονδύλιο περί απωλεσθέντων επιδομάτων του επιδίκου χρονικού διαστήματος, προκύπτοντος, όπως οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν, από την με αριθμό 57/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, με την οποία απορρίφθηκε ως πρωώρως ασκηθέν το ίδιο κονδύλιο και, συνεπώς, σύμφωνα με τη σχετική νομική σκέψη που αναφέρθηκε παραπάνω, δεν στοιχειοθετείται λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ για παραβίαση δεδικασμένου, ως προς το εν λόγω κονδύλιο, αφού για να γίνει δεκτός ο λόγος αυτός, έπρεπε το δικαστήριο να δέχτηκε εσφαλμένως ή να αρνήθηκε εσφαλμένως να δεχτεί δεδικασμένο από προηγούμενη τελεσίδικη απόφαση μεταξύ των διαδίκων.
Ανεξάρτητα από αυτά, από την επισκόπηση της με αριθμό 57/2015 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, προκύπτει ότι η δίκη εκείνη, επί της οποίας εκδόθηκε αυτή, αποτελεί δεδικασμένο για τη νέα δίκη αποζημίωσης με την ίδια ιστορική και νομική αιτία, εκτός των άλλων, για τα επιδόματα κατά το χρονικό διάστημα από τον τραυματισμό του ενάγοντος έως την σύνταξη της αγωγής εκείνης (12-12-2010), όχι όμως και για τις ζημίες που αφορούν τον μεταγενέστερο χρόνο, ήτοι κατά το από 13-12-2010 έως 30-08-2016 χρονικό διάστημα (επίδικο), οι οποίες δεν είχαν καταστεί αντικείμενο έρευνας από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την αγωγή εκείνη, αφού απορρίφθηκαν ως προώρως ασκηθείσες, όπως δέχτηκε και η προσβαλλομένη απόφαση, σύμφωνα δε με όσα αναλυτικά αναπτύχθηκαν στην προηγηθείσα μείζονα νομική σκέψη της απόφασης, η τελεσίδικη απόφαση με την οποία απορρίπτεται η αγωγή, ως προώρως ασκηθείσα δεν παράγει δεδικασμένο, ως προς τούτο, διότι με αυτή δεν τέμνεται η διαφορά.
Επομένως, ο ως άνω λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Κατά το άρθρο 281 του Α.Κ., η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε, υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.
Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από την συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμα του. Απαιτείται ακόμη, οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της διαμορφωθείσης καταστάσεως, υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρηθείσης για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διατάξεως διαγραφομένων ορίων.
Η ειρημένη δε αδράνεια του δικαιούχου, που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες, αρκούσης της επελεύσεως δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων, πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα, πλην ελάσσονα του δια την παραγραφή του δικαιώματος υπό του νόμου προβλεπομένου, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του (Ολ.
Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 7/2002, Ολ. Α.Π. 8/2001) Στην προκειμένη περίπτωση, οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες προέβαλαν πρωτοδίκως με συνοπτική προφορική δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και αναπτύχθηκε στις προτάσεις τους, την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου να ζητήσει με την ένδικη αγωγή του την επιδίκαση επιδομάτων.
Συγκεκριμένα για τη θεμελίωση της ενστάσεώς τους αυτής, κατά παραδοχή της οποίας ζήτησαν την απόρριψη της αγωγής, ισχυρίσθηκαν ότι ο ενάγων καταχρηστικά ασκεί το δικαίωμά του μετά την πάροδο εννέα (9) ετών από το επίδικο ατύχημα. Την ένσταση αυτή, την οποία απέρριψε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως μη νόμιμη, με την ειδικότερη αιτιολογία ότι: "...
μόνη η αδράνεια του δικαιούχου να ασκήσει το συγκεκριμένο δικαίωμα δεν καθιστά την άσκησή του καταχρηστική οι δε εναγόμενοι δεν επικαλούνται ότι συντρέχουν και άλλα περιστατικά ή ειδικές συνθήκες και περιστάσεις που προέρχονται από την συμπεριφορά του ενάγοντος, από τα οποία, ενόψει και της αδρανείας του, να δημιουργήθηκε ευλόγως σε αυτούς η πεποίθηση της μη ενασκήσεως του δικαιώματός του ...", επανέφεραν οι αναιρεσείοντες ενώπιον του Εφετείου με τις από 15-05-2019 προτάσεις τους.
Τον ισχυρισμό τους αυτόν σιγή απέρριψε το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του. Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ., αφού τα επικαλούμενα πιο πάνω περιστατικά, ήτοι μόνο η επικαλούμενη μακροχρόνια αδράνεια στην άσκηση του δικαιώματος του ενάγοντος, δεν αρκούν για την θεμελίωση κατά νόμο καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματός του, ώστε να εμπίπτουν στην θεσπιζόμενη από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
απαγόρευση και, ως εκ τούτου, ο σχετικός ισχυρισμός των εναγομένων ήταν μη νόμιμος. Επομένως, ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ όγδοος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Εξάλλου, οι ενιαίως κρινόμενοι από το άρθρο 559 του ΚΠολΔ αριθμός 9 πέμπτος, ενδέκατος και ένατος λόγοι αναιρέσεως, οι οποίοι συνίσταται στο ότι το Εφετείο παρέλειψε να απαντήσει στους παραδεκτώς προταθέντες ως άνω ισχυρισμούς τους περί παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων του αντιδίκου τους, δεδικασμένου και καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματός του, αντίστοιχα, πρέπει να απορριφθούν.
Ειδικότερα, προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες η, κατ' ορθή εκτίμηση των προς θεμελίωσή τους εκτιθεμένων, από το άρθρο 559 αριθμός 8 του ΚΠολΔ, αιτίαση (όχι από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο, αφού, όπως προαναφέρθηκε, ως αίτηση, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 9 ΚΠολΔ, νοείται η αίτηση που αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης, όχι δε και οι ενστάσεις ή αντενστάσεις, οι οποίες εμπίπτουν στον από τον αριθμό 8 του ιδίου άρθρου λόγο αναιρέσεως) ότι παρά το νόμο, η προσβαλλομένη απόφαση δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, απορρίπτοντας σιωπηρά τις προταθείσες ως άνω ενστάσεις τους.
Εφόσον, όμως, οι ισχυρισμοί τους αυτοί ήταν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, νομικά αβάσιμοι και, ως εκ τούτου, δεν ασκούσαν επίδραση στην έκβαση της δίκης, η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να αποφανθεί ειδικά επ' αυτών, δεν ιδρύει τους εκτιμώμενους από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους αναιρέσεως, οι οποίοι κατόπιν αυτού πρέπει να απορριφθούν, ως απαράδεκτοι.
Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περιπτ. γ'του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.
Δεν επιβάλλεται, όμως, η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι, από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (Ολ.
Α.Π. 8/2016, Ολ. Α.Π. 42/2002). Για να ιδρυθεί δηλαδή ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα (στα οποία περιλαμβάνονται οι μάρτυρες και τα έγγραφα), να καταλείπονται με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις, για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης, επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (Ολ.
Α.Π. 2/2008, Α.Π. 322/2011, Α.Π. 371/2009). Ειδικότερα, πρέπει το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο (έγγραφο) να αφορά, ως εκ του περιεχομένου του, ισχυρισμό που ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, κατά συνέπεια, μπορούσε να επηρεάσει αποφασιστικά το συμπέρασμα του δικανικού συλλογισμού, αφού μόνο ένα τέτοιο ουσιώδες γεγονός μπορεί, κατά την έννοια του άρθρου 335 του ΚΠολΔ, να καταστεί αντικείμενο απόδειξης (Ολ.
Α.Π. 42/2002, Α.Π. 237/2019, Α.Π. 1588/2011, Α.Π. 1652/2009, Α.Π. 331/2004). Περαιτέρω, από την ως άνω διάταξη του αριθμού 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 106 του ιδίου Κώδικα, που καθιερώνει το συζητητικό σύστημα στην πολιτική δίκη, δηλαδή της ενέργειας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, προκύπτει ότι ο σχετικός λόγος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, όπως είναι τα έγγραφα, τα οποία ο αναιρεσείων είχε επικαλεσθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμών, που είχαν προταθεί νομίμως και ασκούσαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ανεξαρτήτως εάν αυτά τα είχε προσκομίσει ο ίδιος ή ο αντίδικός του (Α.Π. 759/2018, Α.Π. 161/2017, Α.Π. 1967/2009, Α.Π. 1212/2009, Α.Π. 774/1996, Α.Π. 710/1991).
Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτή προκύπτει η ταυτότητά του (Ολ. Α.Π. 14/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δωδέκατο λόγο αναίρεσης, όπως το όλο περιεχόμενό του προσηκόντως εκτιμάται, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του την έκθεση επίδοσης της ένδικης αγωγής, ούτε την επισημείωση της επίδοσής της, επί του προσκομισθέντος με επίκληση αντιγράφου της αγωγής, έγγραφα δηλαδή που είχαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δεδομένου ότι με βάση αυτά θα αποδεικνυόταν η προβληθείσα από αυτούς ένσταση της πενταετούς παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων του ενάγοντος.
Όμως, τα έγγραφα αυτά δεν θα χρησίμευαν προς απόδειξη του περί παραγραφής ισχυρισμού τους, με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού σύμφωνα με όσα παραπάνω αναφέρθηκαν, η ένσταση αυτή ήταν μη νόμιμη. Επομένως, ο περί του αντιθέτου λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, όπως επίσης απορριπτέος κρίνεται, ως απαράδεκτος και ο συναφής δέκατος τρίτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αληθώς εκ του αριθμού 11 περ.
γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι οι διαλαμβανόμενοι σχετικοί ισχυρισμοί, που αποτελούν εν πολλοίς επανάληψη του ως άνω δωδέκατου λόγου αναιρέσεως, δεν συνιστούν "πράγμα" και, ως εκ τούτου, δεν ιδρύουν τον εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως. Στη συνέχεια δε και σε συνάρτηση με τον δωδέκατο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες με τον δέκατο τέταρτο λόγο, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια, κατ' ορθή υπαγωγή από τον αριθμό 11 περ.
γ' του άρθρου 559 ΚΠοΔ (και όχι από τον αριθ. 8, όπως στο αναιρετήριο αναφέρεται), ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα πρακτικά της με αριθμό 56/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., στα οποία περιέχεται η επ' ακροατηρίου κατάθεση του μάρτυρος αποδείξεως. Όμως, από την ρητή διαβεβαίωση, που περιέχεται στην σελίδα 9 της προσβαλλόμενης απόφασης ότι: "...από την επανεκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα του ενάγοντος που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του ιδίου Δικαστηρίου, τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα και τις προσκομιζόμενες από τον ενάγοντα φωτογραφίες, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητήθηκε (άρθρα 444, 448 και 457 ΚΠολΔ), καθώς και τις υπ' αριθμ. 196/2008 και 197/2008 ένορκες βεβαιώσεις, που νομίμως επικαλείται και προσκομίζει ο ενάγων, οι οποίες λαμβάνονται υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια, καθώς ελήφθησαν στα πλαίσια άλλης δίκης μεταξύ των ιδίων διαδίκων...", σε συνδυασμό με το, χωρίς αντιφάσεις και ανεπάρκειες, αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, καθίσταται αναμφίβολο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, στην περί των πραγμάτων κρίση του, κατέληξε αφού έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, μεταξύ των λοιπών αποδεικτικών μέσων, την κατάθεση του πιο πάνω μάρτυρα.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου λόγος αναίρεσης, είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί. Επισημαίνεται ότι, με τις λοιπές διαλαμβανόμενες στον ως άνω αναιρετικό λόγο περαιτέρω αιτιάσεις, με βάση το περιεχόμενο της κατάθεσης του εξετασθέντος μάρτυρος αποδείξεως, πλήττεται απαραδέκτως, υπό την επίφαση συνδρομής της ίδιας αναιρετικής πλημμέλειας, η επί της ουσίας ακυρωτικά ανέλεγκτη κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και, επομένως, κατά το μέρος αυτό είναι απαράδεκτες (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ).
Περαιτέρω, με τον δέκατο πέμπτο και τελευταίο λόγο της αίτησης αναίρεσης, προσάπτεται η αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλομένη απόφασή του υπέπεσε στην προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι παραβίασε την καθιερούμενη με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας, για το λόγο ότι: "...
με την επιδίκαση και των αιτουμένων χρηματικών ποσών, θα παραβιαστεί η συνταγματική αρχή της αναλογικότητας ...". Ο ερευνώμενος αυτός λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος και τούτο διότι η αρχή της αναλογικότητας που προβλέπεται στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, δεν βρίσκει έδαφος εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση, αφού τα επιδόματα προβλέπονται εκ του νόμου, είτε σε σταθερά ποσά, είτε αναλόγως των ωρών εργασίας και δεν επιδικάζονται κατά την εύλογη κρίση του Δικαστηρίου έτσι ώστε να υπάρχει έδαφος εφαρμογής της πιο πάνω αρχής.
Στο άρθρο 2 του ν. 4001/2011 "Για τη λειτουργία Ενεργειακών Αγορών Ηλεκτρισμού και Φυσικού Αερίου για Έρευνα, Παραγωγή και δίκτυα μεταφοράς Υδρογονανθράκων και άλλες ρυθμίσεις" (ΦΕΚ Α' 179), με τον οποίο μεταφέρθηκε στο εσωτερικό δίκαιο, μεταξύ άλλων η Οδηγία 2009/72/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Ιουλίου 2009 "Σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας..." (EE L 211 της 14.08.2009) δίδονται οι ορισμοί των εννοιών "Διανομή ηλεκτρικής ενέργειας" (άρθρο 2 παρ. 3 περ.
ζ'), "διαχειριστής δικτύου διανομής" (άρθρο 2 παρ. 3 περ. ι') και "Ελληνικό Δίκτυο Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας" (ΕΔΔΗΕ) (άρθρο 2 παρ. 3 περ. ιδ'). Περαιτέρω, στην παρ. 1 του άρθρου 122 του ανωτέρω νόμου ορίζεται ότι: "Η κυριότητα του ΕΔΔΗΕ ανήκει αποκλειστικά στη ΔΕΗ Α.Ε....", ενώ στο άρθρο 123 προβλέπεται ότι: "1. Εντός οκτώ (8) μηνών από τη θέση σε ισχύ του παρόντος νόμου η ΔΕΗ Α.Ε.
υποχρεούται να προβεί στο νομικό και λειτουργικό διαχωρισμό της δραστηριότητας της διαχείρισης του ΕΔΔΗΕ από τις λοιπές δραστηριότητες της κάθετα ολοκληρωμένης επιχείρησής της, με την εισφορά του Κλάδου Διανομής στη θυγατρική της εταιρεία με την επωνυμία "Διαχειριστής Ελληνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας Α.
Ε." (ΔΕΔΔΗΕ Α.Ε.). 2. Η απόσχιση του ως άνω κλάδου πραγματοποιείται με τη διαδικασία και τους όρους του παρόντος νόμου, των άρθρων 68 έως 79 του κ.ν. 2190/1920, καθώς και των άρθρων 1 έως και 5 του ν. 2166/1993, με αναλογική εφαρμογή των παρεκκλίσεων που προβλέπονται στο άρθρο 98... 3. Η ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ υποκαθίσταται, ανεξαρτήτως του χρόνου γενέσεως τους, σε όλα εν γένει τα δικαιώματα, τις υποχρεώσεις και τις έννομες σχέσεις της ΔΕΗ Α.Ε., που αφορούν τον εισφερόμενο κλάδο...
Η μεταβίβαση αυτή εξομοιώνεται με καθολική διαδοχή και από την ημερομηνία της καταχώρισης στο μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών της σχετικής εγκριτικής απόφασης, η ΔΕΗ Α.Ε. απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση έναντι οποιουδήποτε τρίτου, περιλαμβανομένου του Δημοσίου και των ασφαλιστικών ταμείων, ως προς τις οποίες υποκαθίσταται κατά τα ανωτέρω η ΔΕΔΔΗΕ Α.Ε.... 4.
Οι εκκρεμείς δίκες συνεχίζονται αυτοδικαίως από τη ΔΕΔΗΕ Α.Ε...". Ενόψει των ανωτέρω προβλέψεων του ν. 4001/2011, με την από 17.2.2012 απόφαση της Γενικής Συνελεύσεως της εταιρίας με την επωνυμία "Δ.Ε.Η. ΡΟΔΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΕΛΕΤΗΣ, ΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ, ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΚΑΙ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗΣ ΣΤΑΘΜΟΥ ΗΛΕΚΤΡΟΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΡΟΔΟΥ", θυγατρικής της Δ.Ε.Η.
Α.Ε. κατά 100%, μετονομάσθηκε η εν λόγω εταιρία σε "Διαχειριστής Ελληνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας Α.Ε." ("ΔΕΔΔΗΕ Α.Ε.", καταχώρηση στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιριών στις 21.02.2012, Φ.Ε.Κ., Τεύχος Α.Ε., Ε.Π.Ε. και Γ.Ε.ΜΗ 1452/28.02.2012) και εν συνεχεία, με την υπ' αριθμ. 6263/12/23.4.2012 απόφαση της Περιφέρειας Αττικής, η οποία καταχωρήθηκε αυθημερόν στο Μ.Α.Ε. (Φ.Ε.Κ., Τεύχος Α.Ε.
Ε.Π.Ε. και Γ.Ε.Μ.Η. 2981/30.4.2012), εγκρίθηκε η συγχώνευση με απορρόφηση του αποσχισθέντος κλάδου Διανομής της Δ.Ε.Η. από την ανώνυμη εταιρία "ΔΕΔΔΗΕ A.E.". Από την τελευταία πιο πάνω καταχώριση της απόσχισης του κλάδου διαχείρισης του ΕΔΔΗΕ και την εισφορά αυτού στην ΔΕΔΔΗΕ, η τελευταία υποκαθίσταται αυτοδικαίως και ταυτόχρονα, χωρίς άλλη διατύπωση, σε όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις της ΔΕΗ, σχετικά με την ΕΔΔΗΕ.
Οι εκκρεμείς δίκες συνεχίζονται αυτοδικαίως από την απορροφούσα εταιρεία, ή κατ' αυτής, χωρίς καμιά ειδικότερη διατύπωση από μέρους της για τη συνέχιση και χωρίς να επέρχεται, λόγω εισφοράς του κλάδου αυτού στην ΔΕΔΔΗΕ, βίαιη διακοπή της δίκης και χωρίς να απαιτείται δήλωση επανάληψή τους, ενώ, η διάταξη του άρθρου 479 του Α.Κ.
δεν εφαρμόζεται στην πιο πάνω περίπτωση, στην οποία, όπως προαναφέρθηκε, επέρχεται από το νόμο καθολική διαδοχή (Α.Π. 2097/2014, πρβλ. Α.Π. 1408/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης και υπό την επίκληση του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες αφού παραθέτουν το περιεχόμενο της ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 123 εδ. 4 του Ν. 4001/2011, προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν κήρυξε απαράδεκτη την ένδικη αγωγή, ελλείψει παθητικής νομιμοποιήσεως, με τον ισχυρισμό ότι κατά τη σύσταση της ΔΕΔΔΗΕ Α.Ε., η ανοιγείσα δίκη με την ένδικη από 30-07-2015 αγωγή δεν ήταν εκκρεμής.
Ο ως άνω λόγος αναιρέσεως, ο οποίος, αν και εντάσσεται από τους αναιρεσείοντες στον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, εκτιμάται ότι αποδίδεται πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος καθόσον η ένδικη αγωγή περιελάμβανε όλα τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία για την παθητική νομιμοποίηση της πρώτης αναιρεεσείουσας ως οιονεί καθολικής διαδόχου του κλάδου διανομής της Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού (Α.Ε.) ("Δ.Ε.Η.
Α.Ε.") (άρθρο 123 του Ν. 4001/2011). Ειδικότερα, από τα διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης, τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ το Δικαστήριο, για τον έλεγχο της βασιμότητας του σχετικού λόγου αναίρεσης προκύπτει ότι, εφόσον κατά τον κρίσιμο στην υπόθεση χρόνο είχε επέλθει ήδη διαχωρισμός του Κλάδου διανομής του δικτύου της "ΔΕΗ Α.Ε.", από τη διαχείριση του οποίου προέρχονταν οι αγωγικές αξιώσεις και είχαν εισφερθεί στην ΔΕΔΔΗΕ Α.Ε., η οποία από την καταχώριση της απόσχισης στις 30-4-2012 στο Μ.Α.Ε. (ΦΕΚ τεύχος Α.Ε., Ε.Π.Ε.
και ΓΕΜΗ) κατέστη καθολική διάδοχος όλων των υποχρεώσεων, που είχαν δημιουργηθεί από τη μέχρι τότε δραστηριότητα του Κλάδου διανομής του δικτύου της "ΔΕΗ Α.Ε.", υποκατασταθείσα, ανεξαρτήτως του χρόνου γενέσεως αυτών, σε όλα εν γένει τα δικαιώματα, τις υποχρεώσεις και τις έννομες σχέσεις της "Δ.Ε.Η. Α.Ε.", που αφορούν τον εισφερόμενο κλάδο, κατά την παρ. 3 του άρθρου 123 του Ν. 4001/2011, παραδεκτώς ο ενάγων και υπό την επίκληση των παρ. 1, 3 και 4 του άρθρου 123 του Ν. 4001/2011, απηύθηνε την ένδικη αγωγή του κατά της "ΔΕΔΔΗΕ Α.Ε.", η οποία παραστάθηκε νομίμως κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, χωρίς να αντιλέξει για τη συμμετοχή της στη δίκη, ενώ με τις προτάσεις που υπέβαλε, δέχθηκε ότι είναι καθολική διάδοχος της "ΔΕΗ Α.Ε.", όσον αφορά τις ένδικες απαιτήσεις.
Επομένως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν παραβίασε τις διατάξεις που αναφέρονται στη μείζονα σκέψη που αμέσως παραπάνω προηγήθηκε και, ως εκ τούτου, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.
Με τη διάταξη του αριθμού 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε, ως προς το έγγραφο, σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου (σφάλμα ανάγνωσης), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι το έγγραφο αυτό περιελάμβανε, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα του αναιρετικού ελέγχου. Παραμόρφωση εγγράφου κατά την έννοια του παραπάνω αναιρετικού λόγου συνιστά και η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης (Α.Π. 922/2018, Α.Π. 1195/2018, Α.Π. 1276/2017, Α.Π. 1219/2014, Α.Π. 355/2012, Α.Π. 1440/2002).
Για να θεμελιωθεί όμως ο λόγος αυτός, δεν αρκεί μόνο η εσφαλμένη ανάγνωσή του εγγράφου, αλλά απαιτείται επιπλέον το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα επί του ουσιώδους ισχυρισμού, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο αυτό, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει με άλλα αποδεικτικά έγγραφα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ.
Α.Π. 2/2008). Για να είναι δε ορισμένος και συνεπώς παραδεκτός ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης πρέπει να αναγράφονται στο αναιρετήριο: α) το έγγραφο που παραμορφώθηκε, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, β) το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου (κατά λέξη παρατιθέμενο), γ) το διαφορετικό περιεχόμενο που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι έχει το έγγραφο αυτό, ούτως ώστε από τη σύγκριση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, με εκείνο που φέρεται να δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση να υπάρχει η δυνατότητα κρίσης από τον Άρειο Πάγο περί της ύπαρξης διαγνωστικού σφάλματος κατά την ανάγνωση του εγγράφου, δ) ο ουσιώδης ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, ε) η επιρροή που είχε η λανθασμένη ανάγνωση του εγγράφου στο διατακτικό της απόφασης, δηλαδή το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, εξαιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου και στ) να εκτίθεται (ή να προκύπτει) ότι πρόκειται για έγγραφο από εκείνα που προβλέπονται στα άρθρα 339 ή 432 του ΚΠολΔ (Α.Π. 1573/2006) και, επιπλέον, ότι του εγγράφου αυτού έγινε νόμιμη επίκληση στο δικαστήριο της ουσίας, όπου αυτό προσκομίσθηκε (Α.Π. 1311/2018, Α.Π. 1875/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο και τελευταίο από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρόσθετο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο των εκκαθαριστικών μισθοδοσίας των μηνών Σεπτεμβρίου 2005, Οκτωβρίου 2005, Νοεμβρίου 2005 και Δεκεμβρίου 2005, τα οποία κατά λέξη παραθέτουν και νόμιμα είχαν προσκομίσει και επικαλεστεί ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου με τις από 15-05-2019 προτάσεις τους, με συνέπεια, ενώ από τα έγγραφα αυτά προέκυπτε ότι ο μέσος όρος των επιδομάτων που ο ενάγων έλαβε τους τέσσερις τελευταίους μήνες του έτους 2005 ανερχόταν στο ποσό των τετρακοσίων είκοσι έξι ευρώ και εξήντα οκτώ λεπτών (426,68) μηνιαίως, το Δικαστήριο να καταλήξει σε εσφαλμένο συμπέρασμα ότι το ύψος των απωλεσθέντων επιδομάτων ανερχόταν στο επιδικασθέν ποσό των εξακοσίων τριάντα έξι ευρώ και εξήντα οκτώ λεπτών (636,68).
Με το παραπάνω περιεχόμενο, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, ανεξαρτήτως του ότι οι αναιρεσείοντες δεν αναφέρουν κατά τρόπο συνοπτικό, τις κρίσιμες παραδοχές του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, ως προς το ζήτημα αυτό, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δεν στήριξε την κρίση του περί των αποδεικτέων γεγονότων αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο στα ως άνω αναφερόμενα έγγραφα, αλλά συνεκτίμησε αυτά με τα λοιπά μνημονευόμενα στην απόφασή του αποδεικτικά στοιχεία και κατέληξε σε συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο το οποίο θεωρούν ως ορθό οι αναιρεσείοντες.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της, καθώς και οι με ιδιαίτερο δικόγραφο πρόσθετοι λόγοι αυτής. Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της απόφασης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 07-11-2019 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 59/08-11-2019 αίτηση αναίρεσης και τους από 06-08-2020 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 55/12-08-2020 δια ιδίου δικογράφου ασκηθέντες πρόσθετους λόγους αναίρεσης της με αριθμό 291/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου.
Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Νοεμβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Ιανουαρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ