Legislator Case Law & Legislation
14/2015 AI generated

14/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 14/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

14/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά το άρθρ. 932 ΚΠολΔ, τα έξοδα της αναγκαστικής εκτέλεσης βαρύνουν εκείνον κατά του οποίου αυτή στρέφεται και προκαταβάλλονται από εκείνον που την επισπεύδει, ενώ κατά το άρθρο 975 του ίδιου κώδικα η κατάταξη των δανειστών στον πίνακα γίνεται αφού αφαιρεθούν τα έξοδα της εκτέλεσης που ορίζονται αιτιολογημένα από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 14 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 14/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Τoυ αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, ο οποίος κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και ειδικά εν προκειμένω και από τον Προϊστάμενο της ΔΥΟ Καρύστου, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ιωάννα Λεμπέση, πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΚΛΩΣΤΑΙ Π. ΑΕΒΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, και 2. Δ. Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-8-2002 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 152/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 183/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 18-11-2013 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου, ανέγνωσε την από 1-10-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις υπ' αριθ. 3918Γ/21-2-2014 και 1511Β/25-2-2014 εκθέσεις των δικαστικών επιμελητών Αθηνών Α. Σ. και Χαλκίδος Ν. Τ., αντίστοιχα, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν Πράξη του Προέδρου του Α2 Τμήματος του Αρείου Πάγου περί ορισμού δικασίμου, καθώς και κλήση για συζήτηση της υποθέσεως, επιδόθηκε, νομότυπα και εμπρόθεσμα, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, στους αναιρεσιβλήτους. Οι τελευταίοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το πινάκιο ούτε παραστάθηκαν με δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που έχει εφαρμογή και στην κατ' αναίρεση δίκη (άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρ. 932 ΚΠολΔ, τα έξοδα της αναγκαστικής εκτέλεσης βαρύνουν εκείνον κατά του οποίου αυτή στρέφεται και προκαταβάλλονται από εκείνον που την επισπεύδει, ενώ κατά το άρθρο 975 του ίδιου κώδικα η κατάταξη των δανειστών στον πίνακα γίνεται αφού αφαιρεθούν τα έξοδα της εκτέλεσης που ορίζονται αιτιολογημένα από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού.

Όπως προκύπτει από τις διατάξεις αυτές, στη δεύτερη των οποίων γίνεται διάκριση μεταξύ αφαίρεσης των εξόδων και κατάταξης των προνομιακών απαιτήσεων, υπέγγυο στους δανειστές είναι το ποσό του εκπλειστηριάσματος που απομένει μετά την αφαίρεση των εξόδων εκτέλεσης, τα οποία δεν περιλαμβάνονται μεταξύ των προνομίων ούτε κατατάσσονται στον πίνακα, αλλά προαφαιρούνται προκειμένου να γίνει η κατάταξη των δανειστών, ορίζονται δε με τον πίνακα κατάταξης ή με ιδιαίτερη πράξη, με την οποία ο υπάλληλος του πλειστηριασμού δικαιολογεί τα σχετικά κονδύλια προκειμένου να τα προαφαιρέσει από το εκπλειστηρίασμα.

Εξάλλου, ως έξοδα εκτέλεσης κατά τις παραπάνω διατάξεις νοούνται όλες οι δαπάνες που γίνονται από τον επισπεύδοντα την εκτέλεση δανειστή και αποβλέπουν στο γενικό συμφέρον όλων των δανειστών, εφόσον είναι αναγκαίες για τη διαδικασία της εκτέλεσης από την έναρξή της μέχρι και την περάτωσή της, δηλαδή ανάγονται στην προδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, στην κατάσχεση, στη συντήρηση του κατασχεθέντος πράγματος, στον πλειστηριασμό και στην κατάταξη των δανειστών.

Αντίθετα δεν περιλαμβάνονται τα έξοδα που έγιναν προς το αποκλειστικό συμφέρον είτε του επισπεύδοντος είτε των αναγγελθέντων δανειστών ούτε επίσης όσα έγιναν από υπαιτιότητα του επισπεύδοντος, όπως είναι τα έξοδα πλειστηριασμού που ματαιώθηκε λόγω παρόδου προθεσμίας ή λόγω ακυρότητας των πράξεων.

Αποτελούν όμως έξοδα της εκτέλεσης όσα έγιναν για την έκδοση επαναληπτικών περιλήψεων εκθέσεων αναγκαστικής κατάσχεσης μετά από αναστολή του πλειστηριασμού με δικαστική απόφαση ή ματαίωση του πλειστηριασμού λόγω μη προσέλευσης πλειοδοτών ή μετά από νόμιμη αναβολή ή ματαίωση του πλειστηριασμού ύστερα από συμφωνία του επισπεύδοντος δανειστή και του καθ` ου η εκτέλεση οφειλέτη, αφού η έκδοση των επαναληπτικών αυτών περιλήψεων αποτελεί ουσιώδη δικονομική προϋπόθεση για τη συνέχιση της εκτελεστικής διαδικασίας και οι σχετικές δαπάνες εξυπηρετούν υπό την έννοια αυτή το κοινό συμφέρον όλων των δανειστών.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής: " Δυνάμει της υπ' αρ. 843/27-1-2000 εκθέσεως κατασχέσεως ενυποθήκων ακινήτων του δικαστικού επιμελητή Χαλκίδας Δ. Κ. (δευτέρου των καθών η ανακοπή) κατασχέθηκαν αναγκαστικά, με επίσπευση της πρώτης των καθ' ων η ανακοπή εταιρίας με την επωνυμία "ΚΛΩΣΤΑΙ Π. ΑΕΒΕ" και δυνάμει των... διαταγών πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας και δια της με αρ. 847/2000 περίληψης κατασχετήριας έκθεσης του ίδιου δικ. επιμελητή, με την οποία είχε οριστεί ως ημερομηνία πλειστηριασμού η 15-3-2000 ενώπιον της γ' καθ' ης η ανακοπή συμβολαιογράφου ως υπαλλήλου επί του πλειστηριασμού, τα αναφερόμενα στην ως άνω έκθεση κατάσχεσης τρία αγροτικά ακίνητα της οφειλέτριας εταιρίας με την επωνυμία "CASTELLO ROSSO Α.Ε. - ΕΤΟΙΜΑ ΕΝΔΥΜΑΤΑ ΚΑΡΥΣΤΟΥ". Κατά την ως άνω ημερομηνία ματαιώθηκε η διενέργεια του πλειστηριασμού και συνετάγη η με αρ. .../2000 δήλωση αναστολής του της συμ/φου Χαλκίδας Ευαγγελίας Μανή.

Στη συνέχεια εκδόθηκε η με αρ. 869/2000 Α' επαναληπτική περίληψη του β' των καθών δικ. επιμελητή, που όρισε ημερομηνία πλειστηριασμού την 19-7-2000, κατά την οποία επίσης ματαιώθηκε ο πλειστηριασμός λόγω μη προσέλευσης υπερθεματιστών και συνετάγη η με αρ. 4427/2000 πράξη ματαίωσης της υπαλλήλου του πλειστηριασμού.

Με τη με αρ. 914/2000 Β' επαναληπτική περίληψη του ίδιου δικ. επιμελητή ορίστηκε ως ημερομηνία πλειστηριασμού η 18-10-2000, κατά την οποία όμως ανεστάλη δυνάμει της 1375/2000 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, η οποία διόρθωσε την αξία εκτίμησης των κατασχεθέντων ακινήτων. Μετά από νέα εντολή της αρχικής επισπεύδουσας α' καθ' ης, ο β' καθ' ου δικ.

επιμελητής προέβη στην έκδοση της με αρ. 968/29-12-2000 Γ' επαναληπτικής περίληψης, ορίζοντας ημερομηνία διενέργειας του πλειστηριασμού την 28-2-2001 κατά την οποία δεν έγινε ο πλειστηριασμός, εγκαταλειφθείς. Τελικά τα άνω ακίνητα πλειστηριάστηκαν δυνάμει της 225/2002 Γ' επαναληπτικής περίληψης δηλώσεως συνεχίσεως πλειστηριασμού ενυποθήκων ακινήτων του δικ.

επιμελητή Χαλκίδας Γ. Π., με επίσπευση της υποκαθιστάμενης στη θέση της αρχικής επισπεύδουσας, κατ' άρθρο 973 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΠΕΤΡΟΓΚΑΖ Α.Ε.", η οποία και αναγγέλθηκε νομότυπα. Τα εκπλειστηριασθέντα ακίνητα κατακυρώθηκαν στον υπερθεματιστή Σ. Α. αντί του συνολικού ποσού των 88.077 ευρώ, στο οποίο ανήλθε το επιτευχθέν εκπλειστηρίασμα και συνετάγη η με αρ. .../15-5-2002 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού της γ' καθ' ης συμβολαιογράφου.

Στην εν λόγω υπάλληλο του πλειστηριασμού αναγγέλθηκε νομότυπα το ανακόπτον δια του Προϊσταμένου της ΔΟΥ Καρύστου για το συνολικό ποσό των 200.182,19 ευρώ για ληξιπρόθεσμες κατ' άρθρο 5 του ΚΕΔΕ απαιτήσεις του έναντι της καθ' ης η εκτέλεση, οι οποίες αναλύονται κατά χρονικές περιόδους με τα αντίστοιχα ποσά οφειλών και προσαυξήσεων και με αναφορά της χρονολογίας βεβαίωσης αυτών και του αριθμού τριπλοτύπου.

Λόγω ανεπάρκειας του επιτευχθέντος εκπλειστηριάσματος για την ικανοποίηση της επισπεύδουσας και των αναγγελθέντων δανειστών, η ως άνω συμβολαιογράφος συνέταξε τον προσβαλλόμενο πίνακα με τον οποίο, αφού προαφαίρεσε το συνολικό ποσό των 15.698,93 ευρώ ως έξοδα εκτέλεσης, κατέταξε προνομιακά το ανακόπτον για το ποσό των 21.867,57 ευρώ, προς κάλυψη ισόποσης απαίτησης αυτού.

Από τον ίδιο πίνακα κατάταξης, καθώς και τους συνημμένους σ' αυτόν από 23-5-2002 αναλυτικούς λογαριασμούς του β' καθ' ου δικ. επιμελητή, προκύπτει ότι αφαιρέθηκε υπέρ αυτού το συνολικό ποσό των 7.256,73 ευρώ με την αιτιολογία ότι θεωρούνται έξοδα του αρχικού κατασχόντος. Από αυτό ποσό 2.886,57 ευρώ αφορά έξοδα και αμοιβή του δικ.

επιμελητή για τη σύνταξη, τα δικαιώματα, τις επιδόσεις και τα αντίγραφα αφενός για την πρώτη κατάσχεση της με αρ. 843/2000 έκθεσης κατάσχεσης, η οποία εξακολούθησε να ισχύει και να στηρίζει την υποκατάσταση της εντολοδόχου του εν λόγω επιμελητή αρχικής επισπεύδoυσας και αφετέρου για τη σύνταξη, δικαιώματα, επιδόσεις και καταθέσεις αντιγράφων της με αρ. 847/2000 περίληψης κατασχετήριας έκθεσης, με την οποία όπως αποδεικνύεται ανωτέρω ορίστηκε ημερομηνία πλειστηριασμού η 15-3-2000, κατά την οποία δεν διενεργήθηκε ο εν λόγω πλειστηριασμός λόγω αναστολής του με πράξη της προαναφερθείσας συμβολαιογράφου.

Αποδεικνύεται επίσης ότι για τη σύνταξη της με αρ. 869/2000 Α' επαναληπτικής περίληψης κατασχετήριας έκθεσης, για την οποία αφαιρέθηκε το ποσό 1.456,72 ευρώ ως έξοδα του β' καθ' ου (δικαιώματα, επιδόσεις, αντίγραφα, χαρτοσημάνσεις) και με την οποία ορίστηκε ημερομηνία πλειστηριασμού η 19-7-2000, ο εν λόγω πλειστηριασμός ματαιώθηκε λόγω μη προσέλευσης υπερθεματιστών, ενώ με τη με αρ. 914/2000 β' επαναληπτική περίληψη, για την οποία αφαιρέθηκε για παρόμοια έξοδά του το ίδιο ποσό των 1.456,72 ευρώ, ο ορισθείς για τις 18-10- 2000 πλειστηριασμός ανεστάλη δυνάμει της με αρ. 1375/2000 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, που προαναφέρθηκε.

Επίσης προκύπτει ότι με τη με αρ. 968/2000 Γ' επαναληπτική περίληψη κατασχετήριας έκθεσης, για δικαιώματα, επιδόσεις, αντίγραφα και αμοιβή του δικ. επιμελητή αφαιρέθηκε το ίδιο ποσό των 1.456,72 ευρώ, ορίστηκε ο πλειστηριασμός για τις 28-2- 2000, οπότε και ματαιώθηκε εγκαταλειφθείς. Ενόψει των ανωτέρω και σύμφωνα με όσα αναφέρονται παραπάνω στη μείζονα σκέψη της παρούσας, τα προαναφερόμενα ποσά, που αφορούν έξοδα και αμοιβή του β' καθ' ου δικ.

επιμελητή τόσο για την έκθεση κατάσχεσης όσο και για την αρχική και τις τρεις επαναληπτικές περιλήψεις κατασχετηρίων εκθέσεων, αποτελούν σαφώς προαφαιρετέα έξοδα κατά την έννοια των άρθρων 932 και 975 Κ.Πολ.Δ., διότι η έκδοση και κοινοποίησή τους ήταν αναγκαία για την εκτελεστική διαδικασία και το κύρος του πλειστηριασμού και ιδίως διότι όλες οι παραπάνω διαδικαστικές πράξεις (έκθεση κατάσχεσης, αρχική και επαναληπτικές περιλήψεις) ως σύνολο στήριξαν την υποκατάσταση που έγινε τελικά και οδήγησε στον πλειστηριασμό των κατασχεθέντων ακινήτων.

Επίσης διότι η μη διενέργεια των πλειστηριασμών που ορίστηκαν τόσο με την αρχική όσο και με τις τρεις επαναληπτικές ως άνω περιλήψεις, δεν προκύπτει από κανένα αποδεικτικό μέσο ότι οφείλεται σε υπαιτιότητα της εντολέως του δικ. επιμελητή αρχικής επισπεύδουσας. Συγκεκριμένα, όπως προαναφέρθηκε, ο ορισθείς με την αρχική περίληψη πλειστηριασμός ανεστάλη με πράξη συμβολαιογράφου, ο της Α' επαναληπτικής ματαιώθηκε λόγω μη προσέλευσης υπερθεματιστών, ο της Β' επαναληπτικής ανεστάλη με δικαστική απόφαση, ενώ ως προς τη Γ' επαναληπτική δεν προέκυψε, από κανένα στοιχείο ότι η ματαίωση του πλειστηριασμού οφείλεται σε υπαιτιότητα της αρχικής επισπεύδουσας, ως εκ της παρόδου κάποιας προθεσμίας ή της ακυρότητας κάποιας πράξεως.

Συνεπώς τα προαφαιρεθέντα υπέρ του β' καθ' ου δικ. επιμελητή έξοδα, συνολικού ποσού 7.256,73 ευρώ, ήταν αναγκαία για την εκτελεστική διαδικασία και απέβλεπαν στο συμφέρον όλων των δανειστών της εκτέλεσης και, επομένως, ο λόγος της ανακοπής, καθώς και ο πρώτος των προσθέτων λόγων αυτής, με τους οποίους προσβάλλεται ο με αρ. 5194/2002 πίνακας κατάταξης της γ' καθ' ης ως προς το σκέλος των προαφαιρεθέντων εξόδων υπέρ του β' καθ' ου και ειδικότερα ως προς το ποσό των 4343,29 ευρώ (με την ανακοπή) και ως το ποσό των 7.256,73 ευρώ και άλλως το ποσό των 5.608,24 ευρώ (με τον α' πρόσθετο λόγο), είναι απορριπτέοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ότι δηλαδή τόσο η 843/2000 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης και η αρχική περίληψη αυτής όσο και οι επακολουθήσασες μέχρι την υποκατάσταση τρείς επαναληπτικές περιλήψεις, η πρώτη από τις οποίες έγινε λόγω ματαιώσεως του πλειστηριασμού συνεπεία μη προσέλευσης πλειοδοτών, η δεύτερη μετά από αναστολή του πλειστηριασμού με δικαστική απόφαση και η τρίτη λόγω ματαιώσεως του πλειστηριασμού όχι από υπαιτιότητα του επισπεύδοντος δανειστή, ήταν αναγκαίες για την εκτελεστική διαδικασία και ως σύνολο στήριξαν την υποκατάσταση και ότι εντεύθεν τα έξοδα του δικαστικού επιμελητή που αναφέρονται στις πράξεις αυτές εκτέλεσης έγιναν προς το συμφέρον όλων των δανειστών και είναι κατά νόμο προαφαιρετέα από το εκπλειστηρίασμα, σε συνέπεια δε των παραδοχών και της κρίσεώς του αυτής απέρριψε ως αβάσιμη την έφεση του Ελληνικού Δημοσίου κατά της εκκαλουμένης αποφάσεως του, η οποία είχε απορρίψει ως αβάσιμη την ανακοπή του Ελληνικού Δημοσίου, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 932 και 975 ΚΠολΔ και ο περί του αντιθέτου μοναδικός από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18-11-2013 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθ. 183/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών (Μεταβατική έδρα Χαλκίδος).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Νοεμβρίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Ιανουαρίου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ