14/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 1 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22 Μαΐου 2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3091/2003 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 2914/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28 Ιουλίου 2004 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Διονύσιος Γιαννακόπουλος, ανέγνωσε την από 7 Δεκεμβρίου 2007 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος αναίρεσης και να απορριφθούν οι λοιποί.
Legislator headnote
AI generated14/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς, εφόσον ο αναιρεσείων δια δηλώσεώς του στο ακροατήριο, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά παραιτήθηκε των 2ου και 3ου εκ του αρ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγων αναιρέσεως, η κρινόμενη από 28-7-2004 αίτηση αναιρέσεως τού προαναφερθέντος αναιρεσείοντος κατά της 2914/2004 αποφάσεως τού Εφετείου Αθηνών πρέπει, ως προς τους λόγους αυτούς, να θεωρηθεί, ότι δεν ασκήθηκε.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 14 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 14/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 1 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ...., ο οποίος παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Γραμματικάκη.
Της αναιρεσιβλήτου: ...., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Μάζη, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22 Μαΐου 2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3091/2003 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 2914/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28 Ιουλίου 2004 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Διονύσιος Γιαννακόπουλος, ανέγνωσε την από 7 Δεκεμβρίου 2007 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος αναίρεσης και να απορριφθούν οι λοιποί.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος δήλωσε ότι παρατείται από τους, δεύτερο και τρίτο, λόγους αναίρεσης και ζήτησε την παραδοχή του πρώτου και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τα άρθρα 294, 297 και 299 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται και στη δίκη ενώπιον του Αρείου Πάγου (άρθρο 524 παρ. 1 ιδίου Κώδικα), η παραίτηση τόσο από το ένδικο μέσο, που ήδη έχει ασκηθεί, όσο, αν η αναίρεση περιέχει περισσότερους από ένα λόγους, από έναν ή μερικώς από τους λόγους της, γίνεται ή με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αναιρεσίβλητο, οπότε, ως προς αυτόν ή αυτούς η αναίρεση θεωρείται ως μη ασκηθείσα.
Συνεπώς, εφόσον ο αναιρεσείων δια δηλώσεώς του στο ακροατήριο, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά παραιτήθηκε των 2ου και 3ου εκ του αρ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγων αναιρέσεως, η κρινόμενη από 28-7-2004 αίτηση αναιρέσεως τού προαναφερθέντος αναιρεσείοντος κατά της 2914/2004 αποφάσεως τού Εφετείου Αθηνών πρέπει, ως προς τους λόγους αυτούς, να θεωρηθεί, ότι δεν ασκήθηκε.
Κατά τη διάταξη τού άρθρου 700 Α.Κ., "ο εργοδότης έχει το δικαίωμα έως τη περάτωση του έργου να καταγγείλει οποτεδήποτε τη σύμβαση. Αν γίνει καταγγελία, οφείλεται στον εργολάβο η συμφωνημένη αμοιβή, αφαιρείται, όμως, από αυτήν η δαπάνη που εξοικονομήθηκε από τη ματαίωση της σύμβασης, καθώς και οτιδήποτε άλλο ωφελήθηκε ο εργολάβος από άλλη εργασία του ή παρέλειψε με δόλο να ωφεληθεί".
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει σαφώς, ότι αν ο εργοδότης καταγγείλει τη σύμβαση πριν από την περάτωση του έργου, αυτή λύεται για το μέλλον και ο εργοδότης υποχρεούται να παραλάβει το έργο στην κατάσταση που βρίσκεται κατά την καταγγελία και να καταβάλει στον εργολάβο ολόκληρη τη συμφωνημένη αμοιβή, από την οποία, μετά από ένσταση του εργοδότη, μπορούν να αφαιρεθούν τα άνω ποσά (ΟλΑΠ 717/1978, ΑΠ 762/2006, ΑΠ 95/2001).
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 361 και 681 του ΑΚ προκύπτει, ότι με τη σύμβαση έργου ο εργολάβος έχει υποχρέωση να εκτελέσει το έργο και ο εργοδότης να καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή, με την επιφύλαξη δε αντίθετης συμφωνίας, η οφειλόμενη για την εκτέλεση του έργου, απλού ή σύνθετου, αμοιβή είναι μία, έστω και αν στη σύμβαση εμφανίζεται αυτή ως άθροισμα μερικότερων αμοιβών, που αντιστοιχούν στα μέρη του αναληφθέντος σύνθετου έργου (ΑΠ 218/2004).
Περαιτέρω, με το λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ ΑΠ 27 και 28/1998). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε, κατά τα κρίσιμα σημεία της, τα εξής : Με σύμβαση μισθώσεως έργου, που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων το Σεπτέμβριο του 1999, ο ήδη αναιρεσείων ενάγων ανέλαβε την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο της ανακαίνισης της επί της οδού ...., στην ...., διώροφης οικίας της αναιρεσίβλητης εναγομένης.
Κατά τη διάρκεια της εκτελέσεως του έργου αυτού, και συγκεκριμένα στις 9.12.1999, η εναγομένη κατάγγειλε την επίδικη σύμβαση και έτσι δεν περατώθηκε το έργο από τον ενάγοντα, ο οποίος μέχρι τη γενόμενη καταγγελία είχε πραγματοποιήσει μερικότερα έργα (τμήματα του όλου έργου), αποτιμώμενα, κατά τα γενόμενα δεκτά από το Εφετείο, έναντι του καθοριζόμενου κατά περίπτωση χρηματικού ποσού και υπολογιζόμενα στο συνολικό ποσό των 7.513.425 δραχμών, πλέον ποσού 1.127.013 δραχμών ως συμφωνημένο εργολαβικό κέρδος 15%.
Έναντι των παραπάνω ποσών, η εναγομένη κατέβαλε τμηματικά στον ενάγοντα το ποσό των 7.000.000 δραχμών, απέμεινε δε υπόλοιπο οφειλόμενης αμοιβής από 1.640.438 δραχμές [(7.513.425 δρχ. + 1.127.013 δρχ.) - 7.000.000 δρχ. - 1.640.438 δρχ.], που αυτή αρνείται να καταβάλει. Περαιτέρω, δέχθηκε το Εφετείο, πως δεν αποδείχθηκε, ότι τα διάδικα μέρη συμφώνησαν αμοιβή του ενάγοντος, ανεξάρτητα από την αποτίμηση των μερικότερων έργων.
Ειδικότερα, στην ένδικη αγωγή μνημονεύονταν κατά περίπτωση με αντιστοιχία ανταλλάγματος, τόσο τα μερικότερα έργα, που υπολείπονταν να κατασκευαστούν, όσο και εκείνα που είχαν ήδη εκτελεστεί, και έτσι καθ' ομολογία του ιδίου του ενάγοντος αποδεικνυόταν, ότι για κάθε επί μέρους έργο συμφωνήθηκε ξεχωριστό αντάλλαγμα, αλλά και ότι η αξία του όλου έργου υπολογίσθηκε σε 11.500.000 δραχμές, χωρίς ωστόσο να αναιρείται η πρόθεση των διαδίκων μερών να αποτιμήσουν ξεχωριστά κάθε μερικότερο έργο.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε, ότι η εναγομένη εργοδότρια όφειλε ως υπόλοιπο αμοιβής στον ενάγοντα εργολάβο 1.640.438 δραχμές και ήδη το ισόποσο αυτών από 4.814,32 ευρώ, και ακολούθως απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος ενάγοντος κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, που είχε κρίνει ομοίως. Με αυτά, όμως, που δέχθηκε το Εφετείο, καθίσταται φανερό, ότι παραβίασε ευθέως τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 361, 681 και 700 του ΑΚ, που εφήρμοσε, διότι ενώ δέχθηκε, ότι η εναγόμενη εργοδότρια κατήγγειλε τη σύμβαση μισθώσεως έργου, που τη συνέδεε με τον ενάγοντα εργολάβο, και ότι η αμοιβή του εργολάβου για το όλο έργο, υπολογιζόμενη με βάση το άθροισμα της αμοιβής όλων των μερικότερων έργων ανερχόταν σε 11.500.000 δραχμές, έναντι της οποίας είχε καταβληθεί το ποσό των 7.000.000 δραχμών, ποσό το οποίο, όπως επίσης και την αμοιβή του για το ανεκτέλεστο τμήμα του αναληφθέντος έργου από 1.816.000 δραχμές, προαφαιρούσε ο ενάγων στην αγωγή του και ζητούσε το υπόλοιπο αυτής από 2.684.000 δραχμές [11.500.000 δρχ. -(7.000.000 δρχ. + 1.816.000 δρχ.) - 2.684.000 δρχ], προέβη σε αποτίμηση των εκτελεσθέντων από τον ενάγοντα εργολάβο έως την καταγγελία της συμβάσεως εργολαβίας τμημάτων του έργου και επιδίκασε στον ενάγοντα μόνο το ποσό των 1.640.438 δραχμών, ενώ όφειλε να επιδικάσει σε αυτόν το υπόλοιπο της συμφωνημένης συνολικής αμοιβής, αφού η εναγομένη δεν είχε προβάλει σαφώς και ορισμένως ισχυρισμούς μειώσεως αυτής από το άρθρο 700 του ΑΚ, ενώ και ο ισχυρισμός της αντενάγουσας εναγόμενης κατά του αντεναγόμενου ενάγοντος για ελαττώματα (κακοτεχνίες) του τμήματος του έργου, που εκτελέστηκε, είχε απορριφθεί με την προσβαλλόμενη απόφαση του ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Επομένως, το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, λόγω της ευθείας παραβάσεως των διατάξεων που εφαρμόστηκαν, γι' αυτό και ο πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός και αφού αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο, συντιθέμενο δε από δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 2914/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί, όμως, από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη τού αναιρεσείοντος, την οποία καθορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Δεκεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ