149/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 149 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated149/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 149 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Full text
Απόφαση 149 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 149/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Ελένη Μαραμαθά, Πλαστήρα Αναστασάκη και Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 1 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: .... , ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Παπανδρουλάκη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. .... , ο οποίος δεν παραστάθηκε και 2. ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΦΟΙΝΙΞ - ΜΕΤΡΟΛΑΪΦ ΕΜΠΟΡΙΚΗ Α.Ε.Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Τακτικό, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15 Ιουλίου 2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2873/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1570/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17 Ιουνίου 2005 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όλοι πλην του 1ου εκ των αναιρεσιβλήτων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Πλαστήρας Αναστασάκης, ανέγνωσε την από 15 Νοεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη με αριθμό 4374Β΄/9.11.2005 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών .... προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 17.6.2005 αιτήσεως αναιρέσεως με την πράξη ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης συνεδρίαση και με κλήση προς παράσταση κατά τη συζήτησή της, επιδόθηκε με επιμέλεια του αιτούντος νομίμως και εμπροθέσμως στον πρώτο από τους αναιρεσιβλήτους.
Συνεπώς εφ΄ όσον αυτός δεν εμφανίσθηκε κατά τη δικάσιμο αυτή κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά του οικείου πινακίου, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την ερημοδικία του (άρθρ. 576 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 914, 330 , 297 και 298 ΑΚ προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτού και η ύπαρξη μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της ζημίας που επήλθε αιτιωδούς συνάφειας, η οποία υπάρχει όταν η πράξη ή παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ήταν ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα. Εξάλλου με τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1, 19 παρ. 1, 21 παρ. 1 και 23 παρ. 1 του Ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.) ορίζονται τα εξής αντίστοιχα : α) "Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλλει εμπόδια στην κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα, ζώα ή να προκαλέσει ζημίες σε δημόσιες ή ιδιωτικές υπηρεσίες. Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή....." (12 παρ. 1). β) "Ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους αναγκαίους χειρισμούς" (19 παρ. 1). γ) "Ο οδηγός που προτίθεται να εκτελέσει ελιγμό, οφείλει προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορεί να το πράξει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού οι οποίοι κινούνται πίσω, μπροστά ή πλάϊ τους ή ετοιμάζονται να τον προσπεράσουν, λαμβάνοντας υπόψη τη θέση, την κατεύθυνση και την ταχύτητά τους" (21 παρ. 1) και δ) "Ο οδηγός, προκειμένου να αλλάξει κατεύθυνση προς τα δεξιά υποχρεούται να κινηθεί έγκαιρα προς το δεξιό άκρο του οδοστρώματος και να πραγματοποιήσει στροφή κατά το δυνατόν κλειστή" (23 παρ. 1). Στην κρινόμενη υπόθεση το Εφετείο με βάση τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε τα εξής πραγματικά περιστατικά ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων οχημάτων : Στις 16-9-2002 και περί ώρα 06.45΄ περίπου, ο ενάγων, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας .... μοτοποδήλατο, ιδιοκτησίας του, εκινείτο επί της Λεωφόρου Μαραθώνος με κατεύθυνση από Αθήνα προς Μαραθώνα. Η Λεωφόρος Μαραθώνος διασταυρώνεται με τη Λεωφόρο Ανθούσας, στην οποία είχε την πρόθεση να εισέλθει ο ενάγων, αφού προηγουμένως πραγματοποιούσε αριστερή, σε σχέση με την κατεύθυνσή του, στροφή. Επί της ίδιας με τον ενάγοντα οδού και με την ίδια κατεύθυνση κινούνταν και ο πρώτος εναγόμενος που επίσης είχε την πρόθεση να στρίψει αριστερά, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας .... αυτοκίνητο, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις προς τρίτους ζημίες στη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία. Ο εναγόμενος οδηγός πριν στρίψει αριστερά προς τη Λεωφόρο Ανθούσας κινούνταν επί της αριστερής [πρόσθετης] λωρίδας κυκλοφορίας της Λεωφόρου Μαραθώνος, που προορίζεται για τους οδηγούς των οχημάτων που προτίθενται να στρίψουν αριστερά, προκειμένου να εισέλθουν στη Λεωφόρο Ανθούσας, δεδομένου ότι η Λεωφόρος Μαραθώνος έχει δυο λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση. Τη στιγμή που ο εναγόμενος οδηγός έφθασε στη συμβολή των δύο παραπάνω οδών, ο φωτεινός σηματοδότης που βρισκόταν στη πoρεία της κατεύθυνσής του είχε ερυθρή ένδειξη, απαγορεύοντας έτσι την πραγματοποίηση αριστερού ελιγμού. Τη δεδομένη χρονική στιγμή το όχημα που οδηγούσε ο εναγόμενος οδηγός βρισκόταν πλησίον της νησίδας που οριοθετεί τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας της Λεωφόρου Μαραθώνος. Ο ενάγων έφθασε στη διασταύρωση των δύο πιο πάνω οδών λίγο αριστερά από τον εναγόμενο οδηγό, που ήδη είχε ακινητοποιήσει το όχημα που οδηγούσε πίσω από το φωτεινό σηματοδότη, αναμένοντας την αλλαγή της φωτεινής ένδειξης αυτού από ερυθρή σε πράσινη. Ο ενάγων δεν ακινητοποίησε το δίκυκλο όχημά του πίσω από το παραπάνω όχημα, αλλά προσπέρασε ανεπίτρεπτα αυτό από τη δεξιά πλευρά και στη συνέχεια σταμάτησε μπροστά από αυτό (όχημα που οδηγούσε ο εναγόμενος οδηγός) και πολύ κοντά σ' αυτό. Όταν ο φωτεινός σηματοδότης έδειξε πράσινη ένδειξη ο εναγόμενος οδηγός ξεκίνησε με το όχημα που οδηγούσε και προσπάθησε να στρίψει αριστερά. Ο ενάγων, που ακινητοποίησε το δίτροχο όχημά του μπροστά από το φορτηγό που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος λίγο μόλις πριν την αλλαγή του φωτεινού σηματοδότη, δεν ήταν ορατός από τον τελευταίο, δεδομένου ότι το μοτοποδήλατο δε βρισκόταν σε τέτοια απόσταση από το φορτηγό, ώστε να γίνει αντιληπτός από τον οδηγό αυτού. Έτσι κατά την εκκίνηση του φορτηγού αυτοκινήτου ο ενάγων παρασύρθηκε από το όχημα αυτό. Συγκεκριμένα το φορτηγό αυτοκίνητο προσέκρουσε με το εμπρόσθιο μέρος του (εμπρόσθιο προφυλακτήρα) στον οπίσθιο τροχό του δικύκλου. Αποτέλεσμα της σύγκρουσης αυτής ήταν ο τραυματισμός του οδηγού του δικύκλου (ενάγοντος) και η πρόκληση υλικών ζημιών. Επί τη βάσει των ανωτέρω πραγματικών περιστατικών, συνεχίζει το Εφετείο, προκύπτει ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ενδίκου ατυχήματος είναι ο ίδιος ο ενάγων, ο οποίος δεν οδηγούσε με σύνεση και συνεπώς τεταμένη την προσοχή του και επί πλέον προσπέρασε το όχημα που οδηγούσε ο εναγόμενος οδηγός από τη δεξιά του πλευρά. Μάλιστα ο ενάγων, ακινητοποίησε το δίκυκλό του μπροστά από το φορτηγό, μολονότι έπονταν αυτού και ήταν σε πολύ μικρή απόσταση (από αυτό), ώστε να μην είναι εφικτό για τον οδηγό του φορτηγού να αντιληφθεί την ύπαρξη του ίδιου (ενάγοντος) και να τον παρασύρει κατά την εκκίνησή του, με συνέπεια να παρασυρθεί και να τραυματισθεί, χωρίς ο οδηγός του φορτηγού να είναι σε θέση να τον αντιληφθεί καν, καταβάλλοντας την προσοχή που θα κατέβαλε ο μέσος συνετός οδηγός. Στοιχεία που να θεμελιώνουν οποιαδήποτε αμέλεια του πρώτου εναγομένου δεν αποδείχθηκαν και ειδικότερα δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων εκινείτο κανονικά επί του άκρου του αριστερού της αριστερής, λωρίδας κυκλοφορίας, ειδικώς προβλεπομένης αυτής ενόψει της διευκόλυνσης των οδηγών που προτίθενται να στρίψουν αριστερά, δεδομένου ότι ο ενάγων ενήργησε ανεπίτρεπτη υπέρβαση του ακινητοποιημένου στο σηματοδότη επί της διασταύρωσης των Λεωφόρων Μαραθώνος και Ανθούσας φορτηγού αυτοκινήτου από τη δεξιά του πλευρά και στη συνέχεια ακινητοποίησε το δίκυκλο, όχημά του σε πολύ μικρή, μικρότερη των 1,5 μέτρων, απόσταση μπροστά από το εμπρόσθιο μέρος του φορτηγού, ο όγκος του οποίου δεν επέτρεπε στον πρώτο εναγόμενο να αντιληφθεί την ύπαρξη του οχήματος του ενάγοντος και την κίνηση αυτού. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις αφού υπό τα δεκτά γεγόμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά η συμπεριφορά του εναγομένου αναιρεσιβλήτου δεν τελούσε σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με τη ζημιά που επήλθε. Επομένως οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Εξάλλου την ανωτέρω κρίση του το Εφετείο στήριξε σε επαρκείς αιτιολογίες που δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους, αφού παρέθεσε στην προσβαλλόμενη απόφασή του όσα πραγματικά γεγονότα επισύρουν την εφαρμογή των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου που εφάρμοσε ιδίως αυτών από τα οποία προκύπτει η ανυπαρξία αμέλειας στη συμπεριφορά του εναγομένου όσον αφορά την επέλευση του ατυχήματος και των εξ΄ αυτού ζημιών του ενάγοντος. Επομένως ο υποστηρίζων τα αντίθετα εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 τρίτος λόγος της αιτήσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΙΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως (και) αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα μη επιτρεπόμενα υπό του νόμου. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει να προσδιορίζονται οι αποδείξεις, ο ισχυρισμός για την απόδειξη του οποίου λήφθηκαν υπόψη, ο λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε να εκτιμηθούν και η επίδραση του ισχυρισμού αυτού στο διατακτικό της αποφάσεως. Πρέπει ακόμη να αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός περί απαραδέκτου προβλήθηκε στο δικαστήριο κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Στην προκειμένη περίπτωση αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι "έλαβε υπόψη της και στηρίχθηκε σε έγγραφα που δεν συντάχθηκαν νομίμως και τα οποία άσκησαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης". Δεν αναφέρει όμως συγκεκριμένα ποια ήσαν τα έγγραφα αυτά, για την απόδειξη τίνος ισχυρισμού λήφθηκαν υπόψη, ο λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε να εκτιμηθούν και η επίδραση του ισχυρισμού αυτού στο διατακτικό της αποφάσεως. Επίσης δεν αναφέρει ότι ο ισχυρισμός περί απαραδέκτου προβλήθηκε στο δικαστήριο κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Περαιτέρω αναφέρει ότι "η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση στηρίχθηκε σε ληφθείσα με μη νόμιμο τρόπο κατάθεση" αναφερόμενος στην κατάθεση του μάρτυρα .... , ο οποίος, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης "εξετάσθηκε ενόρκως στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου" και φέρεται ως αυτόπτης, χωρίς να προσδιορίζει εις τι συνίσταται η μη νομιμότητα της λήψεως της καταθέσεώς του αυτής και χωρίς να αναφέρει ότι τον ισχυρισμό αυτό πρότεινε κατά τρόπο σαφή και ορισμένο στο δικαστήριο που δίκασε. Επίσης αναφέρει ότι το σχεδιάγραμμα της τροχαίας σχετικά με τον τόπο και τις συνθήκες του ατυχήματος "συνετάχθη κατά τρόπο αυθαίρετο" και "πριν από την προανακριτική κατάθεση του μάρτυρα .... και την απολογία του πρώτου αναιρεσιβλήτου" χωρίς να αναφέρει επίσης ότι τους ισχυρισμούς αυτούς προέβαλε κατά τρόπο σαφή και ορισμένο στο δικαστήριο της ουσίας. Επομένως ο λόγος αυτός προεχόντως είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Κατ΄ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων ως ηττώμενος, στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας δευτέρας των αναιρεσιβλήτων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
-
Απορρίπτει την από 17-6-2005 αίτηση του .... για αναίρεση της υπ΄ αριθ. 1570/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
-
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της δευτέρας των αναιρεσιβλήτων την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Ιανουαρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ