14/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-1-1996 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την από 3-5-1996 πρόσθετη παρέμβαση, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 10572/1996, 10330/1997 μη οριστικές, 327/2002 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 439/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25 Απριλίου 2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κανελλόπουλος ανέγνωσε την από 20 Νοεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι δεύτερος, τρίτος και έκτος λόγοι της αναίρεσης και να απορριφθούν οι λοιποί. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Legislator headnote
AI generated14/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Οι κατά το άρθρο αυτό απαιτήσεις, εφόσον δεν προβλέπεται ειδικότερη ρύθμιση στον παρόντα νόμο, εκδικάζονται κατά τη διαδικασία των άρθρων 663 επ. ΚΠολΔ". Η ευρύτητα με την οποία έχει διατυπωθεί η πρώτη των ως άνω διατάξεων, καθιστά σαφές ότι στην καθοριζόμενη από αυτήν ειδική διαδικασία των άρθρων 666 επ.
Full text
Απόφαση 14 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 14/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Ρήγα, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο και Χαράλαμπο Δημάδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :
Της αναιρεσείουσας : ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Στυλιανό Σταματόπουλο και Γρηγόριο Τιμαγένη, χωρίς να καταθέσουν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου : ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κουράκο-Μαυρομιχάλη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-1-1996 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την από 3-5-1996 πρόσθετη παρέμβαση, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 10572/1996, 10330/1997 μη οριστικές, 327/2002 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 439/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25 Απριλίου 2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κανελλόπουλος ανέγνωσε την από 20 Νοεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι δεύτερος, τρίτος και έκτος λόγοι της αναίρεσης και να απορριφθούν οι λοιποί. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοστεί, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας, για την κρίση του ως προς το νόμω βάσιμο της αγωγής, είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί, για τη θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος, είτε αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία.
Αντιθέτως, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής υπάρχει, αν ο ενάγων δεν αναφέρει στην αγωγή με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν προϋπόθεση για την εφαρμογή του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής. Στην περίπτωση αυτή η αγωγή απορρίπτεται ως αόριστη και η σχετική παράβαση ελέγχεται αναιρετικά με τους λόγους του άρθρου 559 αριθ. 8 ή 14 του ΚΠολΔ.
Περαιτέρω, στη διάταξη του άρθρου 681Δ παρ. 1 ΚΠολΔ ορίζεται ότι: "Κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 666 παρ. 1, 667 παρ. 1-3, 672 και 673-676 δικάζονται από το καθ' ύλην αρμόδιο δικαστήριο οι πάσης φύσεως διαφορές που αφορούν σε αποζημιώσεις οποιασδήποτε μορφής περιουσιακής ζημίας ή ηθικής βλάβης, που προκλήθηκε διά του τύπου ή με ραδιοφωνικές ή τηλεοπτικές εκπομπές, ως και οι συναφείς προς αυτές αξιώσεις προστασίας της προσωπικότητας των προσβληθέντων".
Εξάλλου, στις διατάξεις των παραγράφων 1 και 4 του άρθρου μόνου του νόμου 1178/81 (όπως αυτός τροποποιήθηκε με τους νόμους 1738/87, 1941/91, 2243/94 και 2328/95) ορίζονται τα ακόλουθα: "1. Ο ιδιοκτήτης παντός εντύπου υποχρεούται εις πλήρη αποζημίωσιν δια την παράνομον περιουσιακήν ζημίαν ως και εις χρηματικήν ικανοποίησιν δια την ηθικήν βλάβην, αι οποίαι υπαιτίως επροξενήθησαν διά δημοσιεύματος θίγοντος την τιμήν ή την υπόληψιν παντός ατόμου, έστω και αν η κατά το άρθρον 914 του ΑΚ υπαιτιότης, η κατά το άρθρον 919 του ΑΚ πρόθεσις και η κατά το άρθρον 920 του ΑΚ γνώσις ή υπαίτιος άγνοια συντρέχη εις τον συντάκτην του δημοσιεύματος ή, αν ούτος είναι άγνωστος, εις τον εκδότην ή τον διευθυντή συμπράξεως του εντύπου. 4.
Οι κατά το άρθρο αυτό απαιτήσεις, εφόσον δεν προβλέπεται ειδικότερη ρύθμιση στον παρόντα νόμο, εκδικάζονται κατά τη διαδικασία των άρθρων 663 επ. ΚΠολΔ". Η ευρύτητα με την οποία έχει διατυπωθεί η πρώτη των ως άνω διατάξεων, καθιστά σαφές ότι στην καθοριζόμενη από αυτήν ειδική διαδικασία των άρθρων 666 επ.
ΚΠολΔ υπάγονται όλες ανεξαιρέτως οι διαφορές που αποσκοπούν στην αποκατάσταση οποιασδήποτε μορφής περιουσιακής ζημίας ή στην ικανοποίηση της ηθικής βλάβης, καθώς και οι αξιώσεις προστασίας των ατόμων εκείνων, η περιουσία ή η προσωπικότητα των οποίων προσεβλήθη από δημοσίευμα του έντυπου ή ηλεκτρονικού τύπου.
Έτσι, αφού ο νόμος δεν διακρίνει, είναι αδιάφορο αν ο εναγόμενος είναι ιδιοκτήτης ή εκδότης του εντύπου ή συντάκτης του επιλήψιμου δημοσιεύματος, αφού για την υπαγωγή της διαφοράς στην προεκτεθείσα ειδική διαδικασία, δεν ασκεί καμια επιρροή η ιδιότητα του προσώπου που ευθύνεται. Αντίθετο πόρισμα δεν μπορεί να συναχθεί από τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 4 του άρθρου μόνου του ανωτέρω νόμου 1178/81, όπως αυτές ισχύουν σήμερα και οι οποίες, κατά τροποποίηση του άρθρου 48 του νόμου 1092/1938, υπέβαλαν στη διαδικασία των άρθρων 663 επ.
ΚΠολΔ μόνο τις αγωγές αποζημιώσεως που στρέφονταν κατά του ιδιοκτήτη του εντύπου. Τούτο δε, γιατί το είδος της εφαρμοστέας διαδικασίας καθορίζεται πλέον από τη μεταγενέστερη διάταξη του άρθρου 681 Δ του ΚΠολΔ, που προσέθεσε το άρθρο 9 παρ. 10 του ν. 2145/93 και συμπλήρωσε το άρθρο 4 παρ. 12 του ν. 2328/3.8.95, η οποία, υπάγοντας σε μια και την αυτή διαδικασία όλες τις διαφορές που προκαλούνται από δημοσιεύματα του τύπου, αποτελεί, κατά το σημείο αυτό, τροποποίηση των προγενέστερων νόμων 1092/38 και 1178/81.
Έτσι, άσχετα από την ιδιότητα του εναγόμενου προσώπου, όλες οι προεκτεθείσες διαφορές δικάζονται από το κατά τα άρθρα 14 και 18 ΚΠολΔ καθ' ύλην αρμόδιο δικαστήριο, τέτοιο δε είναι το πολυμελές πρωτοδικείο, για διαφορές που το αντικείμενό τους είναι αποτιμητό σε χρήμα και η αξία του υπερβαίνει α) από 20.7.1994 το ποσό των 5.000.000 δραχμών, κατά τροποποίηση που επέφερε στη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 του ΚΠολΔ το άρθρο 9 του ν. 2225/94 και το οποίο β) από 1.1.1998 αυξήθηκε στο ποσό των 8.000.000 δραχμών, με την υπ' αριθ. 6914/97 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 7 παρ. 10 του ν. 2145/93 και δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Β΄ 443/30.5.1997.
Συνακόλουθα, προς τα προαναφερόμενα, εφόσον η δυσφήμιση ή εξύβριση προσώπου και γενικότερα η προσβολή της προσωπικότητας έγιναν όχι με δημοσίευμα του έντυπου ή ηλεκτρονικού τύπου, αλλά με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, οι αντίστοιχες διαφορές εκδικάζονται κατά τις διατάξεις της τακτικής διαδικασίας από το κατ' αυτές καθ' ύλην λόγω ποσού αρμόδιο δικαστήριο.
Εξάλλου, με το άρθρο 218 παρ. 1 ΚΠολΔ ορίζονται οι προϋποθέσεις για τη σώρευση στο ίδιο δικόγραφο αγωγής περισσότερων αιτήσεων του ίδιου ενάγοντος κατά του ίδιου εναγομένου, μία από τις οποίες είναι οι σωρευόμενες αιτήσεις να υπάγονται στο ίδιο είδος διαδικασίας, πλην όμως για τη σώρευση περισσότερων αιτήσεων, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις της πιο πάνω διάταξης, ως μόνη κύρωση προβλέπεται ο χωρισμός των υποθέσεων, τον οποίο διατάσσει το δικαστήριο και όχι το απαράδεκτο ή η ακυρότητα του δικογράφου της αγωγής (ΑΠ 1283/2003).
Επίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 159, 544 και 559 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, η εκδίκαση μιας υπόθεσης κατά την τακτική διαδικασία αντί της προσήκουσας ειδικής και γενικώς η μη τήρηση της προσήκουσας διαδικασίας, αυτή καθεαυτή, μη συνιστώσα έλλειψη ιδίας διαδικαστικής προϋπόθεσης, δεν δημιουργεί καμμία ακυρότητα ή απαράδεκτο, εκτός αν δεν εφαρμόστηκε ειδικός σ' αυτή δικονομικός κανόνας που έπρεπε να εφαρμοστεί και ο οποίος, προδήλως, περιέχει ή ευνοϊκότερες για τον εναγόμενο ή αυστηρότερες για τον ενάγοντα διατάξεις και επομένως ούτε ιδρύει λόγο αναιρέσεως, εφόσον βέβαια η διαφορά υπάγεται στην καθ' ύλην αρμοδιότητα του δικάσαντος δικαστηρίου (Ολ ΑΠ 402/81, ΑΠ 922/99).
Συνακόλουθα με όλα τα παραπάνω, αν η δυσφημιστική ή η εξυβριστική συμπεριφορά και γενικώς η προσβολή της προσωπικότητας συγκροτείται από ένα σύνολο εκδηλώσεων, που συνιστούν λογικώς, ενιαίο βιοτικό συμβάν και οι οποίες έγιναν, άλλες διά του τύπου ή με ραδιοφωνικές ή τηλεοπτικές εκπομπές, οι από τις οποίες πιο πάνω διαφορές εκδικάζονται κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου 681Δ ΚΠολΔ και άλλες με οποιοδήποτε άλλο, εκτός από αυτά, μέσο, οι από τις οποίες ίδιες διαφορές εκδικάζονται κατά την τακτική διαδικασία, η αγωγή του προσβληθέντος, για την αποκατάσταση της περιουσιακής του ζημίας ή την ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης από την προσβολή, ασκούμενη κατά την τακτική διαδικασία ενώπιον του καθ' ύλην αρμόδιου δικαστηρίου, διότι ο ενάγων μία ενιαία σχετική αξίωση προβάλλει, αποτιμώντας την σε ένα μόνο συγκεκριμένο χρηματικό ποσό, το οποίο και ζητεί με αυτή, δεν είναι αόριστη, επειδή ο τελευταίος δεν προσδιορίζει στο δικόγραφό της το ποσό το οποίο απαιτούνταν, ως αποζημίωσή του, ή για την ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης, από κάθε επιμέρους προσβολή της προσωπικότητάς του, αφού αοριστία, με την έννοια που αναφέρεται στη μείζονα σκέψη, δεν υπάρχει, αλλ' ούτε δημιουργείται οποιαδήποτε ακυρότητα ή απαράδεκτο από την εισαγωγή της υπόθεσης κατά την τακτική διαδικασία, λόγω του ότι μερικές από τις εκδηλώσεις του ενιαίου συμβάντος έγιναν και διά του τύπου, αφού με την εκδίκαση όλης της υπόθεσης κατά την αυστηρότερη τακτική διαδικασία, ουδεμία ωφέλεια (δικονομική) αποκομίζει ο ενάγων, αλλ' ούτε, αντιστοίχως, ο εναγόμενος υφίσταται οποιαδήποτε δικονομική βλάβη.
ΙΙ. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχτηκε ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, με την ένδικη από 30-1-1996 αγωγή της, την οποία άσκησε κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου στις 31-1-1996 ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο και τη δίκασε, όπως είχε εισαχθεί, κατά την τακτική διαδικασία, ισχυρίστηκε τα εξής:
Ότι ο εναγόμενος, όντας ακαδημαϊκός και τέως τακτικός καθηγητής της κλασσικής φιλολογίας στο ... Πανεπιστήμιο .., είχε ορισθεί από τη Σύγκλητο της Ακαδημίας Αθηνών μέλος και εισηγητής της αρμόδιας Επιτροπής κρίσεως, η οποία θα επέλεγε το πρόσωπο, το οποίο θα πλήρωνε τη θέση του διευθυντή τού Κέντρου Εκδόσεως Έργων Ελλήνων Συγγραφέων (Κ.Ε.Ε.Ε.Σ.), ότι για τη θέση αυτή, που καταργήθηκε με το ν. 1894/1990 και συστήθηκε εκ νέου με τον ίδιο νόμο, είχε υποβάλει υποψηφιότητα και η ίδια, ως έχουσα τα προς τούτο προσόντα, καθόσον ήταν αναπληρώτρια καθηγήτρια της κλασσικής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, ερευνήτρια Α΄ βαθμίδας και διευθύντρια του Κ.Ε.Ε.Ε.Σ.
από το 1985 και ότι τόσο στην εισηγητική του έκθεση, όσο και στο συμπληρωματικό σημείωμα αυτής, αλλά και στα πρακτικά τής επιτροπής, ο εναγόμενος περιέλαβε, με σαφή και ηθελημένη προσπάθεια διαστρεβλώσεως της πραγματικότητας, υποτιμήσεως, ευτελισμού και διακωμωδήσεως του επιστημονικού της έργου και επιστημονικής μειώσεώς της και προσβολής τής προσωπικότητάς της, τους αναφερόμενους στην αγωγή εξυβριστικούς χαρακτηρισμούς και συκοφαντικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι προσέβαλαν την προσωπικότητά της και ειδικότερα την τιμή της και την υπόληψή της, ότι, χωρίς καμμία πρόκληση εκ μέρους της και χωρίς καμμία αποχρώσα αιτία ή αφορμή, ο εναγόμενος, σε επιστολή του, που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "ΤΟ ΒΗΜΑ" στις 7-8-1994, και με άρθρα του, που δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό "ΑΝΤΙ" στις 14-10-1994 και στις 28-4-2005 και στο περιοδικό "ΕΛΛΗΝΙΚΑ" στο τεύχος του Σεπτεμβρίου του 1995, περιέλαβε επίσης τους αναφερόμενους στην αγωγή εξυβριστικούς χαρακτηρισμούς και συκοφαντικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι προσέβαλαν την προσωπικότητά της και ειδικότερα την τιμή της και την υπόληψή της και ότι εξαιτίας των παραπάνω παράνομων και υπαίτιων προσβολών της προσωπικότητάς της έπαθε ηθική βλάβη, για την ικανοποίηση της οποίας απαιτείται το ποσό των 20.000.000 δρχ.
Με βάση αυτά, δέχτηκε το Εφετείο, η ενάγουσα ζητεί να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει το πιο πάνω ποσό, καθώς και σε παράλειψη κάθε μελλοντικής προσβολής της προσωπικότητάς της, με απειλή χρηματικής ποινής 2.000.00 δρχ, για κάθε παράβαση της υποχρεώσεώς της αυτής. Με το πιο πάνω περιεχόμενο, η αγωγή δεν είναι αόριστη, με την έννοια που αναφέρεται στη μείζονα σκέψη, επειδή η ενάγουσα, λόγω του ότι στο πιο πάνω ποσό συμπεριλαμβάνονται και αξιώσεις από προσβολές που έγιναν διά του τύπου, οι από τις οποίες διαφορές δεν υπάγονται στην τακτική διαδικασία, κατά την οποία εισήχθη για εκδίκαση η υπόθεση, δεν προσδιορίζει στο δικόγραφό της το ποσό, το οποίο απαιτείται για τη χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης της, που υπέστη από κάθε επιμέρους επικαλούμενη προσβολή της προσωπικότητάς της, ενόψει του ότι, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, α) η αγωγή αυτή ασκήθηκε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, που ήταν καθ' ύλην αρμόδιο και κατά τις διατάξεις της τακτικής διαδικασίας και κατά τις διατάξεις της ειδικής διαδικασίας του άρθρου 681 Δ ΚΠολΔ, β) η προσβολή της προσωπικότητας της ενάγουσας, όπως επιτρεπτώς εκτιμάται από τον Άρειο Πάγο το πιο πάνω περιεχόμενο της αγωγής (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), πραγματοποιήθηκε με περισσότερες δηλώσεις τού εναγομένου, που αποτελούν όμως ένα ενιαίο συμβάν, γ) και αν ακόμη ήθελε θεωρηθεί ότι από κάθε επιμέρους προσβλητική εκδήλωση πηγάζει μία αντίστοιχη αξίωση της ενάγουσας, η σώρευση των αντίστοιχων αιτήσεων σε ένα δικόγραφο, χωρίς αυτές να υπάγονται στο ίδιο είδος διαδικασίας, δεν επάγεται απαράδεκτο ή ακυρότητα, δ) έστω και αν πρόκειται για πλείονες επί μέρους αξιώσεις με αντίστοιχες αιτήσεις, η εκδίκαση μερικών από τις οποίες υπάγονται στην ειδική διαδικασία του άρθρου 681 Δ ΚΠολΔ, η μη τήρηση της διαδικασίας αυτής για τις εν λόγω αξιώσεις επίσης δεν επάγεται, χωρίς άλλο, απαράδεκτο ή ακυρότητα, ε) η αγωγή εισήχθη προς εκδίκαση κατά την αυστηρότερη και βραδύτερη, τουλάχιστον πριν από το ν. 2915/2001, τακτική διαδικασία, η οποία κατά τεκμήριο εξασφαλίζει όλα τα δικονομικά δικαιώματα κάθε διαδίκου και στ) η διαδικαστική πορεία της δίκης δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά μέσο και μέθοδος για την προάσπιση και πραγμάτωση των ιδιωτικών δικαιωμάτων.
Επομένως το Εφετείο που έκρινε αντιθέτως και απέρριψε την αγωγή ως αόριστη, εξαφανίζοντας την απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, που είχε δικάσει κατά την τακτική διαδικασία και ύστερα από έκδοση προδικαστικής απόφασης είχε δεχτεί εν μέρει την αγωγή, κατά παραδοχή της έφεσης του εναγομένου, με την οποία ο τελευταίος παραπονούνταν μόνο για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο και έτσι οι από το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ δεύτερος, τρίτος και έκτος λόγοι της αναίρεσης, με τους οποίους όπως εκτιμώνται, προβάλλονται αιτιάσεις αντίστοιχες προς τα προεκτιθέμενα, είναι βάσιμοι.
ΙΙΙ.- Κατ΄ ακολουθίαν τούτων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ), να καταδικαστεί δε ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 183, 176 Κ.Πολ.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 439/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των εννιακοσίων εβδομήντα (970) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Δεκεμβρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 8 Ιανουαρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ