149/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Νοεμβρίου 2005, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τζιώτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15 Νοεμβρίου 1997 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 148/1998 του ίδιου Δικαστηρίου και 10041/1998 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζήτησε η αναιρεσείουσα, με την από 12 Ιανουαρίου 1999 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated149/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η αξία της τροφής αυτής κατά τον Δεκέμβριο 1993, χωρίς να συνυπολογίζεται η τιμή διάθεσής της στο εστιατόριο του ξενοδοχείου της αναιρεσείουσας και τα ποσοστά υπέρ των σερβιτόρων, ανερχόταν σε 1.600 δρχ. η μερίδα. Δηλαδή ο αναιρεσείων λάμβανε σταθερά και τακτικά ως συμβατικό αντάλλαγμα ένα μέρος του μηνιαίου μισθού του σε είδος αξίας ίσης προς 200.000 δρχ (1.600 δρχ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 149 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 149/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλήτα Περίδη και Αθανάσιο Θέμελη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Νοεμβρίου 2005, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τζιώτη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας : Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑ ΚΑΡΑΒΕΛ ΑΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Στη παρούσα δίκη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ζωητό.
Του αναιρεσίβλητου : Λ. Π., κατοίκου ... . Παραστάθηκε αυτοπροσώπως ως εκ της ιδιότητάς του (δικηγόρος).
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15 Νοεμβρίου 1997 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 148/1998 του ίδιου Δικαστηρίου και 10041/1998 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζήτησε η αναιρεσείουσα, με την από 12 Ιανουαρίου 1999 αίτησή της.
Εκδόθηκε η 50/2000 απόφαση του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με την οποία αναιρέθηκε η παραπάνω εφετειακή απόφαση και παραπέμφθηκε η υπόθεση να δικαστεί ξανά από το ίδιο Εφετείο, με άλλη σύνθεση. Εκδόθηκε η 3947/2000 απόφαση. Η αναιρεσείουσα με την από 26 Ιουνίου 2000 αίτησή της, ζήτησε την αναίρεση της απόφασης αυτής. Εκδόθηκε η 1190/2001 απόφαση του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με την οποία αναιρέθηκε η 3947/2000 απόφαση και παραπέμφθηκε η υπόθεση να δικαστεί ξανά από το ίδιο Εφετείο με άλλη σύνθεση. Διατάχθηκε ακόμα επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε. Εκδόθηκε η 1017/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Ο αναιρεσίβλητος με την από 15 Απριλίου 2002 αίτησή του, ζήτησε την αναίρεση της απόφασης αυτής. Εκδόθηκε η 1130/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με την οποία αναιρέθηκε μερικώς η 1017/2002 απόφαση και παραπέμφθηκε η υπόθεση κατά το παραπάνω μέρος της στο ίδιο δικαστήριο να δικαστεί ξανά, με άλλη σύνθεση. Τέλος εκδόθηκε η 2268/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αυτής απόφασης ζητεί σήμερα η αναιρεσείουσα, με την από 8 Ιουνίου 2004 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Κολυβάς, διάβασε την από 26 Σεπτεμβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πέμπτου λόγου και την απόρριψη των λοιπών λόγων αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο αναιρεσίβλητος που παραστάθηκε αυτοπροσώπως επειδή είναι δικηγόρος, ζήτησε την απόρριψη και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του ΝΔ 3026/1954 "περί του Κώδικος των Δικηγόρων" η αποζημίωση που δικαιούται ο δικηγόρος, που προσφέρει τις υπηρεσίες του με πάγια περιοδική αμοιβή, σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης έμμισθης εντολής εκ μέρους του εντολέα υπολογίζεται με βάση τις τακτικές αποδοχές που καταβάλλονται σ' αυτόν "σταθερώς υφ' οιανδήποτε μορφή" κατά τον τελευταίο πριν από την απόλυσή του μήνα. Κατά την έννοια του άρθρου 648 ΑΚ ο συμφωνημένος μισθός περιλαμβάνει την πάγια μηνιαία αντιμισθία και κάθε άλλη παροχή που χορηγείται σταθερά και μόνιμα ως συμβατικό ή νόμιμo αντάλλαγμα των παρεχομένων υπηρεσιών, όπως είναι το αντίτιμο των παροχών σε είδος και ειδικότερα της τροφής. Αλλά και η οικειοθελής εκ μέρους του εργοδότη παροχή, που επαναλαμβάνεται για μεγάλο χρονικό διάστημα μπορεί να καταλήξει σε σιωπηρή σύμβαση για τακτική καταβολή της, με την έννοια του μισθού, που δεν μπορεί να διακοπεί μονομερώς από τον εργοδότη, εφόσον αυτός δεν επιφυλάχθηκε από την αρχή ρητώς ότι θα μπορεί να διακόπτει την παροχή αυτή.
Εν προκειμένω το Εφετείο κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με σύμβαση έμμισθης εντολής, που συνήφθη μεταξύ των διαδίκων, ο αναιρεσίβλητος, ο οποίος είναι δικηγόρος Αθηνών και κατά τον Δεκέμβριο 1993 ήταν έγγαμος και πατέρας τριών τέκνων, ανέλαβε να παρέχει από 1-1-1979 και για αόριστο χρόνο τις νομικές και δικηγορικές υπηρεσίες του προς την αναιρεσείουσα εταιρεία με την επωνυμία "ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑ ΚΑΡΑΒΕΛ Α.Ε." με πάγια μηνιαία αμοιβή σε χρήμα, η οποία από 1-5-1993 ανήλθε σε 900.000 δρχ.
Επιπλέον της μηνιαίας αμοιβής σε χρήμα συμφωνήθηκε μεταξύ του τότε (1-1-1979) προέδρου του Δ.Σ. και νομίμου εκπροσώπου της αναιρεσείουσας Ι. Θ. και του αναιρεσίβλητου να λαμβάνει ο τελευταίος και αυτός λάμβανε πράγματι, καθημερινά όλες τις εργάσιμες ημέρες ως συμβατικό αντάλλαγμα των υπηρεσιών του και παρασκευασμένη τροφή για τον εαυτό του και τα μέλη της οικογενείας του, η οποία τον Δεκέμβριο 1993 ήταν πέντε μερίδες (μια για τον ίδιο και από μια για τη σύζυγο και τα τρία τέκνα τους).
Η αξία της τροφής αυτής κατά τον Δεκέμβριο 1993, χωρίς να συνυπολογίζεται η τιμή διάθεσής της στο εστιατόριο του ξενοδοχείου της αναιρεσείουσας και τα ποσοστά υπέρ των σερβιτόρων, ανερχόταν σε 1.600 δρχ. η μερίδα. Δηλαδή ο αναιρεσείων λάμβανε σταθερά και τακτικά ως συμβατικό αντάλλαγμα ένα μέρος του μηνιαίου μισθού του σε είδος αξίας ίσης προς 200.000 δρχ (1.600 δρχ.
επί 5 μερίδες επί 25 εργάσιμες ημέρες ίσον 200.000 δρχ). Πιο συγκεκριμένα, σε αντίθεση με το προσωπικό της αναιρεσείουσας, από το οποίο τα διευθυντικά στελέχη λάμβαναν δωρεάν (από ελευθεριότητα μόνο και όχι ως συμβατική παροχή) καφέδες και αναψυκτικά στα γραφεία τους, οι δε εργαζόμενοι λάμβαναν δωρεάν ένα προκαθορισμένο γεύμα καθημερινά στο εστιατόριο του ξενοδοχείου, ο αναιρεσίβλητος δεν σιτιζόταν στο εστιατόριο του ξενοδοχείου, αλλά, όπως είχε εξαρχής συμφωνηθεί, παραλάμβανε καθημερινά μετά την εργασία του την προαναφερόμενη παρασκευασμένη τροφή της επιλογής του συσκευασμένη σε πακέτα για το σπίτι του, πράγμα που συνεχίστηκε και μετά τον θάνατο του Ι.
Θ. (τον Ιούλιο 1989) και συνολικά επί μια δεκαπενταετία περίπου, χωρίς καμία διακοπή και χωρίς να αμφισβητηθεί ποτέ ο συμβατικός χαρακτήρας της από την πλευρά της αναιρεσείουσας μέχρι τον Νοέμβριο 1993, οπότε, μετά τη μεταβίβαση της πλειοψηφίας των μετοχών της αναιρεσείουσας στην εταιρεία "Διβάνης Ακρόπολις Α.Ε.", άλλαξε και η διοίκηση αυτής, η οποία προχώρησε στην από 30-12-1993 έγγραφη καταγγελία της έμμισθης εντολής του αναιρεσίβλητου.
Είναι βέβαια γεγονός ότι ο τελευταίος δεν δήλωσε στον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών ότι, εκτός από την μηνιαία αντιμισθία σε χρήμα, αυτός λάμβανε και την επίμαχη τροφή ως μισθό σε είδος, όπως προκύπτει από την 5205/1-6-1994 βεβαίωση του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών. Επίσης είναι γεγονός ότι η εν λόγω τροφή δεν συνυπολογιζόταν στον καθορισμό των επιδομάτων εορτών και αδείας που καταβάλλονταν σ' αυτόν, όπως προκύπτει από τις σχετικές αποδείξεις, που προσκομίζονται με επίκληση από την αναιρεσείουσα.
Τα γεγονότα, όμως, αυτά ούτε αναιρούν καθ' εαυτά τον συμβατικό χαρακτήρα της τροφής, ούτε διαφοροποιούν την παραδοχή ότι η παροχή της τροφής συμφωνήθηκε εξαρχής και παρεχόταν συνεχώς και σταθερά στον αναιρεσίβλητο ως μισθός σε είδος για τις υπηρεσίες που αυτός παρείχε.
Από τις παραπάνω πραγματικές παραδοχές προκύπτει ότι το Εφετείο περιέλαβε στην απόφασή του πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που στηρίζουν την κρίση του επί του ουσιώδους ζητήματος ότι η παρεχόμενη στον αναιρεσίβλητο επί 15 συνεχή έτη τροφή για αυτόν και τα μέλη της οικογενείας του είχε συμβατικό χαρακτήρα και εντεύθεν η αξία της τροφής αυτής ως μισθός συνυπολογίζεται για τον προσδιορισμό της οφειλόμενης στον αναιρεσίβλητο δικηγόρο αποζημιώσεως λόγω καταγγελίας από την αναιρεσείουσα της συμβάσεως έμμισθης εντολής.
Επομένως ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος του από τον αριθμό 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι δεν ελήφθησαν υπόψη οι ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας ότι α) η τροφή εδίδετο από ελευθεριότητα β) η αξία της τροφής δεν υπελογίζετο στα δώρα εορτών και στα επιδόματα γ) η αξία της τροφής δεν είχε δηλωθεί ως αντιμισθία από τον αναιρεσίβλητο στον Δ.Σ.Α., πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού οι παραπάνω ισχυρισμοί δεν αποτελούν "πράγματα" υπό την έννοια του κρινόμενου αναιρετικού λόγου, αλλά ο υπό στοιχείο α' ισχυρισμός συνιστά άρνηση της αγωγής, οι δε λοιποί αποτελούν επιχειρήματα της αναιρεσείουσας προς υποστήριξη των απόψεών της ότι η παρεχόμενη στον αναιρεσίβλητο τροφή δεν αποτελούσε μισθό, που άλλωστε ελήφθησαν υπόψη από το Εφετείο, όπως προκύπτει από το παραπάνω περιεχόμενο της προσβαλλομένης.
Με τους δεύτερο και έκτο λόγους αναιρέσεως προβάλλεται αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του νομίμως προσκομισθέντα με επίκληση από την αναιρεσείουσα έγγραφα α) ήτοι τις αποδείξεις αποδοχών, δώρων και επιδομάτων αδείας, β) τις αποδείξεις εσωτερικής διακινήσεως των λαμβανομένων μερίδων φαγητών, από τα οποία προκύπτει ο μισθός του αναιρεσίβλητου και ο αριθμός των μερίδων φαγητού κατά τις ημερομηνίες που τις ελάμβανε ως και το γεγονός ότι, στα δώρα εορτών και στα επιδόματα δεν συμπεριλαμβάνετο η αξία της τροφής. Καθώς επίσης δεν ελήφθη υπόψη η νομίμως επικληθείσα ομολογία του αναιρεσιβλήτου περί του αμέσως παραπάνω πραγματικού περιστατικού. Οι λόγοι αυτοί, από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, καθόσον από την περιεχόμενη στην προσβαλλομένη απόφαση διαβεβαίωση του Εφετείου περί του ότι ελήφθησαν υπόψη τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι, σε συνδυασμό με την παραδοχή ότι "η εν λόγω τροφή δεν συνυπολογιζόταν στον καθορισμό των επιδομάτων εορτών και αδείας" και το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι ελήφθησαν υπόψη η ομολογία και τα έγγραφα αυτά.
Κατά το άρθρο 5 παρ. 1 του Ν. 3198/1955, που εφαρμόζεται αναλογικά και για την αποζημίωση που προβλέπεται με το άρθρ. 94 παρ. 1 του Κωδ. των Δικηγόρων, ο υπολογισμός της αποζημιώσεως γίνεται με βάση τις τακτικές αποδοχές του τελευταίου μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως. Επομένως, εάν ο μισθωτός δεν απασχολήθηκε ή υποαπασχολήθηκε κατά τον τελευταίο πριν την καταγγελία μήνα, θα ληφθούν υπόψη οι αποδοχές που θα δικαιούταν με πλήρη απασχόληση.
Με τους τρίτο και τέταρτο λόγους αναιρέσεως από τον αριθμό 8 άλλως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση ότι δεν λήφθηκε υπόψη ο ισχυρισμός ότι ο αναιρεσίβλητος κατά τον τελευταίο μήνα της συμβάσεως έμμισθης εντολής, δηλαδή τον Δεκέμβριο 1993 με την προοπτική της επικείμενης καταγγελίας της συμβάσεως αυτής δεν προσήρχετο καθημερινά στο γραφείο του και συνακόλουθα δεν ελάμβανε τροφή, οπότε θα πρέπει να υπολογισθεί στις αποδοχές του μόνο το αντίτιμο της τροφής των ημερών που πράγματι του παρασχέθηκε κατά τον τελευταίο αυτό μήνα.
Οι λόγοι αυτοί της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, αφού ο παραπάνω ισχυρισμός, ως μη νόμιμος, δεν αφορά σε ζήτημα που είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά τη διάταξη του άρθρου 346 ΑΚ ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής, και αν δεν είναι υπερήμερος, οφείλει νόμιμους τόκους αφότου επιδόθηκε η αγωγή για το ληξιπρόθεσμο χρέος.
Ληξιπρόθεσμο δε είναι το χρέος όταν η πληρωμή του δεν εξαρτάται από αίρεση που δεν εξήλθε ή από προθεσμία που δεν έληξε, αλλά έχει επέλθει ο χρόνος εξοφλήσεώς του και μπορεί να εξαναγκαστεί ο οφειλέτης σε εκπλήρωση της σχετικής υποχρεώσεως του χωρίς να δικαιούται να αντιτάξει οιαδήποτε αναβλητική ένσταση.
Εξάλλου από το άρθρο 293 ΑΚ προκύπτει ότι η απαίτηση των τόκων είναι καταρχήν παρεπομένη της κυρίας απαιτήσεως, δηλαδή του κεφαλαίου, την οποία και προϋποθέτει. Επομένως αξίωση νομίμων τόκων από της επιδόσεως της αγωγής υπάρχει μόνο εάν κατά το χρόνο αυτόν υπάρχει ληξιπρόθεσμη οφειλή του εναγόμενου (ΟλΑΠ 41/02).
Εν προκειμένω το Εφετείο δέχθηκε ότι με τη συναίνεση του αναιρεσιβλήτου η αναιρεσείουσα του κατέβαλε αποζημίωση (υπολογισθείσα βάσει μόνο της μηνιαίας αντιμισθίας του σε χρήμα) σε έξι τριμηνιαίες δόσεις στις 30-12-1993, 30-3-1994, 30-6-1994, 30-9-1994, 28-12-1994 και 3-4-1995. Ότι η οφειλόμενη στον αναιρεσίβλητο συμπληρωματική αποζημίωση, λόγω συνυπολογισμού στις τακτικές αποδοχές του της σε χρήμα αξίας της παροχής τροφής εκ 200.000 δρχ.
μηνιαίως, ανέρχεται σε 2.695.000 δρχ. (μετά από αφαίρεση του βαρύνοντος τον αναιρεσίβλητο φόρου). Το Εφετείο υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να καταβάλει το παραπάνω ποσό με νόμιμο τόκο από 28.3.1994, ήτοι από την επίδοση της προηγούμενης αγωγής που είχε απορριφθεί ως αόριστη. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε τις παραπάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, αφού το επιδικασθέν ποσό, λόγω της γενόμενης δεκτής συμφωνίας περί καταβολής της αποζημιώσεως σε δόσεις, δεν ήταν εξ ολοκλήρου ληξιπρόθεσμο κατά την παραπάνω ημερομηνία επιδόσεως της προηγουμένης αγωγής, εντεύθεν δε οι τόκοι των μη ληξιπροθέσμων δόσεων θα έπρεπε να υπολογισθούν από την επομένη της λήξεως κάθε δόσεως.
Επομένως ο σχετικός πέμπτος αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το παραπάνω μέρος της, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ως προς το μέρος αυτό στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος σε μέρος της δικαστικής δαπάνης της αναιρεσείουσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 2268/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αντίστοιχο μέρος της για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο σε μέρος της δικαστικής δαπάνης της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει σε τετρακόσια (400) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 29 Δεκεμβρίου 2005.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό στην Αθήνα στις 24 Ιανουαρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ