14/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 14 / 2016 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated14/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 14 / 2016 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Full text
Απόφαση 14 / 2016 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 14/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κράνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεράσιμο Φουρλάνο, Γεώργιο Λέκκα και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Μ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Χριστιά με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. - Α. Κ. του Γ., κατοίκου ..., ατομικά ως εξ αρχής διαδίκου και ως κληρονόμου, εξ αδιαθέτου, του αποβιώσαντος, αρχικά εναγομένου Γ. Κ. του Δ., κατοίκου εν ζωή, Αθηνών, 2) α) Δ. - Α. Κ. του Γ., β) Ε. συζύγου Δ. - Α. Κ., κατοίκων ... ως ασκούντων τη γονική μέριμνα και ως εκ τούτου νομίμων εκπροσώπων της ανήλικης θυγατέρας τους Α. Κ. του Δ. - Α., ως κληρονόμου, εκ διαθήκης του αποβιώσαντος, ως άνω, αρχικά εναγομένου Γ. Κ. του Δ., κατοίκου εν ζωή, Αθηνών, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σταύρο Χριστόπουλο που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/12/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2213/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1570/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο ως άνω αναιρεσείων με την από 8/7/2008 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 487/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 1570/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 2318/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25/7/2014 αίτησή του και τους από 2/9/2015 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Καγκάνης ανέγνωσε την από 23/9/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και των πρόσθετων λόγων αυτής και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και τους παραδεκτώς, με ιδιαίτερο δικόγραφο και εντός της οριζομένης στη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ προθεσμίας ασκηθέντες και προς τους αναιρεσιβλήτους επιδοθέντες, από 2-9-2015 προσθέτους λόγους (Ολ ΑΠ 33/1996), ζητείται η αναίρεση, για τους διαλαμβανομένους στα παραπάνω δικόγραφα λόγους, της 2318/2014 τελεσιδίκου αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Καμιά ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνείαν και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί ή γενική μνεία των κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (μάρτυρες, έγγραφα, πραγ/νη, ένορκες βεβαιώσεις κλπ). Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει, κατά τρόπο αμφίβολο, (Ολ ΑΠ 2/2008) ή, κατ’ άλλη έκφραση, αδιστάκτως βέβαιο (Ολ. ΑΠ 13-14-15/2005), ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο από το αρθρ.559 περ. 11γ’ αναιρετικός λόγος (ΑΠ 577/2015, ΑΠ 87, 483, 495, 1461/13). Με τους πρώτο, κύριο και πρόσθετο, λόγους της αίτησης αναίρεσης προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η, από το άρθρο 559 αρ. 11 γ ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, παρά το νόμο, η προσβαλλομένη απόφαση δεν έλαβε υπόψη, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού της πορίσματος, τα απ’ αυτόν, προς απόδειξη του αγωγικού του, περί εικονικότητας, ισχυρισμού μετ’ επικλήσεως προσκομισθέντα παρακάτω έγγραφα και αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα: 1)Τα ταυτάριθμα προς την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, όπου περιέχονται και οι καταθέσεις των ενόρκως εξετασθεισών μαρτύρων του α) Β. Μ. Κ. το γένος Γ. Μ. και β) Π. Γ. Μ. το γένος Γ. και Ό. Β.. 2) Την υπ’ αριθμ. .../2007 από 12-11-2007 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Ειρηνοδίκου Αθηνών Φωτεινής Παπαδοπούλου του μαρτυρά του Γ. Μ. του Γ., κατοίκου ... (...), η οποία ένορκη βεβαίωση έγινε ύστερα από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση των εφεσίβλητων. 3)Το αναφερόμενο στην ένδικη αγωγή από 1-4-1970 ιδιωτικό συμφωνητικό συστάσεως ομορρύθμου εμπορικής εταιρείας (καταστατικό) και τα αναφερόμενα επίσης στην αγωγή αυτή από 3-2-1972, 25-4-1973, 28-1-1983, 15-10-1984 και 12-5-1989 τροποποιητικά καταστατικού ιδιωτικά συμφωνητικά μαζί με την κάτω από καθένα όλων αυτών βεβαίωση του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών περί δημοσιεύσεως του στα βιβλία εταιρειών του Πρωτοδικείου αυτού, καθώς και όσα άλλα έγγραφα αναφέρονται στην ένδικη αγωγή 4) Την υπ’ αριθμ. 455/98 εισηγητική έκθεση του με την υπ’ αριθμ. 837/1997 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ορισθέντος Εισηγητή - Δικαστή, 5) Την υπ’ αριθμ. 837/1997 μη οριστική απόφαση και την υπ’ αριθ. 4811/2001 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία (4811/2001 απόφαση) κρίθηκαν πειστικές οι περιεχόμενες στην ανωτέρω υπ’ αριθμ. …/98 εισηγητική έκθεση καταθέσεις των ως άνω δύο μαρτύρων και έγινε δεκτή και ως κατ’ ουσίαν βάσιμη η από 24-4-1996 αγωγή του αναιρεσείοντος κατά το μέρος που είχε κριθεί ως νόμιμη με την προαναφερόμενη 837/1997 απόφαση (για αναγνώριση ως άκυρης της ανακλήσεως του από τη θέση του διαχειριστή της εταιρίας, η δε 4811/2001 απόφαση έχει καταστεί αμετάκλητη. 6) Τα υπ’ αριθ. .../1963 και .../1965 πληρεξούσια των συμβολαιογράφων Αθηνών Νικολάου Παρασκευόπουλου και Βασιλείου Καντιανή αντιστοίχως, για τα οποία γίνεται λόγος ειδικά στη σελίδα 6 της ένδικης αγωγής, τα υπ’ αριθμ. .../9-12-1985 και .../23-1-1986 πωλητήρια συμβόλαια του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Μίχου, για τα οποία γίνεται λόγος ειδικά στις σελίδες 7 και 8 της αγωγής αυτής και την από 9-12-1985 δήλωση - επιστολή της Σ. συζ. Β. Κ. (εικονικής εταίρου) προς τον πρώτο των εναγομένων, για την οποία γίνεται λόγος ειδικά στη σελίδα 20 της ένδικης αγωγής 7) Τις περιέχουσες ολόκληρη την από 25-5-1994 εξώδικη διαμαρτυρία και πρόσκληση του αναιρεσείοντος προς αμφότερους τους εξ αρχής εναγομένους σχετικές εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών ... (υπ’ αριθμ. .../1994 και .../1994) 8) Αποσπάσματα (στην αγγλική και στη γαλλική γλώσσα, οι οποίες χρησιμοποιούνται και στον Καναδά, και σε επίσημες μεταφράσεις στην ελληνική γλώσσα) του Καναδικού Κανονισμού και των σχετικών επί των άρθρων αυτού επιγενομένων τροποποιήσεων που αφορούν στις παροχές στους Καναδούς απόμαχους και παλαίμαχους της Υπηρεσίας Στρατιωτικών και αναφέρονται στις δεσμεύσεις, προϋποθέσεις και περιορισμούς ως προς τη χορήγηση του επιδόματος και των εν γένει παροχών που δικαιούνται οι παλαίμαχοι - απόμαχοι υπήκοοι του Καναδά, οι οποίοι πολέμησαν κατά τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο στο πλευρό της Μ. Βρετανίας, οπουδήποτε και 9) Αναλυτικές καταστάσεις μισθωμάτων. Οι λόγοι αυτοί κρίνονται απορριπτέοι ως αβάσιμοι αφού, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, η τελευταία έλαβε υπόψη και τα παραπάνω έγγραφα αφενός με τη γενική μνεία της λήψης υπόψη "και όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων και αποδεικτικών μέσων που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι είτε για άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων" και αφετέρου με τη ρητή αναφορά "στα ταυτάριθμα προς την εκκαλουμένη πρακτικά που περιέχουν τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, στην .../12-11-07 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, καθώς και στα από 1-4-70, 3-2-72, 25-4-73, 28-1-83, 15-10-84 και 12-5-89 ιδρυτικό και τροποποιητικά καταστατικά", από τις οποίες (γενική μνεία και ρητή αναφορά) σε συνδυασμό και με το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, δεν καταλείπεται καμμία αμφιβολία περί του ότι η τελευταία (προσβαλλομένη απόφαση) για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού της πορίσματος έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα και αποδεικτικά μέσα στα οποία αφορά η προβαλλόμενη αιτίαση. Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι, η δια των ερευνώμενων λόγων προβαλλόμενη περαιτέρω αιτίαση ότι από τα παραπάνω έγγραφα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, κρίνεται απαράδεκτη καθόσον, με την επίκλησή της πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη, κατά το αρθρ. 561 § 1 ΚΠολΔ, αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 609/13, ΑΠ 495/13, ΑΠ 1127/13 ΑΠ 577/15).
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ. 4, 566 παραγρ. 1 και 578 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι, αν η αγωγή ή άλλη αυτοτελής αίτηση ή ανταίτηση κρίθηκε κατ’ ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ), πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, επί πλέον δε με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το βάσιμο ή μη της αγωγής (ή άλλης αυτοτελούς αιτήσεως ή ανταιτήσεως), καθώς επίσης και σε τι συνίσταται το σφάλμα της αποφάσεως κατά την ερμηνεία ή την εφαρμογή του νόμου, διότι η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται από την ορθότητα όχι του αιτιολογικού, αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως (άρθρο 578 ΚΠολΔ), το οποίο διατακτικό συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου. Επομένως, η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία, προκειμένου να ελεγχθεί αν η αποδιδόμενη στην απόφαση ευθεία παραβίαση ουσιαστικού νόμου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, ή αν τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού εκτίθενται επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του, συνακόλουθα δε και ο έλεγχος του διατακτικού της αποφάσεως. (ΑΠ 812/11 (Ολ ΑΠ 32/96). Κατ’ ακολουθίαν αυτών οι δεύτερος (κύριος και πρόσθετος) και τέταρτος, λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως με τους οποίους, υπό την επίκληση ότι "η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αναιρετέα α) διότι στερείται νόμιμης βάσης και ιδίως έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες επί των ζητημάτων, αγωγικών (για εικονικότητα κ.λπ.), ασκούντων ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (2ος λόγος) και β) επειδή παραβιάστηκε το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) για δίκαιη δίκη και ορθή απονομή δικαιοσύνης, αφού και από το σκεπτικό της αποφάσεως προκύπτει ότι το δίκασαν Εφετείο δεν αξιολόγησε δεόντως και επαρκώς τα προσαχθέντα και επικληθέντα αποδεικτικά μέσα και στοιχεία" (4ος λόγος), προβάλλονται οι, από το άρθρο 559 αρθ.1 και 19 ΚΠολΔ, αιτιάσεις με τον περαιτέρω ισχυρισμό ότι η προσβαλλομένη απόφαση, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την κατά των αναιρεσιβλήτων ασκηθείσα ένδικη αγωγή περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας (λόγω εικονικότητας) των αναφερομένων σ’ αυτή δικαιοπραξιών, δεχθείσα, με ανεπαρκείς αιτιολογίες, τη μη συνδρομή της επικληθείσας εικονικότητας, παρόλο που τα, ως αποδειχθέντα, γενόμενα δεκτά, πραγματικά περιστατικά επέβαλαν την αντίθετη κρίση, κρίνονται απορριπτέοι ως ενδεείς της αναφοράς αφενός των σχετικών παραδοχών επί των οποίων η προσβαλλομένη απόφαση στήριξε την απορριπτική κρίση (ΑΠ 1850, 1853/07) της και αφετέρου του μη προσδιορισμού σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των διαληφθεισών στην ελάσσονα πρόταση του νομικού της συλλογισμού αιτιολογιών με την παράλληλη παράθεση της κατά τον αναιρεσείοντα απαιτουμένης για την πληρότητά τους αιτιολογίας (Ολ ΑΠ 20/2005 ΑΠ 1401/10),καθώς και της (μη) εξειδικεύσεως του σφάλματος στο οποίο υπέπεσε κατά την ερμηνεία ή την εφαρμογή του νόμου η προσβαλλομένη απόφαση, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 739/2011).
Ο λόγος αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.17 ΚΠολΔ δημιουργείται αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Προκειμένου να ιδρυθεί ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης πρέπει η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων της προσβαλλόμενης απόφασης να υπάρχει στο διατακτικό της, έτσι ώστε να καθίσταται, εξαιτίας αυτής, αδύνατη η εκτέλεσή της ή να εμποδίζεται η παραγωγή και η ενέργεια του δεδικασμένου. Εάν η αντίφαση υπάρχει στο αιτιολογικό ή ανάμεσα στο αιτιολογικό και το διατακτικό της απόφασης και έχει τη μορφή ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, μπορεί να θεμελιωθεί μόνον ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης. (ΑΠ 1153/2010, ΑΠ 812/2011). Κατ’ ακολουθίαν αυτών ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η, από το άρθρο 559 αρ.17 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι η προσβαλλομένη απόφαση διαλαμβάνει αντιφατικές διατάξεις αναφορικά με την απόρριψη της κατά των αναιρεσιβλήτων ασκηθείσας αγωγής του, η οποία (κατά το μέρος που μ’ αυτή ζητούσε την αναγνώριση της ακυρότητας, ως εικονικού, του από 15-10-84 τροποποιητικού - καταστατικού της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...) στο μεν αιτιολογικό απορρίπτεται ως νομικά αβάσιμη στο δε διατακτικό ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη, κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος αφού, κατά τα εκτιθέμενα, η επικαλούμενη αντίφαση υφίσταται μεταξύ διατάξεων του αιτιολογικού και του διατακτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως η οποία, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, δεν μπορεί να θεμελιώσει την προσβαλλομένη από το άρθρο 559 αρ.17 ΚΠολΔ αιτίαση, ανεξάρτητα από την ουσιαστική αβασιμότητά της, αφού, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν προκύπτει η επικαλούμενη αντίφαση, καθόσον η περί νομικής αβασιμότητας κρίση του αιτιολογικού αναφέρεται στην αναγνώριση της ακυρότητας ως εικονικού του από 15.10.84 συμφωνητικού, ενώ η περί ουσιαστικής αβασιμότητας κρίση του διατακτικού αναφέρεται στην αναγνώριση της ακυρότητας ως εικονικών των από 1.4.70, 3.2.72, 25.4.73, 28.1.83 και 12.5.89 ιδρυτικού (και τροποποιητικών) καταστατικού της παραπάνω ομόρρυθμης εταιρείας.
Κατ’ ακολουθίαν όλων των ως άνω αναφερθέντων και ενόψει της μη προβολής άλλου (αναιρετικού) λόγου προ έρευνα, πρέπει ν’ απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναίρεσης μετά των προσθέτων λόγων, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-7-14 και με αριθμ. καταθ. 595/2014 αίτηση και τους από 2-9-15 και με αριθμ. καταθ. 78/2015 προσθέτους λόγους αναιρέσεως της 2318/2014 τελεσιδίκου αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Νοεμβρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Ιανουαρίου 2016.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ