149/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated149/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, εφ` όσον ο τελευταίος δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της προκειμένης υποθέσεως στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, πρέπει να δικασθεί ερήμην, η συζήτηση όμως θα προχωρήσει παρά την απουσία του, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Full text
Απόφαση 149 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 149/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αβροκόμη Θούα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου και Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. Α. του Σ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Τοκατλίδη. Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-9-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ροδόπης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 18/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 180/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-10-2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ.2 KΠολΔ αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν ο τελευταίος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση από τις με αριθμούς .../28-2-2018 και .../8-3-2019 εκθέσεις επιδόσεως των αρμοδίων δικαστικών επιμελητών του Εφετείου Θράκης Θ.
Κ. και Χ. Κ. αντιστοίχως προκύπτει ότι, μετά από την έγγραφη παραγγελία ενός εκάστου των πληρεξουσίων δικηγόρων της αναιρεσείουσας, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης , επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο ακριβές αντίγραφο της από 14-2-2019 κλήσεως με την οποίαν επαναφέρεται προς συζήτηση κατόπιν ματαιώσεώς της στη δικάσιμο της 14-1-2019 η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως με την κάτω από αυτήν πράξη καταθέσεως και ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, καθώς επίσης και ακριβές αντίγραφο της παραπάνω αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ως άνω αρχική δικάσιμο οπότε η συζήτησή της ματαιώθηκε.
Επομένως, εφ` όσον ο τελευταίος δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της προκειμένης υποθέσεως στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, πρέπει να δικασθεί ερήμην, η συζήτηση όμως θα προχωρήσει παρά την απουσία του, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Με την από 27-10-2017 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 180/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την από 9-8-2016 έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά της με αριθμό 18/2016 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου ...
που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων δεχόμενη κατά ένα μέρος κατ' ουσίαν την από 3-9-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, υποχρεώνοντας την εδώ αναιρεσείουσα α) να παραλείπει στο μέλλον τη διάδοση των περιεχομένων στην άνω αγωγή αναληθών σε βάρος του τελευταίου ισχυρισμών, με την απειλή σε βάρος της χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης κατά τα διαλαμβανόμενα στην παραπάνω απόφαση και β) να καταβάλει στον άνω αναιρεσίβλητο το χρηματικό ποσό των 2.000 ευρώ ως αποζημίωση για την επελθούσα σ' αυτόν ηθική βλάβη και την προσβολή της προσωπικότητάς του από την τελεσθείσα εκ μέρους της σε βάρος του αδικοπραξία (συκοφαντική δυσφήμιση), νομιμοτόκως κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στην άνω αγωγή.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε παραδεκτά και εμπρόθεσμα (άρθρο 495,564ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ4/2005,ΟλΑΠ 7/2006).
Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ1431/2017). Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ1074/2017, ΑΠ632/15, ΑΠ1455/2014).
Σύμφωνα εξ άλλου με το άρθρο 57 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητα του, έχει δικαίωμα να ζητήσει την άρση της προσβολής και τη μη επανάληψή της στο μέλλον. Αξίωση αποζημίωσης, κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις (άρθρα 914 επ. ΑΚ), δεν αποκλείεται, ύστερα από αίτηση του προσβληθέντος, όπως και της ικανοποίησης της ηθικής βλάβης, δοθέντος ότι ο σεβασμός της αξίας του ανθρώπου, περιεχόμενο του οποίου αποτελεί και η προστασία της προσωπικότητάς του, προστατεύεται και από το ίδιο το Σύνταγμα (άρθρα 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 και 2 αυτού), Προσβολή προσωπικότητας συνιστούν πράξεις, που περιέχουν ονειδισμό ή αμφισβήτηση της προσωπικής και επαγγελματικής προσωπικότητάς του, ακόμα και αν αυτές τον καθιστούν απλά ύποπτο, ότι μετέρχεται ανέντιμες μεθόδους κατά την ενάσκηση των καθηκόντων του, ή άλλων εκφάνσεων της ζωής του.
Εξ άλλου, από τις προαναφερόμενες νομικές διατάξεις, προκύπτει, ότι η προσβολή είναι παράνομη, όταν γίνεται χωρίς δικαίωμα ή σε ενάσκηση μικρότερης σπουδαιότητας δικαιώματος ή κάτω από περιστάσεις που καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του. Ο νόμος καθιερώνει αντικειμενική ευθύνη του προσβάλλοντος, μόνο ως προς την αξίωση άρσης της προσβολής και παράλειψης της στο μέλλον, ενώ για την αξίωση χρηματικής, λόγω ηθικής βλάβης, ικανοποίησης, απαιτεί και το στοιχείο της υπαιτιότητας (Ολ.ΑΠ 812/1980, ΑΠ 1599/2000, ΑΠ 1735/2009).
Η προσβολή της προσωπικότητας μπορεί να προέλθει και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως εξύβριση, απλή δυσφήμηση ή συκοφαντική δυσφήμηση που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361, 362 και 363 του Π.Κ. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 Π.Κ., όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλο γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης, και αν το γεγονός αυτό είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι τούτο είναι ψευδές τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης.
Έτσι, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης αμφοτέρων των άνω εγκλημάτων απαιτείται ισχυρισμός ή διάδοση από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο και μέσο ενώπιον τρίτου, για κάποιον άλλο γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του. Εξάλλου, από τις αμέσως ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 362 και 363 ΠΚ προκύπτει, ότι για την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται:
α) ισχυρισμός ή διάδοση γεγονότος ενώπιον τρίτου σε βάρος ορισμένου προσώπου, β) το γεγονός να είναι δυνατόν να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου αυτού προσώπου, και γ) να είναι ψευδές και ο υπαίτιος να γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές. Ισχυρισμός θεωρείται η ανακοίνωση προερχόμενη ή εξ ιδίας πεποιθήσεως ή γνώμης ή εκ μετάδοσης από τρίτο πρόσωπο.
Αντίθετα, διάδοση υφίσταται, όταν λαμβάνει χώρα μετάδοση της από άλλον γενομένης ανακοίνωσης. Ο ισχυρισμός ή η διάδοση επιβάλλεται να γίνεται ενώπιον τρίτου. Αυτό το οποίο αξιολογείται είναι το γεγονός, δηλαδή οποιοδήποτε συμβάν του εξωτερικού κόσμου, αναγόμενο στο παρόν ή παρελθόν, υποπίπτον στις αισθήσεις και δυνάμενο να αποδειχθεί, αντίκειται δε προς την ηθική και ευπρέπεια.
Αντικείμενο προσβολής είναι η τιμή και η υπόληψη του φυσικού προσώπου. Ο νόμος θεωρεί ως προστατευόμενο αγαθό την τιμή ή την υπόληψη του προσώπου, το οποίο είναι μέλος μιας οργανωμένης κοινωνίας και κινείται στα πλαίσια της συναλλακτικής ευθύτητας. Η τιμή του προσώπου θεμελιώνεται επί της ηθικής αξίας, η οποία πηγή έχει την ατομικότητα και εκδηλώνεται με πράξεις ή παραλείψεις.
Δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσης ακόμη δε και χαρακτηρισμός οσάκις αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας, δηλαδή μόνον όταν συνδέονται και σχετίζονται με το γεγονός κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ουσιαστικώς να προσδιορίζουν την ποσοτική και ποιοτική του βαρύτητα, άλλως μπορεί να αποτελούν εξύβριση κατά την ΠΚ 361.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 367 παρ. 1 περ. α'-δ' ΠΚ, το άδικο των προβλεπόμενων στα άρθρα 361 επ. του ίδιου Κώδικα πράξεων αίρεται, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων που προβλέπονται στο άρθρο αυτό, και όταν πρόκειται για εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις (περ.
γ' και δ'). Η τελευταία αυτή διάταξη (ΠΚ 367) για την ενότητα της έννομης τάξης εφαρμόζεται αναλογικά και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ. ΑΚ. Επομένως, αιρόμενου του άδικου χαρακτήρα των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων (με την επιφύλαξη, όπως κατωτέρω, της ΠΚ 367 παρ. 2), αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς ως όρου της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου.
Έτσι, η προβολή περιπτώσεως του άρθρου 367 παρ. 1 ΠΚ αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό καταλυτικό της αγωγής του προσβληθέντος (ένσταση), λόγω άρσεως του παρανόμου της προσβολής. Όμως, ο άδικος χαρακτήρας της πράξης, ως προς τις εξυβριστικές ή δυσφημιστικές εκφράσεις που περιέχει, δεν αίρεται λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος κλπ και συνεπώς παραμένει η ποινική ευθύνη του δράστη, άρα και η υποχρέωση του προς αποζημίωση κατά το αστικό δίκαιο, όταν συντρέχει μία από τις περιπτώσεις της ΠΚ 367 παρ. 2, δηλαδή, όταν οι επίμαχες κρίσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμισης των άρθρων 363-362 ΠΚ, ή όταν από τον τρόπο εκδηλώσεως, ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως, δηλαδή πρόθεση που κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής του άλλου (ΑΠ 169/2019, ΑΠ15/2018, ΑΠ2089/2017).
Με την προσβαλλομένη απόφαση κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "Η εναγόμενη ήταν υπάλληλος της ΔΕΥΑ ..., η οποία προσλήφθηκε σύμφωνα με την υπ' αριθμ.23/1990 απόφαση του Δ.Σ και την υπ' αριθ.200/5/3/1990 απόφαση του προέδρου του ΔΣ προκειμένου να εργαστεί με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου με την ειδικότητα του εργοδηγού Δομικών Έργων.
Από την 5-3-1990 τοποθετήθηκε και εργαζόταν στο τμήμα νέων συνδέσεων καταναλωτών. Το έτος 2004 η εναγόμενη μετατέθηκε στο ΚΕΠ ..., όπου εργάσθηκε μέχρι το έτος 2009 που επέστρεψε στη ΔΕΥΑ και τοποθετήθηκε στο τμήμα καταναλωτών. Ο ενάγων ως πρόεδρος της ΔΕΥΑ με την υπ' αρ.20/24-5-2012 απόφασή του τοποθέτησε την εναγόμενη στην τεχνική υπηρεσία της επιχείρησης και αύτη υπέβαλε την παραίτησή της, την οποίαν ανεκάλεσε την 18-6-2012.
Την 16-8-2012 η εναγόμενη αποχώρησε από τη θέση εργασίας της στην επιχείρηση λόγω συμπλήρωσης των προϋποθέσεων χορήγησης πλήρους σύνταξης. Με το υπ' αρ.210/9-12-2013 πρακτικό του ΔΣ της ΔΕΥΑ αποφασίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 75 παρ.2 του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας ο συμψηφισμός του ανερχόμενου σε 15.000 ευρώ ποσού της αποζημίωσης που οφείλεται στην εναγόμενη λόγω της αποχώρησής της σύμφωνα με το Ν.3198/1958 με το ισόποσο τμήμα της οφειλής αυτής συνολικού ύψους 29.877,44 ευρώ, το οποίο σύμφωνα με το υπ' αρ.6681/22-11-2013 πόρισμα της ΕΔΕ που διενεργήθηκε διαπιστώθηκε ότι καταβλήθηκε στην ίδια μέχρι το έτος 2010 ως προκαταβολή μισθών.
Η εναγόμενη με την από 16-7-2013 επιστολή της απευθύνθηκε προς τον υπουργό των εσωτερικών αναφέροντας μεταξύ άλλων στο σχετικό κείμενο ότι κατά το διάστημα που εργαζόταν ως υπάλληλος της ΔΕΥΑ αντιλήφθηκε ότι είχε επιχειρηθεί απευθείας ανάθεση έργου σε συνεργάτη του ενάγοντος προέδρου του ΔΣ και ότι λόγω της αναζήτησης εκ μέρους της των κατεστραμμένων αρχείων αυτή τοποθετήθηκε σε άλλη θέση ισχυριζόμενη επί πλέον ότι κατά την εμφάνισή της στο γραφείο προκλήθηκε κίνδυνος να υποστεί σωματική βία καθώς και ότι ο ενάγων της δήλωσε ότι το γραφείο δεν είναι δικό της.
Οι ισχυρισμοί αυτοί τους οποίους η εναγόμενη περιέλαβε στο παραπάνω κείμενο αναφερόμενη ειδικότερα στο πρόσωπο του ενάγοντος, τον οποίο στο σχετικό ερευνώμενο τμήμα της επιστολής της κατονομάζει δεν τεκμηριώνονται ως αληθείς από οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο και αποδεικνύεται ότι είναι ψευδείς. Συγκεκριμένα δεν αποδεικνύεται ούτε άλλωστε και η εναγόμενη στην ως άνω επιστολή της αναφέρει ότι υφίσταται κάποιο συγκεκριμένο πρόσωπο που είναι συνεργάτης του ενάγοντος, στο οποίο ανατέθηκε απευθείας η εκτέλεση ορισμένου έργου από τη ΔΕΥΑ.
Με τις προτάσεις που εκ μέρους της εναγόμενης κατατέθηκαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ως συνεργάτης του ενάγοντος αναφέρθηκε η Τ. που είναι αγρονόμος τοπογράφος η οποία όμως δεν αποδεικνύεται ότι έχει συνεργαστεί με τον τελευταίο, ενώ ούτε οι διευθύνσεις της επαγγελματικής τους εγκατάστασης συνέπεσαν σε οποιοδήποτε χρονικό σημείο.
Ειδικότερα η Τ. έχει δηλώσει ως διεύθυνση της επαγγελματικής της εγκατάστασης την οδό ... και ακολούθως την οδό ..., ενώ στη συνέχεια την οδό .... Ο ενάγων τοπογράφος μηχανικός ως έδρα της επαγγελματικής του εγκατάστασης δήλωσε την ... και ακολούθως την οδό ... και την οδό ... στην .... Περαιτέρω η τοποθέτηση της εναγόμενης από το τμήμα καταναλωτών στην τεχνική υπηρεσία και ειδικότερα στο τμήμα μελετών κατασκευών και ανάπτυξης αποτελεί επιλογή συνδεόμενη με τη σχετική υπηρεσιακή ανάγκη κάλυψης από έναν υπάλληλο της θέσης του εργοδηγού που αποτελεί άλλωστε την ειδικότητα με την οποίαν η ίδια είχε προσληφθεί στην επιχείρηση.
Επιπλέον η απειλή σωματικής βλάβης της εναγόμενης η οποία όπως η ίδια ισχυρίζεται εκδηλώθηκε στο γραφείο της και περιγράφεται στην επιστολή με τη φράση ".... μόνο ξύλο δεν έφαγα" δεν επιβεβαιώνεται από οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο δεδομένου ότι και η μάρτυρας που με επιμέλεια της προαναφερομένης διαδίκου εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου περιορίστηκε να αναφέρει ότι ο ενάγων κάλεσε την εναγόμενη με έντονο ύφος να αποχωρήσει από το γραφείο.
Η αποστολή της άνω επιστολής η οποία σε σχέση με το πρόσωπο του ενάγοντος περιέχει τους ανωτέρω μνημονευόμενους ψευδείς ισχυρισμούς επιχειρήθηκε διότι η εναγόμενη είχε αποφασίσει να εκθέσει αυτόν δεδομένου ότι ο ίδιος εμφανίζεται ως ένα πρόσωπο που εκμεταλλεύεται τη θέση του ως προέδρου του ΔΣ για να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος μεταχειριζόμενος κατά τρόπο εχθρικό και εκδικητικό την εναγόμενη υπάλληλο της επιχειρήσεως.
Το περιεχόμενο των ψευδών αυτών ισχυρισμών πληροφορήθηκε ο αποδέκτης της άνω επιστολής. Εξ αιτίας της συμπεριφοράς αυτής της εναγόμενης προσβλήθηκε η προσωπικότητα του ενάγοντος και συγκεκριμένα η τιμή και η υπόληψη αυτού ο οποίος έχει υποστεί ηθική βλάβη". Με βάση τις ως άνω παραδοχές το Εφετείο απέρριψε με την 180/2017 απόφασή του την από 9-8-2016 έφεση της εναγομένης-εκκαλούσας (ήδη αναιρεσείουσας) και επικύρωσε την 18/2016 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου με την οποίαν έγινε δεκτή κατά ένα μέρος κατ' ουσίαν η ΤΜ113/2013 αγωγή του ενάγοντος (ήδη αναιρεσίβλητου), υποχρεώνοντας την εναγομένη α) να παραλείπει στο μέλλον τη διάδοση των περιεχομένων στην αγωγή συκοφαντικών ισχυρισμών σε βάρος του ενάγοντος με την απειλή χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης για κάθε παραβίαση της άνω διάταξης και β) να καταβάλει στον τελευταίο το ποσό των 2.000 ευρώ νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Η αναιρεσείουσα με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσής της μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια εκ του αρ.1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και δη ότι στερείται επαρκούς και νόμιμης αιτιολογίας τόσο ως προς τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης της συκοφαντικής δυσφημίσεως που της αποδίδεται με την αποστολή στην αρμόδια διοικητική αρχή της επίμαχης επιστολής της όσο και ως προς τη μη ύπαρξη δόλου (σκοπού) στο πρόσωπό της (υποκειμενική υπόσταση) κρίνοντας ότι "με την εν λόγω επιστολή η οποία περιέχει ψευδείς ισχυρισμούς επιχείρησα να εκθέσω τον ενάγοντα", βασιζόμενη μόνο σε συμπέρασμα από τις "μαρτυρικές καταθέσεις" και "τα διδάγματα της κοινής πείρας", μη λαμβάνοντας υπόψη της ουδέν των δικών της αποδεικτικών μέσων (δημοσιευμάτων του τοπικού τύπου της ...) συγκρίνοντάς τα με εκείνα του αναιρεσίβλητου, καθώς και ότι οι εξετασθέντες μάρτυρες δεν αρκούν για να επιβεβαιωθεί η κρίση του Εφετείου περί του υποτιθέμενου σκοπού της συκοφαντικής δυσφημίσεως του αντιδίκου της, αφού οι μαρτυρικές καταθέσεις δεν μπορούν να αποδείξουν τον σκοπό της που με την καταγγελία δια της επιστολής της στον υπουργό των παρατυπιών της ΔΕΥΑ δεν ήταν άλλος παρά της εκτέλεσης νομίμου καθήκοντος και διαφύλαξης των δικαιωμάτων της ίδιας και των συμπολιτών της, γεγονότα που δεν αποτελούν άδικη πράξη κατά το άρθρο 367 ΠΚ χωρίς να κατονομάζει συγκεκριμένο πρόσωπο και ιδίως τον αντίδικό της.
Ο παραπάνω λόγος (εκ του αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας . Και τούτο διότι δεν αναφέρεται ενάριθμα η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, (ΟλΑΠ18/2005) ούτε επικαλείται η αναιρεσείουσα αν αποδίδει και ποιά συγκεκριμένη πλημμέλεια σε σχέση με την ερμηνεία ή την εφαρμογή αντιστοίχου κανόνα δικαίου.
Επίσης η περιλαμβανόμενη στον ίδιο λόγο επίκληση εσφαλμένης μη εφαρμογής του άρθρου 367 ΠΚ είναι απαράδεκτη λόγω αοριστίας, συνεπεία μη εξειδίκευσης του λόγου του κατά την αναιρεσείουσα σφάλματος, με τη σύνδεση δε αυτού ( άνω άρθρου) με τα αποδεικτικά μέσα επιχειρείται απαράδεκτη στο παρόν στάδιο επί της ουσίας επανεκτίμηση των αποδείξεων.
Περαιτέρω το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε στο προαναφερθέν αποδεικτικό του πόρισμα ως προς το κρίσιμο ζήτημα της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της αναιρεσείουσας με την εν γνώσει του ψεύδους τους διάδοση σε τρίτο ψευδών γεγονότων σε βάρος του αναιρεσίβλητου ικανών να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή του και την αιτιώδη συνάφειά τους στην πρόκληση της ηθικής του βλάβης, επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες οι οποίες στηρίζουν πλήρως το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των αναφερομένων στην αρχή της παρούσας διατάξεων.
Επομένως όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον παραπάνω (πέμπτο) λόγο της κρινόμενης αίτησης από τον αρ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ επικαλούμενη ελλιπή αιτιολογία είναι αβάσιμα, πέραν του απαραδέκτου αυτού λόγω αοριστίας εφόσον δεν εξειδικεύει ποιές επί πλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η προσβαλλόμενη απόφαση.
Περαιτέρω με τη διάταξη του αριθμού 11 περ. β` του άρθρου 559 του KΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται (και) αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, σε συνδυασμό και προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 παρ. 1β, 238, 346 και 453 παρ.1 ΚΠολΔ, ως αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν νοούνται και εκείνες που προσκόμισε ο διάδικος, χωρίς να τις επικαλεστεί με τις προτάσεις του κατά τρόπο ειδικό, σαφή και ορισμένο, ώστε να προκύπτει η ταυτότητα του επικαλούμενου αποδεικτικού μέσου.
Η δε σχετική επίκληση μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, είτε με αναφορά αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζομένων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, στις οποίες γίνεται ειδική, σαφής και ορισμένη επίκληση του αποδεικτικού μέσου, κατ' αναλογική εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ, που αφορά μεν τον τρόπο επαναφοράς ισχυρισμών, πλην όμως εφαρμόζεται και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων, όπως γίνεται παγίως δεκτό στη νομολογία για την ταυτότητα του νομικού λόγου (ΟλΑΠ 14/2005).
Επομένως, δεν είναι νόμιμη η επίκληση ενώπιον του εφετείου εγγράφων για άμεση ή έμμεση απόδειξη με μόνη τη φωτοτυπική ενσωμάτωση στις προτάσεις της κατ` έφεση δίκης των προτάσεων προηγουμένων συζητήσεων, στις οποίες γίνεται επίκληση των εγγράφων αυτών (ΟλΑΠ 9/2000, ΟλΑΠ 23/2008). Δεν πρόκειται, όμως, για ανεπίτρεπτη ενσωμάτωση, όταν στο κείμενο των προτάσεων της κατ` έφεση δίκης εμπεριέχεται, αυτούσιο ή μη, και το κείμενο των προτάσεων προηγούμενης συζήτησης ενοποιημένων σε ενιαίο ολικό κείμενο, το οποίο χαρακτηρίζεται και υποβάλλεται μόνο ως προτάσεις ενώπιον του εφετείου με αίτημα την παραδοχή ή απόρριψη της έφεσης, καλύπτεται δε το ενιαίο κείμενο προτάσεων από την υπογραφή του συντάκτη τους ως πληρεξουσίου δικηγόρου του διαδίκου κατά τη δευτεροβάθμια δίκη (ΑΠ 946/2015, ΑΠ 1509/2014, ΑΠ 982/2013, ΑΠ 476/2011, ΑΠ 865/2009).
Σε αυτή την περίπτωση είναι νόμιμη η επίκληση ενώπιον του εφετείου των εγγράφων, τα οποία αναφέρονται κατά τρόπο ειδικό, σαφή και ορισμένο στο μέρος του ενιαίου κειμένου των προτάσεων της κατ` έφεση δίκης, που έχει ληφθεί με τεχνική αναπαραγωγή από τις προτάσεις προηγούμενης συζήτησης, αφού πρόκειται για άμεση και ειδική επίκληση των εγγράφων απευθείας με τις εφετειακές προτάσεις, και όχι για έμμεση επίκληση με αναφορά στις προτάσεις προηγούμενης συζήτησης ως αυτοτελή και διακριτή διαδικαστική πράξη.
Για να είναι ορισμένος ο λόγος με τον οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται ότι το δικαστήριο απαραδέκτως έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο, διότι δεν έγινε επίκληση αυτού, πρέπει να ισχυρίζεται με το αναιρετήριο ότι το εν λόγω απαράδεκτο προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ), εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις των περιπτώσεων α έως γ της παραγράφου 2 του άρθρου 562 ΚΠολΔ (ΑΠ1419/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως η αναιρεσείουσα κατ'επίκληση της πλημμέλειας από το άρθρο 559αρ.11βΚΠολΔ (και όχι και αρ.8, άλλως αρ.10,άλλως αρ.14) μέμφεται το το Εφετείο ότι έλαβε υπόψη του μη επικληθέντα και μη νομίμως προσκομισθέντα από τον αναιρεσίβλητο αποδεικτικά μέσα και δη τα ακόλουθα οκτώ (8) έγγραφα: 1).το υπ'αριθμ.πρωτ.42/31-7-2013 εμπιστευτικό έγγραφο του Διευθυντή του πολιτικού γραφειου του Υπουργού Εσωτερικών,2).Την επίδικη επιστολή της εναγομένης (ήδη αναιρεσείουσας),3).Την κατάσταση αναθέσεων μελετών από την Δ.Ε.Υ.Α.
προς Μελετητές Δημοσίων Έργων κατά το χρονικό διάστημα 2007-2013, 4). Τα απομαγνητοφωνημένα πρακτικά του Δ.Σ της Δ.Ε.Υ.Α. των συνεδριάσεων του Δ.Σ της 8ης.3.2011, 31ης.8.2012 και 20ης.12.2012, 5). Πίνακα αναθέσεων μελετών σε μηχανικούς του νομού ... ανά κατηγορία πτυχίου που χρησιμοποιείται σε κάθε περίπτωση απευθείας ανάθεσης από το Δ.Σ Δ.Ε.Υ.Α., 6).
Την υπ'αριθμ.πρωτ.4272/6.8.2013 Βεβαίωση του Διευθυντή της Διοικητικής Υπηρεσίας της Δ.Ε.Υ.Α., 7). Το υπ'αριθμ. 3526/4.9.2012 έγγραφο του Γραφείου Προσωπικού της Δ.Ε.Υ.Α., 8).Το τεχνικό πρόγραμμα της Δ.Ε.Υ.Α. και τις εντάξεις αυτής στο ΕΣΠΑ, καθόσον "στις υποβληθείσες ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου προτάσεις του επανέφερε αυτολεξεί τις πρωτόδικες προτάσεις του και ουδέν άλλο, προσάγοντας και επικαλούμενος κυρωμένο και μόνο αντίγραφό τους, χωρίς να γίνεται εκ νέου ρητή επίκληση των εκεί (στην πρωτοβάθμια δίκη) προσαχθέντων και επικληθέντων (ως ανωτέρω παρατίθενται) αποδεικτικών εγγράφων, στη δευτεροβάθμια δε δίκη ουδέν των ανωτέρω επικαλέσθηκε ρητώς, παρά προσκόμισε και ρητώς επικαλέσθηκε μόνον δύο άλλα (τα παρακάτω μη επικληθέντα και μη προσκομισθέντα στην πρωτοβάθμια δίκη) έγγραφα:
α) μία "υποτιθέμενη" έκθεση αποτελεσμάτων έκτακτου ελέγχου της Δ.Ε.Υ.Α. και β) "υποτιθέμενα" αντίγραφα τηλεφωνικών συκοφαντικών μηνυμάτων της ( εναγομένης-αναιρεσείουσας) προς τη Γενική διευθύντρια της Δ.Ε.Υ.Α. Ο ανωτέρω λόγος είναι αβάσιμος, διότι από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) των προτάσεων του αναιρεσίβλητου ενώπιον του Εφετείου προκύπτει ότι τα εν λόγω προαναφερθέντα οκτώ έγγραφα, αναφέρονται κατά τρόπο ειδικό, σαφή και ορισμένο στο μέρος του ενιαίου κειμένου των προτάσεων της κατ` έφεση δίκης, που έχει ληφθεί με τεχνική αναπαραγωγή από τις προτάσεις προηγούμενης συζήτησης χωρίς να πρόκειται για ανεπίτρεπτη ενσωμάτωση, αφού στο κείμενο των προτάσεων της κατ` έφεση δίκης εμπεριέχεται, αυτούσιο και το κείμενο των προτάσεων προηγούμενης συζήτησης ενοποιημένων σε ενιαίο ολικό κείμενο, το οποίο χαρακτηρίζεται και υποβάλλεται μόνον ως προτάσεις ενώπιον του εφετείου με αίτημα την απόρριψη της έφεσης, καλύπτεται δε το ενιαίο αυτό κείμενο προτάσεων από την υπογραφή του συντάκτη τους ως πληρεξουσίου δικηγόρου του διαδίκου κατά τη δευτεροβάθμια δίκη.
Πρόκειται συνεπώς για άμεση και ειδική επίκληση των εγγράφων απευθείας με τις εφετειακές προτάσεις, και όχι για έμμεση επίκληση με αναφορά στις προτάσεις προηγούμενης συζήτησης ως αυτοτελή και διακριτή διαδικαστική πράξη (ΑΠ794/2017, ΑΠ224/2016).
Περαιτέρω, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ.11 περ. γ' του ΚΠολΔ ως "αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν", για την ίδρυση του αναιρετικού λόγου της μη λήψης υπόψη τέτοιων μέσων, νοούνται εκείνα τα μέσα, των οποίων έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση.
Η επίκληση αυτή μπορεί να γίνει στις ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας προτάσεις με αναφορά σε προτάσεις προηγούμενης συζήτησης, υπό την προϋπόθεση όμως ότι η εν λόγω αναφορά θα γίνεται σε συγκεκριμένο μέρος των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης, όπου θα γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση των εν λόγω μέσων.
Δεν συνιστά δε κατά το άρθρο 240 του ΚΠολΔ που έχει εφαρμογή για την ταυτότητα του νομικού λόγου και στην επίκληση εγγράφων "νόμιμη επίκληση" η ενσωμάτωση των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, στις οποίες μνημονεύονται τα έγγραφα και η γενική και μόνο αναφορά στα έγγραφα αυτά, με τις προτάσεις που κατατέθηκαν στο Εφετείο (Ολ.ΑΠ 9/2000, ΑΠ 151/2005, 953/2005).
Το νόμιμο δε της επίκλησης κρίνεται μόνο από τις προτάσεις του διαδίκου και όχι από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλόμενης (ΑΠ 1573/2006) ή από το δικόγραφο της έφεσης. Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της αρχής της συζητήσεως (άρθρο 106 ΚΠολΔ), διασφαλίζεται η συμμόρφωση προς τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, ώστε να λαμβάνονται υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι και μόνον αυτά.
Ο λόγος όμως είναι αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), που έλαβε υπόψη το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολογήσεως εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.
Επιπροσθέτως, η μη λήψη υπόψη νομοτύπως προταθέντων αποδεικτικών μέσων πρέπει να ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή να αφορά σε ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό που να επιδρά στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 911/2002, ΑΠ 613/2016).
Περαιτέρω ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 12 του αρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη απόδειξης μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που δεσμευτικά για το δικαστήριο καθορίζει ο νόμος. Αντιθέτως δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός στην περίπτωση που το δικαστήριο συνεκτιμώντας ελεύθερα κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, ίδιας αποδεικτικής δύναμης αποδεικτικά μέσα, αποδίδει μικρότερη ή μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε κάποιο ή κάποια από αυτά, αφού τότε η εκτίμηση αφορά την ουσία των πραγμάτων και είναι συνεπώς κατά το άρθρο 561 παρ1 ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ683/2013, ΑΠ1462/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση: Α) με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης, η αναιρεσείουσα κατ' επίκληση της πλημμέλειας από το άρθρο 559 αρ.11γ (και όχι του αρ.10 και 19) ΚΠολΔ ισχυρίζεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα ακόλουθα έγγραφα που είχε νομίμως επικαλεσθεί ενώπιόν του με τις νόμιμα υποβληθείσες προτάσεις της :
α) την από 16-6-2014 εξώδικη όχλησή της προς τη Δ.Ε.Υ.Α. για την εκκαθάριση της μισθοδοσίας της και β) την υπ' αρ. 41/2015 απόφαση της ΔΕΥΑ περί διαγωνισμού για την ανάθεση του εκεί αναφερόμενου έργου και Β) με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο ότι α) δεν έλαβε υπόψη (ομοίως πλημμέλεια εκ του αρ.11γ του άνω άρθρου) τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκε και προσκόμισε με τις προτάσεις της (με την επισήμανση ότι το νόμιμο της επίκλησης κρίνεται από τις τελευταίες και όχι από το δικόγραφο της εφέσεως, ΑΠ552/2009) και συγκεκριμένα τα δημοσιεύματα τοπικών εφημερίδων της ... (και δη το από 27-6-2014 φύλλο της εφημερίδας "...") που επιβεβαίωναν τις στην επιστολή της αναφερόμενες παρατυπίες της ΔΕΥΑ κάνοντας λόγο για δυσμενείς αποφάσεις του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης (θέση σε αργία του ενάγοντος και του Δ.Σ της) καθώς και ότι β) έλαβε υπόψη του το με αρ.6681/22-11-2013 πόρισμα της Ε.Δ.Ε που διεξήγαγε ο αντιπρόεδρος της ΔΕΥΑ, το οποίο στερείται οποιασδήποτε αποδεικτικής δύναμης, γιατί το άνω Δ.Σ (στο οποίο πρόεδρος είναι ο ενάγων) γνωματεύει για τον εαυτό του και ότι ως εκ των ανωτέρω υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ.12 ΚΠολΔ.
Τις αυτές ως άνω πλημμέλειες (εκ του αρ.11γ και 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) α) ότι "δεν έλαβε υπόψη του (το Εφετείο ) τα δικά της αποδεικτικά μέσα (τα προαναφερόμενα δημοσιεύματα του τοπικού τύπου της ...) καθώς και β) ότι "βασίστηκε μόνο στις μαρτυρικές καταθέσεις και τα διδάγματα της κοινής πείρας, χωρίς οι εξετασθέντες μάρτυρες να αρκούν για να επιβεβαιωθεί η κρίση του περί του σκοπού συκοφαντικής δυσφήμισης του αντιδίκου της" επαναλαμβάνει η αναιρεσείουσα και με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης κατά το αντίστοιχο σκέλος του.
Όσον αφορά τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως ( ανωτέρω υπό στοιχείο Α) από την επισκόπηση των από 10-3-2017 προτάσεων της αναιρεσείουσας ενώπιον του Εφετείου προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα επικαλέσθηκε : αντίγραφο των πρωτοδίκων προτάσεών της και της από 16-11-2015 προσθήκης-αντίκρουσης, την 18/2016 απόφαση του Μον/λούς Πρωτοδικείου Ροδόπης, την αγωγή και τις προτάσεις του αντιδίκου της, την από 2-5-2014 προσφυγή της κατά της 59/2014 αποφάσεως του Δ.Σ της Δ.Ε.Υ.Α ..., την με αρ.πρωτ.876/23-5-2014 απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Μακεδονίας-Θράκης που ακυρώνει την 59/2014 απόφαση της Δ.Ε.Υ.Α ..., το 587/4-10-2013 έγγραφο του Σώματος Επιθεωρητών-Ελεγκτών Δημόσιας Διοίκησης, δημοσιεύματα τοπικού τύπου που αφορούν τα πεπραγμένα των Διοικήσεων της Δ.Ε.Υ.Α ....
Ως εκ των ανωτέρω δεν προκύπτει ότι έγινε επίκληση του αποδεικτικού μέσου που η τελευταία προτείνει ως παραβίαση και ειδικότερα των υπό στοιχείο α) και β) ως ανωτέρω εγγράφων (δηλαδή της από 16-6-2014 εξώδικης όχλησής της και της 41/2015 απόφασης της Δ.Ε.Υ.Α.), και ο ανωτέρω λόγος είναι αβάσιμος. Όσον αφορά δε τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως (ως ανωτέρω υπό στοιχείο Β α) αλλά και τον πέμπτο λόγο κατά το αντίστοιχο υπό στοιχείο α) σκέλος του, είναι απαράδεκτοι, αφού από την επισκόπηση των προτάσεών της αναιρεσείουσας ενώπιον του Εφετείου προκύπτει ότι τα επικαλούμενα ως μη ληφθέντα υπόψη έγγραφα (δημοσιεύματα τοπικού τύπου που αφορούν τα πεπραγμένα των διοικήσεων της ΔΕΥΑ) δεν εξειδικεύονται.
Όσον αφορά τον ίδιο ως άνω λόγο (τέταρτο κατά το σκέλος υπό στοιχείο Β β), (στο πλαίσιο του άρθρου 270 παρ.2 εδ.α και β ΚΠολΔ), δικάζοντας κατά την τακτική διαδικασία είχε υποχρέωση να λάβει υπόψη του τόσο αποδεικτικά μέσα που πληρούν τους όρους του νόμου, όσο και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, τα οποία εκτιμώνται και αξιολογούνται ελεύθερα, όχι απλώς επικουρικά, αλλά παράλληλα με τα πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα.
Έτσι ώφειλε να λάβει υπόψη του αδιακρίτως πλέον κάθε είδους έγγραφο (πλήν των πλαστών ή μη γνησίων κατ' αρθρο 270 παρ.2 εδ.γ ΚΠολΔ), εφόσον φέρει τα τυπικά χαρακτηριστικά του εγγράφου και είναι υποστατό ως τέτοιο. Το επίμαχο ως άνω έγγραφο (δηλαδή το 6681/22-11-2013 πόρισμα της Ε.Δ.Ε του Αντιπροέδρου του Δ.Σ της Δ.Ε.Υ.Α. (αναιρεσίβλητης) ως αποδεικτικό μέσο που πληροί οπωσδήποτε τους όρους του νόμου με την έννοια της παραπάνω διάταξης (άρθρ.270 εδ.αΚΠολΔ, χωρίς να εμπίπτει στις παραπάνω εξαιρέσεις της διάταξης αυτής), νόμιμα ως επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο που δίκασε κατά την τακτική διαδικασία και εκτιμήθηκε ελεύθερα ως προς το περιεχόμενό του κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, μαζί με όλα τα υπόλοιπα νομίμως προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα (μαρτυρικές καταθέσεις).
Κατά τα λοιπά από τη ρητή διαβεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη "τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που με επιμέλεια της ενάγουσας και της εναγομένης εξετάστηκαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά συνεδριάσεως του ανωτέρω δικαστηρίου και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται νομίμως ...
σε συνδυασμό με τις προεκτεθείσες αιτιολογίες και παραδοχές της καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι το Εφετείο προς σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε ελεύθερα με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία και τα παραπάνω. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω όλοι οι ως άνω λόγοι (δεύτερος, τέταρτος και πέμπτος κατά το αντίστοιχο ως ανωτέρω σκέλος του) πρέπει να απορριφθούν τόσο κατά την επικαλούμενη από το άρθρο 559 αρ.11γ όσο και από αυτή του ίδιου άρθρου αριθμ.12 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την ειδικότερη επισήμανση ότι μνεία "περί διδαγμάτων κοινής πείρας" δεν περιέχεται στις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης.
Περαιτέρω ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της αποδόσεως από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.
Παραμόρφωση υπάρχει μόνο όταν το δικαστήριο υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του περιεχομένου του (σφάλμα αναγνώσεως) με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (Ολομ.
ΑΠ 2/2008, ΑΠ295/2018). Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο, ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του με αρ. πρωτ.3678/16-7-2013 εγγράφου (της επιστολής) που αυτή έστειλε στον υπουργό Εσωτερικών, όπου ανέφερε (μεταξύ άλλων) "ότι είδα την απευθείας ανάθεση έργου σε συνεργάτη του προέδρου κ. ..." από την οποία το Εφετείο συνήγαγε την πρόθεσή της να συκοφαντήσει τον αναιρεσίβλητο εμφανίζοντάς τον ως πρόσωπο που εκμεταλλεύεται τη θέση του στο Δ.Σ της ΔΕΥΑ και την επέλευση της προσβολής της προσωπικότητάς του με την περιέλευση του περιεχομένου της επιστολής της σε γνώση του υπουργού, ενώ το αληθές είναι ότι με την αποστολή του εν λόγω εγγράφου η αναιρεσείουσα επεδίωκε να καταγγείλει παρατυπίες στη ΔΕΥΑ ενεργώντας στα πλαίσια του νομίμου καθήκοντός της και της διαφύλαξης των δικαιωμάτων των συμπολιτών της.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι οι ως άνω παραδοχές του Εφετείου ότι "...με την ως άνω επιστολή η εναγομένη απευθύνθηκε στον υπουργό αναφέροντας μεταξύ άλλων στο σχετικό κείμενο ότι κατά το διάστημα που εργαζόταν ως υπάλληλος στη ΔΕΥΑ αντιλήφθηκε ότι είχε επιχειρηθεί απευθείας ανάθεση έργου σε συνεργάτη του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου προέδρου του ΔΣ (τον οποίο στο σχετικό ερευνώμενο τμήμα της επιστολής κατονομάζει) και ότι λόγω αναζήτησης εκ μέρους της των κατεστραμμένων αρχείων τοποθετήθηκε σε άλλη θέση ισχυριζόμενη επιπλέον ότι κατά την εμφάνισή της στο γραφείο προκλήθηκε κίνδυνος να υποστεί σωματική βία καθώς και ότι ο ενάγων της δήλωσε ότι το γραφείο δεν είναι δικό της..." δεν αφίστανται του αληθούς περιεχομένου του ως άνω εγγράφου, καθόσον το Εφετείο, σωστά ανέγνωσε το εν λόγω έγγραφο και συνεκτιμώντας αυτό με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, συνήγαγε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό (ότι πρόκειται περί αναληθών ισχυρισμών) από εκείνο που θεωρεί ορθό η αναιρεσείουσα ως προς τη σημασία των δηλώσεών της και συγκεκριμένα ότι δεν εμπεριέχει συκοφαντικό περιεχόμενο η φράση " είδα την απευθείας ανάθεση έργου σε συνεργάτη του προέδρου κ. ..." γιατί δεν είναι ταυτόσημη με τη φράση "είδα τον πρόεδρο κ. ...
να αναθέτει σε συνεργάτη του ως τρίτο κάποιο έργο" (ΑΠ1710/2017).
Συνεπώς η υπό κρίση αναίρεση πρέπει στο σύνολό της να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο κατά το άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ. Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται σε βάρος της ητηθείσας αναιρεσείουσας εφόσον ο αναιρεσίβλητος ερημοδικεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-10-2017 αίτηση της Ε. Α. για αναίρεση της 180/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Νοεμβρίου 2019.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Φεβρουαρίου 2020.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Και νυν Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ