14/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 14 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 14/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημ...
Legislator headnote
Keywords
Placeholder
Full text
Απόφαση 14 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 14/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. Μ. του Ε., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Διάκο.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "KLM ΒΑΣΙΛΙΚΕΣ ΟΛΛΑΝΔΙΚΕΣ ΑΕΡΟΓΡΑΜΜΕΣ" και το διακριτικό τίτλο "KLM", που εδρεύει στη Γλυφάδα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χαρίκλεια Καλονάρου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-9-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1421/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6116/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17-1-2011 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Λυκούδης διάβασε την από 4-11-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως και να απορριφθεί ο τρίτος.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 2112/1920 "η μεταβολή του προσώπου του εργοδότου, οπωσδήποτε επερχομένη, ουδαμώς επηρεάζει την εφαρμογή των υπέρ του υπαλλήλου διατάξεων του παρόντος". Ο ίδιος κανόνας περιέχεται και στο άρθρο 9 παρ. 1 του Β.Δ. 16/18-7-1920. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 3 παρ. 1 και 2 του ΠΔ 572/1988, με το οποίο εναρμονίσθηκε η ελληνική νομοθεσία προς εκείνη των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και ειδικότερα προς τις διατάξεις της 77/187/ΕΟΚ Οδηγίας "τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις, που έχει ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας, που υφίστανται κατά την ημερομηνία της, για οποιονδήποτε λόγο μεταβίβασης, βαρύνουν, εξαιτίας της μεταβίβασης αυτής, τον διάδοχο. Με την επιφύλαξη της επομένης παραγράφου (η οποία αναφέρεται σε δικαιώματα, από τυχόν υφιστάμενα συστήματα επαγγελματικής ή διεπαγγελματικής ασφάλισης), μετά την για οποιονδήποτε λόγο μεταβίβαση, ο διάδοχος τηρεί τους όρους εργασίας, που προβλέπονται από συλλογική σύμβαση εργασίας, απόφαση διαιτησίας, κανονισμό ή ατομική σύμβαση εργασίας". Η εν λόγω Οδηγία τροποποιήθηκε με την 98/50, αντίστοιχη, προς προσαρμογή δε σ` αυτή εκδόθηκε το 178/2002 Π.Δ. Κατά τις διατάξεις των άρθρων, 1, 2 παρ. 1, 3 παρ. 1, και 4 παρ. 1, 2 του Προεδρικού αυτού Διατάγματος, οι οποίες εφαρμόζονται σε κάθε συμβατική ή εκ του νόμου μεταβίβαση ή συγχώνευση επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων σε άλλον εργοδότη, ως μεταβίβαση, κατά την έννοια του Π.Δ/τος, θεωρείται η μεταβίβαση μιας οικονομικής οντότητας που διατηρεί την ταυτότητά της, η οποία νοείται ως σύνολο οργανωμένων πόρων με σκοπό την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας είτε κυρίας είτε δευτερεύουσας. Ως "μεταβιβάζων" νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, λόγω μεταβίβασης, χάνει την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση, την εγκατάσταση ή το τμήμα επιχείρησης ή εγκατάστασης, ενώ ως "διάδοχος" νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, λόγω μεταβίβασης, αποκτά την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση, την εγκατάσταση ή το τμήμα επιχείρησης ή εγκατάστασης. Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι, κατά την έννοια αυτών, μεταβίβαση επιχείρησης ή εκμετάλλευσης ή τμήματος αυτών, είναι η κάθε είδους ανάληψη και συνέχιση της επιχειρηματικής δραστηριότητας από τρίτον, εφόσον δεν μεταβάλλεται η ταυτότητα της επιχειρήσεως ή εκμεταλλεύσεως, εφόσον, δηλαδή, συνεχίζεται η ίδια επιχείρηση ή εκμετάλλευση. Η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, στην περίπτωση αυτή συνεπάγεται ανεξάρτητα από τη νομική αιτία και τη μορφή της μεταβίβασης, αυτοδίκαιη υποκατάσταση του νέου εργοδότη στις υφιστάμενες εργασιακές σχέσεις και απαλλαγή του προηγούμενου εργοδότη για το μετά τη μεταβολή χρονικό διάστημα. Το αποτέλεσμα αυτό επέρχεται ανεξάρτητα από οποιαδήποτε συναίνεση των εργαζομένων. Ο νέος εργοδότης υπεισέρχεται σε όλες τις υποχρεώσεις, που απορρέουν από τις προϋφιστάμενες εργασιακές σχέσεις, χωρίς αυτές και τα εν γένει δικαιώματα των μισθωτών, να επηρεάζονται, από τη μεταβίβαση, είτε τα δικαιώματα αυτά προέρχονται από Σ.Σ.Ε., από ατομική σύμβαση εργασίας ή από διαιτητική απόφαση, αρκεί η επιχείρηση να συνεχίζεται, ως οικονομική μονάδα και να διατηρεί την ταυτότητά της με τον νέο φορέα, επιδιώκοντας τον ίδιο κερδοσκοπικό ή οικονομικό σκοπό. Διατήρηση της ταυτότητάς της σημαίνει ότι διατηρούνται αμετάβλητες οι θέσεις εργασίας του προσωπικού της και συνεπώς δικαιολογείται ο νέος φορέας της να αναλάβει τις εργασιακές σχέσεις που συνδέονται με αυτές. Ο τρόπος της μεταβιβάσεως δεν ενδιαφέρει. Για να υπάρχει μεταβίβαση επιχειρήσεως ή εκμεταλλεύσεως ή τμήματος αυτών (άρθρο 2 Π.Δ. 572/1988 και Π.Δ. 178/2002) πρέπει να μεταβιβάζονται τόσα επί μέρους στοιχεία της επιχειρήσεως και κατά τέτοιο τρόπο, ώστε τα μεταβιβαζόμενα στοιχεία να διατηρούν την οργανική τους ενότητα και υπό τον νέο φορέα (εργοδότη) ικανά να πραγματοποιήσουν τον επιδιωκόμενο κερδοσκοπικό, οικονομικό ή τεχνικό σκοπό. Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των άρθρων 648, 652, 656 και 349-351 ΑΚ, 7 παρ. 1 του ν. 2112/1920 και 5 παρ. 3 του ν. 3198/1955 προκύπτει ότι στον εργοδότη ανήκει το δικαίωμα να εξειδικεύει τις υποχρεώσεις του μισθωτού για την αρτιότερη οικονομοτεχνική οργάνωση της επιχειρήσεώς του προς επίτευξη των σκοπών αυτής, δεν επιτρέπεται όμως κατά την ενάσκηση του διευθυντικού αυτού δικαιώματος να προκαλείται υλική ή ηθική ζημία στο μισθωτό κατά παράβαση διατάξεως νόμου ή της ατομικής συμβάσεως εργασίας ή κατά καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος υπό την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ. Στις περιπτώσεις αυτές υπάρχει μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας, που παρέχει στο μισθωτό, αν δεν αποδέχεται τη μεταβολή, το δικαίωμα, είτε να εμείνει στη σύμβαση και να απαιτήσει από τον εργοδότη να αποδέχεται την προσφερόμενη εργασία υπό τους πριν από τη μεταβολή όρους, καθιστώντας αυτόν διαφορετικά υπερήμερο περί την αποδοχή της εργασίας του, είτε να θεωρήσει την μεταβολή ως άτακτη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας και να αξιώσει τη νόμιμη αποζημίωση. Ο εργοδότης που δεν αποδέχεται την προσφορά αυτή μπορεί να καταγγείλει τη σύμβαση τηρώντας τις προϋποθέσεις του νόμου, γιατί αλλιώς περιέρχεται, κατά το άρθρο 349 ΑΚ σε υπερημερία και υποχρεούται στην καταβολή κατά το άρθρο 656 ΑΚ των μισθών. Εφόσον, όμως, καταγγείλει εγκύρως τη σύμβαση εργασίας η καταγγελία αυτή δεν είναι καταχρηστική εκ μόνου του λόγου ότι έγινε ύστερα από την αντίκρουση της βλαπτικής μεταβολής, εκτός αν συντρέχουν στην περίπτωση αυτή οι προϋποθέσεις του άρθρου 281 ΑΚ, όπως είναι η ύπαρξη εκδικητικών κινήτρων του εργοδότη. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, ή αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως, δε όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνησή της. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή διάταξης ουσιαστικού δικαίου, αυτό όμως προϋποθέτει διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφαση που απορρίπτει την αγωγή ή την ένσταση, ως μη νόμιμη, ή δέχεται ή απορρίπτει την αγωγή ή την ένσταση κατ' ουσίαν.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου της, αλλά και όσα ή ίδια η αναιρεσείουσα στην εξεταζόμενη αίτησή της αναφέρει, με την από 24.09.2005 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εξέθετε ότι προσελήφθη από την εναγόμενη αεροπορική ανώνυμη εταιρεία την 12.6.1995 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, η οποία μετά από διαδοχικές ανανεώσεις κατέστη από 1.1.1999 αορίστου χρόνου και απασχολήθηκε σ' αυτήν ως υπάλληλος επίγειας εξυπηρέτησης με κύριο έργο την εξυπηρέτηση πελατών - επιβατών πριν την επιβίβασή τους στο αεροσκάφος. Ότι τα καθήκοντα που ασκούσε καθόλη τη διάρκεια της συμβάσεως ήταν εκείνα της υπαλλήλου επίγειας εξυπηρέτησης, απασχολούμενη με την εξυπηρέτηση των πελατών - επιβατών της KLM στο χώρο του Αερολιμένα "Ελευθέριος Βενιζέλος" πριν από την επιβίβαση στο αεροσκάφος (έλεγχο εισιτηρίων κ.λπ.). Ότι προσέφερε τις υπηρεσίες της στην εναγομένη από της προσλήψεώς της, μέχρι και την 8.7.1995, ημερομηνία κατά την οποία η αντίδικός της ανακοίνωσε ότι μεταβίβασε τις υπηρεσίες της επίγειας εξυπηρέτησης πελατών της στην εταιρεία με την επωνυμία "ΣΟΥΙΣΠΟΡΤ ΛΑΜΔΑ ΕΛΛΑΣ Επίγεια Εξυπηρέτηση Αεροσκαφών Ανώνυμη Εταιρεία" και το διακριτικό τίτλο "SWISSPORT HELLAS S.A." και ότι εξαιτίας της δήθεν συντελεσθείσας μεταβίβασης η αντίδικος ισχυρίστηκε ότι είχε καταστεί προσωπικό της SWISSPORT HELLAS S.A." και έπαψε να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες της και δε την δέχθηκε έκτοτε για εργασία. Ότι η ενάγουσα εναντιώθηκε σε αυτή τη μετακίνηση και την 13.7.2005 η "SWISSPORT HELLAS S.A." της απέστειλε εξώδικη πρόσκληση - δήλωση, με την οποία της δήλωσε ότι απουσιάζει αδικαιολόγητα από την εργασία της και ότι βάσει τούτων, η εναγομένη επέφερε βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας της, αφού κλήθηκε να εργαστεί σε νέο εργοδότη χωρίς τη συναίνεση της, με διαφορετικό ωράριο και συνθήκες εργασίας και με διαφορετικές μισθολογικές παροχές και εξέλιξη, απώλεια του δικαιώματος να συνταξιοδοτηθεί από τον κλάδο του ασφαλιστικού φορέα του ΙΚΑ, που αφορά εργαζόμενους υπαγόμενους στα βαρέα ένσημα, όπως ίσχυε για τους εργαζομένους αεροπορικών εταιρειών" και, επιπροσθέτως, κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος της επικαλείται τη διαδοχή εργοδότη. Ότι η εναγομένη εταιρεία, μη αποδεχόμενη τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες της ενάγουσας, κατήγγειλε, κατ' αυτόν τον τρόπο, ακύρως, προφορικώς τη σύμβαση εργασίας της, χωρίς να της καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης και κατά κατάχρηση του δικαιώματός της και υπέστη δε από την παράνομη συμπεριφορά της εναγομένης ηθική βλάβη. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, η ήδη αναιρεσείουσα ρητώς αποκρούει ότι ή υπήρξε διαδοχή εργοδότη υπό την έννοια του ΠΔ 178/2002, αφού, όπως υποστηρίζει, η αναιρεσίβλητη δεν μεταβίβασε εξ ολοκλήρου το τμήμα εξυπηρέτησης πελατών στην "SWISSPORT HELLAS S.A.", αλλά μέρος αυτής, ενώ εξακολουθεί να εξυπηρετεί τους πελάτες της στο αεροδρόμιο με προσωπικό της στο τμήμα επίγειας εξυπηρέτησης που εξακολουθεί να διατηρεί και στο οποίο, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή (βλ. πλην άλλων και σελ. 14) η αναιρεσείουσα παρείχε την εργασία της. Ζήτησε δε, βάσει τούτων, να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 8/7/2007 καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της, και να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει μισθούς υπερημερίας και να αναγνωρισθεί η υποχρέωση αυτής για την καταβολή αυτών και να αποδέχεται τις υπηρεσίες της, όπως στην αγωγή της εξειδικεύονται τα κύρια και παρεπόμενα αιτήματα αυτής, άλλως, σε περίπτωση που εχώρησε νόμιμα η καταγγελία, να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το ποσό των 7.450 ευρώ ως αποζημίωση απολύσεως, και, να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το ποσό των 50.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Δηλαδή, με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή και κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου της, η ενάγουσα, προβάλλει τα πιο πάνω αιτήματα, ισχυριζομένη ότι η εναγομένη με την αναφερομένη στην αγωγή συμπεριφορά της μετέβαλε βλαπτικώς μονομερώς και κατά κατάχρηση του δικαιώματός της τις συνθήκες εργασίας της, ότι η ενάγουσα αρνήθηκε την μεταβολή αυτή και η εναγομένη αφού αρνήθηκε να αποδεχθεί τις προσηκόντως, όπως και προηγουμένως, προσφερόμενες υπηρεσίες της, κατήγγειλε ατύπως και καταχρηστικώς τη σύμβαση εργασίας.
Το Εφετείο, ερμηνεύοντας τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 1 του Ν. 2112/1920, 9 παρ. 1 του Β.Δ. 16/18-7-1920, 3 παρ. 2 του Π.Δ. 572/1988, 7 του ν. 2112/1920 και 281 ΑΚ, έκρινε ότι με το ως άνω περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή ήταν μη νόμιμη, καθόσον, όπως αναφέρει στην προσβαλλόμενη απόφασή του, "υπό τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά δεν επήλθε μονομερής βλαπτική μεταβολή των συνθηκών η οποία άλλωστε δεν συνδέεται με κανένα αίτημα ούτε καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της ενάγουσας, αλλά, βάσει των προπαρατεθειμένων διατάξεων, μεταβολή του προσώπου της εργοδότριας εναγομένης, την οποία υποκατέστησε η διάδοχος "SWISSPORT HELLAS S.A." στις ήδη υφιστάμενες εργασιακές σχέσεις μεταξύ των οποίων και αυτή της ενάγουσας και η οποία συνέχισε τις εργασίες της εκμεταλλεύσεως της εναγομένης, που αφορούσαν την επίγεια εξυπηρέτηση των επιβατών - πελατών της, πλην του τμήματος αυτής (εκμεταλλεύσεως) πωλήσεως εισιτηρίων, το αποτέλεσμα δε αυτό επήλθε ανεξάρτητα από τη μη συναίνεση της ενάγουσας" και αφού δέχθηκε ότι το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που κατέληξε στην ίδια κρίση, έστω και με διαφορετική εν μέρει αιτιολογία, δεν έσφαλε, ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, απέρριψε την έφεση ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι από τα επικαλούμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι "δεν επήλθε μονομερής βλαπτική μεταβολή των συνθηκών", αλλά, "βάσει των προπαρατεθειμένων διατάξεων, μεταβολή του προσώπου της εργοδότριας εναγομένης" και με τις πιο πάνω σκέψεις απέρριψε την αγωγή, ως μη νόμιμη, εσφαλμένα εφάρμοσε τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 1, 2, 3 του ΠΔ 572/88, όπως αυτές αντικαταστάθηκαν από τις διατάξεις του ΠΔ 178/2002 και ισχύουν σήμερα. Ειδικότερα δεν αναφέρονται στην αγωγή περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι έγινε μεταβίβαση της επιχειρήσεως της εναγομένης αναιρεσίβλητης ή εκμεταλλεύσεως ή τμήματος αυτών και ότι μεταβιβάστηκαν τόσα επί μέρους στοιχεία της επιχειρήσεως και κατά τέτοιο τρόπο, ώστε τα μεταβιβαζόμενα στοιχεία να διατηρούν την οργανική τους ενότητα και υπό τον νέο φορέα ικανά να πραγματοποιήσουν τον επιδιωκόμενο κερδοσκοπικό, οικονομικό ή τεχνικό σκοπό, ούτε ότι, όπως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ότι η διάδοχος εταιρεία συνέχισε τις εργασίες της εκμεταλλεύσεως της εναγομένης, που αφορούσαν την επίγεια εξυπηρέτηση των επιβατών - πελατών της, πλην του τμήματος αυτής (εκμεταλλεύσεως) πωλήσεως εισιτηρίων, αλλά αντιθέτως αναφέρεται στην αγωγή ότι το τμήμα στο οποίο εργαζόταν η ενάγουσα αναιρεσείουσα δεν μεταβιβάστηκε εξ ολοκλήρου. Κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα στήριζε τις αγωγικές απαιτήσεις της, καταρχήν, στη βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως, η οποία επήλθε από το γεγονός ότι η εργοδότριά της την υποχρέωσε να προσφέρει την εργασία της, υπό δυσμενέστερους όρους, σε άλλη εταιρεία, μεταβολή που δεν δέχθηκε η αναιρεσείουσα με αποτέλεσμα η αναιρεσίβλητη να προβεί ακύρως στην καταγγελία της σύμβασης, κατά τα προεκτεθέντα. Ουδόλως η ενάγουσα - αναιρεσείουσα υποστηρίζει ούτε εκθέτει περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει ότι δέχεται ότι μεταβιβάστηκε η επιχείρηση της εργοδότριας ή τμήμα αυτής, στο οποίο αυτή παρείχε την εργασία της υπό την έννοια των πιο πάνω διατάξεων, ενώ σαφώς στην αγωγή διατυπώνονται τα προαναφερθέντα αιτήματα εξαιτίας της βλαπτικής αυτής μεταβολής και της άκυρης καταγγελίας που επακολούθησε. Τα διαλαμβανόμενα στην αγωγή περί (μη) μεταβολής του προσώπου του εργοδότου, δεν αποτελούν στοιχεία της βάσεως της αγωγής, αλλά εκτίθενται, εκ περισσού, ως απόψεις της αναιρεσίβλητης εταιρείας και ως καθ' υποφορά απάντηση σε τυχόν ισχυρισμούς της ότι επήλθε διαδοχή του εργοδότη υπό την πιο πάνω έννοια και ότι αυτή (εναγομένη) έχει υποκατασταθεί στις υποχρεώσεις της από την διάδοχο εταιρεία "SWISSPORT HELLAS S.A.", ισχυρισμό τον οποίον η ενάγουσα ρητώς αποκρούει.
Συνεπώς ο πρώτος, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που προβάλλονται οι πλημμέλειες αυτές της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι βάσιμος.
Μετά από αυτά, πρέπει, κατά παραδοχή του παραπάνω λόγου αναιρέσεως, από το άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ως βάσιμου, παρελκούσης δε της έρευνας των λοιπών, ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο Δικαστήριο, που την εξέδωσε, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθ. 580§3 ΚΠολΔ), και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 6116/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο, ως άνω, Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 6η Δεκεμβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Ιανουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ