Legislator Case Law & Legislation
149/2021 AI generated

Supreme Court allows appeal against bank's mortgage priority ruling due to procedural error in registration order.

Case Number 149/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the Greek State's appeal against a lower court decision that granted a bank priority over a mortgage. The State argued the bank's claim was invalid because its registration order was treated as valid only from the date of the mortgage, not the earlier registration order, violating substantive law. The Court found this error fundamental and ordered the case remitted for retrial while assigning costs to the bank.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1), 562(2), 562(4), 576(2), 580(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may examine errors of law sua sponte and allow an appeal when a lower court misapplies substantive rules regarding the temporal validity of mortgage registrations, even if the specific ground of appeal was not formally proposed.

Keywords

AI generated
mortgage priority registration order substantive law error sua sponte review remittal for retrial costs allocation public interest

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 562(2) of the Code of Civil Procedure
Article 562(4) of the Code of Civil Procedure
Article 576(2) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 997(3) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 242(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 149 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 149/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Μυρσίνη Παπαχίου και Γεώργιο Καλαμαρίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών (και ήδη από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων ως εκπροσώπου του Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται από τον Διοικητή της) και στην προκειμένη περίπτωση από τον Προϊστάμενο Δ.Ο.Υ. Ρόδου. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Ιωάννη Μπακόπουλο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ και τον διακριτικό τίτλο ALPHA BANK, που εδρεύει στην Αθήνα, εκπροσωπείται νόμιμα και δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-6-2010 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 197/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 249/2017 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 16-11-2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, αν δε η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση από την υπ' αριθμ. 9958/10-4-2019 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών Μ. Μ. Ν., προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με την πράξη κατάθεσης και ορισμού δικασίμου για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, καθώς και κλήση προς συζήτηση, επιδόθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, το οποίο επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, στην αναιρεσίβλητη ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ.

Επομένως, εφόσον αυτή δεν εμφανίστηκε κατά την ορισθείσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της. Με την κρινόμενη από 16-11-2018 αίτηση αναίρεσης προβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 249/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, το οποίο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της υπ' αριθμ. 195/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου.

Με την τελευταία αυτή απόφαση απορρίφθηκε η από 8-6-2010 ανακοπή του αναιρεσείοντος, με την οποία αυτό ζητούσε, για τον αναφερόμενο στην ανακοπή λόγο, να μεταρρυθμιστεί ο με αριθμό …/….-4-2010 πίνακας κατάταξης δανειστών της επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου συμβολαιογράφου Ρόδου Μαρίας Παπαδάκη-Γιαννοπούλου, ώστε αποβαλλομένης της καθής η ανακοπή και ήδη αναιρεσίβλητης, να καταταγεί το ίδιο για το επί πλέον ποσό των 52.431,13 ευρώ, στο οποίο κατετάγη η αναιρεσίβλητη, πέρα δηλαδή από το ποσό των 26.206,56 ευρώ, στο οποίο ήδη είχε καταταγεί το ίδιο με τον προσβαλλόμενο πίνακα κατάταξης.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ. Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή η αίτηση (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Kατά τη διάταξη του άρθρου 997 παρ. 3, όπως το άρθρο αυτό ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο 8ο παρ. 2 του Ν. 4335/2015, σε όποιον επέβαλε την κατάσχεση και στους δανειστές που αναγγέλθηκαν δεν αντιτάσσεται η μεταγραφή ή εγγραφή υποθήκης (ή προσημείωση υποθήκης, σύμφωνα με το άρθρο 41 ΕισΝΚΠολΔ), που έγινε μετά την εγγραφή στο βιβλίο κατασχέσεων, σε οποιονδήποτε τίτλο και αν στηρίζεται η υποθήκη.

Η τροπή της προσημείωσης σε υποθήκη, που έγινε μετά την εγγραφή της κατάσχεσης, είναι έγκυρη και για το δανειστή που επέβαλε την κατάσχεση και για τους δανειστές που έχουν αναγγελθεί. Σκοπός της διάταξης αυτής, με την οποία θεωρούνται ανενεργείς (και όχι άκυρες) οι καταχωρήσεις και εγγραφές υποθηκών κλπ., είναι η αποτροπή συμπαιγνιών μεταξύ οφειλέτη και τρίτων και δημιουργίας προνομίων, καθόσον με την κατάσχεση το κατασχεμένο καθίσταται κοινό υπέγγυο σε όλους του δανειστές (ΑΠ 128/2018).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1268, 1272, 1276, 1277, 1302, 1305, 1306, 1307, 1330 παρ. 3 ΑΚ, 7, 8, 9 και 10 ΒΔ 533/1963, προκύπτει ότι ο αιτών την εγγραφή υποθήκης και, επομένως, και ο αιτών την τροπή της προσημείωσης σε υποθήκη, η οποία είναι προϋπόθεση της συστάσεως της υποθήκης, πρέπει να υποβάλλει αίτηση στον αρμόδιο Υποθηκοφύλακα, προσκομίζοντας ταυτόχρονα, εκτός των άλλων, τον τίτλο εγγραφής υποθήκης είτε σε πρωτότυπο, είτε σε έγκυρο αντίγραφο.

Για την τροπή δε της προσημείωσης σε υποθήκη με τίτλο τελεσίδικη δικαστική απόφαση, που επιδικάζει την απαίτηση, επισυνάπτεται στην αίτηση επικυρωμένο αντίγραφο αυτής εντός της αποκλειστικής προθεσμίας των 90 ημερών από την τελεσίδικη επιδίκαση της απόφασης, οπότε η υποθήκη θεωρείται εγγεγραμμένη από την ημέρα της εγγραφής της προσημείωσης και από τότε επάγεται τις έννομες συνέπειές της.

Εάν η εγγραφή της υποθήκης γίνει μετά την παρέλευση των 90 ημερών, συνίσταται μεν υποθήκη στο ακίνητο του οφειλέτη με βάση τον δικαστικό αυτό τίτλο, πλην όμως στην περίπτωση αυτή η υποθήκη αποκτά τάξη αντίστοιχη προς το χρόνο της εγγραφής της, όχι, δηλαδή, τάξη αντίστοιχη προς το χρόνο εγγραφής της προσημείωσης (ΑΠ 1093/2013).

Τέλος, κατά την αληθινή έννοια της παραπάνω διάταξης, ως "αναγγελθέντες δανειστές" έναντι των οποίων δεν αντιτάσσεται η, μετά την εγγραφή της κατάσχεσης στο οικείο βιβλίο, μεταγραφή, εγγραφή υποθήκης ή προσημείωση υποθήκης, θεωρούνται όλοι οι δανειστές που αναγγέλθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως, κατά το άρθρο 972 ΚΠολΔ και ως εκ τούτου μετέχουν στη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης και της κατάταξης, όχι δε μόνο εκείνοι που είχαν συμπτωματικά αναγγελθεί σε χρόνο προγενέστερο της μεταγραφής ή της εγγραφής της υποθήκης ή της προσημείωσης (Ολομ ΑΠ 6/1998).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "Δυνάμει της υπ' αριθμ. …/…-8-1996 σύμβασης παροχής πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό και την υπ' αριθμ. …/…-5-1997 πρόσθετη πράξη αυτής, η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΙΟΝΙΚΗ ΚΑΙ ΛΑΪΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" χορήγησε πίστωση μέχρι του ποσού των 15.000.000 δραχμών στη Χ.

σύζυγο Α. Θ., το γένος Γ. Κ.. Παράλληλα, προς εξασφάλιση της πιστώτριας τράπεζας, η ως άνω τράπεζα ενέγραψε επί ενός διαμερίσματος του ισογείου ορόφου..., προσημείωση υποθήκης για το κεφάλαιο της ως άνω απαίτησης, πλέον τόκων και εξόδων και μέχρι του ποσού των 30.000.000 δραχμών, δυνάμει της υπ' αριθμ. 1079/15-12-1998 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου (αρ.

καταχ. Πράξης 10456/17-12-1998). Για την απαίτησή της, που απέρρεε από την υπ' αριθμ. …/…-8-1996 σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό και την πρόσθετη πράξη αυτής, η δανείστρια τράπεζα, καθολική διάδοχος της οποίας είναι η καθ' ης η ανακοπή, δυνάμει συγχωνεύσεως με απορρόφηση της "ΙΟΝΙΚΗΣ ΚΑΙ ΛΑΪΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", προέβη σε οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, που τηρούνταν για την εξυπηρέτηση της πίστωσης και ακολούθως ζήτησε και πέτυχε την έκδοση της υπ' αριθμ. 848/1999 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, με την οποία διατάχθηκε η καθ' ης η διαταγή πληρωμής να καταβάλει το ποσό των 20.864.977 δραχμών με το νόμιμο τόκο από 22-9-1999 μέχρι την εξόφληση.

Η ως άνω δε διαταγή πληρωμής εξοπλίστηκε με δύναμη δεδικασμένου, μετά την άπρακτη παρέλευση της δεκαπενθήμερης προθεσμίας για την άσκηση της ανακοπής του άρθρου 632 παρ. 1 ΚΠολΔ... Ακολούθως, η καθ' ης η ανακοπή τράπεζα προέβη, με βάση την ως άνω τελεσίδικη υπ' αριθμ. 1079/15-12-1998 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του ω άνω Δικαστηρίου, σε τροπή της ανωτέρω αναφερθείσας εγγραφείσας προσημείωσης σε υποθήκη, η οποία είχε διαταχθεί δυνάμει της υπ' αριθμ. 1079/15-12-1998 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ.

…/…-6-2006 εγγραφή στο Κτηματολόγιο Ρόδου. Ωστόσο, λόγω παρέλευσης της αποκλειστικής προθεσμίας των 90 ημερών, που ορίζει η διάταξη του άρθρου 1323 αρ. 2 ΑΚ, και δεδομένου ότι η ως άνω διαταγή πληρωμής είχε τελεσιδικήσει ήδη από την άπρακτη παρέλευση της δεκαήμερης προθεσμίας κατ' άρθρο 633 παρ. 2 ΚΠολΔ, ύστερα και από τη δεύτερη επίδοση της ως άνω διαταγής πληρωμής την 29-6-2000..., η ως άνω τροπή της προσημείωσης σε υποθήκη δεν ήταν έγκυρη.

Εν τούτοις, η ως άνω καταχώρηση της τροπής της εγγραφείσας προσημείωσης σε υποθήκη δύναται..., να ισχύει ως έγκυρη εγγραφή το πρώτον υποθήκης (άνευ προηγούμενης προσημείωσης) επί τους ως άνω ακινήτου, δυνάμει του άρθρου 182 ΑΚ, η δε μετατροπή αυτή προβλέπεται στο δίκαιό μας, ούτως ώστε να διασώζονται ορισμένες νομικές πράξεις, στις οποίες συγκαταλέγονται και η διοικητική πράξη της καταχώρησης της αίτησης του ενδιαφερομένου προς τη διοικητική αρχή, καθόσον υφίσταται τίτλος για εγγραφή υποθήκης εκ της τελεσιδικίας της ως άνω αναφερομένης διαταγής πληρωμής (άρθρο 1263 ΑΚ) και συνάγεται η υποθετική βούληση τόσο της καθ' ης η ανακοπή, αιτούμενης την καταχώρηση της τροπής της προσημείωσης σε υποθήκη, όσο και της ενεργήσασας την καταχώρηση διοικητικής αρχής (προϊσταμένου του Κτηματολογίου) ότι θα ήθελαν την έγκυρη πράξη της εγγραφής υποθήκης, εάν γνώριζαν την ακυρότητα της καταχώρησης της τροπής της προσημείωσης σε υποθήκη...Τούτο επιρρωνύεται και από τον προβληθέντα με τις προτάσεις της ισχυρισμό της καθ' ης η ανακοπή ότι σε κάθε περίπτωση η απαίτησή της είναι εμπραγμάτως ασφαλισμένη με την εγγραφή υποθήκης προς της συντάξεως του προσβαλλόμενου πίνακα με την οποία εξασφαλίζεται η προνομιακή κατάταξη της αναγγελθείσας απαίτησής της...

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι επί του ανωτέρω ακινήτου επιβλήθηκε δυνάμει της υπ' αριθμ. …/2004 έκθεσης κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Ρόδου Μ. Μ., αναγκαστική κατάσχεση και με επίσπευση της καθ' ης, ως οιονεί καθολική διάδοχος λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση της Ιονικής και Λαϊκής Τράπεζας ΑΕ, το οποίο και εκπλειστηριάστηκε αναγκαστικά ενώπιον της συμβολαιογράφου Ρόδου Μαρίας Παπαδάκη-Γιαννοπούλου, ως υπαλλήλου του πλειστηριασμού και κατακυρώθηκε στην Κ.

Ζ. του Ν., με επιτευχθέν πλειστηρίασμα 85.050,00 ευρώ, το οποίο και καταβλήθηκε. Επειδή αυτό δεν επαρκούσε για την ικανοποίηση των απαιτήσεων των αναγγελθέντων δανειστών, η επί του πλειστηριασμού υπάλληλος ανωτέρω συμβολαιογράφος συνέταξε τον προσβαλλόμενο πίνακα με αριθμό …/…-4-2010, στον οποίο, αφού από το πλειστηρίασμα αφαιρέθηκαν τα έξοδα εκτέλεσης ύψους 6.403,30 ευρώ, στο υπόλοιπο προς διανομή πλειστηρίασμα ύψους 78.646,70 ευρώ, κατατάχθηκε οριστικά και προνομιακά, ως γενικώς προνομιούχο στην πέμπτη τάξη των κατ' άρθρο 975 ΚΠολΔ προνομίων το νομίμως αναγγελθέν Ελληνικό Δημόσιο για το ποσό των 26.206,56 ευρώ, προς μερική εξόφληση των αναγγελθέντων απαιτήσεών του, ύψους 5.312.579 ευρώ και 22.392,70 ευρώ.

Ακολούθως, η καθ' ης η ανακοπή κατατάχθηκε οριστικά και προνομιακά για την ικανοποίηση της ασφαλισμένης με υποθήκη από 8-5-2009 αναγγελθείσας απαίτησής της, που στηρίζεται στην υπ' αριθμ. 848/1999 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου και μάλιστα στα 2/3 του εναπομείναντος μετά την αφαίρεση των εξόδων πλειστηριάσματος, ήτοι σε ποσό 52.431,13 ευρώ.

Βάσει των ανωτέρω, νομίμως η καθ' ης η ανακοπή κατατάχθηκε στον προσβαλλόμενο πίνακα κατάταξης προνομιακά ως ενυπόθηκη δανείστρια και όχι ως εγχειρόγραφη, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το ανακόπτον, καίτοι η εγγραφή της υποθήκης έλαβε χώρα μετά την εγγραφή της κατάσχεσης στα βιβλία του Κτηματολογίου Ρόδου, το δε ανακόπτον δεν επικαλείται το ανίσχυρο της εγγραφής της υποθήκης έναντί του, ως αναγγελθέντος στον πλειστηριασμό δανειστή της καθ' ης η κατάσχεση (άρθρ. 997 παρ. 3 ΚΠολΔ), η οποία άλλωστε αναγγελία των απαιτήσεών του στην επί του πλειστηριασμού υπάλληλο έλαβε χώρα σε μεταγενέστερο της εγγραφής της υποθήκης χρόνο και δη στις 4-5-2009".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του εκκαλούντος-αναιρεσείοντος και επικύρωσε την 197/2015 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που δέχθηκε τα ίδια, απορρίπτοντας την ανακοπή του αναιρεσείοντος. Ωστόσο, με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 997 παρ. 3 ΚΠολΔ (ΑΠ 51/1996 ΝοΒ 1998 σελ. 329).

Και τούτο διότι, η επικαλούμενη μη έγκυρη τροπή της προσημείωση σε υποθήκη στις 21-6-2006 από την αναιρεσίβλητη, θεωρείται μεν, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες, ότι κατά μετατροπή ισχύει ως έγκυρη εγγραφή υποθήκη, πλην όμως στην περίπτωση αυτή η υποθήκη αποκτά τάξη αντίστοιχη προς το χρόνο της εγγραφής της, όχι, δηλαδή, τάξη αντίστοιχη προς το χρόνο εγγραφής της προσημείωσης.

Επομένως, υπό την εκδοχή αυτή, έχει εγγραφεί σ χρόνο μεταγενέστερο του χρόνου εγγραφής της κατασχέσεως στο βιβλίο κατασχέσεων και για το λόγο αυτό δεν αντιτάσσεται, κατ' άρθρο 997 παρ. 3 ΚΠολΔ, το εξ αυτής προνόμιο έναντι των δανειστών που αναγγέλθηκαν στον πλειστηριασμό, μεταξύ των οποίων είναι και το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο.

Κατ' ακολουθίαν, η αναιρεσίβλητη, μη εξοπλισμένη με ειδικό προνόμιο έναντι του αναιρεσείοντος, έπρεπε να καταταγεί οριστικά στον προσβληθέντα πίνακα κατάταξης δανειστών ως εγχειρόγραφη δανείστρια και όχι προνομιακά ως ενυπόθηκη δανείστρια, όπως τελικά κατετάγη. Ιδρύεται έτσι ο από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, που εξετάζει αυτεπαγγέλτως ο Άρειος Πάγος, αφού πρόκειται για σφάλμα συναγόμενο από την ίδια την απόφαση (άρθρο 562 παρ. 2 β' ΚΠολΔ), σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 4 του ίδιου Κώδικα, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, διάταξη η οποία εξυπηρετεί την απονομή του δικαίου, καθώς δεν είναι ορθό να μένει άθικτη εσφαλμένη νομικά απόφαση εξ αιτίας του ότι δεν προτάθηκε ο προσήκων λόγος αναίρεσης (ΑΠ 245/2018).

Μετά από αυτά παρέλκει η έρευνα του προβαλλομένου από το αναιρεσείον λόγου αναίρεσης. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση για αναίρεση πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Στη συνέχεια, πρέπει, κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλο δικαστή διαφορετικό από αυτόν που εξέδωσε την απόφαση αυτή.

Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης λόγω της ήττας της (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ). Διάταξη περί παραβόλου δεν θα οριστεί, καθώς το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, ως απαλλασσόμενο από την υποχρέωση καταβολής οποιουδήποτε παραβόλου για την άσκηση ενδίκων μέσων (άρθρ. 11 του Κανονιστικού Διατάγματος της 26-6/10-7-1944 Περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου), δεν κατέβαλε τέτοιο παράβολο.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 249/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από δικαστή άλλον από αυτόν που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος ποσού τριακοσίων (300) ευρώ σε βάρος της αναιρεσίβλητης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Δεκεμβρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Φεβρουαρίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ