149/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 149 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 149/2012
Legislator headnote
AI generated149/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 149 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 149/2012
Full text
Απόφαση 149 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 149/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Κων/νο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Ο. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Σπινάσα.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Ε. συζ. Α. Γ., το γένος Π. Ο., κατοίκου ..., 2. Σ. Ο. του Π., κατοίκου ... και 3. Β. συζ. Δ. Β., το γένος Π. Ο., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-4-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Γυθείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 19/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 36/2010 του Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14-7-2010 αίτησή του και με τους από 18-7-2011 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Τσόλας ανέγνωσε την από 16-11-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων αυτής λόγων.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Επειδή, όπως προκύπτει από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες 5404/13-4-2011 5393/11-4-2011 και 5394/12-4-2011 εκθέσεις επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ... στους πρώτη, δεύτερη και τρίτη των αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα, επιδόθηκε, νόμιμα και εμπρόθεσμα, με την επιμέλεια του αναιρεσείοντος, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τις πράξεις κατάθεσης και ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή αυτής της απόφασης συνεδρίαση και κλήση προς συζήτηση της υπόθεσης. Επομένως, αφού οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, στην πιο πάνω δικάσιμο ούτε υπέβαλαν την κατά το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως τους στο ακροατήριο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία τους, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.
2.- Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον κατά οριστικών αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, οι οποίες περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή. Ο χαρακτήρας της απόφασης ως τελεσίδικης ή μη, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, κρίνεται κατά το χρόνο της άσκησης της αίτησης αναίρεσης, δηλαδή κατά το χρόνο της κατάθεσής της στον αρμόδιο γραμματέα, διαφορετικά η αίτηση είναι απαράδεκτη. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το συνδυασμό της πρώτης από τις διατάξεις αυτές προς εκείνες των άρθρων 74, 75 παρ. 1 και 2 και 76 παρ. 1 ΚΠολΔ, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, η οριστική απόφαση που εκδίδεται καθίσταται τελεσίδικη αυτοτελώς έναντι εκάστου ομοδίκου και συνεπώς υπόκειται σε αναίρεση κατά το μέρος μόνο που είναι τελεσίδικη, προτού δηλαδή να γίνει τελεσίδικη και ως προς τους υπόλοιπους ομοδίκους. Αντίθετα, σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, η οποία υπάρχει και όταν ασκήθηκε αγωγή διανομής κοινού πράγματος, που υποχρεωτικά, κατά το άρθρο 478 ΚΠολΔ, απευθύνεται κατά όλων των κοινωνών, η οριστική απόφαση προσβάλλεται παραδεκτώς με αναίρεση μόνο όταν καταστεί τελεσίδικη για όλους τους ομοδίκους. Εξάλλου, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 76 παρ. 1 και 501 ΚΠολΔ (όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 9 παρ. 1 του ν. 2145/1993), σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, δικαίωμα ν' ασκήσει αιτιολογημένη ανακοπή ερημοδικίας, κατά της απόφασης που εκδόθηκε παρά την απουσία του έχει ο αναγκαίος ομόδικος που ήταν απών κατά τη δίκη, έστω και αν αυτός, σύμφωνα με την πρώτη από τις διατάξεις αυτές θεωρείται ότι αντιπροσωπεύθηκε στη δίκη από τους παρόντες αναγκαίους ομοδίκους του, αφού προϋπόθεση για την αντιπροσώπευση αυτή είναι να είχε αυτός κλητευθεί νόμιμα στη δίκη. Προκειμένου, ειδικότερα, για δίκη διανομής κοινού πράγματος, οπότε η σχετική αγωγή έχει διπλό χαρακτήρα, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 798 και 799 ΑΚ, 480 παρ. 3, 481 αριθ. 2, 483 και 489 ΚΠολΔ και η θέση κάθε κοινωνού ως ενάγοντος ή εναγομένου είναι συμπτωματική, εξαρτώμενη από το ποίος είχε την πρωτοβουλία να ασκήσει την αγωγή, κάθε δε κοινωνός είναι συγχρόνως ομόδικος και αντίδικος των υπόλοιπων συγκοινωνών (ΟλΑΠ 321/1983), ούτε ο κανόνας της αντιπροσώπευσης του απόντος κοινωνού διαδίκου από τους παρόντες συγκοινωνούς, αναγκαίους ομοδίκους του, έχει εφαρμογή, και συνεπώς σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί εκ των προτέρων ν' αποκλεισθεί το έννομο συμφέρον του απόντος συγκοινωνού διαδίκου ν' ασκήσει κατά της απόφασης που εκδόθηκε ερήμην του ανακοπή ερημοδικίας, τις προϋποθέσεις του παραδεκτού της οποίας, όπως είναι και η ύπαρξη έννομου συμφέροντος προς άσκησή της, κρίνει μόνο το δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή ερημοδικίας, το οποίο κρίνει και τη βασιμότητα των λόγων της ανακοπής, δεν μπορεί δε να τις κρίνει παρεμπιπτόντως ο Άρειος Πάγος, όταν εξετάζει εάν η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έχει τελεσιδικήσει (ΟλΑΠ 15/2001).
Συνεπώς, εάν σε δίκη διανομής κοινού πράγματος δικάστηκε ερήμην στο Εφετείο ο ένας από τους αναγκαίους ομοδίκους συγκοινωνούς, θα πρέπει να έχει γίνει και ως προς αυτόν τελεσίδικη η απόφαση για να υπόκειται σε αναίρεση, είτε με την πάροδο της προθεσμίας άσκησης από αυτόν ανακοπής ερημοδικίας, η οποία αποδεικνύεται με την σχετική έκθεση επίδοσης προς αυτόν της τελεσίδικης απόφασης ή με την επισημείωση του δικαστικού επιμελητή στο αντίγραφο της απόφασης που του επιδόθηκε, είτε με την οριστική απόρριψη της ανακοπής ερημοδικίας που αυτός άσκησε κατά της απόφασης που εκδόθηκε ερήμην του.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, με αυτήν το Εφετείο, έκρινε ότι η από 19-4-2004 ένδικη αγωγή διανομής κοινού ακινήτου του αναιρεσείοντος είναι απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Η απόφαση εκδόθηκε ερήμην των πρώτης και τρίτης των εφεσίβλητων-αναιρεσιβλήτων. Με την ίδια απόφαση το Εφετείο όρισε και παράβολο για την περίπτωση άσκησης ανακοπής κατ' αυτής από τις εφεσίβλητες που δικάστηκαν ερήμην. Επίδοση της προσβαλλόμενης αυτής απόφασης στις ως άνω ερημοδικασθείσες δεν προκύπτει είτε με την προσκόμιση σχετικής έκθεσης επίδοσης είτε με επισημείωση του δικαστικού επιμελητή σε επιδοθέν αντίγραφο της απόφασης αυτής. Δεν αποδεικνύεται, δηλαδή, ότι οι ανωτέρω εφεσίβλητες απώλεσαν το δικαίωμα προς άσκηση ανακοπής ερημοδικίας κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, την ύπαρξη ή έλλειψη έννομου συμφέροντος προς άσκηση της οποίας δεν μπορεί ούτε παρεμπιπτόντως να ερευνήσει ο Άρειος Πάγος. Ούτε, άλλωστε, προκύπτει ότι ασκήθηκε από τις εφεσίβλητες αυτές ανακοπή ερημοδικίας και απορρίφθηκε. Αυτό άλλωστε, δεν το επικαλείται ούτε ο αναιρεσείων. Επομένως, εφόσον δεν προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έγινε τελεσίδικη ως προς όλους τους αναγκαίους ομοδίκους, πρέπει αυτεπαγγέλτως ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, καθώς και οι από 7-7-2011 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-7-2010 αίτηση του Κ. Ο. για αναίρεση της 36/2010 απόφασης του Εφετείου Καλαμάτας και τους από 7-7-2011 πρόσθετους λόγους αναίρεσης.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Ιανουαρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 24 Ιανουαρίου 2012.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ