Supreme Court allows appeal against lower court's dismissal of breach of contract claim regarding defective goods.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal against the Third Chamber of the Regional Court of Evia, which had dismissed the claim. The appellant argued that the lower court failed to consider specific allegations regarding the seller's intent to mislead and violated substantive law by not applying relevant provisions on breach of contract and tort liability. Consequently, the Court set aside the lower court's decision and remitted the case for substantive trial on the merits.
Legislator headnote
AI generatedArticles 495(3) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may allow an appeal when the lower court fails to consider relevant arguments or incorrectly applies substantive law provisions, thereby remitting the case for a new substantive trial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 14 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 14/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Δεκεμβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμης Εμπορικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΚΛΩΣΤΟΫΦΑΝΤΟΥΡΓΙΑ Γ. & Ν. Μ. Ο.Ε.", τελούσας υπό εκκαθάριση, που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Ανανιάδη και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "ΝΤΟΡΝΙΕ Ε.Π.Ε. (DORNIER GmbH)" που εδρεύει στην Γερμανία και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Κωνσταντίνα Φιλοπούλου και κατέθεσε προτάσεις.
Στο σημείο αυτό, εμφανίστηκε η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της κρινόμενης αίτησης σε μεταγενέστερη δικάσιμο, για τους λόγους που ανέπτυξε. Το Δικαστήριο, αφού διασκέφθηκε με την παρουσία και του Γραμματέα του, απέρριψε το αίτημα αναβολής και διέταξε την πρόοδο της δίκης.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/11/2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θηβών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 7195/2007 του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ως άνω ήδη αναιρεσείουσα με την από 26/2/2010 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 539/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 7195/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 3755/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών που εξαφάνισε την 8/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θηβών και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο ανωτέρω πρωτόδικο Δικαστήριο. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 34/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 61/2016 του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14/1/2017 αίτησή της και τους από 26/6/2017 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των πρόσθετων λόγων αυτής και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 14-1-2017 αίτηση αναίρεσης και τους από 26-6-2017 προσθέτους λόγους αυτής, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 61/2016 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας, που δέχτηκε τυπικά και απέρριψε στην ουσία την από 24-8-2015 έφεση της ενάγουσας (ήδη αναιρεσείουσας), υπό εκκαθάριση τελούσας Ελληνικής εταιρείας, κατά της 34/2015 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θηβών, το οποίο είχε απορρίψει την από 16-11-2005 αγωγή της α) ως απαράδεκτη, για έλλειψη διεθνούς δικαιοδοσίας τούτου προς εκδίκαση των αγωγικών αξιώσεών της από την επικαλούμενη σύμβαση πώλησης, δεκτής γενομένης της σχετικής ένστασης της ήδη αναιρεσίβλητης εναγομένης γερμανικής εταιρείας και β) ως μη νόμιμη κατά την περί αδικοπραξίας βάση της.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ και είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1). Παραδεκτοί εξάλλου, είναι και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, οι οποίοι ασκήθηκαν εμπρόθεσμα με ιδιαίτερο δικόγραφο, που επιδόθηκε νόμιμα στην αναιρεσίβλητη, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Πρέπει, επομένως, τα ανωτέρω δικόγραφα της αναίρεσης και των πρόσθετων αυτής λόγων να συνεκδικαστούν (άρθρα 246, 573 παρ.1, 569 ΚΠολΔ) και να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577) παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 579 παρ.1 Κ.Πολ.Δ αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνον εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση, κατά δε το άρθρο 581 παρ.1 και 2 του ίδιου Κώδικα, στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση εισάγεται και συζητείται με κλήση, μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις κατά το άρθ. 524 παρ. 1β'.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ, αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παρ. 1 και 2, (δηλαδή για υπέρβαση δικαιοδοσίας ή παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα), παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο, το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η αναίρεση της απόφασης και επομένως και η εξαφάνισή της μπορεί να είναι ολική ή μερική. Τούτο θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο έχουν προσβληθεί όλα ή κάποια από τα περισσότερα κεφάλαια αυτής. Ειδικότερα, η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναιρέσεως, δηλαδή κατά τα κεφάλαια, (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας), τα οποία αφορά ο δεκτός γενόμενος λόγος αναιρέσεως, καθώς και εκείνα που συνάπτονται αρρήκτως προς τα αναιρεθέντα.
Η έκταση αυτή της αναιρέσεως προκύπτει από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής αποφάσεως, κατισχύει κάθε αντίθετης γενικής διατυπώσεως αυτής και μάλιστα του τυχόν χαρακτηρισμού της από αυτήν της εκτάσεως της αναιρέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως ως ολικής. Επομένως, στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση.
Αν η απόφαση αναιρεθεί μερικώς, ως προς ορισμένο μόνο κεφάλαιο της όλης δίκης, τότε μόνο ως προς αυτό εξαφανίζεται η απόφαση και η εξουσία του δικαστηρίου της παραπομπής δεν εκτείνεται στα άλλα κεφάλαια, ως προς τα οποία διατηρείται το δεδικασμένο της απόφασης, το οποίο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, εκτός από τα κεφάλαια που συνδέονται αρρήκτως με τα αναιρεθέντα, οπότε συναναιρούνται (ΑΠ 679/2011, ΑΠ 493/2011, ΑΠ 614/2009).
Αντίθετα, αν η απόφαση αναιρεθεί στο σύνολό της, αποβάλλει πλήρως την ισχύ της και δεν παράγει δεδικασμένο επί οποιουδήποτε ζητήματος έκρινε αυτή, ενώ οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που ήταν πριν από αυτήν. Στο σύνολό της θεωρείται ότι αναιρείται η απόφαση, όταν η αναιρετική, κατά το διατακτικό της, δεν περιορίζει με σχετική διάταξη αυτού την αναίρεση σε ορισμένο ή ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης ή ως προς μερικούς μόνο από τους διαδίκους.
Περίπτωση ολικής αναίρεσης συντρέχει και όταν ο αναιρετικός λόγος που έγινε δεκτός πλήττει, κατά νομική ακολουθία, το κύρος της όλης απόφασης, σύμφωνα με το διατακτικό της αναιρετικής, αλλά σε συνδυασμό και με το αιτιολογικό της (ΟλΑΠ 27/2007, ΑΠ 84/2017, ΑΠ 359/2017). Τα παράπονα που είχαν διατυπωθεί ως λόγοι εφέσεως και ως αναιρετικοί λόγοι κατ' αρχήν καλύπτονται από το δεδικασμένο της αναιρετικής απόφασης.
Στην περίπτωση δε αυτή, αν είχαν γίνει δεκτά ως αναιρετικοί λόγοι, τότε το δικαστήριο της παραπομπής δεσμεύεται να τα δεχτεί και ως βάσιμους λόγους της έφεσης, ενώ αν είχαν απορριφθεί ως αναιρετικοί λόγοι είναι ως λόγοι έφεσης απαράδεκτοι (ΑΠ 1476/2012, ΑΠ 738/2012).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 16 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχτηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίσθηκε ύστερα από ένδικο μέσο. Ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την "παράβαση νόμου", δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή περί δεδικασμένου διατάξεων σε σχέση με όσα γίνονται ανελέγκτως δεκτά, ήτοι αν αυτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου, και, σε καταφατική περίπτωση, αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η απόφαση, ενώ διαφεύγει του αναιρετικού ελέγχου, ως κρίση περί τα πράγματα, η συνδρομή ή όχι των περιστατικών ως προς την ταυτότητα της διαφοράς και των διαδίκων. Ωσαύτως, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται αν η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρει την ύπαρξη δεδικασμένου (ΑΠ 701/2008, ΑΠ 644/2015).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση του περιεχομένου των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει ότι η κατάληξη της υπόθεσης στο παρόν στάδιο είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Η αναιρεσείουσα Ελληνική εταιρεία άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θηβών την από 16-11-2005 αγωγή της κατά της εδρεύουσας στο Λίνταου/Μποντενζέε Γερμανίας αλλοδαπής εταιρείας "NTORNIE G.m.b.H", ισχυριζόμενη ότι, κύριο αντικείμενο της εμπορίας της είναι η υφαντουργική επιχείρηση υφάνσεως χονδρού πανιού και ότι την άνοιξη του 2004, ανταποκρινόμενη στις ανάγκες της αγοράς και του ανταγωνισμού, αποφάσισε να εκσυγχρονίσει την εγκατάσταση υφάνσεως βαρέος τύπου του εργοστασίου της, δηλαδή υφάνσεως χοντρού πανιού, με μηχάνημα σύγχρονης τεχνολογίας, για ύφανση πανιού βάρους μέχρι 650 γρ. /τ.μ., απευθύνθηκε δε προς τούτο στην εναγομένη γερμανική εταιρεία, αντικείμενο της επιχείρησης της οποίας είναι η παραγωγή και εμπορία κλωστοϋφαντουργικών μηχανημάτων, που την διαβεβαίωσε ότι κατασκευάζει και μπορεί να της πωλήσει ένα τέτοιο σύγχρονο καινούργιο αργαλειό, κατάλληλο για την ύφανση χοντρών πανιών βάρους μέχρι 650 γρ/τ.μ., όπως ζήτησε, προς εξυπηρέτηση των αναγκών της.
Ότι μετά από σχετικές επαφές και διαπραγματεύσεις, συμφώνησαν με την εναγομένη το Μάϊο του 2004 να της πωλήσει και να της παραδώσει στο εργοστάσιό της στο ..., ένα καινούριο Αργαλειό Λόγχης τύπου PTVΜ/E10 παραγωγής της, κατάλληλο για την ύφανση χοντρού πανιού, καθώς επίσης και για την ύφανση του αναφερόμενου στρατιωτικού πανιού, όπως ζήτησε και προκειμένου να αποδεχθεί τις σχετικές υποσχέσεις και δηλώσεις της εναγομένης, εγγράφως τη διαβεβαίωσε η τελευταία στις 19-5-2004, κατά λέξη, "για την υφανσιμότητα του γνωστού στρατιωτικού υφάσματος με βάρος 650 γρ/μ2, από τον υπό παράδοση αργαλειό", του οποίου η συναρμολόγηση, εγκατάσταση και θέση σε λειτουργία συμφωνήθηκε ότι θα γινόταν στο εργοστάσιό της στο ..., με την μέριμνα και την ευθύνη της πωλήτριας από δικούς της βοηθούς εκπληρώσεως και προστηθέντες, σε συνεργασία με την εγκατεστημένη στη Ν.
Ερυθραία Αττικής αντιπρόσωπό της στην Ελλάδα, αντί συμφωνηθέντος τιμήματος τούτου (Αργαλειού), παραδοτέου στο … μαζί με κόστος, έξοδα ασφαλίσεως και ναύλου μεταφοράς 88.000 ευρώ (CIF Σχηματάρι), που καταβλήθηκε στην εναγομένη με σχετική εντολή της ενάγουσας στην Άλφα Τράπεζα Σχηματαρίου, με την οποία συνήψε από 19-5-2004, σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης αντίστοιχου ποσού για επτά (7) έτη, με μηνιαίες δόσεις ποσού 1666,31 ευρώ, αρχής γενομένης από τον Οκτώβριο 2005 και συνυπολογισμό των τόκων, ΦΠΑ 18% κ.λ.π.
Ότι ο ανωτέρω καινούργιος αργαλειός παραδόθηκε στο εργοστάσιό της στο ... στις 6-9-2004 και υπολογίζοντας στον καινούργιο αργαλειό της, απομάκρυνε και αχρήστευσε ως παλιοσίδερα οκτώ από τα δέκα παλαιά μηχανήματά της βαρέος τύπου, που υφαίνανε ύφασμα βάρους άνω των 625 γρ/τ.μ., η δε εναγομένη της υποσχέθηκε, ότι οι μηχανικοί και οι τεχνίτες της θα είχαν μοντάρει και θέσει σε λειτουργία τον καινούργιο αργαλειό εντός των επόμενων τριών ημερών, πλην όμως η υπόσχεση αυτή δεν τηρήθηκε, δέχτηκε νέα υπόσχεση της εναγομένης, ότι θα τεθεί το ανωτέρω μηχάνημα σε σωστή λειτουργία μέχρι τις 13-9-2004, αλλά προέκυψε, ότι ο ανωτέρω αργαλειός δεν μπορούσε να υφάνει ύφασμα, ούτε 14 υφαδιών, ούτε βάρους 625 γρ/τ.μ., αφού, μετά τη συναρμολόγησή του και τη θέση του σε λειτουργία από μηχανικούς και τεχνικούς της εναγομένης, κάθε προσπάθεια ύφανσης 14 υφαδιών, βάρους άνω των 600 γρ/τ.μ.
είχε ως αποτέλεσμα να σπάνε και να τίθενται εκτός λειτουργίας βασικά μέρη, τμήματα και εξαρτήματά του, όπως εκκεντρομηχανή, τελλάρα, το οδηγούμενο εξάρτημα με την ονομασία "ΑΝΤΙ" κλπ. Ότι διαμαρτυρήθηκε για την απαράδεκτη αυτή κατάσταση, που οδηγούσε την επιχείρησή της ουσιαστικά σε ακινησία και σε καταστροφή, προς την εναγομένη, η οποία παραδέχτηκε εγγράφως στις 29-9-2004, ότι ο αργαλειός ήταν ελαττωματικός, δεν είχε τη συνομολογηθείσα ιδιότητα, δεν μπορεί να ανταποκριθεί στα υπεσχημένα και της ανακοίνωσε ότι θα επισκεύαζε τον αργαλειό, με το ειδικευμένο προσωπικό της και με ανταλλακτικά της μέχρι τις 29-10-2004, προθεσμία που αμέσως μετά παρέτεινε αυθαιρέτως κατά μία εβδομάδα.
Ότι στις έγγραφες και προφορικές διαμαρτυρίες της για την ελαττωματικότητα του αργαλειού και την έλλειψη της ανωτέρω συνομολογηθείσας ιδιότητάς του εξαιτίας των οποίων υφίσταται ανυπολόγιστη ζημία, αφού δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις απέναντι στους πελάτες της και στην αγορά, η εναγομένη της δήλωσε ότι προτίθεται να κάνει μηχανολογικές μετατροπές στον πωληθέντα και με επιφύλαξη παραληφθέντα από την ίδια αργαλειό, σε εκκεντρομηχανή, έδραση μοχλού αναστροφής, τελλάρα κ.λ.π., ώστε να ανταποκριθεί αυτός στην ανωτέρω υπεσχημένη ιδιότητα, καθώς και ότι ο αργαλειός που είχε αγοράσει θα γινόταν δήθεν πάλι καινούργιος και θα μπορούσε να υφάνει το χοντρό πανί όπως είχε συνομολογηθεί κατά τα ανωτέρω.
Πέρασε όμως ο χειμώνας, η άνοιξη και το καλοκαίρι του 2005 και παρά τις υποσχέσεις της εναγομένης, ο αργαλειός εξακολουθούσε να μη λειτουργεί όπως είχε συμφωνηθεί με την κατασκευάστρια εναγομένη, ενώ η ίδια δεν σταμάτησε να διαμαρτύρεται τηλεφωνικώς και εγγράφως, τονίζοντας ότι έχει υποστεί ολοκληρωτική καταστροφή, αφού από το Σεπτέμβριο του 2004 δεν μπορούσε να παράγει ούτε ένα μέτρο υφάσματος βαρέος τύπου, είχαν σταματήσει οι παραγγελίες για την ύφανση χονδρού πανιού για στρατιωτικούς σάκκους και για άλλες χρήσεις από τους πελάτες της, οδηγήθηκε σε ουσιαστική διακοπή της λειτουργίας της ως επιχείρησης, οι πελάτες της τηλεφωνούσαν για να της αναθέσουν παραγγελίες για χοντρό ύφασμα και ήταν αναγκασμένη να λέει ότι δεν μπορεί να ανταποκριθεί, όλοι οι πελάτες της τελικώς την εγκατέλειψαν, έχασε ανεπιστρεπτί την καλή φήμη και τη δεσπόζουσα θέση που είχε στο χώρο της ύφανσης χοντρού υφάσματος, την αξιοπιστία και την εμπιστοσύνη στην ποιότητα της παραγωγής της, που είχε δημιουργήσει με σκληρούς κόπους δεκαετιών στην αγορά, ενώ η οικονομική ρευστότητά της έπεσε στο μηδέν και αναγκάστηκε να δανείζεται για να αντιμετωπίζει τα τρέχοντα έξοδά της, εφόσον αναγκάσθηκε να παράγει μόνο ελαφρό πανί, βάρους κάτω των 600 γρ/τ.μ., δηλαδή να αποδίδει μόνο το 15% της δυναμικότητάς της.
Ότι η εναγομένη, καθ' όλο αυτό το ανωτέρω διάστημα, εξακολουθούσε να στέλνει μηχανικούς και ανταλλακτικά από τη Γερμανία χωρίς κάποιο αποτέλεσμα, καθόσον από το Σεπτέμβριο του 2004 μέχρι σήμερα, ο εντεταλμένος της στην Ελλάδα, για το μοντάζ και την παρακολούθηση λειτουργίας του επίμαχου αργαλειού, ειδικός μηχανικός, αλλά και αμέτρητοι άλλοι τεχνικοί και ανώτερα στελέχη της από τη Γερμανία, είτε ερχόμενοι στην Ελλάδα, είτε παρακολουθώντας από τη Γερμανία, είχαν άμεση γνώση και αντίληψη του ότι το πωληθέν μηχάνημα δεν μπορούσε να υφάνει το χοντρό πανί που της είχε υποσχεθεί η εναγομένη, αφού εβδομάδες ολόκληρες έμεναν οι τεχνικοί στην εγκατάστασή της περιμένοντας να φθάσουν τα ανταλλακτικά από τη Γερμανία, που συχνά ήταν ακατάλληλα, άλλαξαν οι ανωτέρω τεχνικοί και σύμβουλοι της αντιδίκου την εκκεντρομηχανή του αργαλειού, τύπου Ozkar-Schneider, με άλλη ίδιου τύπου, που έσπασε μόλις άρχισε να λειτουργεί, τοποθέτησαν άλλη εκκεντρομηχανή τύπου Staubli και αυτή έσπασε και τοποθέτησαν ίδια καινούργια, που επίσης δεν μπόρεσε να λειτουργήσει, άλλαξαν κατ' επανάληψη έκκεντρα, τελλάρα, μαχαίρια κλπ, άλλαξαν και τα κόντρα ΑΝΤΙ, που κρατούν κατά την ύφανση το νήμα τεντωμένο και που δεν μπορούσαν να αντέξουν πίεση νήματος πάνω από 3,5 τόννους, ενώ για την ύφανση του χοντρού πανιού βάρους 650γρ./τ.μ.
που είχε συμφωνηθεί, έπρεπε να αντέχουν 9,5 τόννους πίεση νήματος, πραγματοποίησαν κατ' επανάληψη πλήθος μηχανολογικές μετατροπές και κάθε φορά που υποτίθεται ότι ολοκληρωνόταν η νέα μετατροπή του μηχανήματος, με καινούργια εκκεντρομηχανή και λοιπά εξαρτήματα, γινόταν η προσπάθεια να υφάνει ο αργαλειός χοντρό ύφασμα μέχρι 650 γρ./τ.μ.
και να δουλέψει 14 υφαδιές, αλλά και πάλι διαλυόταν, όσες δε φορές και τώρα ακόμα ξεκινά να λειτουργεί, σπάνε τα εξαρτήματά του, όπως έκκεντρα, τελλάρα, μαχαίρια κλπ. και δημιουργεί σε κάθε σταμάτημα της μηχανής πύκνωση του ανωτέρω χοντρού πανιού, που λέγονται συσσωρεύσεις στην σχετική τεχνική ορολογία και ως εκ τούτου, το πανί βγαίνει ελαττωματικό με γραμμές και έτσι αναγκάζεται κανείς να κόβει τα τόπια στη μέση, με αποτέλεσμα να αχρηστεύεται το σύνολο της παραγωγής, η δε εναγομένη, με μία πρωτοφανή αφέλεια και κατά τρόπο προφανώς αντίθετο προς τους κανόνες της τέχνης και της επιστήμης της υφαντικής, υποστήριξε ότι, κάθε φορά που θα σταματά η μηχανή, πρέπει να κινηθεί προς τα πίσω και να αφαιρούνται 4 υφαδιές μετά από κάθε σταμάτημα, κάτι που βεβαίως καθιστά άχρηστο το μηχάνημα, διότι έτσι ανατρέπεται όλο το πρόγραμμα παραγωγής, δημιουργείται εμπλοκή στο όλο σύστημα ηλεκτρονικού προγραμματισμού λειτουργίας του μηχανήματος, που είναι πλήρως αυτοματοποιημένο και απαιτείται πρόσθετο ανθρώπινο δυναμικό και χρόνος για την αφαίρεση των ανωτέρω 4 υφαδιών, μία προς μία κάθε φορά, ώστε να γίνεται απολύτως αντιοικονομικό το ανωτέρω μηχάνημα.
Ότι, σύμφωνα με όλα τα ανωτέρω, η εναγομένη πωλήτρια του επίδικου αργαλειού δεν εκπλήρωσε την υποχρέωσή της να της παραδώσει το ανωτέρω υφαντικό μηχάνημα με τη συνομολογημένη ιδιότητα να μπορεί να υφαίνει χοντρό πανί, βάρους μέχρι 650γρ./τ.μ. και χωρίς πραγματικά ελαττώματα, αφού το επίδικο υφαντικό μηχάνημα, παρά τις αντίθετες διαβεβαιώσεις της εναγομένης, δεν ήταν κατάλληλο για τον ανωτέρω σκοπό της συγκεκριμένης σύμβασης και ιδιαίτερα για τη σύμφωνη με το σκοπό αυτό ειδική χρήση, για την οποία προορίζονται αργαλειοί βαρέος τύπου της ίδιας κατηγορίας, δηλαδή να υφαίνουν χοντρό πανί, βάρους μέχρι 650γρ./τ.μ., ούτε έχει την ποιότητα και την απόδοση που η ίδια ευλόγως προσδοκούσε από τον επίδικο αργαλειό, εν όψει και των αναφερόμενων γραπτών και προφορικών δηλώσεων και διαβεβαιώσεων της πωλήτριας και κατασκευάστριας τούτου, αλλά έφερε τα ανωτέρω πραγματικά ελαττώματα και στερείτο από την ανωτέρω συνομολογημένη ιδιότητα, κατά τον χρόνο παραδόσεως και εγκαταστάσεώς του στην επιχείρησή της, με μέριμνα και φροντίδα της εναγομένης.
Ότι η εναγομένη πωλήτρια του επίδικου μηχανήματος γνώριζε ή ώφειλε να γνωρίζει την έλλειψη της ανωτέρω συμφωνηθείσας ιδιότητας και τα συναφή ελαττώματα του μηχανήματος, διότι, πέραν όλων των άλλων, προ της αποστολής του ανωτέρω μηχανήματος στην έδρα της στη …, κατά παράβαση των αρχών της καλής πίστης, των συναλλακτικών ηθών και της αρχής προνοίας και εμπιστοσύνης του αγοραστή, τη διαβεβαίωσε ειδικώς και εγγράφως κατά λέξη αλλά αναληθώς, "για την υφανσιμότητα του γνωστού στρατιωτικού υφάσματος με βάρος 650 γρ./μ2, από τον υπό παράδοση αργαλειό" και η ίδια αποδέχθηκε τη δήλωσή της αυτή, ενώ γνώριζε ή ώφειλε να γνωρίζει ότι τούτο ήταν αναληθές και ο αργαλειός δεν ανταποκρινόταν στα υπεσχημένα, όπως αποδείχθηκε, μετά την κατ' επανάληψη συναρμολόγηση, μετατροπή, αλλαγή των ανταλλακτικών και θέση σε λειτουργία του πωληθέντος αργαλειού από τους μηχανικούς της κατά τα ανωτέρω, κάθε φορά χωρίς επιτυχία.
Ότι εξαιτίας της ως άνω αντισυμβατικής, υπαίτιας παράνομης και αντίθετης προς την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη συμπεριφοράς της εναγομένης υπέστη τις ακόλουθες ζημίες: 1)Από 1-7-2005 μέχρι 30-9-2011 θα πληρώνει κάθε μήνα ποσό 1.666,31 ευρώ στην Τράπεζα Alpha Bank και συνολικά το ποσό των 124.973,25 ευρώ, προς εκπλήρωση της υποχρέωσής της από τη χρηματοδοτική μίσθωση, την οποία κατάρτισε προς εξεύρεση του τιμήματος, που κατέβαλε στην εναγομένη-εφεσίβλητη μέσω της ως άνω Τράπεζας, για την αγορά του ενδίκου άχρηστου μηχανήματος. 2) Την 12-11-2004 ματαιώθηκε η παραγωγή 4.800 μέτρων υφάσματος βάρους 625 γραμμαρίων ανά τ.μ., το οποίο θα πωλούσε στην εδρεύουσα στη Γλυφάδα εταιρεία "Φόρμα Εξοπλισμοί Σκαφών Ε.Π.Ε.", σε εκτέλεση προγενέστερης σχετικής παραγγελίας της, στη οποία θα μπορούσε να ανταπεξέλθει, αν ο επίδικος αργαλειός δεν ήταν ελαττωματικός και είχε την ανωτέρω συνομολογηθείσα ιδιότητα, αποκερδαίνοντας μετά πιθανότητας κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων το ποσό των 4 ευρώ ανά μέτρο και συνολικά το ποσό των 19.200 ευρώ. 3) Την 15-2-2005 ματαιώθηκε η παραγωγή άλλης ποσότητας 10.000 μέτρων χονδρού στρατιωτικού υφάσματος που είχε παραγγείλει να της παραδώσει μέχρι το τέλος Ιανουαρίου 2005 η εταιρεία "Ενδυματοτεχνική Ε.Π.Ε." αντί τιμήματος 4 ευρώ το μέτρο και ζημιώθηκε 40.000 ευρώ. 4) Ενόψει της αγοράς του ως άνω μηχανήματος, είχε δεχθεί παραγγελία από την εταιρεία "Ι.
Α. Α.Ε.Β.Ε." και είχε συμφωνήσει μαζί της να παράγει και να της παραδώσει εντός του έτους 2005 χονδρό ύφασμα-πανί στρατιωτικών προδιαγραφών ποσότητας 25.485 μέτρων συνολικά, βάρους 625 γρ/τ.μ., αντί τιμήματος 4 ευρώ ανά μέτρο, με προορισμό να το προμηθεύσει η ως άνω εταιρεία ως στρατιωτικό υλικό στις ένοπλες δυνάμεις της χώρας, πλην όμως εξαιτίας της προαναφερόμενης ελαττωματικότητας και ακαταλληλότητας του ένδικου μηχανήματος προς ύφανση του ειδικού αυτού πανιού, δεν μπόρεσε να παράγει το ύφασμα αυτό με τις ως άνω προδιαγραφές, αλλά παρήγαγε με το ένδικο μηχάνημα ύφασμα δεύτερης διαλογής, το οποίο παρέδωσε στην ως άνω εταιρεία την 5-4-2005 και 9-8-2005 αντί τιμήματος 0,90 ευρώ ανά μέτρο, με αποτέλεσμα να εισπράξει συνολικά το ποσό των 22.936,50 ευρώ, ενώ θα εισέπραττε το ποσό των 101.940 ευρώ και να ζημιωθεί κατά το ποσό των 79.003,50 ευρώ. 5) Με δεδομένο ότι ο συνολικός κύκλος εργασιών των πελατών, όπως οι ανωτέρω εταιρείες και οι λοιποί αναφερόμενοι πελάτες της που παραγγέλουν το ανωτέρω χοντρό πανί, ανέρχεται κατά την περίοδο 2004-2005, στο συνολικό ποσό των 4.800.000 ευρώ περίπου, από το ποσό αυτό για την παραγωγή του ανωτέρω χοντρού πανιού βάρους μέχρι 650 γρ/τ.μ., το οποίο μόνο 3 επιχειρήσεις μαζί με τη δική της μπορούν να παράγουν, ασφαλώς θα περιερχόταν στην ίδια, κατά τη συνήθη, κανονική και αναμενόμενη πορεία των πραγμάτων τουλάχιστον το 1/3, δηλαδή 1.600.000 ευρώ για την περίοδο 2004-2005, μετά την επένδυση που πραγματοποίησε, αγοράζοντας τον επίδικο αργαλειό, προκειμένου να παράγει ταχύτερα περισσότερο και καλλίτερο το ανωτέρω χοντρό πανί, δοθέντος ότι το έτος 2002 η παραγωγή της στο ανωτέρω χοντρό πανί με τα παλαιά μηχανήματά της, που έχει ήδη κατά 8/10 αχρηστεύσει ως παλιοσίδηρα, είχε αγγίξει τις 700.000 ευρώ και οπωσδήποτε θα υπερδιπλασιαζόταν κατά την περίοδο 2004-2005, όπως προβλεπόταν, κατά την κανονική και αναμενόμενη πορεία των πραγμάτων, εφόσον το επίδικο μηχάνημα, κατά τις υποσχέσεις της εναγομένης, λειτουργούσε κανονικά χωρίς να ανωτέρω ελαττώματα, αλλά με την ανωτέρω ιδιότητα όπως είχε συμφωνηθεί. 6) Ένεκα της παραδόσεως σε αυτήν από την εναγομένη εταιρεία του ως άνω μηχανήματος, στερούμενου της συνομολογηθείσας ιδιότητας και ακατάλληλου για την προοριζόμενη ειδική χρήση, ήτοι της υφάνσεως πανιού βάρους μέχρι 650 γραμμαρίων ανά τμ, την έλλειψη της οποίας η εφεσίβλητη γνώριζε, άλλως όφειλε κατά τις αρχές της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών να γνωρίζει και της εξ αιτίας τούτου απώλειας της δυνατότητας να παράγει επί ένα έτος το πιο πάνω χονδρό πανί, το οποίο ύφαινε κατά το παρελθόν και εμπορευόταν στην αγορά, κατ' αποκλειστικότητα αυτή και άλλες δύο επιχειρήσεις στην Ελλάδα, απώλεσε διακεκριμένη πελατεία, την άριστη φήμη της, την αξιοπιστία της στην αγορά και την εμπορική πίστη της έναντι των τραπεζών και έτσι προσβλήθηκε παράνομα στην προσωπικότητά της και υπέστη ηθική βλάβη, προς ικανοποίηση της οποίας είναι υποχρεωμένη η εναγομένη στην πληρωμή εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως ύψους 1.000.000 ευρώ.
Ζήτησε δε κατόπιν τούτων η ενάγουσα, μετά την παραίτησή της από το υπ' αριθμ. 1 κονδύλιο της αγωγής των 124.973,25 ευρώ και τον περιορισμό σε αναγνωριστικό του υπ' αριθμ. 6 αιτήματός της: α) να υποχρεωθεί η εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη να της καταβάλει το ποσό των 1.738.203,50 (19.200 + 40.000 + 79.003,50 + 1.600.000) ευρώ και β) να αναγνωριστεί ότι είναι υποχρεωμένη η εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη να της καταβάλει το ποσό των 1.000.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο για όλα τα πιο πάνω ποσά από την επικαλούμενη υπερημερία της τελευταίας την 30-9-2004, άλλως από την επίδοση της αγωγής.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε αρχικά η 8/2007 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θηβών, με την οποία το Δικαστήριο, δεχόμενο την περί διαιτησίας ένσταση της εναγομένης και δη ότι οι διάδικοι έχουν συμφωνήσει την υπαγωγή της ένδικης διαφοράς στη διεθνή διαιτησία του εδρεύοντος στο Παρίσι της Γαλλίας Διεθνούς Εμπορικού Επιμελητηρίου, παρέπεμψε την υπόθεση στο ως άνω Διεθνές Διαιτητικό Δικαστήριο.
Κατά της απόφασης αυτής η ενάγουσα άσκησε την από 6-3-2007 έφεσή της, η οποία απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη με την 7195/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, το οποίο, κρίνοντας την προβληθείσα από την εναγομένη ένσταση διαιτησίας παραδεκτή, νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη, επικύρωσε την εκκαλούμενη απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου.
Η ανωτέρω εφετειακή απόφαση αναιρέθηκε στο σύνολό της, κατά παραδοχή της από 26-2-2010 αίτησης της ενάγουσας, με την 539/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, που δέχτηκε ότι "το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., αφού το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας, (ήτοι ότι οι διάδικοι συμφώνησαν εγγράφως ότι οι μελλοντικές διαφορές που θα προέκυπταν από την ένδικη σύμβαση πωλήσεως θα υπάγονταν στη διαιτησία), δεν είναι σύμφωνο προς την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη" και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Εισαγομένης στη συνέχεια της υπόθεσης προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο της παραπομπής, με την 27-3-2013 κλήση της ενάγουσας κατ' άρθρο 581 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκειμένου να ερευνηθεί η από 6-3-2007 έφεση αυτής κατά της υπ' αριθμ. 8/2007 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θηβών ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της, που ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων, σε σχέση με την προβληθείσα και γενόμενη δεκτή ένσταση περί διαιτησίας, εκδόθηκε η 3755/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Ειδικότερα, με την τελευταία απόφαση, αφού κρίθηκε ότι α) στην ένδικη κύρια σύμβαση πωλήσεως, η οποία καταρτίστηκε εγκύρως μεταξύ των διαδίκων, ερμηνευόμενη κατά τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών (αρθρ. 173 και 200 ΑΚ), οι διάδικοι δεν συμφώνησαν εγγράφως ότι οι μελλοντικές διαφορές που θα προέκυπταν από την ένδικη σύμβαση πωλήσεως θα υπάγονταν στη διαιτησία, ήτοι δεν συμφώνησαν την υπαγωγή της επιλύσεως της προκειμένης διαφοράς στην ως άνω διεθνή διαιτησία, β) η από τα άρθρα 263 περ.
β', 264 και 870 παρ. 1 ΚΠολΔ ένσταση της εναγομένης-εφεσίβλητης περί υπαγωγής της διαφοράς σε διεθνή διαιτησία κατά τον Κανονισμό του εδρεύοντος στο Παρίσι Διεθνούς Εμπορικού Επιμελητηρίου είναι απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και γ) το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλουμένη απόφασή του, έκανε δεκτή την πιο πάνω ένσταση της εναγομένης-εφεσίβλητης και παρέπεμψε την υπόθεση στην αναφερόμενη διεθνή διαιτησία, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, καθώς και ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, κατά παραδοχή ως βασίμων των σχετικών λόγων της έφεσης της εκκαλούσας, δέχτηκε την έφεση ως βάσιμη κατ' ουσίαν, εξαφάνισε την εκκαλούμενη 8/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θηβών και εφόσον το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν αποφάνθηκε επί της ουσίας της ένδικης υπόθεσης, ανέπεμψε την ένδικη αγωγή, κατ' άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ, στο ίδιο δικαστήριο (Πολυμελές Πρωτοδικείο Θηβών), συντιθέμενο όμως από άλλους δικαστές, προς έρευνα αυτής, ώστε να μην στερηθούν οι διάδικοι του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας.
Μετά την έκδοση της ανωτέρω απόφασης, με την υπ' αριθμ. 299/ΤΚΠ/2014 κλήση της ενάγουσας επανήλθε προς εκδίκαση ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θηβών η από 16-11-2005 αγωγή της και επί αυτής εκδόθηκε η 34/2015 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, με την οποία η αγωγή απορρίφθηκε α) ως απαράδεκτη για έλλειψη διεθνούς δικαιοδοσίας αυτού προς εκδίκαση των αξιώσεων της ενάγουσας από την επικαλούμενη σύμβαση της πώλησης, είτε κατά τα άρθρα 2 παρ. 1, 60 παρ. 1 είτε κατά το άρθρο 5 παρ. 1 του εφαρμοστέου Κανονισμού (ΕΚ) 44/2001, δεκτής γενομένης της σχετικής ένστασης της εναγομένης και β) ως μη νόμιμη κατά την περί αδικοπραξίας βάση της, διότι τα επικαλούμενα προς στοιχειοθέτησή της περιστατικά συνιστούν αθέτηση προϋφιστάμενης ενοχής και όχι αδικοπραξία.
Την απόφαση αυτή προσέβαλε η ενάγουσα με την από 24-8-2015 Έφεσή της ενώπιον του Εφετείου Ευβοίας και επί αυτής εκδόθηκε η ήδη αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με την οποία το Εφετείο, ερευνώντας τη βασιμότητα των λόγων της, δέχτηκε, πλην άλλων, τα ακόλουθα: "Από τις ένορκες καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων, οι οποίες περιλαμβάνονται στα υπ' αριθμ. 8/2007 πρακτικά δημόσιας συζήτησης του πρωτόδικου Δικαστηρίου, τα έγγραφα, τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, την υπ' αριθμ.
…/…-02-2014 ένορκη βεβαίωση τρίτου προσώπου ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Φωτεινής Φλωρά - Ψαρρή, την οποία επικαλείται και προσκομίζει η ενάγουσα και που δόθηκε ύστερα από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της εναγομένης ......., την υπ' αριθμ. …/…-10-2006 ένορκη βεβαίωση τρίτου προσώπου ενώπιον του Συμβολαιογράφου Αθηνών Γεώργιου Στεφανάκου, την οποία επικαλείται και προσκομίζει η εναγομένη και που δόθηκε ύστερα από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της ενάγουσας .........., αποδείχθηκαν σε σχέση με το κρίσιμο εν προκειμένω ζήτημα της διεθνούς δικαιοδοσίας τα εξής:
Την 26/04/2004 και ύστερα από προηγηθείσες προφορικές συζητήσεις και διαπραγματεύσεις μεταξύ των διαδίκων καταρτίσθηκε μεταξύ του νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας κατά την επίσκεψή του στις εγκαταστάσεις της εναγομένης στη Γερμανία και των εκπροσώπων της εναγομένης, που εδρεύει στη Γερμανία, η πώληση από τη δεύτερη προς την πρώτη ενός αργαλειού λόγχης Dornier, μοντέλο PTV Μ/Ε10, 2 χρωμάτων, θετικής μετάδοσης κέντρου υφαδιού, κίνησης έκκεντρων για 10 μαχαίρια, κατάλληλου για παραγωγή χονδρού πανιού (π.χ.
τέντες αυτοκινήτου). Για την έγγραφη επιβεβαίωση της πώλησης και των όρων της υπεγράφη από αμφότερα τα μέρη το με αναγραφόμενη ημερομηνία 07/05/2004 έγγραφο, που προσκομίζεται μετ' επικλήσεως από την ενάγουσα σε επικυρωμένη μετάφραση από την αγγλική στην ελληνική γλώσσα, περί επιβεβαίωσης της παραγγελίας No. …/….04.2004.
Στο εν λόγω έγγραφο και δη σε δύο σημεία αυτού, καλυπτόμενα από τις υπογραφές των νομίμων εκπροσώπων των διαδίκων, οι οποίες τέθηκαν σύμφωνα με τη σχετική σημείωση επί του εγγράφου στις 08/05/2004, περιελήφθη ο διεθνώς καθιερωμένος εμπορικός όρος cif και συγκεκριμένα ότι η συνολική τιμή cif Σχηματάρι ανέρχεται στο ποσό των 88.000.00 ευρώ.
Επομένως, λόγω της ρήτρας αυτής, τόπος παράδοσης του πράγματος είναι η Γερμανία όπου φορτώθηκε το εμπόρευμα για μεταφορά, χωρίς να ανατρέπεται η διαπίστωση αυτή από το ότι στο έγγραφο της επιβεβαίωσης η ρήτρα διευκρινίζεται ως cif "Σχηματάρι", καθόσον έτσι το Σχηματάρι ορίσθηκε ως τόπος προορισμού του εμπορεύματος, ήτοι αποτελούσε τον τόπο εκπλήρωσης της ενοχής και όχι τον τόπο εκπλήρωσης της παροχής.
Πρέπει, συνεπώς, ο λόγος αυτός της έφεσης να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, καθόσον δεν υφίσταται διεθνής δικαιοδοσία του Δικαστηρίου τούτου για την εκδίκαση της επικαλούμενης αγωγικής αξίωσης από τη σύμβαση της πώλησης, είτε κατά τα άρθρα 2 παρ. 1, 60 παρ. 1 είτε κατά το άρθρο 5 παρ. 1 του εφαρμοστέου Κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 .....
Με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης έφεσης η εκκαλούσα ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία ΚΛΩΣΤΟΫΦΑΝΤΟΥΡΓΙΑ Γ. ΚΑΙ Ν. Μ. ΟΕ, ισχυρίζεται ότι εσφαλμένα απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η ως άνω αγωγή της κατά το κεφάλαιο της που στηρίζεται στις διατάξεις του άρθρου 914 ΑΚ. Στην προκείμενη περίπτωση η ενάγουσα περιλαμβάνει στην αγωγή της και αξιώσεις από αδικοπραξία με βάση τα ...... περιστατικά, που επικαλείται στην αγωγή της, ήτοι αφενός ζητεί την αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας της με βάση και τις διατάξεις περί αδικοπραξίας, αφετέρου ζητεί και την ικανοποίηση της επικαλούμενης ηθικής βλάβης της. Όσον αφορά ειδικά στην εν λόγω επικαλούμενη από την ενάγουσα αδικοπρακτική ευθύνη της εναγομένης, τα ελληνικά δικαστήρια έχουν διεθνή δικαιοδοσία για την εκδίκαση της αγωγής κατά τη βάση τούτη σύμφωνα με το άρθρο 5 § 3 Καν. (ΕΚ) 44/2001, διότι ο τόπος, όπου φέρεται να συνέβη το ζημιογόνο γεγονός, είναι η ελληνική επικράτεια. Επιπλέον, το πρωτόδικο Δικαστήριο ήταν καθ' ύλην και κατά τόπον αρμόδιο ένεκα του ζητούμενου χρηματικού ποσού (ΚΠολΔ 18) και του τόπου του ζημιογόνου γεγονότος, που κατά την αγωγή εντοπίζεται στο ... (ΚΠολΔ 35). Σε σχέση με το εφαρμοστέο δίκαιο δεν εφαρμόζεται ο Κανονισμός (ΕΚ) 864/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης "για το εφαρμοστέο δίκαιο στις εξωσυμβατικές ενοχές" (Ρώμη
ΙΙ), δεδομένου ότι αυτός αφορά σε ζημιογόνα γεγονότα, που λαμβάνουν χώρα μετά την έναρξη της ισχύος του, ήτοι μετά την 11/01/2009 (άρθρα 31 και 32 του Κανονισμού), οπότε εφαρμοστέο ουσιαστικό δίκαιο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 26 ΑΚ, τυγχάνει το ελληνικό, εφόσον στην Ελλάδα φέρεται να διαπράχθηκε η επικαλούμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης.
Όμως, με βάση το ελληνικό δίκαιο ..... η υπό κρίση αγωγή κατά την επικαλούμενη από την ενάγουσα εκκαλούσα εξ αδικοπραξίας βάση της πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη, διότι τα επικαλούμενα προς στοιχειοθέτησή της περιστατικά συνιστούν αθέτηση προϋφιστάμενης ενοχής και όχι αδικοπραξία, αφού κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή είχε καταρτισθεί μεταξύ των διαδίκων σύμβαση πώλησης και επομένως η εμφάνιση πραγματικών ελαττωμάτων ή η έλλειψη συμφωνημένης ιδιότητας δεν συνιστά αδικοπραξία, αλλά αθέτηση των υποχρεώσεων της εναγόμενης πωλήτριας, που απορρέουν από τη σύμβαση πώλησης, σε κάθε δε περίπτωση η ιστορούμενη ζημιογόνος πράξη, με την οποία η εναγομένη παραβιάζει τις υποχρεώσεις της από τη σύμβαση πώλησης, χωρίς την εν λόγω σύμβαση, που προϋπήρχε, δεν θα ήταν παράνομη ως αντικείμενη προς το γενικό καθήκον, που επιβάλλει το άρθρο 914 ΑΚ, να μην προκαλεί κάποιος υπαιτίως σε άλλον ζημία, ώστε να θεμελιώνεται συγχρόνως και ευθύνη από αδικοπραξία, καθόσον η ενάγουσα δεν επικαλείται στην αγωγή της ότι κατά τον χρόνο που ο κίνδυνος του πράγματος μεταβαίνει στον αγοραστή, η εναγομένη πωλήτρια υπαίτια, ήτοι με πρόθεση επιδίωξε να παραγάγει, ενισχύσει ή διατηρήσει πεπλανημένη αντίληψη ή εντύπωση στην ενάγουσα αναφορικά με την ύπαρξη του ελαττώματος ή την έλλειψη της συνομολογηθείσης ιδιότητος του πράγματος, ανεξάρτητα από το αν η συμπεριφορά αυτή συνίσταται σε παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή σε απόκρυψη ή αποσιώπηση ή ατελή ανακοίνωση των αληθινών γεγονότων, των οποίων η αποκάλυψη στον αγοραστή που τα αγνοεί επιβαλλόταν από την καλή πίστη ή την υφιστάμενη ιδιαίτερη σχέση μεταξύ πωλητή και αγοραστή.
Πρέπει συνεπώς να απορριφθεί η έφεση κατ' ουσίαν, εφόσον κανένας λόγος της δεν έγινε δεκτός, να επικυρωθεί η πρωτόδικη απόφαση ......".
Ήδη, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν δέχτηκε την ύπαρξη δεδικασμένου από την 3755/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών μετά από τις προηγούμενες ανωτέρω αποφάσεις του Αρείου Πάγου και του Εφετείου Αθηνών.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, ως στηριζόμενος σε ανακριβή προϋπόθεση, γιατί, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης που προαναφέρθηκε, το Εφετείο, κατά την έρευνα του κρίσιμου ζητήματος της διεθνούς δικαιοδοσίας του για την εκδίκαση της επικαλούμενης αγωγικής αξίωσης από την μεταξύ των διαδίκων σύμβαση πωλήσεως, δεν ασχολήθηκε με την ύπαρξη ή μη ύπαρξη δεδικασμένου παραχθέντος από τις ανωτέρω αποφάσεις.
Κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του Κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 της 22-12-2000 του Συμβουλίου, "για την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις", ο οποίος αντικατέστησε από 1-3-2002 τη Σύμβαση των Βρυξελλών της 27-9-1968, που κυρώθηκε με τον Ν. 1814/1988 και έχει αυξημένη τυπική ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 28 § 1 του Συντάγματος, "τα πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους στο έδαφος κράτους μέλους ενάγονται ενώπιον των δικαστηρίων αυτού του κράτους μέλους, ανεξάρτητα από την ιθαγένειά τους".
Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται ο πρωταρχικός κανόνας της γενικής δωσιδικίας της κατοικίας του εναγομένου. Επίσης, στο άρθρο 5 του ως άνω Κανονισμού ορίζεται ότι "πρόσωπο που έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους μπορεί να εναχθεί σε άλλο κράτος μέλος: 1. α)ως προς διαφορές εκ συμβάσεως, ενώπιον του Δικαστηρίου του τόπου όπου εκπληρώθηκε ή οφείλει να εκπληρωθεί η παροχή, β) για τους σκοπούς της εφαρμογής της παρούσας διάταξης και εφόσον δεν συμφωνήθηκε διαφορετικά, ο τόπος εκπλήρωσης της επίδικης παροχής είναι:
εφόσον πρόκειται για πώληση εμπορευμάτων, ο τόπος του κράτους μέλους όπου δυνάμει της σύμβασης, έγινε ή έπρεπε να γίνει η παράδοση των εμπορευμάτων.... γ) το στοιχείο α' εφαρμόζεται, εφόσον δεν εφαρμόζεται το στοιχείο β'....". Με την ως άνω διάταξη καθιερώνεται, για τις αγωγές από σύμβαση, συντρέχουσα Διεθνής Δικαιοδοσία ειδικής δικαιοδοτικής βάσης.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι: α) τα πρόσωπα που κατοικούν σε ένα κράτος μέλος, χωρίς να έχουν την ιθαγένεια του μέλους αυτού, υπάγονται στο κράτος αυτό, σύμφωνα με τους κανόνες Διεθνούς Δικαιοδοσίας που εφαρμόζονται και στους ημεδαπούς, δηλαδή ενάγονται ενώπιον των Δικαστηρίων του κράτους μέλους, στο οποίο κατοικούν και β) για τις διαφορές από τη σύμβαση πώλησης εμπορευμάτων μεταξύ προσώπων- κατοίκων των χωρών που έχουν προσχωρήσει στην ανωτέρω Σύμβαση των Βρυξελλών, (ήδη Κανονισμός (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου) όπως η Γερμανία και η Ελλάδα, ιδρύεται συντρέχουσα δικαιοδοσία του δικαστηρίου του τόπου όπου εκπληρώθηκε ή οφείλει να εκπληρωθεί η παροχή.
Επειδή από μία σύμβαση ιδίως αμφοτεροβαρή μπορεί να γεννώνται περισσότερες από μία παροχές, οι οποίες εκπληρώνονται ενδεχομένως σε διαφορετικούς τόπους, απαιτείται ο προσδιορισμός της κρίσιμης παροχής, αν δηλαδή θα ληφθεί υπόψη η επίδικη παροχή, η εκπλήρωση της οποίας προβάλλεται ως βάση της αγωγής ή η χαρακτηριστική παροχή της συμβάσεως, η κύρια για το σύνολο της συμβάσεως.
Με την προαναφερόμενη ρύθμιση του άρθρου 5 σημείο 1 ΚανΒρυξ I και ειδικά για τις συμβάσεις πωλήσεως εμπορευμάτων, ο ενωσιακός νομοθέτης ρητά όρισε να μην λαμβάνεται υπόψη η επίδικη παροχή, αλλά η χαρακτηριστική παροχή των συμβάσεων αυτών. Στην πώληση η χαρακτηριστική παροχή είναι η υποχρέωση παράδοσης των πωληθέντων εμπορευμάτων.
Επομένως, κρίσιμος είναι ο τόπος εντός κράτους μέλους, όπου δυνάμει της σύμβασης έγινε ή έπρεπε να γίνει η παράδοση των εμπορευμάτων και σε τελευταία ανάλυση, αν δεν προβλέπεται συμβατικός τόπος παροχής, ο τόπος της de facto παράδοσης των εμπορευμάτων, ενώ είναι αδιάφορος ο τόπος κατάρτισης της συμβάσεως.
Κατά την έννοια του ως άνω άρθρου 5 (1) (β) του Κανονισμού, η "διαφορετική συμφωνία" των συμβαλλομένων, που τίθεται ως εξαίρεση των ανωτέρω, αναφέρεται στον τόπο παράδοσης των εμπορευμάτων και μόνο, δηλαδή στη χαρακτηριστική παροχή της σύμβασης και όχι στην επίδικη κάθε φορά παροχή, δεδομένου ότι τέτοια θα μπορούσε να είναι και η απαίτηση του πωλητή για την καταβολή του τιμήματος.
Αντίθετη εκδοχή θα καταστρατηγούσε τη βασική επιλογή του ενωσιακού Νομοθέτη να επιβάλλει τη χαρακτηριστική παροχή ως βάση προσδιορισμού της δικαιοδοσίας επί πωλήσεως εμπορευμάτων (ΑΠ 1529/2017, ΑΠ 1027/2011). Από τα ανωτέρω παρέπεται ότι, όσον αφορά τις συμβάσεις πωλήσεως εμπορευμάτων, το άρθρο 5, σημείο 1, του κανονισμού θέτει ως σύνδεσμο για τον καθορισμό του έχοντος διεθνή δικαιοδοσία δικαστηρίου τη χαρακτηριστική παροχή των συμβάσεων αυτών.
Λαμβανομένου υπόψη του ανωτέρω στοιχείου, η διεθνής δικαιοδοσία πρέπει, συνεπώς, να καθορισθεί βάσει της χαρακτηριστικής παροχής των επίμαχων συμβάσεων υπό την προαναφερόμενη έννοια. 'Ετσι, σύμβαση της οποίας η χαρακτηριστική παροχή είναι η παράδοση αγαθού, θα χαρακτηρισθεί ως "πώληση εμπορευμάτων", κατά την έννοια του άρθρου 5, σημείο 1, στοιχείο β', πρώτη περίπτωση, του κανονισμού.
Συνακόλουθα τούτων, το άρθρο 5, σημείο 1, στοιχείο β', του κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, έχει την εξής έννοια: Α) Οι συμβάσεις με αντικείμενο την παράδοση εμπορευμάτων που πρόκειται να κατασκευασθούν ή να παραχθούν, μολονότι ο αγοραστής έθεσε ορισμένους όρους, όσον αφορά την κατασκευή, τη μεταποίηση και την παράδοση των εμπορευμάτων, χωρίς να παράσχει τα υλικά και ενώ ο προμηθευτής φέρει την ευθύνη για την ποιότητα των εμπορευμάτων και για το αν αυτά έχουν τις συνομολογηθείσες ιδιότητες και δεν έχουν πραγματικά ελαττώματα, πρέπει να χαρακτηρίζονται ως "συμβάσεις πωλήσεως εμπορευμάτων" κατά την έννοια του άρθρου 5, σημείο 1, στοιχείο β', πρώτη περίπτωση, του κανονισμού.
Β) Σε περίπτωση πωλήσεως καταρτιζομένης εξ αποστάσεως, ο τόπος όπου, κατά τη σύμβαση, παραδόθηκαν ή έπρεπε να παραδοθούν τα εμπορεύματα, πρέπει να καθορίζεται βάσει των διατάξεων της συμβάσεως αυτής. Σε περίπτωση κατά την οποία είναι αδύνατος ο καθορισμός του τόπου παραδόσεως επί της βάσεως αυτής, χωρίς να απαιτείται να ληφθεί υπόψη το εφαρμοστέο στη σύμβαση ουσιαστικό δίκαιο, τόπος παραδόσεως είναι αυτός της πραγματικής παραδόσεως των εμπορευμάτων στον αγοραστή, με την οποία ο αγοραστής απέκτησε ή έπρεπε να αποκτήσει την εξουσία να διαθέτει τα εμπορεύματα αυτά στον τόπο που αποτελεί τον τελικό προορισμό της πράξεως της πτήσεως και όχι ο τόπος, όπου φορτώθηκε το εμπόρευμα για μεταφορά στον αγοραστή (ΔΕΕ 25.2.2010, Car Trim, C-381/2008).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο. Κατά συνέπεια, η εσφαλμένη απόρριψη της αγωγής για έλλειψη δικαιοδοσίας ιδρύει τον ως άνω λόγο αναιρέσεως (Ολ. ΑΠ 2/1999, ΑΠ 2163/2009, ΑΠ 487/2011). Στην προκείμενη περίπτωση, ενόψει των εκτεθέντων πραγματικών και νομικών δεδομένων, το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ενώ δέχτηκε ότι το ...
ορίστηκε, με την καταρτισθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση πώλησης, ως τόπος προορισμού του αγορασθέντος από την ενάγουσα επίδικου αργαλειού "CIF Σχηματάρι", ήτοι αποτελούσε τον τόπο εκπλήρωσης της ενοχής και στη συνέχεια, κρίνοντας ότι δεν υφίσταται διεθνής δικαιοδοσία τούτου για την εκδίκαση της επικαλούμενης αγωγικής αξίωσης από τη σύμβαση της πώλησης με το διαλαμβανόμενο στην ένδικη αγωγή περιεχόμενο, απέρριψε το σχετικό λόγο έφεσης της ήδη αναιρεσείουσας ενάγουσας κατά της πρωτόδικης 34/2015 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θηβών, που είχε δεχτεί τα ίδια, αφ' ενός μεν παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ήτοι τον αγωγικό ισχυρισμό ότι κατά τη συμφωνία των διαδίκων, τόπος παραδόσεως του πωληθέντος μηχανήματος ήταν η εγκατάσταση της αναιρεσείουσας στο ..., όπου και παραδόθηκε, η συμφωνία δε αυτή ιδρύει κατά τα ανωτέρω, δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων προς εκδίκαση της εκ της συμβάσεως πωλήσεως βάσεως της αγωγής, αφ' ετέρου δε παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο για την από τη σύμβαση της πώλησης βάση της αγωγής με το να επικυρώσει την πρωτόδικη απόφαση, που την είχε απορρίψει ως απαράδεκτη, ελλείψει δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων προς εκδίκασή της.
Επομένως, το Εφετείο με την ως άνω κρίση του υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 8 και 14 του ΚΠολΔ, όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου των 2ου και 8ου κύριων λόγων της υπό κρίση αίτησής της και του 3ου πρόσθετου λόγου αυτής, οι οποίοι είναι βάσιμοι, κατά τα αντίστοιχα σκέλη τους και ενόψει της αναιρετικής εμβέλειας τούτων στο περί απόρριψης της από τη σύμβαση βάση της αγωγής κεφάλαιο της προσβαλλόμενης απόφασης, παρέλκει η έρευνα των περιεχόμενων λοιπών λόγων στα υπό κρίση δικόγραφα της κύριας αίτησης και των πρόσθετων λόγων αυτής, πλην του 10ου κύριου λόγου αναίρεσης, που αφορά στο περί αδικοπραξίας κεφάλαιο της προσβαλλόμενης απόφασης και πρέπει να εξεταστεί το παραδεκτό και βάσιμο τούτου κατά τα ειδικότερα κατωτέρω εκτιθέμενα.
Κατά το άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (Ολ.
ΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του Κανόνα Ουσιαστικού Δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του Δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης. 'Ετσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ.
ΑΠ 20/2005). Αντίθετα η έλλειψη μείζονας πρότασης στην απόφαση ή οι εσφαλμένες κρίσεις του Δικαστηρίου σ' αυτή ως προς την έννοια διάταξης Ουσιαστικού Δικαίου, δεν αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, αν κατά τα λοιπά δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού το διατακτικό της απόφασης δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του.
Παράλληλα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα δε, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.
ΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, "όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει". Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298, 299, 330 του ιδίου Κώδικα, προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι:
α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή της παράλειψης, γ) υπαιτιότητα, που περιλαμβάνει το δόλο και την αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δ) πρόσφορη αιτιώδης συνάφεια μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος, δηλαδή της ζημίας (ΑΠ 1115/2015).
Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Ειδικότερα, για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης, που επιβάλλει την υποχρέωση να μην εξέρχεται κάποιος με τις πράξεις του από τα όρια που ορίζονται κάθε φορά από τα συναλλακτικά χρηστά ήθη (ΑΠ 1494/2008, ΑΠ 1563/2012).
Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της κοινωνικώς επιβεβλημένης και από τη θεμελιώδη δικαιική αρχή της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων.
Ο χαρακτηρισμός της παράλειψης, ως παράνομης συμπεριφοράς, προϋποθέτει την ύπαρξη νομικής υποχρέωσης για επιχείρηση της παραλειφθείσας θετικής ενέργειας, η οποία (υποχρέωση) μπορεί να απορρέει από το νόμο, την δικαιοπραξία, την καλή πίστη, τις κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις και συναλλακτικές αντιλήψεις, από προηγηθείσα συμπεριφορά του υπαιτίου ή από το γενικό πνεύμα του δικαίου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 200, 281, 288 ΑΚ (ΑΠ 1115/2015).
Όσον αφορά την υπαιτιότητα, ο ενάγων πρέπει να επικαλεσθεί υπαίτια συμπεριφορά με τον χαρακτηρισμό είτε του δόλου είτε της αμέλειας, το δε δικαστήριο προβαίνει στον ειδικότερο προσδιορισμό της υπαιτιότητας στην συγκεκριμένη περίπτωση από την εκτίμηση των αποδείξεων, χωρίς να επέρχεται μεταβολή της βάσης της αγωγής.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων και επέφερε πράγματι στην συγκεκριμένη περίπτωση το επιζήμιο αποτέλεσμα (ΑΠ 1563/2012, ΑΠ 1452/2007, ΑΠ 1494/2008).
Περαιτέρω, η αθέτηση προϋφιστάμενης ενοχής δεν συνιστά αδικοπραξία, είναι δυνατόν όμως μια υπαίτια ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση, να θεμελιώσει συγχρόνως και ευθύνη από αδικοπραξία. Τούτο συμβαίνει, όταν η ενέργεια αυτή και χωρίς τη συμβατική σχέση που προϋπάρχει θα ήταν παράνομη ως αντίθετη προς το γενικό καθήκον, που επιβάλλει το άρθρο 914 ΑΚ, να μην προκαλεί κάποιος σε άλλον υπαιτίως ζημία.
Η ευθύνη αυτή θα κριθεί κατά τους γενικούς περί αδικοπραξιών όρους (Ολ.ΑΠ 969/1973). Ειδικότερα, όταν υπάρχει ενδοσυμβατική ευθύνη για πραγματικό ελάττωμα ή έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας του πωληθέντος πράγματος, για τη θεμελίωση της εξωσυμβατικής ευθύνης από αδικοπραξία του πωλητή θα πρέπει η ύπαρξη του ελαττώματος ή η έλλειψη της συνομολογηθείσας ιδιότητας, κατά τον χρόνο που ο κίνδυνος του πράγματος μεταβαίνει στον αγοραστή, να αποδίδεται σε υπαίτια συμπεριφορά του πωλητή, με την οποία αυτός με πρόθεση επιδιώκει να παραγάγει, ενισχύσει ή διατηρήσει πεπλανημένη αντίληψη ή εντύπωση στον αγοραστή αναφορικά με την ύπαρξη του ελαττώματος ή την έλλειψη της συνομολογηθείσας ιδιότητας του πράγματος, ανεξάρτητα από το αν η συμπεριφορά αυτή συνίσταται σε παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή σε απόκρυψη ή αποσιώπηση ή ατελή ανακοίνωση των αληθινών γεγονότων, των οποίων η αποκάλυψη στον αγοραστή που τα αγνοεί επιβαλλόταν από την καλή πίστη ή την υφιστάμενη ιδιαίτερη σχέση μεταξύ πωλητή και αγοραστή (ΑΠ 1190/2007, ΑΠ 25/1998).
Ωσαύτως, όταν ο πωλητής, ενώ τελεί εν γνώσει της ελλείψεως της συμφωνηθείσας ιδιότητας ή της υπάρξεως του πραγματικού ελαττώματος, αποσιωπά τούτο δολίως, τότε συντρέχουν πρόσθετα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, μαζί με την συμβατική παράβαση, συνθέτουν το πραγματικό της αδικοπραξίας (ΑΠ 1703/2013). Πρόκειται, δηλαδή, για συρροή δύο αξιώσεων, εφόσον η παραπάνω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του πωλητή αποτελεί και αδικοπραξία χωρίς τη συμβατική σχέση της πώλησης.
Από τις δύο αυτές αξιώσεις για αποζημίωση, η πρώτη στηρίζεται στη συμβατική ευθύνη, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις περί πωλήσεως και η δεύτερη στην αδικοπραξία με βάση τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Στην περίπτωση δε της συρροής αξιώσεων, που αποβλέπουν στον ίδιο σκοπό, δηλαδή στην ίδια παροχή, είναι δυνατή η παράλληλη άσκηση όλων των αξιώσεων, όχι όμως και η ικανοποίηση όλων, αφού η ικανοποίηση της μιας έχει ως αποτέλεσμα την απόσβεση και των λοιπών, εκτός αν με αυτές ζητείται κάτι περισσότερο, όπως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από την αδικοπραξία (άρθρα 299, 932 ΑΚ), οπότε σώζονται μόνον ως προς αυτό.
Τέλος, δικαιούχος χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης μπορεί να είναι και νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, γιατί και αυτό είναι φορέας εννόμων αγαθών, του οποίου η προσβολή αποτελεί αδικοπραξία. Έτσι, αποκατάσταση της ηθικής βλάβης μπορούν να ζητήσουν και οι εταιρίες, αν με την αδικοπραξία προσβλήθηκε η εμπορική τους πίστη, η επαγγελματική τους υπόληψη και γενικά το εμπορικό τους μέλλον (ΑΠ 1381/2013).
Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον δέκατο κύριο λόγο της υπό κρίση αίτησής της, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες των αριθμών 8 και 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, ότι ρητώς και εκτενώς προέβαλε με την ένδικη αγωγή της ότι η έλλειψη της συμφωνημένης ιδιότητας του επίδικου μηχανήματος που της πώλησε η αντίδικος, κατά το χρόνο που ο κίνδυνος του πράγματος μετέβη σε αυτή, οφείλεται σε υπαίτια συμπεριφορά της, αφού εκείνη γνώριζε ή ώφειλε να γνωρίζει ότι της παρέδωσε μηχάνημα διαφορετικό και με άλλες ιδιότητες από το ειδικώς συμφωνηθέν και με πρόθεση, άλλως με ασύγγνωστη αμέλειά της, παρά την παραδοχή των σχετικών ελλείψεων του πωληθέντος από τους ίδιους τους βοηθούς της εκπληρώσεως της παροχής, επιχείρησε και επιδίωξε να παραγάγει, να ενισχύσει ή να διατηρήσει πεπλανημένη αντίληψη ή εντύπωση στην ίδια ως αγοράστρια σε σχέση με την έλλειψη της ιδιότητας του πωληθέντος, ανεξάρτητα από το εάν η συμπεριφορά αυτή συνίσταται σε παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών ή σε απόκρυψη ή αποσιώπηση ή ατελή ανακοίνωση των αληθών γεγονότων, των οποίων η αποκάλυψη σε αυτή αγοράστρια, που τα αγνοούσε ήταν επιβεβλημένη από την καλή πίστη, τα συναλλακτικά ήθη, την συμβατική σχέση τους και το νόμο, ότι ευθύνεται το νομικό πρόσωπο της πωλήτριας για τις πράξεις και παραλείψεις των οργάνων της, που έλαβαν χώρα κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους είχε εκείνη αναθέσει και παράγουν υποχρέωση προς αποζημίωση, όπως στην περίπτωση παράβασης συμβατικής υποχρεώσεως ή αδικοπραξίας και ότι, εξ αιτίας της ανωτέρω αντισυμβατικής, παράνομης, υπαίτιας παραπλανητικής και αντίθετης προς την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη συμπεριφοράς της εναγομένης, παρά τη δική της προφανέστατα σύμφωνη με την καλή πίστη και τη συναλλακτική ηθική συμπεριφορά, γνώρισε τον εμπορικό θάνατο και έχασε την αξιοζήλευτη θέση που κατείχε με κόπο, φροντίδα και δημιουργικότητα τεσσάρων γενεών προγόνων της στην περιορισμένη αγορά υφάνσεως του χοντρού πανιού, που διέθεταν μαζί με τη δική της μόλις τρείς επιχειρήσεις του είδους αυτού σ' όλη την Ελλάδα, έχασε όλη την διακεκριμένη πελατεία της, την άριστη φήμη της, την αξιοπιστία της στην αγορά και την εμπορική πίστη της, έναντι των Τραπεζών, κατακρημνίσθηκαν οι δείκτες εμπιστοσύνης, ρευστότητας και πιστοληπτικής ικανότητας που την χαρακτήριζαν και βρίσκεται εκτός αγοράς και σε καθεστώς εκκαθάρισης, τους ισχυρισμούς της όμως αυτούς, που είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεν έλαβε υπόψη το Εφετείο και απέρριψε την έφεσή της σχετικά με την απόρριψη της δεύτερης βάσης της ένδικης αγωγής της, παραβιάζοντας ταυτόχρονα τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914 επ.
και 59 ΑΚ. Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος, καθόσον, σύμφωνα με το ιστορικό της ένδικης αγωγής, που προαναφέρθηκε, η περιεχόμενη στο δικόγραφό της δεύτερη βάση από αδικοπραξία είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 914, 932, 297-299 ΑΚ, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας. Επομένως, το Εφετείο, που απέρριψε αυτή ως μη νόμιμη με την αιτιολογία ότι "τα επικαλούμενα προς στοιχειοθέτησή της περιστατικά συνιστούν αθέτηση προϋφιστάμενης ενοχής και όχι αδικοπραξία, αφού κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή είχε καταρτισθεί μεταξύ των διαδίκων σύμβαση πώλησης και επομένως η εμφάνιση πραγματικών ελαττωμάτων ή η έλλειψη συμφωνημένης ιδιότητας δεν συνιστά αδικοπραξία, αλλά αθέτηση των υποχρεώσεων της εναγόμενης πωλήτριας, που απορρέουν από τη σύμβαση πώλησης, σε κάθε δε περίπτωση η ιστορούμενη ζημιογόνος πράξη, με την οποία η εναγομένη παραβιάζει τις υποχρεώσεις της από τη σύμβαση πώλησης, χωρίς την εν λόγω σύμβαση, που προϋπήρχε, δεν θα ήταν παράνομη ως αντικείμενη προς το γενικό καθήκον, που επιβάλλει το άρθρο 914 ΑΚ, να μην προκαλεί κάποιος υπαιτίως σε άλλον ζημία, ώστε να θεμελιώνεται συγχρόνως και ευθύνη από αδικοπραξία, καθόσον η ενάγουσα δεν επικαλείται στην αγωγή της ότι κατά τον χρόνο που ο κίνδυνος του πράγματος μεταβαίνει στον αγοραστή, η εναγομένη πωλήτρια υπαίτια, ήτοι με πρόθεση επιδίωξε να παραγάγει, ενισχύσει ή διατηρήσει πεπλανημένη αντίληψη ή εντύπωση στην ενάγουσα αναφορικά με την ύπαρξη του ελαττώματος ή την έλλειψη της συνομολογηθείσης ιδιότητος του πράγματος, ανεξάρτητα από το αν η συμπεριφορά αυτή συνίσταται σε παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή σε απόκρυψη ή αποσιώπηση ή ατελή ανακοίνωση των αληθινών γεγονότων, των οποίων η αποκάλυψη στον αγοραστή που τα αγνοεί επιβαλλόταν από την καλή πίστη ή την υφιστάμενη ιδιαίτερη σχέση μεταξύ πωλητή και αγοραστή", αφενός μεν παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τους διαλαμβανόμενους σε αυτή αντίστοιχους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, αφετέρου δε παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες εσφαλμένα δεν εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση αίτηση με τους πρόσθετους αυτής λόγους, να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλόμενη απόφαση και να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που κατέθεσε αυτή για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
Περαιτέρω, μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 61/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας, που επιλήφθηκε μετ' αναίρεση της προηγουμένως εκδοθείσας επί της ίδιας υπόθεσης 7195/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, κατόπιν παραπομπής από τον Άρειο Πάγο με την υπ' αριθμ. 539/2013 απόφασή του, πρέπει η υπόθεση να κρατηθεί και να δικασθεί, από τον 'Αρειο Πάγο στην ουσία, κατ' άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, σε νέα όμως προς το σκοπό αυτό συζήτηση, που θα οριστεί ύστερα από κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων, ώστε κατ' αυτή οι διάδικοι, σύμφωνα με τις προβλέψεις της διάταξης του άρθρου 581, η οποία εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτή, γνωρίζοντας επακριβώς το εύρος της αναιρετικής απόφασης, να διαμορφώσουν ανάλογα τους ισχυρισμούς και τις προτάσεις τους (άρθρα 581 παρ. 2 και 570 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 61/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας.
Κρατεί την υπόθεση, προς ουσιαστική εκδίκαση από το Τμήμα τούτο, η οποία θα λάβει χώρα σε νέα συζήτηση αυτής, ύστερα από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους. Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που κατέθεσε για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Ιανουαρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
(Και τούτου αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία, η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου)