149/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Στέφανο - Σπυρίδων Πανταζόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated149/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): α) ο Α. Ε. ως Πρόεδρος/Διευθυντής, β) ο Γ. Κ. ως Αντιπρόεδρος/Διευθυντής και γ) ο Ε. Φ. ως Γραμματέας/Ταμίας/Διευθυντής... Ακόμη, η εταιρία με την επωνυμία "G.M.A M. SA" (δεύτερη ανακόπτουσα των παραπάνω ανακοπών και νυν δεύτερη εκκαλούσα) ιδρύθηκε σύμφωνα με το Νόμο για τις Εμπορικές Εταιρίες της … (Business Corporation Act 1977) με την από 4.5.1994 συστατική πράξη και διατηρεί την καταστατική της έδρα στη ....
Full text
Απόφαση 149 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 149/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Στέφανο - Σπυρίδων Πανταζόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Δεκεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Εταιρείας με την επωνυμία "K. S. INC", που εδρεύει στα … και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Εταιρείας με την επωνυμία "G.M.A. M. S.A.", που εδρεύει στην …, διατηρεί γραφείο στον … και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) Εταιρείας με την επωνυμία "A. S. INC", που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Παυλή με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Ε. του Α., 2) Α. συζύγου Δ. Ε., κατοίκων …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Βασιλεία Μπαμπασίκα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 18/11/2016 (2) ανακοπές των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1851/2017 μη οριστική και 447/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 396/2020 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8/7/2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Υπόκειται προς κρίση η από 8-7-2020 αίτηση για αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 591 επ. ΚΠολΔ) υπ' αριθμ. 396/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε η από 22-3-2017 έφεση των ανακοπτόντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθμ. 447/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία, αφού συνεκδίκασε τις από 18-11-2016 ανακοπές τους κατά των καθ'ων, ήδη αναιρεσιβλήτων, κατά των υπ' αριθμ. 335 και 336/2016 διαταγών πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς μετά των κάτω απ' αυτές επιταγών προς πληρωμή, απέρριψε αυτές ως προς τις ως άνω διαταγές πληρωμής και δέχθηκε αυτές (ανακοπές) ως προς τις τελευταίες και ακύρωσε τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να εξεταστεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της, με εξαίρεση τους λόγους αναίρεσης κατά το μέρος που προσβάλλουν την υπ' αριθμ. 447/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, διότι αυτή δεν έχει κατατεθεί και στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου ως άνω δικαστηρίου κατά παράβαση του άρθρου 566 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 668/2019, 717/2017).
Σύμφωνα με το άρθρο 623 ΚΠολΔ κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 624 έως 634 αυτού μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις ή απαιτήσεις παροχής χρεογράφων, εφόσον η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό αποδεικνύεται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, ενώ κατά το άρθρο 624 παρ. 1 ιδίου κώδικα, η έκδοση διαταγής πληρωμής μπορεί να ζητηθεί μόνο αν η απαίτηση δεν εξαρτάται από αίρεση, προθεσμία, όρο ή αντιπαροχή και το ποσό των χρημάτων ή των χρεογράφων που οφείλεται είναι ορισμένο, δηλαδή εκκαθαρισμένο.
Παράλληλα, κατά το άρθρο 443 ΚΠολΔ, για να έχει αποδεικτική δύναμη ιδιωτικό έγγραφο πρέπει να έχει την ιδιόχειρη υπογραφή του εκδότη, ως εκδότης δε κατά την έννοια του άρθρου αυτού θεωρείται, εκείνος που αναλαμβάνει υποχρεώσεις από το έγγραφο, δίχως, επομένως, να απαιτείται βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του από δημόσια αρχή.
Κατά το άρθρο 447 του ίδιου Κώδικα, το ιδιωτικό έγγραφο αποτελεί απόδειξη υπέρ του εκδότη, μόνον, αν το προσκόμισε ο αντίδικός του ή αν πρόκειται για τα βιβλία που αναφέρονται στο άρθρο 444 ΚΠολΔ. Το έγγραφο πρέπει να είναι νομίμως συντεταγμένο και να έχει κτηθεί με νόμιμο τρόπο, να αποδεικνύει δε κατά τρόπο αναμφισβήτητο την απαίτηση φέρον την ιδιόχειρη υπογραφή του εκδότη, η δε απαίτηση για την οποίαν εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής μπορεί να προκύπτει από συνυποβαλλόμενα έγγραφα στη σχετική αίτηση (ΑΠ 495/1997, πρβλ.
και ΑΠ 665/2006). Kατά δε το άρθρο 445 ΚΠολΔ έγγραφα ιδιωτικά ..., εφόσον η γνησιότητά τους αναγνωρίστηκε ή αποδείχθηκε, αποτελούν πλήρη απόδειξη ότι η δήλωση που περιέχουν προέρχεται από τον εκδότη του εγγράφου, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη. Με τους ίδιους όρους αυτά αποτελούν πλήρη απόδειξη και ως προς το περιεχόμενο των δικαιοπρακτικών δηλώσεων (βλ.
και ΑΠ 1086/2004). Όταν η ανταπόδειξη αυτή αναφέρεται στο δικαιοπρακτικό περιεχόμενο του εγγράφου δεν μπορεί παρά να έχει ουσιαστικό χαρακτήρα. Αν η δήλωση βούλησης που περιέχεται στο έγγραφο δεν είναι αληθινή αλλά εικονική ή πάσχει από ελάττωμα, η μόνη δυνατότητα εκείνου που την αμφισβητεί είναι να επικαλεστεί κατ' ένσταση και να αποδείξει με κύρια απόδειξη (ΑΠ 93/2007).
Εάν η απαίτηση ή το ποσό της δεν αποδεικνύονται εγγράφως ή αν διαπιστωθεί ότι η συγκεκριμένη χρηματική απαίτηση εξαρτάται από αναβλητική αίρεση και ο δανειστής δεν αποδεικνύει εγγράφως, με το ίδιο το κατ' άρθρο 623 έγγραφο [δημόσιο ή ιδιωτικό που έχει αποδεικτική δύναμη έναντι του καθού], την πλήρωση της αίρεσης, ο δικαστής οφείλει, κατ' άρθρο 628 ΚΠολΔ, να μην εκδώσει διαταγή πληρωμής, εάν δε, παρά την έλλειψη της διαδικαστικής αυτής προϋπόθεσης, εκδοθεί διαταγή πληρωμής, τότε αυτή ακυρώνεται ύστερα από ανακοπή του οφειλέτη κατά τα άρθρα 632 και 633 αυτού.
Η ακύρωση της διαταγής πληρωμής για το λόγο αυτό απαγγέλλεται λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, το οποίο δημιουργεί και η έκδοση διαταγής πληρωμής με βάση έγγραφο που δεν αποδεικνύει άμεσα την απαίτηση και το ποσό αυτής, ή που δεν αποδεικνύει άμεσα την πλήρωση της αίρεσης, ανεξαρτήτως της ύπαρξης της απαίτησης ή της πλήρωσης της αίρεσης και της δυνατότητας απόδειξής τους με άλλα αποδεικτικά μέσα.
Με την ανακοπή των άρθρων 632 και 633 ΚΠολΔ προβάλλονται λόγοι είτε κατά του κύρους της διαταγής πληρωμής για έλλειψη διαδικαστικής προϋπόθεσης έκδοσής της, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της μη έγγραφης απόδειξης της απαίτησης για την οποία εκδόθηκε ή της μη έγγραφης απόδειξης της πλήρωσης της αίρεσης, είτε κατά της ύπαρξης της απαίτησης.
Στη δίκη της ανακοπής δεν επανεκδικάζεται η υπόθεση καθολικά αλλά μόνο στο μέτρο των υποβαλλόμενων λόγων ανακοπής. Οι λόγοι αυτοί σε συνδυασμό με το αίτημα της ανακοπής προσδιορίζουν την έκταση της εκκρεμοδικίας που επέρχεται με την άσκηση της και αναγκαίως οριοθετούν το αντικείμενο της δίκης της ανακοπής.
Κατά των λόγων της ανακοπής αυτής εκείνος, κατά του οποίου στρέφεται, μπορεί να αμυνθεί είτε αρνούμενος αυτούς είτε με την προβολή αντενστάσεων κατ' αυτών (ΟλΑΠ 43/2005, ΟλΑΠ 10/1997, ΑΠ 2206/2009, ΑΠ 933/2011). Έτσι, είναι δυνατή η έκδοση διαταγής πληρωμής με βάση έγγραφη σύμβαση δανείου, την εκπλήρωση του οποίου εγγυήθηκαν (άρθρο 847 ΑΚ) τρίτα πρόσωπα, διότι η διάταξη του άρθρου 806 ΑΚ ορίζει ότι με τη σύμβαση του δανείου ο ένας από τους συμβαλλομένους μεταβιβάζει στον άλλον κατά κυριότητα χρήματα ή άλλα αντικαταστατά πράγματα και αυτός έχει υποχρέωση να αποδώσει στο δανειστή άλλα πράγματα της ίδιας ποσότητας και ποιότητας, προκύπτει ότι με τη σύμβαση άτοκου δανείου, ο ένας από τους συμβαλλομένους μεταβιβάζει στον άλλο κατά κυριότητα χρήματα ή άλλα αντικαταστατά πράγματα και αυτός έχει υποχρέωση να αποδώσει άλλα πράγματα της ίδιας ποσότητας και ποιότητας.
Η σύμβαση άτοκου δανείου είναι ενοχική, διαρκής, ετεροβαρής, άτυπη και παραδοτική σύμβαση, με την έννοια ότι για την κατάρτισή της (τελείωση του δανείου) απαιτείται η μεταβίβαση της κυριότητας του δανείσματος από τον δανειστή στον οφειλέτη. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, κατά παράβαση σχετικής δικονομικού περιεχομένου διάταξης, ενώ ο προβλεπόμενος από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης δημιουργείται, όταν η εκ πλαγίου παραβίαση αφορά κανόνα ουσιαστικού και όχι δικονομικού δικαίου.
Επομένως, οι διατάξεις των προαναφερόμενων άρθρων 623, 624 ΚΠολΔ δεν αποτελούν αντικείμενο παραβίασης ευθείας ή εκ πλαγίου, δημιουργικής λόγου αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1503/2008). Εξάλλου, κατά διάταξη του άρθ. 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 7/2006 και 4/2005).
Τέλος, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004, ΑΠ 2267/2013).
Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος είναι αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ιδρύεται δηλ. ο λόγος αυτός αν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο μικρότερη ή μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη απ' όση δεσμευτικά γι'αυτό ορίζει ο νόμος (ΑΠ 1023/2019, 175/2019), ενώ δεν δημιουργείται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο της ουσίας συνεκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα σ'ένα απ' αυτά.
Δεν ιδρύεται ο λόγος αν το δικαστήριο θεωρήσει πιο αξιόπιστο κάποιο από τα πολλά ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 200/2018, 775/2017). Για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος πρέπει να αναφέρεται, μεταξύ των άλλων, ο ουσιώδης ισχυρισμός σε απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησίμευσε και η επίδρασή του στην έκβαση της δίκης, η αποδεικτική δύναμη που του αποδόθηκε και εκείνη που έχει κατά νόμο και το σχετικό σφάλμα της προσβαλλομένης (ΑΠ 462/2019, 126/2019).
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8(α, β) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της ως άνω διάταξης νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση η αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1225/2004), δηλ.
οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ ΑΠ 2/1989, ΑΠ 1072/2005), θα πρέπει δε οι ισχυρισμοί αυτοί να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και μάλιστα από την ήδη αναιρεσείουσα (ΑΠ 354/2011) γιατί διαφορετικά το Δικαστήριο της ουσίας, δεν επιτρεπόταν να τους λάβει υπόψη (Ολ.
ΑΠ 2/2001). Ειδικότερα, αν προσβάλλεται με τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό (ΑΠ 1933/2006), και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο (ΑΠ 760/2004, ΑΠ 539/2003), εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (Ολ.
ΑΠ 43/1990) ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά, κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ, προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο. Αντίθετα, δεν είναι πράγματα με την έννοια αυτή, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, το περιεχόμενο των αποδεικτικών μέσων και τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα αυτών από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε οι αόριστοι, απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (ΑΠ 2166/2009).
Συνακόλουθα, δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμη ή αλυσιτελή (Ολ ΑΠ 2/1989, 14/2004), ή σε απλώς αρνητικό ή διευκρινιστικό ισχυρισμό, δηλ. σε ισχυρισμό που δεν καταλήγει στην επίκληση έννομης συνέπειας και βέβαια το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει ούτε στα πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων που αντλούν αυτοί από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης (ΑΠ 857/2007), ούτε στα νομικά επιχειρήματά τους, που σε αντίθεση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, δεν περιέχουν κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας, αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του επικαλούμενου ή αποκρουόμενου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου.
Επιπλέον, ο από το ανωτέρω άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 12/1997, 25/2003), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων γεγονότων, αντίθετων προς εκείνα που τον συγκροτούν (Ολ.
ΑΠ 11/1996, ΑΠ 1363/2008). Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της αναιρεισιβαλλομένης εφετειακής απόφασης προκύπτει ότι με βάση την από 8-8-2016 αίτηση του καθ' ου η ανακοπή πρώτου αναιρεσίβλητου εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 335/2016 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά και υποχρεώθηκαν οι ανακόπτουσες να καταβάλουν στον πρώτο το συνολικό ποσό των 112.200 ευρώ και ειδικότερα:
α) το ποσό των 105.000 ευρώ νομιμότοκα από την 30.3.2016 και β) το ποσό των 7.200 ευρώ νομιμότοκα από την 9.8.2016 από δανειακή σύμβαση μεταξύ αυτού και της πρώτης νυν αναιρεσείουσας και από σύμβαση εγγύησης μεταξύ του ίδιου και των δεύτερης και τρίτης αναιρεσείουσας. Η ως άνω διαταγή πληρωμής εκδόθηκε με βάση τα ακόλουθα έγγραφα: 1) Το από 13.2.2015 ιδιωτικό συμφωνητικό σύναψης δανείου, που καταρτίσθηκε μεταξύ του καθ'ου η ανακοπή και των ανακοπτουσών, δια του Προέδρου/Διευθυντή τους Α.
Ε., 2) την από 10.2.2016 τροποποίηση συμφωνητικού σύναψης δανείου, που καταρτίσθηκε μεταξύ του καθ'ου η ανακοπή και των ανακοπτουσών, δια του Προέδρου/Διευθυντή τους, Α. Ε., με το οποίο ορίσθηκε δήλη μέρα πληρωμής του δανείου η 30.3.2016, 3) το από 23.10.2014 πιστοποιητικό σύστασης (certificate of incorporation) της πρώτης ανακόπτουσας σε νόμιμη μετάφραση, 4) το από 7.7.2016 πιστοποιητικό καλής λειτουργίας (certificate of goodstanding) της πρώτης ανακόπτουσας σε νόμιμη μετάφραση, 5) το από 23.10.2014 πιστοποιητικό κατάθεσης (certificate of endorsement) του καταστατικού (articles of incorporation) της πρώτης ανακόπτουσας, στο οποίο επισυναπτόταν αντίγραφο του καταστατικού της, σε νόμιμη μετάφραση, 6) το από 12.2.2014 πιστοποιητικό σύστασης (certificate of incorporation) της δεύτερης ανακόπτουσας σε νόμιμη μετάφραση, 7) το από 7.7.2016 πιστοποιητικό καλής λειτουργίας (certificate of goodstanding) της δεύτερης ανακόπτουσας, με την επισημείωση της Χάγης, σε νόμιμη μετάφραση, 8) το καταστατικό (articles of incorporation) της δεύτερης ανακόπτουσας, το οποίο είχε κατατεθεί την 4.5.1994 στην αρμόδια Αρχή της Δημοκρατίας της ..., σε νόμιμη μετάφραση, 9) την υπ' αριθ. 1241.2758/23055/24.1.1995 κοινή απόφαση των Υπουργών Ε.ς Οικονομίας και Εμπορικής Ναυτιλίας (ΦΕΚ 8/ ΤΑΠΣ/6.2.1995 και 155/ΤΑΠΣ/2.8.2005), με την οποία εγκρίθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις των Α.Ν. 89/67, Α.Ν.378/68 και Ν. 27/75, Ν. 814/78, Ν. 2234/94, Ν. 3752/09, Ν. 4150/2013, η εγκατάσταση στην Ελλάδα γραφείου της δεύτερης ανακόπτουσας, 10) το από 9.2.2007 πιστοποιητικό σύστασης (certificate of incorporation) της τρίτης ανακόπτουσας, σε νόμιμη μετάφραση, 11) το από 7.7.2016 πιστοποιητικό καλής λειτουργίας (certificate of goodstanding) της τρίτης ανακόπτουσας, σε νόμιμη μετάφραση, 12) το από 9.2.2007 πιστοποιητικό κατάθεσης (certificate of endorsement) του καταστατικού (articles of incorporation) της τρίτης ανακόπτουσας, στο οποίο επισυναπτόταν αντίγραφο του καταστατικού της σε νόμιμη μετάφραση, 13) τον από 24.10.2014 εσωτερικό κανονισμό (bylaws) της πρώτης ανακόπτουσας σε νόμιμη μετάφραση, 14) την από 10.2.2016 βεβαίωση εκπροσώπησης (certificate of incumbency) της πρώτης ανακόπτουσας σε νόμιμη μετάφραση, 15) τον εσωτερικό κανονισμό (bylaws) της δεύτερης ανακόπτουσας σε νόμιμη μετάφραση, 16) την από 10.2.2016 βεβαίωση εκπροσώπησης (certificate of incumbency) της δεύτερης ανακόπτουσας σε νόμιμη μετάφραση, 17) τον από 15.2.2007 εσωτερικό κανονισμό (bylaws) της τρίτης ανακόπτουσας, σε νόμιμη μετάφραση και 18) την από 10.2.2016 βεβαίωση εκπροσώπησης (certificate of incumbency) της τρίτης ανακόπτουσας, σε νόμιμη μετάφραση.
Επίσης, με την από 8-8-2016 αίτηση της δεύτερης αναιρεσίβλητης καθ' ης η ανακοπή εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 336/2016 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά και υποχρεώθηκαν οι ανακόπτουσες να καταβάλουν στην πρώτη από τις ίδιες ως άνω αιτίες το συνολικό ποσό των 113.960 ευρώ και ειδικότερα: α) το ποσό των 110.000 ευρώ νομιμότοκα από την 14.2.2016 και β) το ποσό των 3.960 ευρώ νομιμότοκα από την 9.8.2016.
Η εν λόγω διαταγή πληρωμής εκδόθηκε με βάση τα ακόλουθα έγγραφα: 1) Το από 13.2.2015 ιδιωτικό συμφωνητικό σύναψης δανείου, που καταρτίσθηκε μεταξύ της καθ'ης η ανακοπή και των ανακοπτουσών, δια του Προέδρου/Διευθυντή του Α. Ε., 2) το από 23.10.2014 πιστοποιητικό σύστασης (certificate of incorporation) της πρώτης ανακόπτουσας, σε νόμιμη μετάφραση, 3) το από 7.7.2016 πιστοποιητικό καλής λειτουργίας (certificate of goodstanding) της πρώτης ανακόπτουσας, σε νόμιμη μετάφραση, 4) το από 23.10.2014 πιστοποιητικό κατάθεσης (certificate of endorsement) του καταστατικού (articles of corporation) της πρώτης ανακόπτουσας, στο οποίο επισυναπτόταν αντίγραφο του καταστατικού της, σε νόμιμη μετάφραση, 5) το από 12.2.2014 πιστοποιητικό σύστασης (certificate of incorporation) της δεύτερης ανακόπτουσας σε νόμιμη μετάφραση, 6) το από 7.7.2016 πιστοποιητικό καλής λειτουργίας (certificate of goodstanding) της δεύτερης ανακόπτουσας, με επισημείωση της Χάγης, σε νόμιμη μετάφραση, 7) το καταστατικό (articles of incorporation) της δεύτερης ανακόπτουσας, το οποίο είχε κατατεθεί την 4.5.1994 στην αρμόδια αρχή της Δημοκρατίας της …, σε νόμιμη μετάφραση, 8) την υπ' αριθ. 1241.2758/23055/24.1.1995 κοινή απόφαση των Υπουργών Ε.ς Οικονομίας και Εμπορικής Ναυτιλίας (ΦΕΚ 8/ ΤΑΠΣ/6.2.1995 και 155/ΤΑΠΣ/2.8.2005), με την οποία εγκρίθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις των Α.Ν. 89/67, Α.Ν.378/68 και Ν. 27/75, Ν. 814/78, Ν. 2234/94, Ν. 3752/09, Ν. 4150/2013, η εγκατάσταση στην Ελλάδα γραφείου της δεύτερης ανακόπτουσας, 9) το από 9.2.2007 πιστοποιητικό σύστασης (certificate of incorporation) της τρίτης ανακόπτουσας, σε νόμιμη μετάφραση, 10) το από 7.7.2016 πιστοποιητικό καλής λειτουργίας (certificate of goodstanding) της τρίτης ανακόπτουσας, σε νόμιμη μετάφραση, 11) το από 9.2.2007 πιστοποιητικό κατάθεσης (certificate of endorsement) του καταστατικού (articles of incorporation) της τρίτης ανακόπτουσας, στο οποίο επισυναπτόταν αντίγραφο του καταστατικού της σε νόμιμη μετάφραση, 12) τον από 24.10.2014 εσωτερικό κανονισμό (bylaws) της πρώτης ανακόπτουσας σε νόμιμη μετάφραση, 13) την από 10.2.2016 βεβαίωση εκπροσώπησης (certificate of incumbency) της πρώτης ανακόπτουσας σε νόμιμη μετάφραση, 14) τον εσωτερικό κανονισμό (by laws) της δεύτερης ανακόπτουσας σε νόμιμη μετάφραση, 15) την από 10.2.2016 βεβαίωση εκπροσώπησης (certificate of incmbency) της δεύτερης ανακόπτουσας, σε νόμιμη μετάφραση, 16) τον από 15.2.2007 εσωτερικό κανονισμό (by lays) της τρίτης ανακόπτουσας, σε νόμιμη μετάφραση και 17) την από 10.2.2016 βεβαίωση εκπροσώπησης (certificate of incumbency) της τρίτης αναχόπτουσας, σε νόμιμη μετάφραση.
Kατά των ως άνω διαταγών πληρωμής μετά των κάτωθι απ' αυτές επιταγών προς εκτέλεση ασκήθηκαν οι από 18.11.2016 συνεκδικασθείσες ανακοπές, οι οποίες απορρίφθηκαν με την υπ' αριθμ. 447/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και επικυρώθηκαν οι ως άνω διαταγές πληρωμής, ενώ ακυρώθηκαν οι σχετικές επιταγές προς εκτέλεση με βάση αυτές, ζήτημα που δεν ενδιαφέρει την ένδικη αναίρεση.
Το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δέχθηκε επίσης τα εξής ως προς τους λόγους των ως άνω ανακοπών ως προς το αναιρετικώς εδώ ενδιαφέρον μέρος εκτιμώντας το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που παραδεκτά προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι,: "Η εταιρία με την επωνυμία "Κ. S. INC" (πρώτη ανακόπτουσα των προαναφερόμενων ανακοπών και ήδη πρώτη εκκαλούσα) και η εταιρία με την επωνυμία "Α.
S. INC " (τρίτη ανακόπτουσα των ίδιων ανακοπών και ήδη τρίτη εκκαλούσα) ιδρύθηκαν με τις από 23.10.2014 και 9.2.2007 αντίστοιχες Συστατικές Πράξεις σύμφωνα με το Νόμο για τις Εμπορικές Εταιρίες των ... 1990 και διατηρούν την καταστατική τους έδρα στο ... της Δημοκρατίας των .... Διευθυντές και αξιωματούχοι των εν λόγω εταιριών διορίστηκαν από την ίδρυσή τους και παρέμειναν μέχρι και τον χρόνο άσκησης της υπό κρίση εφέσεως οι ακόλουθοι:
α) ο Α. Ε. ως Πρόεδρος/Διευθυντής, β) ο Γ. Κ. ως Αντιπρόεδρος/Διευθυντής και γ) ο Ε. Φ. ως Γραμματέας/Ταμίας/Διευθυντής... Ακόμη, η εταιρία με την επωνυμία "G.M.A M. SA" (δεύτερη ανακόπτουσα των παραπάνω ανακοπών και νυν δεύτερη εκκαλούσα) ιδρύθηκε σύμφωνα με το Νόμο για τις Εμπορικές Εταιρίες της … (Business Corporation Act 1977) με την από 4.5.1994 συστατική πράξη και διατηρεί την καταστατική της έδρα στη ....
Η εταιρία αυτή έχει εγκαταστήσει γραφείο στην Ελλάδα με την υπ' αριθ. 1241.2758/23055/24-1-1995 Κ.Υ.Α. των Υπουργών Ε.ς Οικονομίας και Εμπορικής Ναυτιλίας, όπως τροποποιήθηκε με την υπ' αριθ. 3122.1/2758/16/23055/14-7-2005 Κ.Υ.Α. των Υπουργών Ε.ς Οικονομίας και Εμπορικής Ναυτιλίας (ΦΕΚ 8/ΤΑΠΣ/6- 2-1995 και 155/ΤΑΠΣ/2-8-2005), σύμφωνα με τις διατάξεις των Α.Ν. 378/1968, Ν. 27/1975, Ν. 2234/1994, Ν. 3752/2009 και 4150/2013.
Η εν λόγω εταιρία διατηρεί την εμπορική και τεχνική διαχείριση του δεξαμενόπλοιου "C. A." (πρώην "Μ.Υ. Α.), πλοιοκτησίας της πρώτης εκκαλούσας εταιρίας "Κ. S. ΙΝC", δυνάμει της από 9-2- 2015 σύμβασης διαχείρισης. Διευθυντές και αξιωματούχοι της ως άνω διαχειρίστριας εταιρίας διορίστηκαν από τις 27.5.2002 και έως τις 3.3.2016, οι εξής:
α) ο Α. Ε. ως Πρόεδρος/Διευθυντής, β) ο Ε. Φ. ως Ταμίας/Διευθυντής και γ) ο Δ. Ε. (καθ'ου η πρώτη ανακοπή και νυν πρώτος εφεσίβλητος) ως Γραμματέας/Διευθυντής, ενώ από τις 3.3.2016 αντικαταστάθηκε ο Δ. Ε. και στη θέση του διορίστηκε ο Γ. Κ., ο οποίος από τις 9.3.2016 κατέχει το αξίωμα του Γραμματέα. Τον Οκτώβριο του 2014, οι μέτοχοι της πρώτης ανακόπτουσας και ήδη πρώτης εκκαλούσας "Κ.
S. ΙΝC." είχαν συμφωνήσει την αγορά του πλοίου "Μ.Υ. Α." (που ήδη μετονομάσθηκε σε "C. Α."), πλοιοκτησίας της αλλοδαπής εταιρίας " T. LLC", με τίμημα 9.400.000 δολάρια Η.Π.Α., καταρτισθέντος του από 20.10.2014 Μνημονίου Συμφωνίας (Μ.Ο.Α.) και στη συνέχεια, σε χρόνο που δεν προέκυψε, κατέβαλαν για το σκοπό αυτό ως προκαταβολή το ποσό των 940.000 δολαρίων Η.Π.Α., που αντιστοιχούσε σε ποσοστό 10% επί του συμφωνηθέντος τιμήματος.
Για να καλυφθεί το τίμημα, δεδομένου ότι τα κεφάλαια της αγοράστριας εταιρίας δεν επαρκούσαν για την πληρωμή του, υποβλήθηκε προς την Ε. Τράπεζα της Ελλάδος, αίτηση για χορήγηση δανείου με σκοπό τη χρηματοδότηση σε ποσοστό 55% του τιμήματος της αγοραπωλησίας, που αντιστοιχούσε στο ποσό των 5.170.000 δολαρίων Η.Π.Α., η οποία (αίτηση) εγκρίθηκε από την παραπάνω τράπεζα στις 16.12.2014.
Ακολούθως, επειδή το μέρος του τιμήματος που η αγοράστρια εταιρία έπρεπε να καλύψει με ίδια κεφάλαια και το οποίο ανερχόταν σε (9.400.000- 940.000- 5.170.000=) 3.290.000 δολάρια Η.Π.Α., δεν είχε συγκεντρωθεί από τους μετόχους έως την 11.2.2015 και υπήρχε κίνδυνος να ματαιωθεί η εκταμίευση του ποσού του δανείου από την τράπεζα και συνακόλουθα η ολοκλήρωση της αγοραπωλησίας του πλοίου, στις 12.2.2015, ο καθ' ου στην πρώτη ανακοπή και νυν πρώτος εφεσίβλητος, υιός του μετόχου και Προέδρου του Δ.Σ.
της αγοράστριας εταιρίας, Δ. Ε. μεταβίβασε κατά κυριότητα λόγω δανείου το ποσό των 200.000 ευρώ, με μεταφορά από τον υπ' αριθμ. ... τραπεζικό λογαριασμό που τηρούσε στην Ε. Τράπεζα προς τον υπ' αριθμ. ... τραπεζικό λογαριασμό που τηρούσε στην ίδια τράπεζα η τρίτη ανακόπτουσα- τρίτη εκκαλούσα, "Α. S. ΙΝC", ιδίων μετοχικών συμφερόντων με την πρώτη ανακόπτουσα-πρώτη εκκαλούσα.
Επίσης, την 11.2.2015, η καθ' ης η δεύτερη ανακοπή και ήδη δεύτερη εφεσίβλητη, Α. Ε., σύζυγος του μετόχου και Προέδρου του Δ.Σ. της αγοράστριας εταιρίας, μεταβίβασε κατά κυριότητα λόγω δανείου το ποσό των 110.000 ευρώ, με μεταφορά από τον υπ' αριθ. ... κοινό τραπεζικό λογαριασμό που τηρούσε με τη θυγατέρα της, Π. Ε., στην Ε.
Τράπεζα προς τον υπ' αριθ. ... τραπεζικό λογαριασμό που τηρούσε στην ίδια τράπεζα η τρίτη ανακόπτουσα και ήδη τρίτη εκκαλούσα " Α. S. ΙΝC ". Με τις παραπάνω καταβολές, οι οποίες έγιναν στον τραπεζικό λογαριασμό της τρίτης ανακόπτουσας-νυν τρίτης εκκαλούσας και επείχαν θέση καταβολής των δανεισμάτων, καταρτίσθηκαν οι σχετικές, κατά το άρθρο 806 ΑΚ, παραδοτικές συμβάσεις δανείου μεταξύ των καθ'ων η ανακοπή και της πρώτης ανακόπτουσας.
Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ότι μεταξύ των παραπάνω διαδίκων καταρτίσθηκαν οι εν λόγω συμβάσεις δανείου ενισχύεται απ' όσα σχετικά και με σαφήνεια κατέθεσε με τις υπ' αριθμ. .../16.1.2017 και .../16.1.2017 ένορκες βεβαιώσεις ο Σ. Κ. που παλαιότερα διατηρούσε λογιστική συνεργασία με την δεύτερη ανακόπτουσα-νυν δεύτερη εκκαλούσα, αλλά και από την ένορκη κατάθεση στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου του αυτήκοου μάρτυρα ως προς τα όσα διαμείφθηκαν για τη χορήγηση των δανείων, Δ.
Τ., οικογενειακού φίλου των καθ'ων-εφεσίβλητων, όπως η κατάθεση περιέχεται στα υπ' αριθμ. 1851/2017 πρακτικά και δεν αντικρούεται πειστικά από οιοδήποτε άλλο αποδεικτικό μέσο. Ιδίως, αναφορικά με τον καθ'ου στην πρώτη ανακοπή- πρώτο εφεσίβλητο, η παραπάνω κρίση δεν αντικρούεται από το γεγονός ότι στο παραστατικό μεταφοράς του ποσού των 200.000 ευρώ, το οποίο επισυνάφθηκε στο από 13.2.2015 ιδιωτικό συμφωνητικό και με βάση το οποίο εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 335/2016 διαταγή πληρωμής, υπό την ένδειξη "λεπτομέρειες πληρωμής" αναγράφεται ως αιτιολογία "συμμετοχή στη συγκέντρωση κεφαλαίων για αγορά πλοίων", ούτε από το γεγονός ότι στην από 11.2.2015 επιστολή του καθ'ου η ανακοπή προς την παραπάνω τράπεζα, την οποία προσάγουν με επίκληση οι ανακόπτουσες και με την οποία ο παραπάνω χορήγησε την εντολή προς την τράπεζα για την πιο πάνω μεταφορά, αναφέρεται η ίδια αιτιολογία, ήτοι ότι το υπό μεταφορά ποσό "αφορά συμμετοχή στη συγκέντρωση κεφαλαίων για αγορά πλοίου", καθώς η συμμετοχή σε συγκέντρωση κεφαλαίων για αγορά πλοίου υποδηλώνει τον σκοπό για τον οποίο δίνονται τα χρήματα και όχι το είδος της σύμβασης που κατάρτισαν η πρώτη ανακόπτουσα με τους καθ'ων η ανακοπή, προκειμένου να δοθούν σε αυτή τα παραπάνω χρηματικά ποσά, κάτι το οποίο σχετίζεται με τη βούληση των καθ'ων να μεταβιβάσουν την κυριότητα των παραπάνω χρημάτων στην πρώτη ανακόπτουσα για χαριστική αιτία ή για άλλη αιτία.
Εν προκειμένω, από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε ότι οι καθ'ων προέβησαν σε δωρεά των ανωτέρω χρηματικών ποσών στην πρώτη ανακόπτουσα, ούτε ότι έγινε αύξηση μετοχικού κεφαλαίου της στην οποία εκείνοι συμμετείχαν με τα παραπάνω ποσά. Με τον έβδομο λόγο έφεσής τους οι εκκαλούσες-ανακόπτουσες παραπονούνται για την παραδοχή της εκκαλούμενης απόφασης σχετικά με την παραπάνω αιτιολογία μεταφοράς χρημάτων από τον λογαριασμό του καθ'ου ανακοπή- πρώτου εφεσίβλητου στον λογαριασμό της τρίτης ανακόπτουσας στο από 12.2.2015 παραστατικό της Ε.ς Τράπεζας Α.Ε., ότι ".. .με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο (άρθρο 336 παρ.4 ΚΠολΔ), η αιτιολογία και οι λεπτομέρειες συναλλαγής στα τραπεζικά παραστατικά αποτελούν τυπικά στοιχεία των τραπεζικών συναλλαγών για τη διευκόλυνση και ταυτοποίησή τους".
Ότι η παραδοχή αυτή αντίκειται στα άρθρα 12 και 13 του ν. 3691/2008 για την "Πρόληψη νομιμοποίησης παράνομων εσόδων" και ότι η Ε. Τράπεζα, εν προκειμένω, ως όφειλε κατά το νόμο και όχι ως δίδαγμα της κοινής πείρας, πιστοποίησε και επαλήθευσε ότι η σκοπούμενη συναλλαγή στην ένδικη υπόθεση ήταν "Συμμετοχή στη συγκέντρωση κεφαλαίων για αγορά πλοίου" και όχι δάνεια.
Εντούτοις, και στις διατάξεις που επικαλούνται οι ανακόπτουσες αναφέρονται τα εξής: στο μεν άρθρο 12 για τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα ότι "Τα υπόχρεα πρόσωπα εφαρμόζουν τα μέτρα δέουσας επιμέλειας προς τον πελάτη στις εξής περιπτώσεις: α) όταν συνάπτουν επιχειρηματικές σχέσεις, β) όταν διενεργούν περιστασιακές συναλλαγές που ανέρχονται σε ποσό τουλάχιστον δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ...γ) όταν υπάρχει υπόνοια για απόπειρα ή διάπραξη αδικημάτων του άρθρου 2...", στο δε άρθρο 13 ότι "1.
Τα μέτρα της συνήθους δέουσας επιμέλειας που εφαρμόζουν τα υπόχρεα πρόσωπα ως προς τον πελάτη περιλαμβάνουν:...γ) Τη συλλογή πληροφοριών για το σκοπό και τη σκοπούμενη φύση της επιχειρηματικής σχέσης ή σημαντικών συναλλαγών ή δραστηριοτήτων του πελάτη ή του πραγματικού δικαιούχου και την επαλήθευση των εισοδημάτων των ανωτέρω από τα πιστωτικά ιδρύματα και τους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς με βάση προσκομιζόμενο πρόσφατο εκκαθαριστικό σημείωμα φορολογίας εισοδήματος, πλην των περιπτώσεων που ο πελάτης δεν υποχρεούται να υποβάλει δήλωση φόρου εισοδήματος, δ) Την εξέταση με ιδιαίτερη προσοχή κάθε συναλλαγής ή δραστηριότητας, η οποία από τη φύση της ή από τα στοιχεία που αφορούν το πρόσωπο ή την ιδιότητα του συναλλασσομένου μπορεί να συνδεθεί με νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες ή με χρηματοδότηση της τρομοκρατίας.
Στις συναλλαγές αυτές περιλαμβάνονται ιδίως οι πολύπλοκες ή ασυνήθιστα μεγάλες συναλλαγές και όλα τα ασυνήθιστα είδη συναλλαγών που πραγματοποιούνται χωρίς προφανή οικονομικό ή σαφή νόμιμο λόγο...στ) Την άσκηση συνεχούς εποπτείας όσον αφορά την επιχειρηματική σχέση, με ενδελεχή εξέταση των συναλλαγών και δραστηριοτήτων των ως άνω προσώπων καθ' όλη τη διάρκεια της επιχειρηματικής σχέσης, προκειμένου τα υπόχρεα πρόσωπα να διαπιστώνουν ότι οι συναλλαγές ή δραστηριότητες συνάδουν με τις γνώσεις που έχουν για τον πελάτη και τον πραγματικό δικαιούχο, τις επαγγελματικές δραστηριότητές τους...".
Δηλαδή οι σχετικές διατάξεις αφορούν σε έλεγχο που πραγματοποιεί η τράπεζα ώστε να εξασφαλισθεί ότι δεν πρόκειται για νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Αυτή δεν προχωρεί σε ενδελεχή έλεγχο της αστικής φύσης της υποκείμενης σύμβασης, βάσει της οποίας μεταφέρονται χρήματα, κάτι που θα απαιτούσε να ζητάει έγγραφες συμβάσεις και διάφορα άλλα πιστοποιητικά στοιχεία, που δεν αποτελούν το αντικείμενο των δικών της δραστηριοτήτων.
Σε κάθε περίπτωση, και αν ακόμη γινόταν δεκτό ότι η τράπεζα όφειλε να ελέγξει το σύνολο των συμβατικών σχέσεων μεταξύ των διαδίκων, το ότι δεν ζήτησε περισσότερα στοιχεία δεν μπορεί να αποτελέσει ένδειξη σε βάρος των καθ' ων η ανακοπή ότι δεν δάνεισαν τα παραπάνω χρηματικά ποσά στην πρώτη ανακόπτουσα, πολλώ δε μάλλον που η αιτιολογία στο προαναφερόμενο από 12.2.2015 παραστατικό μεταφοράς "Συμμετοχή στη συγκέντρωση κεφαλαίων για αγορά πλοίου" δεν αρκεί για να αποκαλυφθεί το είδος της συμβατικής σχέσης, βάσει της οποίας μεταβιβάσθηκαν τα χρήματα από τραπεζικό λογαριασμό του καθ'ου η πρώτη ανακοπή σε τραπεζικό λογαριασμό της τρίτης ανακόπτουσας για λογαριασμό της πρώτης ανακόπτουσας.
Αναφορικά δε με την καθ'ης στη δεύτερη ανακοπή, από την επισκόπηση του σχετικού παραστατικού μεταφοράς, το οποίο επισυνάπτεται στο από 13.2.2015 ιδιωτικό συμφωνητικό και με βάση το οποίο εκδόθηκε η υπ' αριθ. 336/2016 προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, σε κάθε περίπτωση δεν προκύπτει ότι αναγράφηκε οποιαδήποτε αιτιολογία κατάθεσης, απορριπτομένου του ισχυρισμού των ανακοπτουσών ότι διαγράφηκε η αιτιολογία της κατάθεσης.
Εξάλλου, η κρίση ότι η παραδοτική σύμβαση δανείου καταρτίσθηκε μεταξύ της πρώτης ανακόπτουσας και της καθ'ης η δεύτερη ανακοπή δεν αντικρούεται από το γεγονός ότι η μεταφορά του χρηματικού ποσού των 110.000 ευρώ έγινε κατόπιν της από 11.2.2015 επιστολής της κόρης της καθ'ης η ανακοπή, Π. Ε. προς την παραπάνω τράπεζα και η οποία ήταν συνδικαιούχος του λογαριασμού, προς εξυπηρέτηση της μητέρας της.
Για το ότι τα χρήματα αυτά δόθηκαν στην πρώτη ανακόπτουσα, κατόπιν εντολής της καθ'ης στη δεύτερη ανακοπή κατέθεσε μετά λόγου γνώσεως και υποβαλλόμενος στη βάσανο των ερωτήσεων, ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ο Δ. Τ., οικογενειακός φίλος και συνεργάτης της οικογένειας Ε., ο οποίος ήταν παρών στις συζητήσεις που έγιναν όταν η πρώτη ανακόπτουσα δεν μπορούσε να συγκεντρώσει επιπλέον ποσό 300.000 ευρώ ώστε να εξασφαλίσει τη δια δανείου χρηματοδότηση ύψους 5.170.000 δολαρίων Η.Π.Α.
από την Ε. Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. για την αγορά του πλοίου "Μ.Υ. Α. " και τη λύση έδωσαν οι καθ'ων η ανακοπή, Δ. Ε. και Α. Ε., υιός και σύζυγος του Προέδρου του Δ.Σ. και Διευθύνοντος Συμβούλου της πρώτης ανακόπτουσας, δανείζοντας άτοκα χρήματα από την προσωπική τους περιουσία. Σημειωτέον ότι η πιο πάνω από 11-2-2015 επιστολή της Π.
Ε. δεν επισυνάφθηκε στην αίτηση της καθ'ης η δεύτερη ανακοπή- δεύτερης εφεσίβλητης μεταξύ των εγγράφων, βάσει των οποίων ο δικαστής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά εξέδωσε την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 336/2016 διαταγή πληρωμής, ώστε να μπορεί να θεωρηθεί ότι θα μπορούσε να δημιουργήσει αμφιβολίες στον παραπάνω Δικαστή σχετικά με το ποιος ήταν ο δανειστής του ποσού των 110.000
ευρώ, δηλαδή η Α. ή η Π. Ε., αλλά προσκομίσθηκε το πρώτον από τις ανακόπτουσες, κατά τη συνεκδίκαση των ένδικων ανακοπών, προκειμένου να αμφισβητήσουν ότι κυρία του παραπάνω χρηματικού ποσού ήταν η καθ'ης η δεύτερη η ανακοπή, πλην όμως ο εν λόγω ισχυρισμός κατά τα ανωτέρω δεν αποδείχθηκε βάσιμος. Ορθά, λοιπόν, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφαση απέρριψε στην ουσία τους τον τρίτο λόγο και το δεύτερο σκέλος του πέμπτου λόγου της πρώτης ανακοπής και τον τέταρτο λόγο της δεύτερης ανακοπής, με τους οποίους οι ανακόπτουσες αμφισβήτησαν την κατάρτιση σύμβασης δανείου μεταξύ της πρώτης από αυτές και των καθ'ων η ανακοπή, τα όσα δε αντίθετα προβάλλονται με τον έβδομο λόγο έφεσης των εκκαλουσών-ανακοπτουσών πρέπει να απορριφθούν εν μέρει ως νόμω αβάσιμα (ως προς την παράβαση στην ερμηνεία και εφαρμογή του ν. 3691/2008) και κατά τα λοιπά ως ουσία αβάσιμα.
Ομοίως ως ουσία αβάσιμος πρέπει να απορριφθεί ο δέκατος λόγος της υπό κρίση έφεσης, με τον οποίο οι εκκαλούσες παραπονούνται για την απόρριψη του τρίτου λόγου ανακοπής τους κατά της καθ'ης και ήδη δεύτερης εφεσίβλητης περί έλλειψης ενεργητικής της νομιμοποίησης να ζητήσει την έκδοση της υπ' αριθ. 336/2016 διαταγής πληρωμής κατά των ανακοπτουσών, επειδή στο από 12.2.2015 παραστατικό της Ε.ς Τράπεζας Α.Ε.
που επισυνάπτεται στο από 13.2.2015 ιδιωτικό συμφωνητικό σύναψης δανείου και ελήφθη υπόψη για την έκδοση της διαταγής πληρωμής ρητά αναφέρεται ότι καταθέτης είναι η κόρη της, Ε. Π. του Α. και όχι η εφεσίβλητη, κάτι που προκύπτει και από την από 11.2.2015 επιστολή της κόρης της εφεσίβλητης προς την Ε. Τράπεζα. Οι ίδιες οι ανακόπτουσες προσκομίζουν το από 13.2.2015 ιδιωτικό συμφωνητικό σύναψης δανείου, στο οποίο πράγματι επισυνάπτεται το από 11.2.2015 παραστατικό μεταφοράς πίστωσης μεταξύ λογαριασμών τρίτων εντός της Ε.Τ.Ε.
ποσού 110.000 ευρώ, με λογαριασμό χρέωσης ΙΒΑΝ: ΟΚ..., με εντολέα την Π. Ε. του ... και λογαριασμό σε πίστωση, αυτόν της δικαιούχου Α. S. INC (τρίτης ανακόπτουσας), πλην όμως ακολουθεί συνημμένη σελίδα με την από 20.7.2016 βεβαίωση της Τράπεζας ότι δικαιούχοι του λογαριασμού χρέωσης είναι δύο και συγκεκριμένα πρώτη δικαιούχος είναι η εφεσίβλητη, Α.
Ε. του Κ. και δεύτερη δικαιούχος, η Π. Ε. του ..., ενώ βεβαιώνεται με την από 16.12.2016
σφραγίδα του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Πειραιά, Εμμανουήλ Μαστρογιάννη ότι βάσει και του εγγράφου αυτού εκδόθηκε η υπ' αριθ. 336/2016 διαταγή πληρωμής. Επομένως και από το τελευταίο αυτό έγγραφο, που έλαβε υπόψη του ο εκδόσας τη διαταγή πληρωμής δικαστής αποδεικνύεται ότι τα χρήματα μεταφέρθηκαν στον λογαριασμό της τρίτης εκκαλούσας-τρίτης ανακόπτουσας (εγγυήτριας στο δάνειο) από κοινό λογαριασμό όπου πρώτη δικαιούχος ήταν η εφεσίβλητη, στοιχείο που σε συνδυασμό με το από 13.2.2015 ιδιωτικό συμφωνητικό σύναψης δανείων των εκκαλουσών με την εφεσίβλητη αρκούσε για τη στοιχειοθέτηση της ενεργητικής νομιμοποίησης της τελευταίας να ζητήσει σε βάρος των πρώτων την έκδοση της παραπάνω διαταγής πληρωμής, χωρίς να δημιουργεί αμφιβολίες το γεγονός ότι την εντολή για τη μεταφορά χρημάτων την έδωσε η συνδικαιούχος στον κοινό λογαριασμό, κόρη της εφεσίβλητης....
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι μεταξύ των ανακοπτουσών, δια του Προέδρου και Διευθυντή τους, Α. Ε. και του καθ'ου η πρώτη ανακοπή, Δ. Ε., καταρτίσθηκε στον …, το από 13.2.2015 ιδιωτικό συμφωνητικό, με βάση το οποίο εκδόθηκε η ανακοπτόμενη υπ' αριθ. 335/2016 διαταγή πληρωμής. Με το ως άνω συμφωνητικό οι παραπάνω συμβαλλόμενοι συνομολογούσαν ότι το ποσό των 200.000 ευρώ είχε καταβληθεί από τον Δ.
Ε. λόγω δανείου προς την πρώτη ανακόπτουσα, συμφωνήθηκε ότι το δάνειο ήταν άτοκο και ορίσθηκε χρόνος για την απόδοσή του η 13.2.2016. Με το ίδιο έγγραφο η δεύτερη και η τρίτη των ανακοπτουσών εγγυήθηκαν υπέρ της οφειλέτριας πρώτης ανακόπτουσας, παραιτούμενες από την ένσταση δίζησης. Ακολούθως μεταξύ των ίδιων ως άνω συμβαλλομένων καταρτίσθηκε στον … το από 10.2.2016 ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο τροποποιήθηκε το από 13.2.2015 ιδιωτικό συμφωνητικό ως προς τον χρόνο απόδοσης του δανείου, ο οποίος ορίσθηκε την 30.3.2016.
Με τον έκτο λόγο εφέσεώς τους οι εκκαλούσες-ανακόπτουσες παραπονούνται ότι η εκκαλούμενη απόφαση εσφαλμένα εξέλαβε ότι με τον τέταρτο λόγο της ανακοπής τους κατά του εφεσίβλητου, προέβαλαν ότι είναι άκυρο το από 13.2.2015 "ιδιωτικό συμφωνητικό σύναψης δανείου", φερόμενο ως υπογραφέν μεταξύ του Α. Ε.- πατέρα του εφεσίβλητου δήθεν για λογαριασμό τους και του εφεσίβλητου, για το λόγο ότι τούτο φέρει ψευδή ημερομηνία του γνησίου της υπογραφής του.
Ότι η πραγματικότητα είναι ότι με τον παραπάνω λόγο ανακοπής τους κατά του εφεσίβλητου, προβάλλουν ότι το ως άνω από 13.2.2015 φερόμενο σαν "ιδιωτικό συμφωνητικό σύναψης δανείου" υπογράφηκε όχι στις 13.2.2015, αλλά μετά τον Μάιο του 2016 και σε κάθε περίπτωση μετά τις 10.9.2015, πράγμα που προσαποδεικνύει ότι το εν λόγω συμφωνητικό επινοήθηκε από τον εφεσίβλητο και τον πατέρα του εκ των υστέρων και όχι την 13.2.2015.
Ότι τούτο ρητά αναφέρεται στον τέταρτο λόγο της ανακοπής τους ως ακολούθως: "Ο καθού και ο πατέρας του προκειμένου να προσδώσουν αληθοφάνεια στο ως άνω από 13-2- 2015 ιδιωτικό συμφωνητικό σύναψης δανείου και ότι αυτό υπογράφηκε τάχα στις 13-2-2015 και όχι μετά το Μάιο του 2016 επεδίωξαν τη βεβαίωση του γνησίου των υπογραφών τους επί του προαναφερθέντος συμφωνητικού.
Προς τούτο, καίτοι ο καθού και ο πατέρας του διαμένουν στον …, όπου, όπως αναφέρεται στο ως άνω συμφωνητικό, υπέγραψαν αυτό, εντούτοις προσκόμισαν το εν λόγω συμφωνητικό στο Αστυνομικό Τμήμα …, το οποίο βεβαιώνει στις 13 Φεβρουάριου 2015 τη γνησιότητα των υπογραφών του καθού και του πατέρα του και ταυτόχρονα βεβαιώνει ότι η ημερομηνία έκδοσης του υπ' αριθμ.
ΑΜ ... Δελτίου Αστυνομικής Ταυτότητας του καθού, που προσκόμισε ο καθού στο ως άνω Αστυνομικό Τμήμα, είναι η 10 Σεπτεμβρίου 2015. Δηλαδή είναι αυταπόδεικτη η ψευδής ως άνω βεβαίωση, που πέτυχαν ο καθού και ο πατέρας του και της οποίας ο καθού έκανε χρήση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά". Ότι συνεπώς ο τέταρτος λόγος της ανακοπής τους κατά του εφεσίβλητου αποσκοπεί να καταδείξει την εκ μέρους των εφεσίβλητων και του Α.
Ε. προσπάθεια να προσδώσουν αληθοφάνεια, δηλ. να προσδώσουν αλήθεια σε έγγραφο, ήτοι στο από 13-2-2013 ιδιωτικό συμφωνητικό σύναψης δανείου, ότι τούτο είναι αληθές ενώ στην πραγματικότητα δεν είναι. Επί του λόγου αυτού, λεκτέα τα εξής ....Ωστόσο, για την υπόσταση και το κύρος ιδιωτικού εγγράφου, από καμία διάταξη νόμου δεν απαιτείται αυτό να περιλαμβάνει θεώρηση του γνησίου της υπογραφής των προσώπων που αναλαμβάνουν με την υπογραφή τους στο έγγραφο τις υποχρεώσεις που περιγράφονται σε αυτό.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της στρεφόμενης κατά του καθ'ου ανακοπής, οι ανακόπτουσες ισχυρίσθηκαν ότι το γνήσιο των υπογραφών των συμβληθέντων στο από 13.2.2015 ιδιωτικό συμφωνητικό σύναψης δανείου, με βάση το οποίο εκδόθηκε η υπ' αριθ. 335/2016 διαταγή πληρωμής, δεν έγινε στον χρόνο που βεβαιώθηκε σε αυτό, δηλαδή στις 13.2.2015, αλλά μετά τον Μάιο του 2016, αφού το δελτίο αστυνομικής ταυτότητας που προσκόμισε ο καθ'ου για την ταυτοπροσωπία του φέρεται εκδοθέν στις 10.9.2015, τούτο δε έγινε για να προσδώσουν ο εφεσίβλητος και ο πατέρας του αληθοφάνεια στην παραπάνω σύμβαση.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ότι ο λόγος αυτός της ανακοπής, με τον οποίο οι ανακόπτουσες βάλλουν κατά του τυπικού κύρους της παραπάνω διαταγής πληρωμής είναι μη νόμιμος και απορριπτέος, με βάση τις διατάξεις των άρθρων που παρατέθηκαν αμέσως παραπάνω και στην παρούσα απόφαση, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 623 ΚΠολΔ, καθώς η θεώρηση του γνησίου της υπογραφής δεν αποτελεί προϋπόθεση του κύρους και της αποδεικτικής δύναμης του εν λόγω εγγράφου, κατά τα ανωτέρω.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθά κατ' αποτέλεσμα έκρινε συμπληρουμένης της αιτιολογίας του από το παρόν Δικαστήριο κατ' άρθρο 534 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, δεδομένου ότι η κατάρτιση της ένδικης (παραδοτικής) δανειακής σύμβασης έγινε με τη μεταφορά χρημάτων από λογαριασμό του καθ'ου η πρώτη ανακοπή σε λογαριασμό της τρίτης ανακόπτουσας για λογαριασμό της πρώτης, στις 12.2.2015, το φέρον ημερομηνία 13.2.2015 "ιδιωτικό συμφωνητικό σύναψης δανείου" σε κάθε περίπτωση καταρτίσθηκε εκ των υστέρων ως αποδεικτικός τύπος για τη σύναψη του δανείου.
Είτε λοιπόν ο μεταγενέστερος χρόνος κατά τον οποίο αυτό υπεγράφη και θεωρήθηκε το γνήσιο της υπογραφής των συμβαλλόμενων είναι η 13.2.2015, είτε ο χρόνος που θεωρήθηκε το γνήσιο της υπογραφής τους στο Α.Τ. … ήταν μετά την 10.9.2015, ημερομηνία κατά την οποία εκδόθηκε το δελτίο αστυνομικής ταυτότητας του καθ'ου- εφεσίβλητου και οπωσδήποτε πριν προσκομισθεί το εν λόγω συμφωνητικό μαζί με την από 8.8.2016 αίτηση για έκδοση διαταγής πληρωμής στον εκδόσαντα την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 335/2016 διαταγή πληρωμής δικαστή, γεγονός παραμένει ότι το εν λόγω έγγραφο συντάχθηκε και υπογράφηκε από τον Α.
Ε. ως Πρόεδρο και Διευθυντή της πρώτης ανακόπτουσας, ιδιότητα την οποία εξακολουθούσε να έχει ακόμη και κατά τον χρόνο συζήτησης της ένδικης ανακοπής στον πρώτο βαθμό και υπό την οποία (ιδιότητα) φέρεται να εκπροσωπούσε την παραπάνω εταιρία ως οφειλέτη (δανειολήπτρια) και από τον καθ'ου η πρώτη ανακοπή-εφεσίβλητο ως δανειστή, η γνησιότητα των υπογραφών των οποίων δεν αμφισβητείται από τις ανακόπτουσες, με αποτέλεσμα να μην επηρεάζεται η αποδεικτικότητα του ως άνω "ιδιωτικού συμφωνητικού σύναψης δανείου", ούτε να μπορεί να συναχθεί από τον εσφαλμένο χρόνο θεώρησης των υπογραφών των συμβαλλομένων από τον βεβαιώσαντα αστυνομικό του Α.Τ.
… ότι οι περιεχόμενες στο συμφωνητικό δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων δεν είναι αληθείς αλλά μόνον αληθοφανείς. Επομένως, ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμος ο ως άνω λόγος ανακοπής από την εκκαλούμενη απόφαση, ο δε τα αντίθετα υποστηρίζων παραπάνω λόγος έφεσης των εκκαλουσών-ανακοπτουσών τυγχάνει απορριπτέος ως μη νόμιμος.
Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι μεταξύ των ανακοπτουσών, δια του Προέδρου και Διευθυντή τους, Α. Ε. και της καθ'ης η δεύτερη ανακοπή, Α. Ε., καταρτίσθηκε στον … το από 13.2.2015 ιδιωτικό συμφωνητικό, με βάση το οποίο εκδόθηκε η ανακοπτόμενη υπ' αριθ. 336/2016 διαταγή πληρωμής. Με το εν λόγω συμφωνητικό οι παραπάνω συμβαλλόμενοι συνομολογούσαν ότι το ποσό των 110.000 ευρώ είχε καταβληθεί από την Α.
Ε. λόγω δανείου προς την πρώτη ανακόπτουσα, συμφωνήθηκε ότι το δάνειο ήταν άτοκο και ορίσθηκε χρόνος για την απόδοσή του η 13.2.2016. Με το ίδιο έγγραφο η δεύτερη και τρίτη των ανακοπτουσών εγγυήθηκαν υπέρ της οφειλέτριας-πρώτης ανακόπτουσας, παραιτούμενες από την ένσταση δίζησης. Εξάλλου, από την με ημερομηνία 23.10.2014 συστατική πράξη της πρώτης ανακόπτουσας προκύπτει ότι σκοπός της εταιρίας, σύμφωνα με το άρθρο Β, είναι: "Να εμπλέκεται σε οποιαδήποτε νόμιμη πράξη ή δραστηριότητα για τις οποίες οι εταιρείες δύνανται σήμερα ή στο μέλλον να οργανώνονται υπό τον Νόμο για τις Εμπορικές Εταιρείες των ..., και χωρίς καθ' οιονδήποτε τρόπο να περιορίζεται η γενικότητα των παρακάτω, η Εταιρεία θα διαθέτει όλες τις ειδικές δυνατότητες που ορίζονται στο άρθρο 15 του Νόμου για τις Εμπορικές Εταιρείες, και συγκεκριμένα: 1) Να αγοράζει ή με άλλον τρόπο αποκτά, έχει στην ιδιοκτησία της, χρησιμοποιεί, λειτουργεί, ενεχυριάζει, υποθηκεύει, δανείζεται ενυποθήκως, μισθώνει, ναυλώνει, υποναυλώνει, πωλεί, κατασκευάζει και επισκευάζει ατμόπλοια, μηχανοκίνητα πλοία, δεξαμενόπλοια, φαλαινοθηρικά, ιστιοφόρα, ρυμουλκά, φορτηγίδες, μαούνες και κάθε άλλου είδους πλοίο ή σκάφος οποιουδήποτε μέσου μεταφοράς και μετακίνησης δια ξηράς, ύδατος ή αέρος μαζί με μηχανές, λέβητες, μηχανολογικό εξοπλισμό, εξοπλισμό και παρελκόμενα παντός είδους, συμπεριλαμβανομένων καταρτιών, ιστίων, λέμβων, αγκυρών, καλωδίων, παλάγκων, επίπλων και κάθε άλλων αναγκαίων εις αυτά υπαγόμενων ή ανηκόντων, μαζί με οποιαδήποτε υλικά, αντικείμενα, εργαλεία, εξοπλισμό, χρήση και λειτουργία αυτών.
Και να εξοπλίζει, παρέχει, εφοδιάζει τέτοια σκάφη και πλοία... 10) Να δανείζεται ή συγκεντρώνει χρήματα για οποιουσδήποτε από τους σκοπούς της εταιρείας και κατά καιρούς, δίχως όριο αναφορικά με τα ποσά να αναλαμβάνει, δημιουργεί, αποδέχεται, εγκρίνει, εκτελεί και εκδίδει γραμμάτια, αξιόγραφα, ομόλογα, χρεόγραφα και άλλα προς διαπραγμάτευση ή όχι αντικείμενα και αποδεικτικά χρέους, και να διασφαλίζει τις πληρωμές αυτών και των συμπαρομαρτούντων τόκων, υποθηκεύοντας ή ενεχυριάζοντας, μεταβιβάζοντας, τοποθετώντας σε καταπίστευμα, το σύνολο ή τμήμα της περιουσίας της εταιρείας, κινητής, ακίνητης ή μικτής, συμπεριλαμβανομένων των συμβατικών της δικαιωμάτων, ασχέτως αν είναι υπαρκτά ή θα αποκτηθούν στο μέλλον, και να πωλεί, ενεχυριάζει ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο διαθέτει τέτοια αξιόγραφα της εταιρείας για τους εταιρικούς της σκοπούς".
Περαιτέρω, από την με ημερομηνία 9.2.2007 συστατική πράξη της τρίτης ανακόπτουσας προκύπτει ότι σκοπός της εταιρίας αυτής, σύμφωνα με το άρθρο Β, είναι μεταξύ άλλων: "9. Να εγγυάται και ασφαλίζει χρέη κάθε είδους και μορφής, με όποια περιγραφή και όποιους όρους το Διοικητικό Συμβούλιο κατά την απόλυτη διακριτική του ευχέρεια θεωρεί επαρκή οποιουδήποτε προσώπου, φίρμας, ένωσης προσώπων, εταιρείας, δήμου, επαρχίας, πολιτείας, πολιτικού σώματος, κυβέρνησης ή αποικίας ή οποιουδήποτε δεσμού εξάρτησης με αυτές.
Συγκεκριμένα, να εγγυάται και να ασφαλίζει μέσω υποθήκευσης οποιουδήποτε περιουσιακού της στοιχείου ή εναλλακτικά το χρέος οποιασδήποτε εταιρείας συνδεομένης, θυγατρικής ή με άλλο τρόπο εμπορικά ή/και οικονομικά σχετιζόμενης με αυτή την εταιρεία, ασχέτως αν τέτοια ασφάλεια ή υποθήκη τείνει ευθέως προς όφελος ή όχι αυτής της εταιρείας...".
Περαιτέρω, με το Άρθρο III των από 24-10-2014 και 15-2-2007 Εσωτερικών Κανονισμών (Βy laws) της πρώτης και τρίτης ανακόπτουσας, το οποίο (άρθρο) υιοθετήθηκε κατά την πρώτη συνεδρίαση της 24ης. 10.2014 και της 16^2-2007, αντίστοιχα, των Διοικητικών τους Συμβουλίων προβλέπονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: "Παράγραφος 1.-
Αριθμός: Τα θέματα, οι υποθέσεις και η περιουσία της εταιρείας θα διαχειρίζονται από ένα Διοικητικό Συμβούλιο, το οποίο αποτελείται από τουλάχιστον ένα Διευθυντή. Μέσα στα όρια που καθορίζονται από αυτόν τον εσωτερικό κανονισμό, ο αριθμός των Διευθυντών μπορεί να αποφασίζεται είτε από την ψήφο της πλειοψηφίας του συνόλου του Συμβουλίου είτε από την ψήφο των μετόχων. Οι Διευθυντές δεν είναι αναγκαίο να είναι κάτοικοι των ... ή μέτοχοι της εταιρείας. Εταιρείες είναι δυνατόν στο βαθμό που επιτρέπεται από το νόμο να εκλέγονται Διευθυντές...", ενώ με το άρθρο V προβλέπονται τα εξής: "Αξιωματούχοι- Παράγραφος 1.-
Αριθμός και Διορισμός: Το Διοικητικό Συμβούλιο κατά τη διακριτική του ευχέρεια θα προβαίνει σε διορισμό αξιωματούχου ή αξιωματούχων ή ενός Διαχειριστικού Διευθυντή, ή σε όποιο διορισμό θεωρείται αναγκαίος για την εξυπηρέτηση των εταιρικών σκοπών. Συγκεκριμένα και χωρίς να περιορίζεται η γενικότητα του προηγούμενου, το Διοικητικό Συμβούλιο κατά τη διακριτική του ευχέρεια θα μπορεί να διορίζει έναν Πρόεδρο ή/και Αντιπρόεδρο ή/και Γραμματέα ή/και Ταμία ή έναν Διαχειριστικό Διευθυντή και Γραμματέα, ανάλογα με την περίπτωση.
Επιπροσθέτως το Διοικητικό Συμβούλιο θα μπορεί να διορίζει όποιον άλλο τέτοιο αξιωματούχο θεωρεί αναγκαίο. Οι αξιωματούχοι μπορεί να είναι οποιασδήποτε εθνικότητας και δεν είναι απαραίτητο να είναι κάτοικοι των ... και μπορούν αλλά δεν είναι απαραίτητο να είναι Διευθυντές. Οι αξιωματούχοι των εταιρειών θα είναι φυσικά πρόσωπα με εξαίρεση τον Γραμματέα, ο οποίος μπορεί να είναι εταιρική οντότητα.
Το ίδιο φυσικό πρόσωπο μπορεί να κατέχει οποιαδήποτε δύο ή περισσότερα αξιώματα.. .Παράγραφος 2.- Πρόεδρος ή Διαχειριστικός Διευθυντής: Ο Πρόεδρος ή Διαχειριστικός Διευθυντής θα είναι ο Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρίας και θα έχει τη γενική διοίκηση όλων των θεμάτων της εταιρίας μαζί με τις εξουσίες και τα καθήκοντα που συνήθως συνδέονται με το αξίωμα του Προέδρου ή του Διαχειριστικού Διευθυντή, εκτός εάν τεθεί ειδικός περιορισμός σε αυτές με προσήκουσα απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου, και θα έχει όποιου άλλου είδους εξουσίες και θα εκτελεί όποιου άλλου είδους καθήκοντα μπορεί να του ανατίθενται από το Διοικητικό Συμβούλιο...".
Επίσης, με το Άρθρο III παρ.1 του Εσωτερικού Κανονισμού της δεύτερης ανακόπτουσας ορίζεται ότι: "Τα θέματα, οι υποθέσεις και η περιουσία της εταιρείας θα διαχειρίζονται από ένα Διοικητικό Συμβούλιο, το οποίο αποτελείται από όχι λιγότερους από τρεις Διευθυντές, εφόσον οι μετοχές της εταιρίας κατέχονται προς όφελος και σύμφωνα με το βιβλίο μετόχων από λιγότερους από τρεις μετόχους και ο αριθμός των Διευθυντών δύναται να ισούται με τον αριθμό των μετόχων.
Μέσα στα όρια που καθορίζονται από αυτόν τον εσωτερικό κανονισμό, ο αριθμός των Διευθυντών μπορεί να αποφασίζεται είτε από την ψήφο της πλειοψηφίας του συνόλου του Συμβουλίου είτε από την ψήφο των μετόχων. Οι Διευθυντές δεν είναι αναγκαίο να είναι κάτοικοι της ... ή μέτοχοι της εταιρείας. Εταιρείες είναι δυνατόν στο βαθμό που επιτρέπεται από το νόμο να εκλέγονται Διευθυντές", ενώ με το Άρθρο V υπό τον τίτλο "Αξιωματούχοι" ορίζονται τα εξής: " Παράγραφος 1.-
Αριθμός και Διορισμός: Το Διοικητικό Συμβούλιο θα εκλέγει έναν Πρόεδρο και ένα Γραμματέα/ταμία και όποιου είδους άλλο τέτοιο αξιωματούχο θεωρείται αναγκαίο. Οι αξιωματούχοι μπορεί να είναι οποιασδήποτε εθνικότητας και δεν είναι απαραίτητο να είναι κάτοικοι ..... .Παράγραφος 2.- Πρόεδρος: Ο Πρόεδρος θα είναι ο διευθύνων σύμβουλος της εταιρίας και θα έχει τη γενική διοίκηση όλων των θεμάτων της εταιρίας μαζί με τις εξουσίες και τα καθήκοντα που συνδέονται συνήθως με το αξίωμα του Προέδρου, εκτός αν τεθεί ειδικός περιορισμός σε αυτές με προσήκουσα απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου, και θα έχει όποιου άλλου είδους εξουσίες και θα εκτελεί όποιου άλλου είδους καθήκοντα μπορεί να του ανατίθενται από το Διοικητικό Συμβούλιο...".
Όπως εκτέθηκε και πιο πάνω στην παρούσα, με βάση τις παραπάνω προβλέψεις των Εσωτερικών Κανονισμών (Βy laws) των ανακοπτουσών εταιριών, σε συνδυασμό με τις εφαρμοζόμενες διατάξεις της παρ.48 και παρ.62 παρ.1 και 8 νμΝΕΕ, παρ.6.1 και παρ.6.15 παρ.1 και 7 λβΝΕΕ, σχετικά με την εκπροσώπηση των παραπάνω εταιριών, αποδεικνύονται τα εξής:
Α) Στον Πρόεδρο των ανακοπτουσών εταιριών προσδίδεται και η ιδιότητα του Διευθύνοντος Συμβούλου, αυτός έχει την καταστατική εξουσία να ενεργεί τις πράξεις γενικής διαχείρισης, και σ' αυτόν απονέμονται οι εξουσίες και τα καθήκοντα που συνήθως συνδέονται με το αξίωμα του Προέδρου ή Διαχειριστικού Διευθυντή, εκτός εάν τεθεί ειδικός περιορισμός σε αυτές με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου, και θα έχει όσες άλλες εξουσίες και θα εκτελεί όσα άλλα καθήκοντα εκχωρούνται σ' αυτόν από το Διοικητικό Συμβούλιο.
Β) Παρότι οι παραπάνω διατάξεις διατυπώνονται ρητά μόνο σε σχέση με τη διαχειριστική εξουσία του Προέδρου ή Διαχειριστικού Διευθυντή, ελλείψει άλλης σχετικής ρύθμισης, κρίνεται ότι η διάταξη αυτή ισχύει και σε σχέση με την εκπροσωπευτική εξουσία του παραπάνω προσώπου. Γ) Η εξουσία διαχείρισης και εκπροσώπησης του Προέδρου δεν είναι απεριόριστη, αλλά οριοθετείται σε πράξεις που εντάσσονται στο πλαίσιο της συνήθους λειτουργίας των εταιριών, διότι σ' αυτόν απονέμονται η εξουσία διενέργειας πράξεων γενικής διαχείρισης, καθώς και οι εξουσίες και τα καθήκοντα που συνήθως συνάδουν με το αξίωμα του Προέδρου.
Όπως προεκτέθηκε, κατά την κατάρτιση των παραπάνω συμβάσεων, με βάση τις οποίες εκδόθηκαν οι ανακοπτόμενες διαταγές πληρωμής, οι ανακόπτουσες εκπροσωπήθηκαν από τον Πρόεδρο και Διευθυντή τους, Α. Ε., ενώ κατά τον χρόνο κατάρτισης των εν λόγω συμβάσεων δεν είχε τεθεί οποιοσδήποτε ειδικός περιορισμός στις εξουσίες και τα καθήκοντα του Προέδρου, τέτοιος δε περιορισμός τέθηκε μεταγενέστερα από τους μετόχους μόνο της δεύτερης ανακόπτουσας "G.Μ.Α.
Μ. S.Α.", οι οποίοι κατά τη Γενική Συνέλευση της 3.3.2016 αποφάσισαν ότι: "Για μικρά και μεγάλα θέματα, κυρίως όμως για ασφάλιση πλοίων, αγοραπωλησίες πλοίων, ανανέωση ή νέα ναύλωση, claims τροποποίηση υπαρχουσών συμφωνιών, δανειακές συμβάσεις κλπ, απαιτούνται οι υπογραφές δύο εκ των τριών μετόχων, όπως έχει ήδη γίνει για τους τραπεζικούς λογαριασμούς και τους λογαριασμούς των δανείων.
Επίσης δύο υπογραφές απαιτούνται για τις πληρωμές και γενικά τη διαχείριση του ταμείου των μετρητών".... Στην υπό κρίση περίπτωση, οι προαναφερόμενες συμβάσεις, με βάση τις οποίες εκδόθηκαν οι ανακοπτόμενες διαταγές πληρωμής, δεσμεύουν τις ανακόπτουσες και γεννούν υποχρεώσεις σε βάρος τους, καθώς κατά την κατάρτισή τους ο ως άνω Πρόεδρος/Διευθυντής εκπροσωπούσε νόμιμα τις παραπάνω εταιρίες.
Συγκεκριμένα, λαμβάνοντας υπόψη το ύψος των παραπάνω συμβάσεων δανείου, το γεγονός ότι τα δάνεια αυτά συμφωνήθηκαν άτοκα, άρα, επρόκειτο για χαριστικές συμβάσεις, καθώς η απόδοσή τους στην οποία υποχρεούτο η πρώτη ανακόπτουσα δεν αποτελούσε αντάλλαγμα για την παραχώρηση της χρήσης του δανείσματος, σε συνδυασμό, κυρίως, με τις ανάγκες που εξυπηρετήθηκαν από τις συμβάσεις αυτές, καθώς χάρη στις δανειοδοτήσεις αυτές αποτράπηκε ο κίνδυνος ματαίωσης αγοράς του πλοίου "C.
Α.", λόγω μη συγκέντρωσης των αναγκαίων ιδίων κεφαλαίων από την πρώτη ανακόπτουσα κατά τα προαναφερθέντα, κρίνεται ότι οι συμβάσεις δανείου είναι εντός εταιρικού σκοπού, ως εμπίπτουσες στις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου Β περ. 1 και 10 της από 23-10-2014 συστατικής πράξης της πρώτης ανακόπτουσας που παρατέθηκε παραπάνω, και παράλληλα εμπίπτουν εντός των ορίων της συνήθους γενικής διαχείρισης του Προέδρου της εταιρίας, ως προς την οποία δεν είχε τεθεί οποιοσδήποτε ειδικός περιορισμός με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου, ενώ με τις συμβάσεις αυτές εξυπηρετήθηκαν οι λειτουργικές ανάγκες της εταιρίας προς εκπλήρωση του εταιρικού της σκοπού.
Επομένως, δεν απαιτείτο, εν προκειμένω, κατάρτιση των εν λόγω συμβάσεων από το τριμελές Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρίας, ούτε απαιτείτο να έχει προηγηθεί, έστω κατά πλειοψηφία, σχετική απόφαση από το Διοικητικό Συμβούλιο, απορριπτομένων των αντίθετα υποστηριζόμενων από τις ανακόπτουσες...... Η λέξη "Βusiness" είτε μεταφραστεί ως "υποθέσεις", είτε ως "επιχειρηματική δραστηριότητα" δεν μεταβάλλει το γεγονός ότι με το άρθρο V παρ.2 των Εσωτερικών Κανονισμών των εκκαλουσών-ανακοπτουσών προσδίδεται διαχειριστική και εκπροσωπευτική εξουσία στον Πρόεδρο και Διαχειριστικό Διευθυντή, έστω κι αν ο όρος "general management" μεταφραστεί αντί για "γενική διοίκηση", ως "γενική διαχείριση", καθώς και με τη μετάφραση της παραπάνω διάταξης που δίνουν οι εκκαλούσες ορίζεται ότι: "Ο Πρόεδρος ή Διαχειριστικός Διευθυντής θα είναι ο διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας και θα έχει τη γενική διαχείριση όλων των θεμάτων της εταιρείας μαζί με τις εξουσίες και τα καθήκοντα που συνάδουν συνήθως με το αξίωμα του Προέδρου ή του Διαχειριστικού Διευθυντή, εκτός αν τεθεί ειδικός περιορισμός σε αυτές με προσήκουσα απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου και θα έχει όποιου άλλου είδους εξουσίες και θα εκτελεί όποιου άλλους είδους καθήκοντα μπορεί να του ανατίθενται από το Διοικητικό Συμβούλιο".
Το υποστηριζόμενο από τις εκκαλούσες ότι η διάταξη του άρθρου III παρ.1 εδ.α' των Εσωτερικών Κανονισμών τους σύμφωνα με την ορθή κατά τις ίδιες μετάφραση ότι "Τα θέματα, η* επιχειρηματική (εμπορική) δραστηριότητα και η περιουσία της Εταιρείας θα διαχειρίζονται από το Διοικητικό Συμβούλιο, το οποίο αποτελείται από τουλάχιστον ένα Διευθυντή" έχει την έννοια ότι η άσκηση της επιχειρηματικής τους δραστηριότητας επιφυλάσσεται μόνο στο διοικητικό συμβούλιο αυτών, ενώ η λέξη "θέματα" που χρησιμοποιείται για τις αρμοδιότητες του Προέδρου- Διαχειριστικού Διευθυντή έχει την έννοια ότι αυτός έχει τη διαχείριση μόνο υλικών πράξεων τυγχάνει αυθαίρετο.
Από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι η λέξη "θέματα" δεν συμπεριλαμβάνει και συμβάσεις που καταρτίζει ο Πρόεδρος-Διαχειριστικός Διευθυντής κατά τη συνήθη άσκηση των καθηκόντων του. Άλλωστε και η 376/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά που επικαλούνται οι εκκαλούσες, ήδη εξαφανισθείσα από την 376/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά και η οποία αφορούσε σε άλλου είδους σύμβαση και δη σε αιτιώδη αναγνώριση χρέους και όχι σε άτοκο δάνειο όπως εδώ, δεν κάνει διάκριση μεταξύ υλικών πράξεων και δικαιοπραξιών, αλλά δέχεται ότι με την διάταξη του άρθρου V παρ.2 του Εσωτερικού Κανονισμού απονέμεται στον Πρόεδρο η εξουσία διαχείρισης και εκπροσώπησης στο πλαίσιο της συνήθους λειτουργίας της εταιρίας, εκτός αν έχει τεθεί ειδικός περιορισμός στις εξουσίες αυτές με απόφαση του δ.σ.
και ότι η σχετική διάταξη αναφέρεται στις εξουσίες γενικής διαχείρισης και όχι σε αυτές που εξέρχονται των ορίων της, όπως τέτοια περίπτωση δέχθηκε ότι ήταν η σύμβαση της αιτιώδους αναγνώρισης χρέους. Περαιτέρω, το άτοκο δάνειο ύψους 200.000 ευρώ από τον εφεσίβλητο προς την πρώτη εκκαλούσα προς κάλυψη ενός μικρού μέρους του συνολικού τιμήματος ποσού 9.400.000 δολαρίων Η.Π.Α.
για την αγορά του πλοίου "C. A." από την τελευταία, επειδή δεν είχαν συγκεντρωθεί τα απαιτούμενα ίδια κεφάλαια από την αγοράστρια και προκειμένου η Ε. Τράπεζα να δεχθεί να αναλάβει να καλύψει με δανεισμό το 55% της αξίας του είναι μία σύμβαση που δεν ξεπερνά τα όρια των τρεχουσών συναλλαγών, που πραγματοποιεί μια ναυτιλιακή εταιρία με σκοπό την αγορά ενός πλοίου και ως σύμβαση ενόψει του μεγέθους της συναλλαγής σε σύγκριση με το μέγεθος της αγοράς του πλοίου, του άμεσου συμφέροντος για την εταιρία, αφού δεν προβλέφθηκε σε βάρος της η καταβολή τόκων, του επείγοντος και της ανάγκης να ληφθεί γρήγορα απόφαση, ώστε να μη ματαιωθεί η αγορά του πλοίου, ανήκει στην κατηγορία των συμβάσεων της συνήθους γενικής διαχείρισης που ασκεί ο Πρόεδρος-Διαχειριστικός Διευθυντής μιας τέτοιας εταιρίας.
Τα όσα, λοιπόν, αντίθετα υποστηρίζουν οι εκκαλούσες με το πρώτο και δεύτερο σκέλος του πέμπτου λόγου της έφεσής τους απορριπτέα τυγχάνουν ως ουσία αβάσιμα. Παρακάτω με το τρίτο σκέλος του ίδιου λόγου έφεσης, οι εκκαλούσες υποστηρίζουν ότι έσφαλε η εκκαλούμενη απόφαση γιατί οι Εσωτερικοί Κανονισμοί αυτών πουθενά δεν προβλέπουν ότι ο Α.
Ε. διορίζεται ή τυγχάνει νόμιμος εκπρόσωπός τους, αλλά αντιθέτως ότι από τις εκ μέρους του καθ'ου- ήδη εφεσίβλητου προσκομισθείσες για την έκδοση της διαταγής πληρωμής από 10.2.2015 τρεις φερόμενες ως βεβαιώσεις εκπροσώπησης, το μόνο που μπορεί να υποστηριχθεί είναι ότι η εκπροσώπηση των ανακοπτουσών αποφασίζεται από τους τρεις Διευθυντές του Δ.Σ.
από κοινού και σε περίπτωση διαφωνίας από την πλειοψηφία. Το παραπάνω σκέλος του πέμπτου λόγου έφεσης τυγχάνει κατά τα ανωτέρω αποδειχθέντα ουσία αβάσιμο, καθώς η διαχειριστική και εκπροσωπευτική εξουσία του Προέδρου- Διαχειριστικού Διευθυντή για θέματα που συνάδουν με το αξίωμά του στο πλαίσιο της συνήθους λειτουργίας των εν λόγω εταιριών προβλέπεται στο άρθρο V παρ. 2 των Εσωτερικών Κανονισμών τους, οι δε βεβαιώσεις εκπροσώπησης της 10.2.2016 για τη σύνθεση του Δ.Σ.
των παραπάνω εταιριών σχετικά με το ποιοι ήταν οι διορισθέντες Διευθυντές και Αξιωματούχοι τους για κάθε συγκεκριμένη θέση κατά τον παραπάνω χρόνο, δεν χρειαζόταν να επαναλαμβάνουν την ειδικά προβλεπόμενη από τους Εσωτερικούς Κανονισμούς τους εξουσία διαχείρισης και εκπροσώπησης του εκάστοτε Προέδρου- Διαχειριστικού Διευθυντή...
Με τον τέταρτο λόγο έφεσης, οι εκκαλούσες-ανακόπτουσες παραπονούνται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα δέχθηκε ότι ο Α. Ε. είχε εξουσία εκπροσώπησής τους για τη σύναψη των διατεινόμενων συμβάσεων δανείων με εγγύηση των δεύτερης και τρίτης των εκκαλουσών, καθώς δεν έλαβε υπόψη του προσκομισθέντα από αυτές έγγραφα, από τα οποία προέκυπτε ότι η εκπροσώπησή τους ασκείται από κοινού από τα τρία μέλη του Δ.Σ.
και τους μετόχους αυτών, αποφασίζοντας κατά πλειοψηφία. Ότι συγκεκριμένα δεν ελήφθησαν υπόψη οι προτάσεις που κατέθεσε ο Α. Ε. μαζί με τον εφεσίβλητο υιό του και την κόρη του, Π. Ε. στις 17.9.2018 προς αντίκρουση της από 8.5.2018 με Γ.Α.Κ. 5093/2018 αγωγής που άσκησαν οι δεύτερη και τρίτη των εκκαλουσών και οι εταιρίες "B.
S. INC και "Ο. S. ΙΝC" εναντίον εκείνων, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά και η οποία (αγωγή) εκδικάστηκε στις 13.11.2018 κατά τη νέα τακτική διαδικασία. Ότι στις προτάσεις αυτές ο εφεσίβλητος, ο πατέρας του και η αδελφή του δηλώνουν ότι η νυν δεύτερη εκκαλούσα-αινακόπτουσα "G.Μ.Α. Μ. S.Α.", αλλά και οι λοιπές εταιρίες του ίδιου ομίλου ήταν απολύτως προσωποπαγείς "αποτελούμενες από μόλις τρία μέλη, τρεις μετόχους, οι οποίοι ασκούσαν από κοινού τη διοίκηση τους" και ότι "τη διαχείριση των εταιρειών ασκούσαν από κοινού όλοι οι μέτοχοι και μέλη του Δ.Σ.
αυτών, ήτοι οι κ.κ. Φ., Κ. και ο 3ος από εμάς (ενν. τον Α. Ε.). Επίσης ότι δεν ελήφθη υπόψη τo γεγονός ότι η πρώτη εκκαλούσα-ανακόπτουσα διατηρεί στην Ε. Τράπεζα της Ελλάδος, τραπεζικό λογαριασμό, ο οποίος υπερβαίνει τα ποσά των ένδικων οφειλών και ότι ο Α. Ε. θα μπορούσε, αν ήταν πράγματι νόμιμος εκπρόσωπος αυτών να εξοφλήσει τις δήθεν οφειλές προς τους εφεσίβλητους με χρήματα του παραπάνω τραπεζικού λογαριασμού, κάτι που δεν έγινε γιατί ο Α.
Ε. δεν ήταν εκπρόσωπος των εταιριών. Ότι ακόμη, η εκκαλούμενη δεν έλαβε υπόψη, άλλως δεν εκτίμησε: α) τα από 30.1.2015 πρακτικά κοινής συνέλευσης του διοικητικού συμβουλίου και των μετόχων της πρώτης ανακόπτουσας, δυνάμει των οποίων αποφασίσθηκε, ανάμεσα στα άλλα, η αγορά του πλοίου "C. Α.", πρώην "Μ.Υ. Α.", β) τα από 22.9.2017 Πρακτικά του διοικητικού συμβουλίου της πρώτης ανακόπτουσας, από τα οποία αποδεικνύεται ότι προκειμένου να απαντήσει σε μία επιστολή της Ε.
Τράπεζας με ημερομηνία 17.8.2017, το διοικητικό συμβούλιο αυτής ήταν εκείνο που έλαβε την απόφαση και όχι ο Α. Ε. ως Πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου, ο οποίος απλώς προήδρευσε στην παραπάνω συνεδρίαση, γ) την από 2.8.2016 ηλεκτρονική επιστολή αμφότερων των εφεσίβλητων προς τους Ε. Φ., Γ. Κ., Κ. Φ. και Α. Κ. και την εταιρία G.Μ.ΤΗ.
S.Α., απ' όπου προκύπτει ότι τα από 13.2.2015 ιδιωτικά συμφωνητικά σύναψης δανείου επινοήθηκαν και κατασκευάστηκαν από τους εφεσίβλητους εκ των υστέρων και δη μετά την 2.8.2016, ημερομηνία που αυτοί απέστειλαν την παραπάνω ηλεκτρονική επιστολή τους, καθώς δεν απηύθυναν την επιστολή στην "Κ. S. ΙΝC" ως δανειολήπτρια και στην εταιρία "Α.Α.
S. ΙΝC ως εγγυήτρια του δήθεν δανείου και δεν ανέφεραν σε αυτή (την από 2.8.2016 ηλεκτρονική επιστολή) ότι δάνεισαν στην πρώτη ανακόπτουσα τα ποσά των 200.000 ευρώ και των 110.000 ευρώ και ότι οι λοιπές ανακόπτουσες εγγυήθηκαν την αποπληρωμή των εν λόγω ποσών. Ο παραπάνω λόγος έφεσης απορριπτέος τυγχάνει ως ουσιαστικά αβάσιμος.....Πέραν δε τούτου, στις ως άνω επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από 17.9.2018 προτάσεις του εφεσίβλητου, του πατέρα του και της αδελφής του προς αντίκρουση της από 8.5.2018 με Γ.Α.Κ. 5093/2018 αγωγής, στη σελίδα 10 αναφέρεται, εκτός των άλλων, ότι: "Η δε νομική εξουσία δέσμευσης των εναγουσών εταιρειών, έχει απονεμηθεί με τους πανομοιότυπους εσωτερικούς κανονισμούς τους (by laws), στον Πρόεδρο εκάστης εταιρείας, στον οποίο αποδίδεται με το καταστατικό η ιδιότητα του Διευθύνοντος Συμβούλου, ο οποίος ορίζεται ότι "έχει τη γενική διοίκηση όλων των θεμάτων της εταιρίας, μαζί με τις εξουσίες και τα καθήκοντα που συνδέονται συνήθως με το αξίωμα του Προέδρου ή του Διαχειριστικού Διευθυντή...".
Επομένως, από τις προτάσεις αυτές δεν συνάγεται εξώδικη ομολογία του νυν εφεσίβλητου ότι ο Πρόεδρος των ανακοπτουσών, Α. Ε. δεν μπορούσε να τις εκπροσωπεί μόνος του στα θέματα που συνδέονταν με το αξίωμά του και ότι έπρεπε για όλα τα θέματα να αποφασίζει κατά πλειοψηφία το διοικητικό συμβούλιο. Σχετικά δε με το προβαλλόμενο ότι η μη πληρωμή των ένδικων οφειλών από τραπεζικό λογαριασμό στην Ε.
Τράπεζα της πρώτης ανακόπτουσας με εντολή του Α. Ε. οδηγεί στο συμπέρασμα ότι αυτός δεν είχε τη σχετική εξουσία να το πράξει, σημειώνεται ότι τούτο δεν μπορεί να αποτελέσει δικαστικό τεκμήριο σε βάρος των καθ'ων και ήδη εφεσίβλητων, καθώς αυτό σχετίζεται με τις εσωτερικές ισορροπίες των μετόχων της οφειλέτριας εταιρίας και τα μεταξύ τους συμφέροντα που οδήγησαν στη μη εξόφληση των παραπάνω οφειλών από τους τραπεζικούς λογαριασμούς της δανειολήπτριας εταιρίας.
Περαιτέρω, τα επικαλούμενα από 22.9.2017 Πρακτικά Έκτακτης Συνεδρίασης του Δ.Σ. της πρώτης ανακόπτουσας αφορούν σε απάντηση της εταιρίας στην από 17.8.2017 επιστολή της Ε. Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. "προς την Εταιρεία, τους Διευθυντές- Προσωπικούς εγγυητές και την G.Μ.Α. Μ. S.Α. ως εταιρική εγγυήτρια, με την οποία η Τράπεζα, υπό την ιδιότητά της ως δανείστριας στην από 6-2-2015 σύμβαση δανείου που έχει συνάψει η Εταιρεία μαζί της για την χορήγηση δανείου αρχικού ποσού Δολ.
ΗΠΑ 5.170.000, χαρακτήρισε την εκ μέρους των Ν. Π., Α. Π. και Α. Μ. απόκτηση μετοχών της Εταιρείας ως Γεγονός Υπερημερίας, σύμφωνα με την ρηθείσα σύμβαση δανείου και ζήτησε από την Εταιρεία να προβεί σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες για την άρση του εν λόγω Γεγονότος Υπερημερίας". Δηλαδή αφενός η απάντηση αφορούσε όχι μόνο την πρώτη ανακόπτουσα αλλά και ατομικά τους Διευθυντές- μέλη του Δ.Σ. (και) προς τους οποίους είχε απευθυνθεί η επιστολή της τράπεζας, αφετέρου αφορούσε σε σοβαρό εταιρικό ζήτημα, ήτοι στην αποτροπή της υπερημερίας της εταιρίας στις υποχρεώσεις της έναντι της Ε.
Τράπεζας, από το μεγάλο δάνειο ύψους 5.170.000 δολαρίων Η.Π.Α. που η εταιρία είχε λάβει για να καλύψει το 55% του τιμήματος από την αγορά του πλοίου ...., ήτοι αναφερόταν σε ζήτημα που υπερέβαινε κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, τη συνήθη αρμοδιότητα του Προέδρου του Δ.Σ.- Διαχειριστικού Διευθυντή της, εν προκειμένω του Α.
Ε. και για το οποίο έπρεπε να ληφθεί απόφαση από το διοικητικό συμβούλιο της εταιρίας. Ομοίως, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, εξέφευγε της συνήθους διαχειριστικής εξουσίας για τη λήψη αποφάσεων του Προέδρου του Δ.Σ.- Διαχειριστικού Διευθυντή της πρώτης ανακόπτουσας, η απόφαση για την αγορά του πλοίου "Μ.Υ.
Α." αξίας 9.400.000 δολαρίων Η.Π.Α., η απόκτηση και εκμετάλλευση του οποίου αποτελούσε και τον κύριο σκοπό της εταιρίας, με αποτέλεσμα να πρέπει να ληφθεί απόφαση απ' όλα τα μέλη του Δ.Σ., έστω κατά πλειοψηφία. Τέλος, το γεγονός ότι η από 2.8.2016 ηλεκτρονική επιστολή των εφεσιβλήτων απευθύνεται στον Ε. Φ. ως μέτοχο και πρόεδρο- διευθυντή της G.Μ.Α Μ.
S.Α., στον Γ. Κ. ως μέτοχο και γραμματέα- διευθυντή της G.Μ.Α. Μ. S.Α., στην Κ. Φ. ως νόμιμο εκπρόσωπο της G.Μ.Α. Μ. 8.Α., στην Α. Κ. ως νόμιμο εκπρόσωπο της G.Μ.Α. Μ. S.Α. και στην εταιρία G.Μ.ΤΗ. S.Α. και τους ενημερώνει "Κύριοι, δεν έχετε ανταποκριθεί στην εκπλήρωση απέναντι μας των παρακάτω υποχρεώσεων της εταιρείας Μ. S.Α.
και της εταιρείας G.Μ.ΤΗ. S.Α ...Οφειλή προς Δ. Ε.: Δανεισμός για την απόκτηση του C. A. ποσού 200.000 E Είσπραξη από την πώληση του ΙΡΟ ... αυτοκινήτου της εταιρείας 95.000 Ε Ποσό προς επιστροφή 105.000 Ε Οφειλή προς Α. Ε. 1. Δανεισμός για την απόκτηση του ποσό 100.000 Ε..." το μόνο που δηλώνει είναι η επιλογή των εφεσίβλητων να απευθυνθούν σε έναν εκ των οφειλετών τους εξ εγγυήσεως από τις παραπάνω δανειακές συμβάσεις και συγκεκριμένα στην εκ των εγγυητριών του δανείου, δεύτερη ανακόπτουσα εταιρία "G.Μ.Α.
Μ. S.Α." και να της ζητήσουν να εκπληρώσει τις βαρύνουσες αυτήν οικονομικές υποχρεώσεις, όπως είχαν άλλωστε το δικαίωμα, να απευθυνθούν με επιστολή σε οιονδήποτε οφειλέτη της επιλογής τους, χωρίς από την επιστολή αυτή να μπορεί να συναχθεί ότι δεν θεωρούν οφειλέτες τους τις άλλες δύο ανακόπτουσες εταιρίες, ούτε άλλωστε χρειαζόταν με την επιστολή αυτή να αναπτύξουν πλήρες ιστορικό των ένδικων συμβάσεων".
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο και τελικώς απέρριψε κατ' ουσίαν την από 22-3-2019 έφεση των νυν αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθμ. 447/2019 οριστικής απόφασης, ορθώς έκρινε ως προς την κατάφαση της συνδρομής των απαιτούμενων νομίμων προϋποθέσεων των άρθρων 623 επ. ΚΠολΔ για την έκδοση των ως άνω διαταγών πληρωμής, απορριπτομένου του σχετικού δεύτερου και έβδομου λόγων αναίρεσης εκ του αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την έννοια της μη κήρυξης απαραδέκτου παρά το νόμο, ως αβάσιμου, εν όψει και του ότι ούτε μπορούν να προσκομιστούν ένορκες βεβαιώσεις στον αρμόδιο Δικαστή για την έκδοση διαταγής πληρωμής, καθότι δεν θεωρούνται κατά νόμο ως έγγραφα, αλλά περιέχουν μαρτυρίες τρίτων, ούτε η αποδεικτική δύναμη του ιδιωτικού εγγράφου εξαρτάται από την βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής των συμβαλλομένων, η γνησιότητα της οποίας, εξ άλλου, δεν αμφισβητήθηκε στη δίκη, και έχει (η απόφαση) πλήρεις αναλυτικές και σαφείς αιτιολογίες τόσον ως προς τη νομική αιτία των δανείων από τα οποία προέρχονται οι προαναφερθείσες απαιτήσεις, όσον και για την ύπαρξη νόμιμης εκπροσώπησης της δανειολήπτριας πρώτης αναιρεσείουσας για τη σύναψή τους από τον Α.
Ε., ο οποίος επίσης εκπροσώπησε τις άλλες δύο αναιρεσείουσες για τις συμβάσεις εγγύησης, απορριπτομένων ως αβασίμου των τρίτου, τέταρτου, εν μέρει όγδοου και ενδέκατου λόγων αναίρεσης από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου) με τον οποίον οι αναιρεσείουσες πλήττουν και αναφέρονται σε περισσότερες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, με επιφύλαξη των κατωτέρω εκτιθεμένων.
Ομοίως αβάσιμος είναι και ο πρώτος λόγος αναίρεσης με τον οποίον οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται, όπως εκτιμάται από το Δικαστήριο αυτό, πλημμέλεια εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως προς την ύπαρξη δήθεν αντιφατικής αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης από το ότι δέχθηκε την ικανότητα προς δικαστική παράσταση των αναιρεσειουσών κατά τις διατάξεις των άρθρων 10 ΑΚ, 64 παρ. 2 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με τις εκεί αναφερόμενες διατάξεις του Νόμου περί Εμπορικών Εταιριών του 1990 των ..., προς απόκρουση του ισχυρισμού των εδώ αναιρεσιβλήτων για την άσκηση και συζήτηση στο δικαστήριο των ένδικων ως άνω ανακοπών κατά των προαναφερθεισών διαταγών πληρωμής, ζήτημα που ανάγεται στις διαδικαστικές προϋποθέσεις της δίκης, η ύπαρξη των οποίων εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατ' εφαρμογή του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της άσκησης της έφεσης (άρθρο 522 ΚΠολΔ), και από την άλλη της κατά το εφαρμοζόμενο ουσιαστικό δίκαιο νόμιμης εκπροσώπησης των αναιρεσειουσών ως προς την ανάληψη συμβατικής τους ευθύνης.
Κατά τα λοιπά, ο ένατος λόγος με τον οποίον οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι κατά παράβαση του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με ανεπαρκή αιτιολογία απορρίφθηκε ως απαράδεκτος ο αναφερόμενος ως δεύτερος λόγος έφεσης με τον οποίον οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι στην εξουσία εκπροσώπησης του προέδρου-διαχειριστικού διευθυντή Α.
Ε. είχε τεθεί περιορισμός με απόφαση του ΔΣ αυτών και δεν μπορούσε να καταρτίσει οιαδήποτε σύμβαση χωρίς να προενημερωθεί ο γραμματέας του ΔΣ, επειδή δεν είχε προταθεί με το αρχικό δικόγραφο της ανακοπής, ή με πρόσθετο λόγο αυτής κατ' εφαρμογή των άρθρων 585 παρ. 2 εδ. β ΚΠολΔ, μη ισχύοντος εδώ του άρθρου 527 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, διότι πρόκειται για δικονομικού δικαίου διατάξεις για τις οποίες δεν χωρεί αναιρετικός έλεγχος κατ' εφαρμογή του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Το ίδιο ισχύει και για τον δέκατο λόγο αναίρεσης με τον οποίον οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται πλημμέλεια της δικονομικού δικαίου διάταξης του άρθρου 630Α ΚΠολΔ ως προς τη μη επίδοση των προαναφερθεισών επίδικων διαταγών πληρωμής στην οριζόμενη εκεί προθεσμία, με συνέπεια αυτές να είναι αυτοδίκαια άκυρες, ενώ ο όγδοος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος κατά το σκέλος της πλημμέλειας εκ του αρ. 8 άρθρου 559 ΚΠολΔ, εφόσον τα εκεί αναφερόμενα και ειδικότερα δεν συνιστούν πράγματα κατά τα αναφερθέντα στη μείζονα πρόταση, εφόσον αναφέρονται στην αμφισβήτηση της εκπροσωπευτικής εξουσίας του Α.
Ε. και σε επιχειρήματα υπέρ της εκπροσωπευτικής εξουσίας των αναιρεσειουσών από τους προαναφερθέντες Φ. και Κ..
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ.11 περ. γ ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να εκτιμήσει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, για την απόδειξη του οποίου ο διάδικος επικαλείται το φερόμενο ως αγνοηθέν αποδεικτικό μέσο, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2008).
Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί η γενική διαβεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν νομίμως στην κρίση του, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 765/2014).
Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο έγγραφο, στοιχειοθετείται ο από το άρθρο 559 αρ.11 περ. γ ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη έγγραφο, αλλά του προσέδωσε αποδεικτική βαρύτητα διαφορετική από εκείνη που ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ, στον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1047/2018, 569/2017, ΑΠ 967/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση όπως επίσης προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κατά την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ επισκόπησή της αυτή δέχθηκε τα εξής "... δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη το προσκομισθέν με την προσθήκη αντίκρουση των εκκαλουσών από 8.6.2016 ηλεκτρονικό μήνυμα-επιστολή του Α. Ε. προς τους Ε.
Φ. και Γ. Κ. (σχετικό Α19), αφού κατατείνει στην απόδειξη του δεύτερου λόγου έφεσής τους σχετικά με τη νόμιμη εκπροσώπηση τους από τα διοικητικά τους συμβούλια και θα μπορούσε να εισφερθεί ως νέο αποδεικτικό μέσο μόνο με τις προτάσεις τους ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου και όχι με την προσθήκη των προτάσεων με την οποία γίνεται η αξιολόγηση των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων.
Ειδικότερα, κατά το άρθρο 524 §1 ΚΠολΔικ., όπως οι διατάξεις του ισχύουν, μετά την αντικατάστασή τους με το ν. 4335/2015 και εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με τα άρθρα 12, 24 παρ. 1 εδ. β και 69 ΕισΝΚΠολΔικ και το ταυτόσημο, προς τα άρθρα 12 και 24, άρθρο ένατο του ν. 4335/2015, ως εκ του χρόνου, που έλαβαν χώρα οι ένδικες διαδικαστικές πράξεις "1.
Στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 227, 233 έως 236, 237 παρ. 8 έως 11, 240 έως 312, 591 παράγραφος 1 εδάφιο α' έως γ' και 591 παράγραφος, 4. Η κατάθεση των προτάσεων γίνεται έως την έναρξη της συζήτησης και η κατάθεση της προσθήκης σε αυτές έως τη δωδέκατη ώρα της τρίτης εργάσιμης ημέρας μετά τη συζήτηση ...".
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι στο Εφετείο, οι διάδικοι οφείλουν να προσάγουν μέχρι την έναρξη της συζήτησης στο ακροατήριο όλα τα αποδεικτικά τους μέσα (μάρτυρες, ένορκες βεβαιώσεις, έγγραφα) και, συνεπώς, είναι απαράδεκτα τα αποδεικτικά μέσα, αν οι διάδικοι τα προσάγουν μετά τέλος της συζητήσεως στο ακροατήριο.
Μετά το πέρας της συζητήσεως στο ακροατήριο και έως τη δωδεκάτη ώρα της τρίτης ημέρας από τη συζήτηση οι διάδικοι μπορούν να καταθέσουν προσθήκη στις προτάσεις τους, η οποία περιορίζεται στην αξιολόγηση των αποδείξεων". Έτσι που δέχθηκε το Εφετείο ορθώς έκρινε και θεώρησε ότι μη παραδεκτώς προσκομίζεται το ως άνω αποδεικτικό μέσο και επομένως δεν λήφθηκε υπόψη και πρέπει ο σχετικός πέμπτος και όγδοος λόγος αναίρεσης κατά το ένα σκέλος του ως προς τη μη λήψη υπόψη από το Εφετείο των εκεί αναφερόμενων εγγράφων, εφόσον από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Ομοίως πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος ο έκτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίον οι αναιρεσείουσες προβάλλουν πλημμέλεια της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης εκ του αρ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι παραβιάστηκε η αποδεικτική δύναμη του από 12-2-2005 παραστατικού της ΕΤΕ και των από 11-2-2015 επιστολών του πρώτου αναιρεσιβλήτου και της Π.
Ε., κόρης της αναιρεσίβλητης στις οποίες αναφερόταν ότι αυτοί μεταφέρουν το ποσό των 200.000 ευρώ για τη συμμετοχή στη συγκέντρωση κεφαλαίων για την αγορά πλοίου και όχι ως δάνειο, διότι δεν αναφέρεται η αποδεικτική δύναμη που τους αποδόθηκε και εκείνη που έχουν κατά νόμο καθώς και το σχετικό σφάλμα της προσβαλλομένης απόφασης.
Σε κάθε δε περίπτωση, διότι δεν ιδρύεται τέτοιος λόγος, αν το δικαστήριο θεωρήσει, όπως έπραξε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, πιο αξιόπιστο κάποιο από τα πολλά ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι και τα επικαλούμενα από τους αναιρεσείουσες έγγραφα που εκτιμήθηκαν ελεύθερα ως δικαστικά τεκμήρια.
Τέλος, με τον όγδοο λόγο αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του οι αναιρεσείοντες προσάπτουν την πλημμέλεια στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι παραβίασε την αποδεικτική δύναμη της αναφερόμενης στις από 17-9-2018 προαναφερθείσες στο αιτιολογικό της προτάσεις δήθεν εξώδικης ομολογίας, σε σχέση με την παρούσα δίκη του πρώτου αναιρεσίβλητου, του πατρός του και της αδελφής του, προς αντίκρουση της από 8-5-2018 αγωγής σχετικά με τη νόμιμη εκπροσώπηση των αναιρεσειουσών όχι μόνον από τον Α.
Ε. αλλά και από τους άλλους μετόχους και μέλη του ΔΣ. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος αφενός διότι η κρίση περί συναγωγής ή μη εξώδικης ομολογίας είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, αφετέρου διότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε ότι δεν υπάρχει εξώδικη ομολογία του πρώτου αναιρεσιβλήτου και επομένως δεν είναι νοητή η επίκληση με την αναίρεση ότι προσδόθηκε σ' αυτήν ελάσσονα δύναμη.
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η άνω αίτηση αναίρεσης. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, που καταβλήθηκε από τις αναιρεσείουσες στο Δημόσιο Ταμείο. Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων θα επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειουσών λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 180, 183, 191 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 396/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς και κατά της υπ' αριθμ. 447/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλλει σε βάρος των αναιρεσειόντων τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Ιανουαρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Φεβρουαρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ