Legislator Case Law & Legislation
149/2014 AI generated

149/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 149/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-2-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:32423/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1680/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16-1-2013 αίτησή της.

Legislator headnote

AI generated

149/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΑΠ 13/1995). Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψη της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ, 2 του ΚΠολΔ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 149 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 149/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Γεώργιο Σακκά, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "Η ΕΘΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Ξιφαρά, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Χ. χήρας Α. Κ., το γένος Χ. Χ., κατοίκου ..., 2. Ν. Κ. του Α., κατοίκου ... και 3. Γ. Χ. Λ., το γένος Ν. Κ., κατοίκου ..., εκ των οποίων ο 2ος παραστάθηκε μετά και οι λοιποί δια του πληρεξουσίου δικηγόρο τους Αντωνίου Αρκούδη και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-2-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:32423/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1680/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16-1-2013 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Δημητρούλα Υφαντή, ανέγνωσε την από 8-11-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του Κ.πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ. 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται, τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσία της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ. 27 και 28/1998).

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559, αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεση τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.

ΑΠ 13/1995). Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψη της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ, 2 του ΚΠολΔ.

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος την πρόκληση ή την επαύξηση της ζημιάς, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (αρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (Α.Π. 468/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1680/2012 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: " Στις 11-10-2009 και περί ώρα 19.25', ο Α. Κ. σύζυγος εν ζωή της πρώτης ενάγουσας, πατέρα του δεύτερου ενάγοντα και αδελφός της τρίτης ενάγουσας, συνόδευε πεζός στο 19,50 χιλιόμετρο της Ε.Ο.

Θεσσαλονίκης Πολυγύρου ένα κοπάδι από αιγοπρόβατα. Η οδός αυτή είναι διπλής κατεύθυνσης, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, με πλάτος οδοστρώματος 6,5 μ., είναι ευθεία και σ τεχνικός φωτισμός ανεπαρκής. Ειδικότερα στο σημείο αυτό υπάρχουν κολώνες ηλεκτρισμού, οι οποίες όμως κατά τον συγκεκριμένο χρόνο δεν λειτουργούσαν.

Ο προαναφερόμενος φορώντας ενδύματα σκούρου χρώματος, κινούνταν σε χωράφια που υπάρχουν στα δεξιά του ρεύματος κυκλοφορίας της οδού αυτής που οδηγεί προς την πόλη του Πολυγύρου και είχε πρόθεση να διασχίσει το οδόστρωμα, προκειμένου να μεταβεί στην οικία του που βρίσκεται στην περιοχή. Αφού τα αιγοπρόβατα που συνόδευε πέρασαν προς την αντίθετη πλευρά, από παρακείμενη υπόγεια διάβαση, (την οποία όμως δεν μπορούν να χρησιμοποιήσουν οι πεζοί, λόγω του μικρού της ύψους) χωρίς καθόλου να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων επί της παραπάνω οδού, εισήλθε στο οδόστρωμα κινούμενος προς την αντίθετη πλευρά του οδοστρώματος.

Κατά τον ίδιο χρόνο επί της οδού αυτής, με κατεύθυνση προς τον Πολύγυρο, εκινείτο ο πρώτος εναγόμενος, οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο, για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη, στην δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, όπως συνομολογείται από την τελευταία.

Ο οδηγός αυτός εκινείτο στο άκρο δεξιό τμήμα του ρεύματος κυκλοφορίας προς Πολύγυρο. Φθάνοντας στο παραπάνω σημείο, ο άνω πεζός, υπό τις προαναφερόμενες συνθήκες παρεμβλήθηκε αιφνιδιαστικά στην πορεία του οχήματος του α' εναγομένου, εισερχόμενος εντός του οδοστρώματος, με αποτέλεσμα να επιπέσει ο οδηγός του με το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του οχήματος του επί του σώματος του πεζού, πρόσκρουση που έγινε στο άκρο δεξιό τμήμα του ρεύματος κυκλοφορίας στο οποίο εκίνείτο.

Ο πρώτος εναγόμενος δεν μπόρεσε να προβεί σε αποφευκτικό ελιγμό προς τ' αριστερά, καθώς αιφνιδιάστηκε, αλλά μετά την σύγκρουση συνέχισε την πορεία του σε ευθεία γραμμή επί 22,60 μ. στην συνέχεια το όχημα του εκτράπηκε προς τ' αριστερά και αφού διένυσε απόσταση 22,90 μ. διαγωνίως επί του οδοστρώματος, διένυσε απόσταση 14,60 μ.

κινούμενο το όχημα στην άκρη του οδοστρώματος του αντίθετου ρεύματος κυκλοφορίας και κατά μήκος της οδού και στην συνέχεια εκτράπηκε προς δεξιά, όπου ακινητοποιήθηκε, αφού διένυσε απόσταση 42 μέτρων. Το σώμα του πεζού κατά τη σύγκρουση, ανήλθε στο εμπρός τμήμα του αμαξώματος, έθραυσε το εμπρόσθιο τμήμα του ανεμοθώρακα και εκσφενδονίστηκε στο πρανές του αντιθέτου ρεύματος πορείας όπου και ακινητοποιήθηκε συνεπεία δε των εκτεταμένων σωματικών βλαβών (στο κεφάλι και το σώμα του) που προκλήθηκαν από την πρόσκρουση επήλθε ο θάνατος του.

Ο πρώτος εναγόμενος εξερχόταν από κατοικημένη περιοχή, όπου το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας είναι 50 χλμ/ώρα και ακριβώς στο σημείο που ο πεζός επιχείρησε να διασχίσει το οδόστρωμα υπήρχε τοποθετημένη στην πορεία του, η πληροφοριακή πινακίδα Π-59, που υποδείκνυε το τέλος της κατοικημένης περιοχής και πλέον το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας ήταν 90 χιλ/ώρα (άρθρο 20 παρ. 2 ΚΟΚ).

Ο πρώτος εναγόμενος, δεν είχε ακόμη διέλθει από την πινακίδα και συνεπώς όφειλε να κινείται με 50 χλμ/ώρα. Η ταχύτητα του δεν προσδιορίσθηκε από τα αστυνομικά όργανα που διενήργησαν την σχετική προανάκριση, καθώς το όχημα του πρώτου εναγομένου έφερε σύστημα ABS, με αποτέλεσμα να μην αποτυπώνονται στο οδόστρωμα ίχνη φρεναρίσματος.

Αυτός προσδιορίζει την ταχύτητα του κατά τον χρόνο που αντιλήφθηκε τον πεζό και ενώ απείχε ένα μέτρο από αυτόν, σε περίπου 50 χιλ/ώρα. Ο δε μάρτυρας απόδειξης, που συνέταξε και την προσκομιζόμενη από τους ενάγοντες ιδιωτική πραγματογνωμοσύνη, προσδιορίζει την ταχύτητα του οχήματος σε 130 χλμ/ώρα. Ο φωτισμός, όπως αναγράφεται στην έκθεση αυτοψίας ήταν ανεπαρκής, ο δε πεζός φορούσε σκούρα ρούχα, με αποτέλεσμα να μην είναι ευδιάκριτος, ενώ τα φώτα του οχήματος φωτίζουν σε απόσταση 30 μ.

Όταν ο πεζός άρχισε να εισέρχεται στο οδόστρωμα ο πρώτος εναγόμενος απείχε ελάχιστα απ' αυτόν, γεγονός που αποδεικνύεται από το ότι ο πεζός πρόλαβε να διανύσει απόσταση όχι μεγαλύτερη του ενός μέτρου επί του οδοστρώματος. Ο πρώτος εναγόμενος στην από 12-10-2009 εξέταση του, που ελήφθη στα πλαίσια της αστυνομικής προανάκρισης που διενεργήθηκε, προσδιορίζει την απόσταση του από τον πεζό, όταν διαπίστωσε ότι εκινείτο στο οδόστρωμα, σε ένα μέτρο.

Για να διανύσει ο πεζός την απόσταση αυτή απαιτήθηκε περίπου ένα δευτερόλεπτο, γεγονός που ενισχύει τον ισχυρισμό του πρώτου εναγομένου ότι απείχε ελάχιστα από αυτόν. Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, συνάγεται ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε συνυπαιτιότητα του ήδη θανόντος πεζού, Α. Κ. και του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, πρώτου εναγομένου Χ.

Β., η οποία καθορίζεται σε ποσοστό 70% για τον πεζό και 30% για τον οδηγό του ζημιογόνου αυτοκίνητου, δεκτής γενομένης εν μέρει ως ουσία βάσιμης της ένστασης των εναγομένων, διότι και οι δύο δεν επέδειξαν την επιμέλεια που μπορούσε και έπρεπε να καταβάλλει κάτω από τις ίδιες συνθήκες και περιστάσεις, ο μέσος συνετός πεζός και οδηγός, αντίστοιχα, την οποία αν επεδείκνυαν, θα μπορούσαν να αποφύγουν το ένδικο ατύχημα.

Ειδικότερα η αμέλεια του θανόντος πεζού συνίσταται στο ότι εισήλθε στο οδόστρωμα της Ε. Ο. Θεσσαλονίκης-Πολυγύρου, χωρίς προηγουμένως να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων επί της οδού αυτής, ενώ εάν έπραττε τούτο θα έβλεπε τα αναμμένα φώτα του οχήματος που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος, δεν θα εκτιμούσε εσφαλμένα την ταχύτητα του ζημιογόνου οχήματος και δεν θα επιχειρούσε να διασχίσει το οδόστρωμα, αιφνιδιάζοντας τον οδηγό του ζημιογόνου οχήματος κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 38 παρ. 4 περ.

ε του ΚΟΚ. Αντίθετα, εάν ο πεζός ενώ συμμορφωνόταν με τη διάταξη αυτή το ατύχημα δεν θα ελάμβανε χώρα. Η αμέλεια του οδηγού του αυτοκινήτου συνίσταται στο ότι δεν ρύθμισε την ταχύτητα του, ανάλογα με τις ανωτέρω περιστάσεις (ανεπαρκής τεχνικός φωτισμός) μειώνοντας την ακόμη περισσότερο, ώστε να μπορεί, αν χρειαστεί, να ακινητοποιήσει αμέσως το αυτοκίνητο του, αλλά εκινείτο με ταχύτητα ανώτερη των 50 χλμ/ώρα (εντός κατοικημένης περιοχής) και μεγαλύτερη των 90 χλμ/ώρα (εκτός κατοικημένης περιοχής) ήτοι περί τα 100 χλμ/ώρα, λαμβανομένων υπόψη, της σφοδρότητας της σύγκρουσης, της απόστασης στην οποία εκτινάχθηκε το σώμα του πεζού, της απόστασης όπου ακινητοποιήθηκε το αυτοκίνητο από το σημείο της σύγκρουσης και της θραύσης του δεξιού τμήματος του ανεμοθώρακα του αυτοκινήτου, με αποτέλεσμα μετά την αιφνίδια και ανέλεγκτη είσοδο του πεζού στο οδόστρωμα, από έλλειψη επιτηδειότητας κατά την οδήγηση να αιφνιδιασθεί και να μη προβεί σε άμεση τροχοπέδηση, ώστε να μπορέσει να αποφύγει το ένδικο ατύχημα (άρθρα 12 παρ. 1, 19 παρ.1 2 και 3 του Κ.Ο.Κ.), όπως όλα τα ανωτέρω προκύπτουν από την από 11-10-2009 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος και το με ίδια ημερομηνία πρόχειρο σχεδιάγραμμα του Τ.Τ.

Θέρμης, καθώς και την με την ίδια ημερομηνία έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Ν. Κ.. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση του απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, κρίνοντας αποκλειστικά υπαίτιο του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος τον πεζό, έσφαλε ως προς το ζήτημα της υπαιτιότητας στην ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, και την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει να γίνει δεκτός ο μοναδικός λόγος της εφέσεως, ως ουσιαστικά βάσιμος".

Το Εφετείο με το να δεχθεί με τις ανωτέρω σκέψεις τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης των αναιρεσιβλήτων, κατά της αντιθέτως κρινάσης πρωτόδικης απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή που είχαν ασκήσει οι αναιρεσίβλητοι, αφού είχε κριθεί τότε ο θανατωθείς σε τροχαίο ατύχημα συγγενής των αναιρεσιβλήτων αποκλειστικά υπαίτιος, κρίνοντας τελικά το Εφετείο το θανατωθέντα συνυπαίτιο κατά ποσοστό 70% και τον οδηγό του αυτοκινήτου που καλύπτει ασφαλιστικά η αναιρεσείουσα συνυπαίτιο κατά 30% εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες παραβίασε, τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330, 913 του ΑΚ και 34 και 38 παρ. 4 του ΚΟΚ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά δεν πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών των ίδιων διατάξεων της υπαιτιότητας και αιτιώδους συνάφειας και δεν δικαιολογούν επαρκώς την κήρυξη του οδηγού που κάλυπτε ασφαλιστικά η αναιρεσείουσα συνυπαίτιο κατά ποσοστό 30% και την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της διαγνωσθείσας συνυπαιτιότητας του ίδιου οδηγού (που εντοπίζεται κατά τις ίδιες παραδοχές στην οδήγηση από αυτόν του αυτοκινήτου με ταχύτητα 130 χιλ.

που υπερέβαινε το καθοριζόμενο όριο των 50 χιλιομέτρων) και του επελθόντος θανατηφόρου αποτελέσματος. Ειδικότερα, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης ο παρασυρθείς πεζός, που φορούσε μαύρα ρούχα, εισήλθε αιφνιδιαστικά στο οδόστρωμα της οδού από παρακείμενα χωράφια, και υπό τεχνικό φωτισμό ανεπαρκή, και από δεξιά σε σχέση με την πορεία του οδηγού του αυτοκινήτου, το οποίο εκινείτο στο άκρο δεξιό τμήμα του ρεύματος κυκλοφορίας και ακολουθούσε, μέχρι δε την παράσυρσή του ο πεζός διήνυσε επί του οδοστρώματος απόσταση όχι μεγαλύτερη του ενός μέτρου, που απαίτησε χρόνο περίπου 1 δευτερόλεπτο, γεγονός που υποδηλώνει ότι κατά την εμφάνισή του επί του οδοστρώματος ο πεζός, όταν και έγινε αντιληπτός, απείχε από το αυτοκίνητο μικρή απόσταση, που κατά την απόφαση προσδιορίζεται σε 1 επίσης μέτρο, κατά την κατάθεση του οδηγού του αυτοκινήτου.

Δεν διευκρινίζονται όμως στην απόφαση οι ουσιώδεις εκείνες παράμετροι, από τις οποίες εξαρτάται κατ' αντικειμενική κρίση αλλά και με βάση τις δυνατότητες του συγκεκριμένου οδηγού, η ικανότητα του τελευταίου να αποφύγει το ατύχημα, και ειδικότερα: 1) κατά την κρίση του δικαστηρίου ενδεδειγμένη ταχύτητα που θα επέτρεπε στον οδηγό να προβεί σε επιτυχημένη αντίδραση τροχοπέδησης για την αποφυγή του ατυχήματος με βάση την απόσταση που απείχε ο πεζός από το αυτοκίνητο, έστω και αν το τελευταίο δεν υπερέβαινε την ταχύτητα των 50 χιλιομέτρων, 2) ο χρόνος που διέθετε ο οδηγός για να αντιδράσει και αν ο χρόνος αυτός ήταν επαρκής, ώστε η οποιαδήποτε τυχόν αντίδραση τροχοπέδησης να στεφθεί από επιτυχία, 3) η διεύθυνση του αποφευκτικού ελιγμού, στον οποίο θα μπορούσε και έπρεπε να προβεί ο οδηγός του αυτοκινήτου.

Επομένως, τα όσα συναφώς υποστηρίζει η αναιρεσείουσα συνδυαστικά με τους δύο λόγους του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθ. 1 και 19 του αρθρ. 559 του ΚΠολΔ είναι βάσιμα.

Μετά τα παραπάνω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη , να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (αρθ. 580 παρ.3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου που κατατέθηκε κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στον καταθέσαντα και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρο 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 1680/2012 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου (με αριθμό 13422863/2013 διπλότυπο).

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3000) Ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Δεκεμβρίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Ιανουαρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ