Legislator Case Law & Legislation
1499/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against insurance company's refusal to pay damages for breach of contract.

Case Number 1499/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision rejecting her claim for damages against an insurance company. The appellant argued that the insurer failed to fulfill contractual obligations, causing her to pay penalty interest to a bank, but the lower court found no contractual basis for such liability. The Court upheld the lower court's ruling, stating that the appellant's claim lacked a legal foundation in the insurance contract or general tort law.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1, 2, 9, 27 of Law 2496/1997; The Supreme Court held that an insurance company is not liable for damages incurred by the insured due to third-party debt penalties unless a specific contractual agreement or established tort liability exists.

Keywords

AI generated
Insurance Contract Liability Breach of Contract Damages Supreme Court Appeal Contractual Obligation Penalty Interest Claim

Cited Legislation

AI generated
Article 144, 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Articles 1, 2, 9, 27 of Law 2496/1997
Articles 343, 297, 298 of the Civil Code
Articles 176, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1499 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1499/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Παναγιώτη Βενιζελέα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 46/2024 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη - Εισηγητή, Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Μαΐου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μ. Π. Τ. του Ι., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Γεωργία Δημοπούλου.

Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «E. Α. Α. «Ε., που εδρεύει στη Νέα Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Ξενοφώντα Κουτσιμπογεώργο και Νικόλαο Παπαχρονόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-4-2014 αγωγή της αρχικής διαδίκου Ι. Δ. του Δημητρίου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4232/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 3101/2022 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14-11-2022 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 14-11-2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 3101/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που έκανε δεκτή την από 20-5-2019 έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθ. 4232/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή της αναιρεσείουσας κατά της αναιρεσίβλητης.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον η προσβαλλομένη απόφαση επιδόθηκε στην μητέρα της αναιρεσείουσας Ι. Δ., που ασκούσε μέχρι την 22-7-2022 τη γονική μέριμνα της μέχρι τότε ανήλικης (γενν. 22-7-2004) αναιρεσείουσας στις 14-10-2022, η δε αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε από την ενήλικη πλέον αναιρεσείουσα στις 14-11-2022 ημέρα Δευτέρα, ήτοι σε κάθε περίπτωση εμπρόθεσμα (άρθ. 144 παρ.1, 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ). Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1, 2, 9 παρ.1 και 27 παρ.1 του ν. 2496/1997, προκύπτει ότι με την ασφαλιστική σύμβαση, η οποία αποδεικνύεται με έγγραφο, που εκδίδεται από τον ασφαλιστή, η ασφαλιστική επιχείρηση (ασφαλιστής) αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει, έναντι ασφαλίστρου, στο συμβαλλόμενό της (λήπτη της ασφάλισης) ή σε τρίτο, παροχή (ασφάλισμα) σε χρήμα ή, εφόσον υπάρχει ειδική συμφωνία, άλλη παροχή σε είδος, όταν επέλθει το περιστατικό από το οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωσή της (ασφαλιστική περίπτωση), ότι ο λήπτης της ασφάλισης μπορεί να συμβληθεί στην ασφαλιστική σύμβαση με τον ασφαλιστή στο δικό του όνομα αλλά για λογαριασμό άλλου (τρίτου) προσώπου, που κατονομάζεται ή δεν κατονομάζεται στη σύμβαση, το οποίο είναι ο ασφαλισμένος και ότι στην ασφάλιση προσώπων το ασφάλισμα συνίσταται είτε στην καταβολή ορισμένου χρηματικού ποσού εφάπαξ ή σε περιοδικές προσόδους (ασφάλιση ποσού), είτε στην αποκατάσταση της συγκεκριμένης οικονομικής ζημίας, που προήλθε εξαιτίας ασθένειας ή ατυχήματος του ασφαλισμένου (ΑΠ 1348/2022, ΑΠ 678/2020, AΠ 1392/2019, ΑΠ 162/2017).

Εξάλλου, ομαδική ασφάλιση, για την οποία δεν υπάρχει νομοθετική πρόβλεψη και ο νόμος δεν δίδει ειδικά την έννοια του όρου, αλλά μόνον αποσπασματικά στο άρθρο 29 παρ. 3 του ν. 2496/1997, όπου γίνεται λόγος για την εξαγορά της ομαδικής ασφάλισης, είναι η ασφάλιση με την οποία, με μία ασφαλιστική σύμβαση ιδρύονται περισσότερες ασφαλιστικές σχέσεις, έτσι ώστε να υπάρχουν απέναντι στον ασφαλιστή ένας αντισυμβαλλόμενος και πολλοί ασφαλισμένοι, οι οποίοι κάτω από τις ίδιες προϋποθέσεις υπόκεινται στους ίδιους κινδύνους.

Η ομαδική ασφάλιση, μπορεί να αφορά το προσωπικό μιας επιχείρησης ή και κάποια άλλη κατηγορία προσώπων και λειτουργεί κυρίως ως ασφάλιση ποσού, με την έννοια ότι ο ασφαλιστής υποχρεώνεται να καταβάλει, σε περίπτωση πραγματοποίησης του ασφαλισμένου κινδύνου, ένα ορισμένο χρηματικό ποσό στο δικαιούχο του ασφαλίσματος (ΑΠ 1348/2022, ΑΠ 912/2021, ΑΠ 678/2020 ΑΠ 162/2017).

Στην ομαδική ασφάλιση επί της ζωής τρίτου, αλλά και εν γένει στις ασφαλίσεις προσώπων, δικαιούχος του ασφαλίσματος μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Ν. 2496/1997, να ορισθεί είτε ο ίδιος ο εκάστοτε ασφαλισμένος, δηλαδή το πρόσωπο που πλήττεται από την πραγματοποίηση του κινδύνου (θάνατος, αναπηρία, ασθένεια), είτε το πρόσωπο που κατονομάζεται από τον ίδιο τον ασφαλισμένο, είτε τέλος ο ίδιος ο αντισυμβαλλόμενος - λήπτης της ασφάλισης.

Όταν δικαιούχος του ασφαλίσματος ορίζεται άλλο πρόσωπο από τον αντισυμβαλλόμενο-λήπτη της ασφάλισης και ειδικότερα ο ίδιος ο ασφαλισμένος ή τρίτο πρόσωπο, που αυτός κατονομάζει, τότε η σύμβαση ομαδικής ασφάλισης επί της ζωής ή της υγείας τρίτου προσλαμβάνει τον χαρακτήρα της γνήσιας σύμβασης υπέρ τρίτου (αρθ. 411 ΑΚ) και ο ασφαλισμένος ή, κατά περίπτωση, ο τρίτος, που αυτός έχει κατονομάσει, με την πραγματοποίηση του ασφαλιστικού κινδύνου αποκτούν το ασφάλισμα εξ ιδίου δικαίου και αποκτούν ευθεία αγωγή κατά του ασφαλιστή (ΑΠ 1348/2022, ΑΠ 1201/2020, ΑΠ 1477/2019, ΑΠ 462/2018).

Παράλληλο με εκείνο του ασφαλισμένου ή του τρίτου αλλά ανεξάρτητο από αυτό, δικαίωμα έχει, στην περίπτωση αυτή, από το άρθρο 410 ΑΚ και ο αντισυμβαλλόμενος-λήπτης της ασφάλισης, ως δέκτης της υπόσχεσης, να απαιτήσει από τον ασφαλιστή να καταβάλει το ασφάλισμα στον ασφαλισμένο ή στον τρίτο,που αυτός έχει κατονομάσει.

Αντίθετα, όταν δικαιούχος του ασφαλίσματος ορίζεται ο ίδιος ο αντισυμβαλλόμενος-λήπτης της ασφάλισης και όχι ο ασφαλισμένος ή το τρίτο πρόσωπο, που αυτός κατονομάζει, τότε η σύμβαση ομαδικής ασφάλισης επί της ζωής ή της υγείας τρίτου προσλαμβάνει, σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ. 1 του Ν. 2496/1997, τη μορφή της ασφάλισης για ίδιο λογαριασμό και δεν φέρει τα χαρακτηριστικά της (γνήσιας ή έστω μη γνήσιας) σύμβασης υπέρ τρίτου.

Στην περίπτωση αυτή, δικαιούχος του ασφαλίσματος και δέκτης της υπόσχεσης του ασφαλιστή είναι ο αντισυμβαλλόμενος - λήπτης της ασφάλισης και όχι ο ασφαλισμένος, ο οποίος απλώς αποτελεί το πρόσωπο του κινδύνου, χωρίς παράλληλα να έχει καμία από τις πιο πάνω ιδιότητες, ήτοι του δικαιούχου του ασφαλίσματος ή του δέκτη της υπόσχεσης του ασφαλιστή.

Συνεπώς αυτός δεν αντλεί κανένα δικαίωμα από την σύμβαση της ομαδικής ασφάλισης ζωής (και εν γένει προσώπου) και γι` αυτό δεν νομιμοποιείται να ασκήσει τις εκ των άρθρων 410 και 411 ΑΚ αγωγές, διότι το δικαίωμα αυτό ανήκει, στον αντισυμβαλλόμενο λήπτη της ασφάλισης και μόνος αυτός νομιμοποιείται να το ασκήσει.

Τέτοια σύμβαση ομαδικής ασφάλισης επί της ζωής για ίδιο λογαριασμό, μπορεί να συνάψει με ομαδικό ασφαλιστήριο μια τράπεζα για να ασφαλίσει την αποπληρωμή των δανείων, που χορηγεί στους πελάτες της-δανειολήπτες κατά των κινδύνων θανάτου τους, της ανικανότητάς τους για εργασία και της ασθένειάς τους. Με τη σύμβαση αυτή, όμως, ουσιαστικά ασφαλίζεται παράλληλα και ο ίδιος ο δανειολήπτης από τους κινδύνους αυτούς, οι οποίοι, αν επέλθουν, θα έχουν ως συνέπεια είτε ο ίδιος είτε, σε περίπτωση θανάτου του, οι κληρονόμοι του, να περιέλθουν σε αδυναμία εξόφλησης του δανείου, γι' αυτό δε στη σύμβαση περιλαμβάνεται συνήθως ο όρος ότι ο ίδιος ο ασφαλισμένος δανειολήπτης θα καταβάλει στον ασφαλιστή το συμφωνηθέν ασφάλιστρο.

Από την έχουσα το ανωτέρω περιεχόμενο ασφαλιστική σύμβαση συνάγεται ότι, αν επέλθει η συμφωνηθείσα ασφαλιστική περίπτωση, ο ασφαλιστής υποχρεούται να καταβάλει στην τράπεζα (λήπτρια της ασφάλισης) το ασφάλισμα, (που στην συγκεκριμένη περίπτωση είναι το ανεξόφλητο ποσό του δανείου), και, συνεπώς, αν η δανείστρια τράπεζα, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, είναι, κατ' αρχήν, η μόνη που νομιμοποιείται ενεργητικά να στραφεί κατά του ασφαλιστή και να ζητήσει να της καταβληθεί το ασφάλισμα αδρανεί και δεν ασκεί την κατά του ασφαλιστή αξίωσή της αυτή, τότε ο ασφαλισμένος δανειολήπτης ή, όταν η ασφαλιστική περίπτωση επήλθε με τον θάνατό του, οι κληρονόμοι του, ως έχοντες άμεσο έννομο συμφέρον, μπορούν να ασκήσουν κατά της αδρανούσας να διεκδικήσει το ασφάλισμα λήπτριας της ασφάλισης και δικαιούχου του ασφαλίσματος τράπεζας και κατά του ασφαλιστή όχι μόνο αναγνωριστική αγωγή κατά το άρθρο 70 ΚΠολΔ, με την οποία θα ζητούν, προς άρση της δημιουργούμενης αβεβαιότητας, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του ασφαλιστή να καταβάλει στην τράπεζα το ασφάλισμα, αλλά και πλαγιαστική αγωγή κατά του ασφαλιστή κατά το άρθρο 72 ΚΠολΔ, ασκώντας κατά του τελευταίου την αξίωση της δανείστριας τράπεζας για την καταβολή του ασφαλίσματος, αφού η αξίωση έχει γεννηθεί και η τράπεζα αδρανεί να την ασκήσει, δεδομένου ότι, μεταξύ των προϋποθέσεων άσκησης της πλαγιαστικής αγωγής, είναι και η ιδιότητα του πλαγιαστικώς ενάγοντος ως δανειστή του δικαιούχου της αξίωσης, που ασκείται με την αγωγή (ΑΠ 1297/2023, ΑΠ 1349/2022, ΑΠ 1348/2022, ΑΠ 462/2020, ΑΠ 965/2015), και, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο ασφαλισμένος δανειολήπτης, εκτός από οφειλέτης της τράπεζας ως υπόχρεος απόδοσης του ληφθέντος δανείου, είναι και δανειστής αυτής, γιατί από την μεταξύ τους συμβατική σχέση έχει "αξίωση ελευθερώσεως" κατά της τράπεζας, δηλαδή αξίωση να προβεί αυτή στην είσπραξη του ασφαλίσματος, όταν επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση, ώστε να ελευθερωθεί ο ίδιος από την υποχρέωσή του να της καταβάλει τις υπολειπόμενες δόσεις του δανείου (ΑΠ 1297/2023, ΑΠ 1349/2022, ΑΠ 1348/2022).

ΙΙ. Στις διατάξεις της παρ.1 του άρθρου 3 του Ν.2496/1997 "Ασφαλιστική σύμβαση, τροποποιήσεις της νομοθεσίας για την ιδιωτική ασφάλιση και άλλες διατάξεις", που αναφέρονται στις νόμιμες προσυμβατικές ανακοινώσεις, ορίζονται τα εξής: "Κατά τη σύναψη της σύμβασης ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται να δηλώσει στον ασφαλιστή κάθε στοιχείο ή περιστατικό που γνωρίζει, το οποίο είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου, καθώς επίσης να απαντήσει σε κάθε σχετική ερώτηση του ασφαλιστή.

Στοιχεία και περιστατικά, για τα οποία ο ασφαλιστής έθεσε σαφείς γραπτές ερωτήσεις, τεκμαίρεται ότι είναι τα μόνα τα οποία επηρεάζουν την από μέρους του εκτίμηση και αποδοχή του κινδύνου. Εάν ο ασφαλιστής συνάψει τη σύμβαση με βάση γραπτές ερωτήσεις, δεν μπορεί να επικαλεστεί το γεγονός ότι: α) συγκεκριμένες ερωτήσεις έμειναν αναπάντητες, β) δεν ανακοινώθηκαν περιστάσεις που δεν αποτελούσαν αντικείμενα ερώτησης, γ) δόθηκε καταφανώς ελλιπής απάντηση σε γενική ερώτηση, εκτός αν ο αντισυμβαλλόμενος ενήργησε κατά τον τρόπο αυτό με πρόθεση να εξαπατήσει τον ασφαλιστή".

Εξάλλου, κατά την παρ.6 του άρθρου 3 του ίδιου ως άνω νόμου, "Σε περίπτωση παράβασης από δόλο της υποχρέωσης που προβλέπεται στην παρ.1 του άρθρου αυτού, ο ασφαλιστής έχει δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση μέσα σε προθεσμία ενός (1) μηνός από τότε που έλαβε γνώση της παράβασης. Αν η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει εντός της παραπάνω προθεσμίας, ο ασφαλιστής απαλλάσσεται της υποχρέωσής του προς καταβολή του ασφαλίσματος.

Ο λήπτης της απόφασης υποχρεούται σε αποκατάσταση κάθε ζημίας του ασφαλιστής". Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγονται τα ακόλουθα: Κατά τη σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης μεταξύ του ασφαλιστή και του λήπτη της ασφάλισης, ο τελευταίος υποχρεούται να δηλώσει στον ασφαλιστή κάθε περιστατικό που γνωρίζει, το οποίο είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του ασφαλιστικού κινδύνου, καθώς επίσης να απαντήσει σε κάθε σχετική ερώτηση του ασφαλιστή.

Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται ως ασφαλιστικό βάρος η δήλωση προς τον ασφαλιστή κάθε στοιχείου ή περιστατικού, που είναι γνωστό στον λήπτη της ασφάλισης και ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου (ΑΠ 1297/2023).Επίσης ο ασφαλιστής έχει δικαίωμα να θέσει στο λήπτη της ασφάλισης συγκεκριμένες γραπτές ερωτήσεις, τις οποίες αυτός οφείλει να απαντήσει.

Τα ζητήματα δε που ο ασφαλιστής έθεσε ως αντικείμενο των ερωτήσεών του τεκμαίρεται (νόμιμο τεκμήριο), ότι είναι τα μόνα που επηρεάζουν την από μέρους του εκτίμηση και αποδοχή του κινδύνου. Δηλαδή αυτά και μόνον θεωρούνται εκ του νόμου ότι είναι στον κύκλο των ζητημάτων και οι επ' αυτών απαντήσεις - πληροφορίες του λήπτη μπορεί να συνιστούν - κατά περίπτωση - αντικειμενικά ουσιώδη στοιχεία για την εκτίμηση του κινδύνου.

Σε περίπτωση παράβασης από το λήπτη της ως άνω υποχρεώσεώς του από δόλο, ο ασφαλιστής, λαμβάνοντας γνώση της παράβασης και σταθμίζοντας τα συμφέροντά του, έχει δικαίωμα είτε να εμμείνει στη σύμβαση, δηλώνοντας ενδεχομένως τούτο ρητά στο λήπτη, είτε να καταγγείλει τη σύμβαση προκαλώντας τη λύση της και έτσι να απαλλαγεί, αμέσως μετά τη συντέλεση της καταγγελίας, από την υποχρέωσή του για την καταβολή του ασφαλίσματος.

Ωστόσο, το εν λόγω δικαίωμα για καταγγελία υπόκειται σε αποσβεστική προθεσμία, αφού ο ασφαλιστής δικαιούται να προβεί στην καταγγελία μέσα σε προθεσμία ενός μηνός από τότε που έλαβε γνώση της παράβασης. Ευνόητο είναι ότι μετά την άπρακτη πάροδο αυτής της προθεσμίας ο ασφαλιστής τεκμαίρεται αμάχητα ότι εμμένει στη σύμβαση.

Τα δικαιώματα αυτά παρέχονται στον ασφαλιστή, ανεξαρτήτως της υπάρξεως αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της από δόλο μη δήλωσης και της επέλευσης του ασφαλισμένου κινδύνου, δηλαδή δεν έχει σημασία, αν η από δόλο μη ανακοίνωση ή καταφανώς ελλιπής απάντηση σε γραπτές ερωτήσεις του ασφαλιστή συνέχονται με τον ασφαλισμένο κίνδυνο, αφού η σύνδεση της ασφαλιστικής περίπτωσης με το συγκεκριμένο ασφαλιστικό βάρος, δεν ανάγεται σε προϋπόθεση για την απαλλαγή του ασφαλιστή (ΑΠ 13/2018, ΑΠ 720/2007).

Για την ενεργοποίηση του ως άνω δικαιώματος καταγγελίας της σύμβασης απαιτείται δόλος του ασφαλισμένου, δηλαδή γνώση για το αποκρυβέν γεγονός και θέληση να το αποκρύψει, διότι ο νόμος θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη 330 ΑΚ, με την οποία ορίζεται "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του.

Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 ΠΚ. Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και, παρά ταύτα, δεν εφίσταται αυτής.

Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξης του και το "αποδέχεται". Σημειώνεται ότι ειδικά στις ασφαλίσεις ζωής ή ασθενειών για τη θεμελίωση δικαιώματος καταγγελίας η αμέλεια δεν αρκεί, αλλά απαιτείται οπωσδήποτε πρόθεση, όπως εξάγεται από την παρ. 8 του ανωτέρω άρθρου (ΑΠ 1101/2010).

Βασική όμως προϋπόθεση είναι ότι το αποκρυβέν περιστατικό ή στοιχείο είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου από τον ασφαλιστή, ασχέτως του αν επέδρασε ή όχι στην επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης ή στην έκταση της ζημίας που προκλήθηκε, δηλαδή δεν έχει σημασία, αν η από δόλο μη ανακοίνωση ή καταφανώς ελλιπής απάντηση σε γραπτές ερωτήσεις του ασφαλιστή συνέχονται με τον ασφαλισμένο κίνδυνο, αφού η σύνδεση της ασφαλιστικής περίπτωσης με το συγκεκριμένο ασφαλιστικό βάρος, δεν ανάγεται σε προϋπόθεση για την απαλλαγή τού ασφαλιστή.

Επομένως, δεν δίνει στον ασφαλιστή το δικαίωμα καταγγελίας οποιαδήποτε απόκρυψη, αλλά μόνο εκείνου του γεγονότος που θα ήταν δυνατό να οδηγήσει σε μη κατάρτιση της σύμβασης ασφάλισης ή σε κατάρτισή της με διαφορετικούς όρους. Το ουσιώδες δεν κρίνεται υποκειμενικά κατά τις αντιλήψεις του συγκεκριμένου ασφαλιστή, αλλά αντικειμενικά σύμφωνα με τις αρχές της ενδεδειγμένης ασφαλιστικής τεχνικής.

Είναι δε ουσιώδες το περιστατικό αυτό, όταν συμβάλλει στην ορθή εκτίμηση του ασφαλιστικού κινδύνου, δηλαδή της δυνατότητας να επέλθει η οικονομική ανάγκη που καλύπτει η ασφάλιση, πράγμα το οποίο, στη συνέχεια, είναι αναγκαίο για τον καθορισμό ενός δίκαιου ασφαλίστρου ή για τον περιορισμό της ζημίας (ΑΠ 1297/2023, ΑΠ 627/2016).

Ωστόσο, αν ο ασφαλιστής, όπως έχει δικαίωμα, επιλέξει να υποβάλλει στον αιτούντα την ασφάλιση συγκεκριμένες γραπτές ερωτήσεις σχετικά με τον υπό ανάληψη κίνδυνο, δεν μπορεί κατά τα άνω να επικαλεστεί παραβίαση ουσιωδών περαστικών του κινδύνου εκ μέρους του λήπτη της ασφάλισης αν πρόκειται για περιστατικό που δεν περιέχεται στο ερωτηματολόγιο.

Το νόημα του καθιερούμενου εν προκειμένω νόμιμου τεκμηρίου είναι ότι περιορίζει το εύρος των κρίσιμων περιστατικών στα όρια ακριβώς του ερωτηματολογίου. Αν το αποκρυβέν περιστατικό είναι μέσα στα όρια αυτά, δεν σημαίνει ότι χωρίς άλλο είναι και αντικειμενικά ουσιώδες κατά την ανωτέρω έννοια. Ο επικαλούμενος την απόκρυψη ασφαλιστής οφείλει να αποδείξει και τα δύο:

Και ότι για το περιστατικό υποβλήθηκε ερώτηση και ότι το αποκρυβέν είναι αντικειμενικά ουσιώδες (ΑΠ 1047/2019, ΑΠ 529/2018, ΑΠ 755/2014). Σε περίπτωση που η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει πριν την εκ μέρους του ασφαλιστή γνώση της παράβασης, πρέπει, κατ' αναλογική εφαρμογή των άνω διατάξεων (διότι δεν προβλέπεται ρητώς), να γίνει δεκτό, ότι ο τελευταίος απαλλάσσεται, μάλιστα δε αμέσως μετά την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, από την υποχρέωση του προς καταβολή του ασφαλίσματος (ΑΠ 356/2023, ΑΠ 1297/2023, ΑΠ 808/2022, ΑΠ 262/2020, ΑΠ 1982/2017, ΑΠ 627/2016, ΑΠ 170/2015,, ΑΠ 1047/2019, ΑΠ 1982/2017, ΑΠ 1431/2015, ΑΠ 1047/2019, ΑΠ 755/2014).

Κατά το άρθρο 559 αριθ.8 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκούμενοι με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο εφέσεως ή αντεφέσεως, ο οποίος αφορά αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών (ΑΠ 1434/2010, ΑΠ 248/2019, ΑΠ 62/2002), όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου εφέσεως, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (ΑΠ 185/2002).

Δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1997) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996 ΕλλΔνη 1996.1319, ΑΠ 1434/2010) ή παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή, που δεν ασκούσε επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/1989, ΑΠ 559/2020, ΑΠ 282/2012).

Ο λόγος αυτός ιδρύεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του άλλη βάση (ΑΠ 1350/2003 ΕλλΔνη 2004.1361) ή ανύπαρκτη βάση αγωγής ή ανύπαρκτο λόγο έφεσης (ΟλΑΠ 22/2005 ΕλλΔνη 2005.715) ή αν το Εφετείο εξετάσει σφάλματα της εκκαλουμένης που δεν έχουν προβληθεί με λόγο έφεσης (ΑΠ 496/2010). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός και ιδίως στην περίπτωση της λήψης υπόψη πραγματικού ισχυρισμού που δεν προτάθηκε νόμιμα, θα πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο ποιος είναι ο ισχυρισμός που λήφθηκε υπόψη χωρίς να προταθεί (ΑΠ 256/2012).

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 8 του άρθ. 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δέχθηκε εσφαλμένα ότι η εκκαλούσα(ήδη αναιρεσίβλητη) με τον 4ο λόγο εφέσεως επανέφερε την ένσταση εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη συνεπεία συνδρομής εξαιρουμένου κινδύνου, όπως είναι η σοβαρή χρόνια ασθένεια του καρκίνου από την οποία έπασχε ο ασφαλισμένος, ενώ στην πραγματικότητα με τον 4ο λόγο εφέσεως η εκκαλούσα δεν επανέφερε τέτοια ένσταση στο Εφετείο αλλά την απολύτως διακριτή ένστασή της περί εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη λόγω της πάθησης της υπερλιπιδαιμίας, για την οποία τόσο το Πρωτοδικείο όσο και το Εφετείο δέχθηκαν ότι δεν συνέτρεχε.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της υπ'αριθ. 4232/2019 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών προκύπτει ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο αποβιώσας πατέρας της αναιρεσείουσας έπασχε από την πάθηση της υπερλιπιδαιμίας πριν από τη σύναψη της σύμβασης ασφάλισης, ενώ έκρινε (ότι αποδείχθηκε) ότι ο αποβιώσας παρέλειψε το έτος 2008 να γνωστοποιήσει στην ασφαλιστική εταιρία ότι το έτος 2005 είχε υποβληθεί σε νεφρεκτομή του αριστερού νεφρού με τον εντοπισμό αδενοκαρκινώματος, απαντώντας αρνητικά στην σχετική ερώτηση, όχι από δόλο αλλά επειδή θεωρούσε ότι η πάθησή του αυτή είχε ιαθεί πλήρως, όπως τον είχαν διαβεβαιώσει οι θεράποντες ιατροί του.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε την αγωγή της αναιρεσείουσας. Από την επισκόπηση του δικογράφου της από 20-5-2019 εφέσεως που άσκησε η αναιρεσίβλητη προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία με τους πρώτο και τρίτο λόγους της έφεσής της προσέβαλε την εκκαλουμένη απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων ως προς αμφότερες τις απορριφθείσες ενστάσεις της περί εξαίρεσης του αποβιώσαντος από την ασφαλιστική κάλυψη, ήτοι τόσο κατά το σκέλος που έκρινε ότι ο ασφαλισμένος παρέλειψε να αναφέρει για τον καρκίνο του αριστερού του νεφρού όχι δολίως, αλλά επειδή θεωρούσε ότι η ασθένειά του είχε θεραπευθεί, όσο και κατά το σκέλος με το οποίο έκρινε ότι ο ασφαλισμένος δεν έπασχε από την πάθηση της υπερλιπιδαιμίας πριν από τη σύναψη της σύμβασης ασφάλισης και ότι καλώς δεν την ανέφερε.

Με τον 4ο λόγο της έφεσής της η εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρία πλήττει την πρωτόδικη απόφαση διότι απέρριψε την υπ'αυτής υποβληθείσα ένσταση εξαίρεσης ασφαλιστικής κάλυψης κατ'άρθ. 19 παρ.1 στοιχ. ε και παρ.2 των γενικών όρων και άρθ. 6 του προσαρτήματος 1 του ασφαλιστηρίου στο οποίο αναφερόταν ότι εξαιρούνταν από την ασφαλιστική κάλυψη δώδεκα χρόνιες σοβαρές παθήσεις, μεταξύ των οποίων και ο καρκίνος, στη συνέχεια δε ισχυρίζεται ότι η εκκαλουμένη κατά κακή εκτίμηση των αποδείξεων έκρινε ότι ο ασφαλισμένος δεν έπασχε από την πάθηση της υπερλιπιδαιμίας πριν από την ασφάλιση.

Η προσβαλλομένη απόφαση έκρινε ότι αποδείχθηκε ότι η υπερλιπιδαιμία και η λιπώδης διήθηση του ήπατος δεν αποτελούσαν, κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης ασφάλισης ζήτημα, που η ασφαλιστική εταιρία έθεσε ως αντικείμενο των ερωτήσεών της προς τον αιτούντα την ασφάλιση και ότι οι νόσοι αυτές δεν ήταν σοβαρές, ούτως ώστε να είναι ικανές να επηρεάσουν την κατάρτιση της συγκεκριμένης σύμβασης ασφάλισης ή το περιεχόμενο των όρων και γι'αυτό απέρριψε τους λόγους έφεσης (1ο και 3ο), με τους οποίους προσβλήθηκε η εκκαλουμένη διότι απέρριψε την ένσταση ακυρότητος της ασφαλιστικής σύμβασης και απαλλαγής της εκκαλούσας ασφαλιστικής εταιρίας για παράβαση από δόλο ων υποχρεώσεών του αναφορικά με τις ως άνω νόσους.

Περαιτέρω όμως δέχθηκε ότι η ένσταση εξαίρεσης της ασφαλιστικής κάλυψης λόγω μη επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης συνεπεία συνδρομής εξαιρουμένου κινδύνου, όπως η σοβαρή χρόνια ασθένεια του καρκίνου από την οποία έπασχε ο ασφαλισμένος, την οποία επανέφερε η εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρία με τον 4ο λόγο εφέσεως είναι βάσιμη κατά νόμον αλλά και κατ'ουσίαν και γι'αυτό, κατά παραδοχή αυτής, έκανε δεκτή την έφεση ως βάσιμη κατ'ουσίαν και, χωρίς να ερευνήσει τους λοιπούς (5ο, 7ο και 8ο) λόγους, απέρριψε την από 3-4-2014 αγωγή της αναιρεσείουσας.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν υπέπεσε στην παράβαση εκ του αριθ. 8 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, καθόσον με τον πρώτο, τρίτο και (εν μέρει) με τον τέταρτο λόγο έφεσης προσβλήθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και ως προς την απόρριψη της ανωτέρω ένστασης εξαίρεσης της ασφαλιστικής κάλυψης συνεπεία και της συνδρομής της σοβαρής χρόνιας ασθένειας του καρκίνου και συνεπώς αυτό νομίμως ασχολήθηκε με την με αυτούς νομίμως επαναφερθείσα ένσταση της αναιρεσίβλητης σχετικά με την εξαίρεση από την ασφαλιστική κάλυψη λόγω της εκ δόλου απόκρυψης της νόσου του καρκίνου, την οποία ένσταση δέχθηκε κατ'ουσίαν, απορρίψασα την αγωγή.

Επομένως, δεν έλαβε υπόψη της πράγματα μη προταθέντα και συνεπώς ο πρώτος (κύριος) λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ` αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με το λόγο αυτό αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 367/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 531/2014).

Για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 KΠολΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, καθώς και ποια η έννομη συνέπεια, η οποία καταγνώσθηκε με βάση την τυχόν παραβίαση (ΑΠ 1252/2021, ΑΠ 1662/2009, ΑΠ 778/2009), στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 19/2020).

Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α` του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 367/2020).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 367/2020).

Για να είναι, συνεπώς, ορισμένος ο από τον αριθμό 19 του άνω άρθρου λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, ο κανόνας δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών, καθώς επίσης:

α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει και τούτα σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 16/2006, ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 81/2020, ΑΠ 23/2020, ΑΠ 1184/2015).Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ` αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος, καθόσον ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 367/2020, ΑΠ 548/2020). Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (ΑΠ 367/2020)ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς (ΑΠ 367/2020 ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995), οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 548/2020, ΑΠ 367/2020).

Με τον δεύτερο, επικουρικά προβαλλόμενο, λόγο αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για παράβαση από τον αριθ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθ. 3 παρ.1 ν.2496/1997, καθόσον έλαβε υπόψη του για την εκτίμηση και αποδοχή του κινδύνου και τους γενικούς όρους του ομαδικού ασφαλιστηρίου (άρθ. 19 παρ.1 στοιχ.

ε'και παρ.2 των γενικών όρων και άρθ. 6 του προσαρτήματος 1 (ασφάλιση ζωής) του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, αν και ο αποβιώσας είχε απαντήσει σε σαφείς γραπτές ερωτήσεις της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας, οι απαντήσεις στις οποίες είναι οι μόνες που επιτρέπεται να λάβει υπόψη της η αναιρεσίβλητη για την εκτίμηση και αποδοχή του κινδύνου.

Με τον επίσης επικουρικά προβαλλόμενο τρίτο αναιρετικό λόγο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για παράβαση εκ του αριθ. 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το Εφετείο απέρριψε την υπό της αναιρεσείουσας υποβληθείσα αντένσταση καταχρήσεως δικαιώματος της αναιρεσίβλητης να επικαλεστεί την εξαίρεσή της από την ασφαλιστική κάλυψη, καθόσον με πρωτοβουλία της ίδιας της ασφαλιστικής εταιρίας αποσιωπήθηκε από την αίτηση ασφάλισης ο περιεχόμενος στο ομαδικό ασφαλιστήριο όρος περί εξαιρέσεως από την ασφαλιστική κάλυψη όσων πάσχουν ή έπασχαν από τις συγκεκριμένες χρόνιες παθήσεις, μεταξύ των οποίων και ο καρκίνος, στην οποία αίτηση περιλαμβάνεται ως όρος εξαίρεσης της ασφαλιστικής κάλυψης μόνο αν η εν λόγω πάθηση υπάρχει κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης και ότι το Εφετείο, για την απόρριψη αυτή της αντένστασης περιορίστηκε σε αναφορά των γενικών όρων, χωρίς να απαντά αιτιολογημένα σε αυτήν.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι αυτή διέλαβε, αναφορικά με τους εδώ ερευνώμενους αναιρετικούς λόγους, τα ακόλουθα: "Η ανήλικη θυγατέρα της ενάγουσας για λογαριασμό της οποίας ενεργεί (ήδη αναιρεσείουσα), τυγχάνει μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος του Ι. Τ. του Α., ο οποίος απεβίωσε στην Κηφισιά Αττικής στις 4.3.2011.

Ο ως άνω αποβιώσας κατήρτισε με την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «Α. Τ. της Ε. «Α. με δ.τ. «A.» την υπ' αριθ. 55/2008 σύμβαση τοκοχρεολυτικού στεγαστικού δανείου, ύψους 180.000 ευρώ με σκοπό την αγορά και βελτίωση διαμερίσματος Α ορόφου (Α - 2) στην Κηφισιά και επί της οδού Κυνηγών αριθ. 14 (...). Το δάνειο αυτό, συνολικού ποσού 180.000 ευρώ, ήταν εξοφλητέο από τον δανειολήπτη κατά το σύστημα της σύνθετης τοκοχρεολυσίας, με την καταβολή διακοσίων σαράντα (240) συνεχών μηνιαίων τοκοχρεολυτικών δόσεων.

Την 9.7.2008, ο άνω δανειολήπτης, ηλικίας 54 ετών, με ημερομηνία γέννησης την 9.12.1954, υπέβαλε αίτηση περί συμμετοχής του στο υπ'αριθ. ... Ομαδικό Α. Σ. της Α. Α. για τους Δανειολήπτες στεγαστικών δανείων ή δανείων καταναλωτικής πίστης (SMART) ή επαγγελματικής στέγης, που είχε συνάψει η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «Α.

Τ. της Ε. «Α. με την ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "Α. Α. Α.", για τον κάλυψη κινδύνου θανάτου ή μόνιμης ολικής ανικανότητας από ασθένεια ή ατύχημα. Η άνω προδιατυπωμένη αίτηση συμμετοχής στο Ομαδικό Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο No ... της Α. Α. Α. και δήλωση εκχώρησης ασφαλίσματος συντάχθηκε και συμπληρώθηκε από τους αρμοδίους υπαλλήλους της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «Α.

Τ. της Ε. «Α., η οποία ετύγχανε και η δικαιούχος του ασφαλίσματος, σε περίπτωση επέλευσης του ασφαλιζόμενου κινδύνου, βάσει των απαντήσεων, που έδινε ο αιτών Ι. Τ. στις εκάστοτε ερωτήσεις στα διάφορα πεδία, ακολούθως δε εκτυπώθηκε και υπεγράφη από τον τελευταίο και τον αρμόδιο υπάλληλο της A. B.. Αναφορικά με το περιεχόμενο της εν λόγω αιτήσεως ασφάλισης, σημειώνεται, ότι σε αυτήν γίνεται αναφορά της ημερομηνίας σύνταξής της, των στοιχείων του ασφαλιζόμενου και του αριθμού λογαριασμού του δανείου, του δικαιούχου του ασφαλίσματος (A.

B.) του ασφαλιζόμενου κεφαλαίου (Το 100% του υπολοίπου του άληκτου κεφαλαίου του Δανείου) ενώ περιέχει και ενσωματωμένο ερωτηματολόγιο υγείας. Επιπλέον στην ίδια αίτηση υπάρχει ειδική παράγραφος με θέμα: "Α. Δηλώσεις Υγείας", στην οποία αναφέρεται επί λέξει ότι: "δεν συμμετέχουν στην ασφάλιση δανειολήπτες, που πάσχουν από τις κάτωθι χρόνιες παθήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 19 των όρων του Συμβολαίου:

Καρδιακή προσβολή, Εγκεφαλικό επεισόδιο, Στεφανιαία νόσο, Καρκίνο, Χρόνια Νεφρική Ανεπάρκεια, Πάρκινσον, Μεταμόσχευση οργάνων, Κίρρωση Ήπατος, Απομυελωτική νόσο του Κεντρικού Νευρικού συστήματος, Παραπληγία, Ημιπληγία, Τετραπληγία". Στην άνω αίτηση επισυνάπτεται και ενημερωτικό σημείωμα, στο οποίο περιλαμβάνονται οι ασφαλιστικές καλύψεις - παροχές σε περίπτωση επελεύσεως θανάτου από οποιαδήποτε αιτία και μόνιμης ολικής ανικανότητας λόγω ασθένειας ή ατυχήματος, καθώς και οι εξαιρέσεις από την κάλυψη, ενώ ορίστηκε ότι το ανώτατο ασφαλιζόμενο ποσό δανείου για κάθε δανειολήπτη είναι το ποσό των 250.000 ευρώ.

Σημειώνεται δε ότι στο πεδίο των εξαιρέσεων από την ασφαλιστική κάλυψη σε περίπτωση επελεύσεως θανάτου αναφέρεται επί λέξει: "Εξαιρούνται και δεν καλύπτονται α.... β,.,.γ. Προγενέστερες της Ασφάλισης αναπηρίες ή ασθένειες, καθώς και τα επακόλουθα ή οι επιπλοκές τους... δ..". Τα πεδία στο ερωτηματολόγιο υγείας, όπως προειπώθηκε, συμπληρώθηκαν από τους υπαλλήλους της άνω τράπεζας βάσει των σχετικών απαντήσεων του Ι.

Τ. στις εκάστοτε ερωτήσεις. Συγκεκριμένα μεταξύ άλλων τέθηκαν και οι ακόλουθες ερωτήσεις σε αυτόν "1. Έχετε κάποια αναπηρία ή παράλυση (ακριβή αιτιολογία χρόνοι έναρξης, βαθμό αναπηρίας σχετική απόφαση Α.Υ.Ε.) 2. Πάσχετε από κάποια χρόνια σοβαρή πάθηση; (καρδιάς, υπέρταση, αγγείων, λευχαιμία, διαβήτη, πνευμόνων, εγκεφάλου, νευρολογική, συκωτιού, στομάχου ή νεφρών, HIV, AIDS, προβλήματα αρθρώσεων, οφθαλμών και αυτιών)." Σε αυτές τις ερωτήσεις, που του υποβλήθηκαν, ο ερωτηθείς σχετικά ασφαλισμένος απάντησε αρνητικά, οπότε τα οικεία πεδία συμπληρώθηκαν αντίστοιχα από τον αρμόδιο υπάλληλο της τράπεζας στην ένδειξη ΌΧΙ".

Στη συνέχεια του ερωτηματολογίου περιλήφθηκε επιπλέον και ο όρος ότι "δηλώνω υπεύθυνα [εννοείται ο αιτών και μετέπειτα ασφαλισμένος] ότι δεν παρέλειψα οτιδήποτε σχετικό με την κατάσταση της υγείας μου ή της σωματικής μου ακεραιότητας, αποδέχομαι δε πως κάθε απόκρυψη στοιχείων ή ψευδής δήλωση ή ελλιπείς απαντήσεις του ερωτηματολογίου υγείας μου, αποτελούν λόγο ακύρωσης της ασφάλισης εξ αρχής (άρθρο 3 του ν. 2496/1997)".

Ακολούθως, μετά την υποβολή της ως άνω αιτήσεως και τη συμπλήρωση του ερωτηματολογίου, η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, στην οποία διαβιβάσθηκε (η αίτηση ασφάλισης), ενέταξε τον Ι. Τ. στο Ομαδικό Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο No ..., που είχε συνάψει η «Α. Τ. της Ε. «Α. με την "Α. Α. Α." για τις παροχές Ζωής ή Μόνιμης Ολικής Ανικανότητας από ατύχημα ή ασθένεια, σύμφωνα με τους όρους του ανωτέρω Ομαδικού Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου, που έλαβε γνώση και παρέλαβε ο Ασφαλισμένος {(σχετ.

η από 9.7.2008 Βεβαίωση συμμετοχής στην Ομαδική Ασφάλιση Δανειοληπτών Στεγαστικών Δανείων - Δανείων Επαγγελματικής Στέγης - Δανείων Καταναλωτικής Πίστης (smart) στην οποία αναγράφεται επί λέξει: "Με την παρούσα βεβαιώνεται ότι ο/η κ. Τ. Ι., που έχει λάβει το υπ' αριθ. ... στεγαστικό δάνειο, δάνειο επαγγελματικής στέγης ή δάνειο καταναλωτικής πίστης (smart) της A., είναι ασφαλισμένος/η με το Ομαδικό Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο νο ...

που έχει συνάψει η A. με την Α. Α. για τις παροχές Ζωής ή Μόνιμης Ολικής Ανικανότητας από ατύχημα ή ασθένεια, σύμφωνα με τους όρους του ανωτέρω Ομαδικού Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου που έλαβε γνώση και παρέλαβε ο Ασφαλισμένος"}. Στο άνω Ομαδικό Ασφαλιστήριο Ζωής συμφωνήθηκε, ότι η Ασφαλίστρια Εταιρεία είναι η "Α.

«Α. Α., η οποία εκδίδει το ασφαλιστήριο συμβόλαιο, Λήπτης της Ασφάλισης είναι το νομικό ή φυσικό πρόσωπο, που συνάπτει τη σύμβαση ασφάλισης με την Εταιρεία, Ασφαλισμένος είναι κάθε φυσικό πρόσωπο (οφειλέτης ή συνοφειλέτης) το οποίο έχει δανειοδοτηθεί από το Συμβαλλόμενο με δάνειο στεγαστικό ή ενυπόθηκο δάνειο καταναλωτικής πίστης (smart) ή επαγγελματικής στέγης, έχει δε ενταχθεί στο πρόγραμμα "Ομαδική ασφάλιση δανειοληπτών Α.Τ.Ε." και είναι ηλικίας μεγαλύτερης από 18 ετών και μέχρι και 60 ετών κατά την ένταξή του στην ασφάλιση, ενώ ορίστηκε ως δικαιούχος του ασφαλίσματος η Α.

Τ. της Ε. Α., Περαιτέρω αναφέρεται ότι ο "Δανειολήπτης (οφειλέτης - συνοφειλέτης) έχει παράξει ήδη με την αίτησή του την ανέκκλητη εντολή, πληρεξουσιότητα και το δικαίωμα στην Α., να εισπράττει απευθείας από την Α. Α. το ποσό του ανεξόφλητου δανείου - κατά την ημερομηνία θανάτου ή Μόνιμης Ολικής Ανικανότητας από Ατύχημα ή Ασθένεια, όπως αυτό ορίζεται στον Πίνακα Παροχών του Ομαδικού Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου." Με βάση τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, μεταξύ της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας «Α.

Τ. της Ε. «Α. και της Ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "Α. Α.", συνήφθη γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, με ασφαλισμένο και υπόχρεο καταβολής των ασφαλίστρων τον ως άνω αποβιώσαντα (δέκτη της υπόσχεσης), με ασφαλίστρια την ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "Α. Α. Α." (υποσχόμενη), η οποία είναι υπόχρεη προς καταβολή του ασφαλίσματος, σε περίπτωση επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου, και με λήπτρια της ασφάλισης την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «Α.

Τ. της Ε. «Α., η οποία ορίσθηκε ως δικαιούχος του ασφαλίσματος. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, βάσει του άρθρου 7 των Γενικών Όρων ασφάλισης του άνω ομαδικού συμβολαίου, που αφορούσε τις βασικές υποχρεώσεις του συμβαλλομένου, του ασφαλισμένου και του δικαιούχου, ρητώς προβλεπόταν ότι: "1. Κατά τη σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης:

Ο συμβαλλόμενος και ο Ασφαλισμένος υποχρεούνται να δηλώσουν στην Εταιρία κάθε στοιχείο ή περιστατικό ή πληροφορία, που γνωρίζουν, το οποίο είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου, που αναλαμβάνει, καθώς επίσης να απαντήσουν με ειλικρίνεια και πληρότητα σε κάθε σχετική ερώτηση της Εταιρίας και των συνεργατών της, καθώς και στις ερωτήσεις που περιέχονται στην "Αίτηση Συμμετοχής & Δήλωση Εκχώρησης Ασφαλίσματος".

Κάθε ψευδής ή από πλάνη δήλωση του Συμβαλλομένου ή των Ασφαλιζομένων ή αποσιώπηση γνωστών σ' αυτούς περιστατικών, αποτελούν λόγους καταγγελίας της Ασφάλισης ή της συμμετοχής του Ασφαλισμένου στην Ασφάλιση, αν η δήλωση ή η αποσιώπηση είναι τέτοια, ώστε η Εταιρεία, εάν γνώριζε την αλήθεια, δεν θα έκανε την ασφάλιση ή δεν θα τη δεχόταν με τους όρους του παρόντος." Στο άρθρο 19 των ιδίων γενικών όρων ασφάλισης του ομαδικού ασφαλιστηρίου συμβολαίου περιλαμβάνονται οι εξαιρέσεις της ασφαλιστικής κάλυψης.

Μάλιστα σε αυτό αναφέρεται επί λέξει: "Το Ασφαλιστήριο δεν καλύπτει κινδύνους που οφείλονται ή συσχετίζονται άμεσα ή έμμεσα με τις ακόλουθες υποχρεώσεις:.. ε. Προγενέστερες της Ασφάλισης αναπηρίες ή ασθένειες, καθώς και τα επακόλουθα ή οι επιπλοκές τους.... Επιπροσθέτως των όσων αναγράφονται παραπάνω εξαιρούνται και δεν συμμετέχουν της Ασφάλισης δανειολήπτες που πάσχουν ή διαπιστωθεί ότι έπασχαν πριν την Ασφάλιση από τις παρακάτω χρόνιες σοβαρές παθήσεις:... 4 Καρκίνος..." Τέλος στο Προσάρτημα 1 με τίτλο "Ασφάλιση Ζωής" το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου και ισχύουν κατ' αρχήν οι Γενικοί Όροι Ομαδικής Ασφάλισης (άρθρα 1-19) στους οποίους προσαρτάται, στο άρθρο 6 Εξαιρέσεις ορίστηκε: "όπως ορίζονται στους Γενικούς Όρους" Ως "ασθένεια" δε ορίστηκε στο άρθρο 1 περ θ των γενικών όρων του ίδιου συμβολαίου: "κάθε βλάβη που παρουσιάζεται στην υγεία του ασφαλισμένου, εφόσον είναι ανεξάρτητη από τη θέλησή του και προέρχεται από αιτία ή αιτίες οι οποίες δεν υπήρχαν ή υπήρχαν αλλά ο Ασφαλισμένος αγνοούσε την ύπαρξή τους κατά τη σύναψη του Ασφαλιστηρίου, είναι αντικειμενικά διαγνώσιμη και δεν οφείλεται σε ατύχημα", ενώ στο άρθρο 19 των γενικών όρων του ίδιου συμβολαίου, ως "καρκίνος" ορίστηκε: "Κάθε κακοήθης όγκος που χαρακτηρίζεται από ανεξέλεγκτη ανάπτυξη και εξάπλωση των καοηθών κυττάρων και τη διήθηση ιστών.

Συμπεριλαμβάνεται η νόσος του Hodgkin πλην του πρώτου σταδίου, η λευχαιμία και το κακοήθες μελάνωμα. Εξαιρούνται το μη διηθητικό καρκίνωμα in situ, κάθε καρκίνος του δέρματος και η λεμφοκυτταρική λευχαιμία". Τέλος από τον επισυναπτόμενο στο άνω ασφαλιστήριο συμβόλαιο πίνακα παροχών αποδεικνύεται, ότι συμφωνήθηκε, πως σε περίπτωση επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου και συγκεκριμένα, σε περίπτωση θανάτου του ασφαλισμένου, από οποιαδήποτε αιτία, η ασφαλιστική εταιρία υποχρεούται να καταβάλει στους δικαιούχους (εδώ δανείστρια τράπεζα) ποσό ίσο με το 100% ή ποσοστό του υπολοίπου άληκτου κεφαλαίου που ισχύει στην έναρξη της τρέχουσας δόσης, κατά την ημερομηνία του συμβάντος, όπως αυτό διαμορφώνεται από την, χωρίς καθυστέρηση, καταβολή των δόσεων αποπληρωμής του.

Περαιτέρω, όπως αναφέρθηκε και ανωτέρω, ο δανειολήπτης και ασφαλισμένος Ι. Τ. απεβίωσε στις 4 Μαρτίου 2011, στην ευρισκόμενη στην Κηφισιά Αττικής οικία του, ο δε θάνατός του επήλθε, όπως αναγράφεται στην με αριθμό 67 τόμος 1 έτος 2011 συνταχθείσα ληξιαρχική πράξη θανάτου, του Ληξιάρχου Κηφισιάς, από "καρδιακή ανακοπή, οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου, υπερλιπιδαιμία".

Μάλιστα στο από 4.3.2011 Ιατρικό Πιστοποιητικό Θανάτου, που υπογράφει ο Ιατρός καρδιολόγος Μ. Δ., ως νόσος, που προκάλεσε κατευθείαν το θάνατο, ορίστηκε η "καρδιακή ανακοπή", ως προηγηθείσα αιτία το "Οξύ έμφραγμα Μυοκαρδίου" και, ως υποκείμενη (αρχική) αιτία, η "υπερλιπιδαιμία". Κατά το χρόνο του θανάτου του άφησε πλησιέστερη συγγενή του και μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμο του την ανήλικη θυγατέρα του Μ.

Π. Τ., της οποίας τη γονική μέριμνα ασκεί η μητέρα της Ι. Δ. (...). Η Ι. Δ., με την ιδιότητά της ως μόνης ασκούσας τη γονική μέριμνα της ανήλικης θυγατέρας της Μ. Π. Τ., γνωστοποίησε το γεγονός του θανάτου αυτού στην δανείστρια τράπεζα Α. Τ. της Ε. Α., η οποία εν συνεχεία ενημέρωσε την ασφαλιστική εταιρεία Α. Α. Α., αποστέλλοντάς της και τον ιατρικό φάκελο του ανωτέρω, με σκοπό την καταβολή του ασφαλίσματος, από την Ασφαλιστική Εταιρεία στην δανείστρια Τράπεζα, λόγω επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης του θανάτου του ασφαλισμένου.

Η τελευταία απέστειλε προς την Α. Τ. της Ε. Α. το με αριθ. πρωτ. 07764 από 25.7.2011 έγγραφό της με το οποίο της γνωστοποίησε την πρόθεσή της περί μη καταβολής του ασφαλίσματος, καθόσον, βάσει των προσκομισθέντων ιατρικών στοιχείων, προέκυψε ότι ο αποβιώσας, ενώ γνώριζε ότι έπασχε από Ca αριστερού νεφρού, νεφρεκτομή τον Απρίλιο 2005 και δη πριν από την ημερομηνία ασφάλισης, δεν δήλωσε την πάθησή του, κατά τη συμπλήρωση και υπογραφή της αιτήσεως ασφάλισης, παρά το γεγονός, ότι ρητώς αποκλείονται και δεν συμμετέχουν στην ασφάλιση δανειολήπτες, που πάσχουν από τις αναφερόμενες στο άρθρο 19 των όρων του ομαδικού ασφαλιστηρίου συμβολαίου, χρόνιες παθήσεις, μεταξύ των οποίων και η ανωτέρω, παραβαίνοντας την υποχρέωσή του, που απορρέει από τις διατάξεις του ν. 2496/1997.

Στο εν λόγω έγγραφο μάλιστα αναφέρει επί λέξει: "Μετά την ολοκλήρωση της παραλαβής των δικαιολογητικών, που αφορούν στον θάνατο του πιο πάνω Ασφαλισμένου και μετά από τον έλεγχό τους, σας ενημερώνουμε ότι με βάση τους όρους του σχετικού Ομαδικού Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου (άρθρο 7 σελ. 10, 17 παρ: "κάθε ψευδής ή από πλάνη δήλωση...") σε εφαρμογή του Ν. 2496/97, άρθρο 3 παρ. 6 απορρίπτεται το αίτημα για αποζημίωση.

Οφείλουμε να επισημάνουμε, ότι στην Αίτηση Συμμετοχής στην Ασφάλιση (επισυνάπτεται) και ειδικότερα στο σημείο Α. ΔΗΛΩΣΕΙΣ ΥΓΕΙΑΣ, αναφέρεται ρητά ότι δεν συμμετέχουν στην ασφάλιση δανειολήπτες, που πάσχουν από τις κάτωθι χρόνιες παθήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 19 των όρων του Συμβολαίου: καρδιακή προσβολή, Εγκεφαλικό επεισόδιο, Στεφανιαία νόσο, Καρκίνο, Χρόνια Νεφρική Ανεπάρκεια, Πάρκινσον, Μεταμόσχευση οργάνων, κίρρωση Ηπατος, Απομυελωτική νόσο του κεντρικού νευρικού συστήματος, Παραπληγία, Ημιπληγία, Τετραπληγία όπως και η περίπτωση του κ.

Τ. (Ca αριστερού νεφρού, νεφρεκτομή τον Απρίλιο 2005)". Την εν λόγω απάντηση γνωστοποίησε και εγγράφως η Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος στην ως άνω Ι. Δ., με το με αριθ. πρωτ. 1402/23.9.2011 έγγραφό της, στο οποίο επί λέξει αναφέρει: "σε συνέχεια τηλεφωνικής επικοινωνίας μας, σας ενημερώνουμε και εγγράφως, ως ασκούσα την γονική μέριμνα και επιμέλεια της Τ..

Π. Ι., ανηλίκου τέκνου και μοναδικής κληρονόμου του Τ.. Ι., ο οποίος απεβίωσε στις 04.03.11, ότι η Αγροτική Ασφαλιστική δεν ενέκρινε την αποζημίωση του ομαδικού ασφαλιστηρίου συμβολαίου ζωής No: .../07 (ΚΠ22516) στο οποίο συμμετείχε ο Τ. Ι. με την από 09.07.08 αίτησή του". Τέλος κατόπιν αιτήματος της Ι. Δ., με την προρρηθείσα ιδιότητά της, της γνωστοποιήθηκε με το υπ' αριθ.

Πρωτ. 697/11.5.2011 έγγραφο της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, ότι το υπόλοιπο των δανειακών λογαριασμών του αποβιώσαντος Ι. Τ. κατά το χρόνο του θανάτου του (4.3.2011), στην εν λόγω Τράπεζα, ανέρχονταν για το στεγαστικό δάνειο No 442-67-000223-36 στο ύψος των 167.081,77 ευρώ και για προσωπικό δάνειο No 442 - 65 -000244-26 στο ύψος των 24.073,73 ευρώ.

Δεδομένης άλλωστε, της απάντησης αυτής από την Α. Α., η δανείστρια (Α. Τ. της Ε. Α.) και ακολούθως η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς ΑΕ" (...) η οποία, δυνάμει της από 27.7.2012 συμβάσεως και στο πλαίσιο της με αριθμό 4/1/27.7.2012 αποφάσεως της ΤτΕ (ΦΕΚ τ. Β αρ. φύλλου 2209/2012 και ΦΕΚ τ. Β αρ. φύλλου 112/2013) κατέστη ειδική διάδοχος επιμέρους εννόμων σχέσεων, που μεταβιβάστηκαν σε αυτήν από την "Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", ως στοιχείο του ενεργητικού της, δεν αξίωσε την καταβολή του ασφαλίσματος από την ασφαλίστρια εταιρεία, και δεν προέβη σε κάποια νομική ενέργεια διεκδίκησής του, και γι' αυτό το λόγο η ενάγουσα, κατά τα ανωτέρω, άσκησε, την ένδικη, από 3.4.2014 πλαγιαστική αγωγή της σε βάρος της Α.

Α. Α., νομιμοποιούμενη ενεργητικά προς τούτο, ως ασκούσα τη γονική μέριμνα της μοναδικής εξ αδιαθέτου κληρονόμου του ασφαλισμένου, και δη της ανήλικης θυγατέρας του, κατά τα προαναφερθέντα, αιτούμενη, αν και η ίδια δεν είναι φορέας της αντίστοιχης αξίωσης, προκειμένου να αρθεί η αβεβαιότητα, που η συμπεριφορά της ασφαλιστικής εταιρείας δημιουργεί, ευθέως από την τελευταία, την καταβολή του ασφαλίσματος στην ως άνω δανείστρια τράπεζα, έχουσα άμεσο έννομο συμφέρον προς τούτο, συνιστάμενο στο ότι με τον τρόπο αυτό αποτρέπεται ο κίνδυνος που επάγεται η αβεβαιότητα αυτή για τα συμφέροντά της, καθώς μόνο η ικανοποίηση της δανείστριας τράπεζας από το ασφάλισμα, θα έχει μπορεί να οδηγήσει σε απαλλαγή της από την αποπληρωμή του στεγαστικού δανείου, απορριπτομένου τοιουτοτρόπως του αντίθετου σχετικού ισχυρισμού της εναγομένης, που περιλαμβάνεται στον σχετικό δεύτερο λόγο της έφεσης.

Η ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία «E. Α. Α. Ε.,", ήδη εναγομένη, όπως μετονομάσθηκε η εταιρεία με την επωνυμία "E. Α. Α. Ε. Ζ." μετά την τροποποίηση του άρθρου 1 του καταστατικού της, υπεισήλθε ως καθολική διάδοχος της Ανώνυμης Ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "Α. Α. Α. Ε." μετά τη συγχώνευση με απορρόφηση της τελευταίας (Αγροτικής Ασφαλιστικής Ανώνυμης Εταιρείας) και της Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "E. Α.

Α. Ε. Ζ." από την ανωτέρω Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία με την επωνυμία "E. Α. Α. Ε. Ζ." (σχετ. η με αριθ. πρωτ. 256/2.1.2018 ανακοίνωση καταχώρισης στο ΓΕΜΗ της με αριθ. 252/2/1/2018 απόφασης του Υπουργείου Οικονομίας και Ανάπτυξης), ήδη εκκαλούσα (ήδη αναιρεσίβλητη). Η εναγόμενη, προέβαλε τον ισχυρισμό, με τις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ότι ο αποθανών, κατά το χρόνο σύνταξης της αιτήσεως συμμετοχής σε ομαδική ασφάλιση, δεν έδωσε ορθές και ειλικρινείς απαντήσεις, σε ότι αφορά την κατάσταση της υγείας του, διότι, όπως προκύπτει από τα δικαιολογητικά, τα οποία προσκομίσθηκαν μετά το θάνατό του, για την καταβολή του, εκ του ως άνω ομαδικού ασφαλιστηρίου, ασφαλίσματος, ο θανών ασφαλισμένος είχε προσβληθεί από σοβαρές και χρόνιες παθήσεις πριν την ασφάλισή του και δη 1.

Την πάθηση της υπερλιπιδαιμίας καθώς και της λιπώδους διηθήσεως του ήπατος 2. Την ασθένεια του καρκίνου του αριστερού νεφρού του, συνεπεία του οποίου και υποβλήθηκε στις 19.4.2005 σε χειρουργική επέμβαση ολικής αφαίρεσης του νεφρού (νεφρεκτομή). Με τον πρώτο δε λόγο της έφεσής της η εκκαλούσα παραπονείται, ότι η εκκαλουμένη απόφαση μη νομίμως και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων δέχθηκε στο σύνολό της την αγωγή, δεχόμενη πως, σε ότι αφορά την πάθηση του καρκίνου, "ο ασφαλισμένος παρέλειψε το έτος 2008 να προβεί στην ανωτέρω γνωστοποίηση απαντώντας αρνητικά στην σχετική ερώτηση, όχι με δόλο, αλλά επειδή θεωρούσε ότι η πάθησή του αυτή είχε ιαθεί πλήρως...", σε ότι αφορά την πάθηση της υπερλιπιδαιμίας και της λιπώδους διηθήσεως "...

όπως προκύπτει από τις εγγραφές στο προσκομιζόμενο βιβλιάριο υγείας αυτού, μόνο μία εγγραφή πριν τη σύναψη της ένδικης σύμβασης ασφάλισης αφορούσε τη χορήγηση φαρμακευτικού σκευάσματος για την αντιμετώπιση της υπερλιπιδαιμίας... και επομένως δεν μπορεί να γίνει λόγος για δόλια απόκρυψη εκ μέρους του ασφαλιζόμενου της ύπαρξης σχετικής πάθησης..." και για την πάθηση των νεφρών, η εκκαλουμένη απόφαση ουδόλως ασχολήθηκε.

Αναφορικά με τις ανωτέρω αιτιάσεις της εναγόμενης, απεδείχθη, ότι, ο θάνατος του Ι. Τ. συνδέεται αιτιωδώς με την ως άνω καρδιολογικής φύσεως πάθησή του, (υπερλιπιδαιμία) όπως ευθέως συνάγεται από 4.3.2011 Ιατρικό Πιστοποιητικό Θανάτου. Ακόμη απεδείχθη, ότι τουλάχιστον πριν αλλά και μετά την υποβολή της αίτησης ασφάλισης ο ασφαλισμένος πραγματοποίησε επισκέψεις σε ιατρούς και έλαβε φαρμακευτική αγωγή, ενώ υπεβλήθη και σε εργαστηριακές εξετάσεις.

Αυτό προκύπτει: Α) από τις σελίδες με αύξοντες αριθμούς 9 και 11 με ημερομηνίες (δυσανάγνωστες) - σε κάθε περίπτωση πριν την ημερομηνία υποβολής της αίτησης ασφαλίσεως, (9.7.2008) όπως προκύπτει από τις πριν και μετά, συμπληρωμένες και πλέον ευανάγνωστες σελίδες - του βιβλιαρίου ασθένειας του ως άνω ασφαλισμένου θανόντος, στις οποίες ο ιατρός καρδιολόγος Δημήτριος Δημόπουλος, Διευθυντής του Καρδιολογικού Τμήματος του Σισμανόγλειου Γενικού Νοσοκομείου αναφέρει ως νόσημα "υπερλιπιδαιμία" και συνταγογραφεί σε αυτόν φαρμακευτική αγωγή Β) από τη σελίδα με αύξοντα αριθμό 15 και 16 με ημερομηνία 20.12.2008 του βιβλιαρίου ασθένειας του ως άνω ασφαλισμένου θανόντος, στην οποία η ιατρός παθολόγος Ο.

Β., για νόσημα "καρδιολογική εξέταση" παραπέμπει αυτόν να κάνει εργαστηριακές (εξετάσεις "tripplex καρδίας" Γ) από την από 15.6.2007 εξέταση Ήπατος, Χοληδόχου Κύστεως, Παγκρέατος, Σπληνός και νεφρών στο οποίο αναγράφεται "Διάχυτη υπερηχογένεια ηπατικού παρεγχύματος του τύπου Λιπώδους διηθήσεως" και Δ) από από 14.1.2009 εργαστηριακές εξετάσεις (triplex καρωτίδων - σπονδυλικών αρτηριών, triplex κοιλιακής αορτής και λαγονιών αρτηριών, και triplex αρτηριών κάτω άκρων).

Σημειώνεται ωστόσο, ότι στην εργαστηριακή εξέταση triplex κοιλιακής αορτής και λαγονιών αρτηριών αναφέρεται: "Ο έλεγχος της κοιλιακής αορτής με έγχρωμο Doppler έδειξε ομαλή πορεία της κοιλιακής αορτής και μικρού βαθμού αθηρωματικές αλλοιώσεις ιδία στο οπίσθιο τοίχωμά της" ενώ οι λοιπές εξετάσεις ήταν χωρίς ευρήματα.

Αντιθέτως, η ενάγουσα, ισχυρίζεται, ότι ο αποβιώσας, κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης ασφάλισης, ήταν καθ' όλα υγιής, χωρίς να αντιμετωπίζει οποιοδήποτε πρόβλημα, επικαλείται μάλιστα τις ανωτέρω εργαστηριακές εξετάσεις, στις οποίες πράγματι δεν αναφέρονται αξιολογήσιμα ιατρικά ευρήματα. Σε κάθε περίπτωση όμως, αποδείχθηκε ότι οι εν λόγω ασθένειες (υπερλιπιδαιμία και λιπώδης διήθηση του ήπατος) δεν αποτελούσαν, κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης ασφάλισης ζήτημα, που η ασφαλιστική εταιρεία έθεσε ως αντικείμενο των ερωτήσεων της προς τον αιτούντα την ασφάλιση, καθώς γίνεται δεκτό, ότι αυτά τα ζητήματα είναι τα μόνα, που επηρεάζουν την από μέρους του ασφαλιστή εκτίμηση και αποδοχή του κινδύνου.

Ούτε μπορεί να θεωρηθεί, ότι οι νόσοι "υπερλιπιδαιμία" και "λιπώδης διήθηση του ήπατος", ακόμη και αν υποτεθεί αληθές, ότι αυτές προϋπήρχαν και τις γνώριζε ο αποβιώσας, πριν την υποβολή αίτησης ασφαλίσεώς του, και παρά τούτα δεν τις γνωστοποίησε, αποτελούσαν σοβαρές ασθένειες, τέτοιες που αντικειμενικώς ερευνώμενες και εκτιμώμενες ετύγχαναν ουσιώδεις, υπό την έννοια, ότι ήταν ικανές να επηρεάσουν την κατάρτιση της συγκεκριμένης συμβάσεως ασφάλισης ή το περιεχόμενο των όρων της.

Και η κρίση αυτή του Δικαστηρίου επιρρωνύεται όχι μόνο από το γεγονός, ότι οι εγγραφές στο βιβλιάριο ασθένειας αλλά και οι εργαστηριακές εξετάσεις για την διάγνωσή τους δεν ήταν τακτικές ούτε και ιδιαιτέρως ανησυχητικές, αλλά και από το γεγονός, ότι η ασφαλιστική εταιρεία, γνωρίζοντας το εν λόγω ιατρικό ιστορικό του ασφαλισμένου και συνακόλουθα τις προαναφερόμενες ασθένειες, άμα τη αποστολή σε αυτήν των προαναφερθέντων ιατρικών στοιχείων από την Α.

Τ. της Ε. Α., μετά τον αιφνίδιο θάνατο του ασφαλισμένου, ουδόλως στο με αριθ. πρωτ 07764/25.7.2013 έγγραφό της προς την A. B. ανέφερε, ως αιτία για την απόρριψη του αιτήματος, προς καταβολή αυτού, την απόκρυψη των άνω νοσημάτων "υπερλιπιδαιμία" και "λιπώδης διήθηση του ήπατος". Κατά το μέρος αυτό πρέπει να απορριφθούν οι λόγοι της έφεσης με τους οποίους η εκκαλούσα παραπονείται ότι, μη νόμιμα και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, η εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την υποβληθείσα από την εναγομένη ένσταση της ακυρότητας της επίδικης ασφαλιστικής σύμβασης και μη ασφαλιστικής κάλυψης της επίδικης διαφοράς και απαλλαγής της υποχρέωσής της για καταβολή του ασφαλίσματος, κατά τα άρθρα 6 και 7 παρ. 1 του ομαδικού ασφαλιστηρίου και άρθρο 3 παρ. 6 του ν. 2496/1997, λόγω της εκ μέρους του θανόντος ασφαλισμένου Ι.

Τ. παράβασης από δόλο των υποχρεώσεων του, που απορρέουν από το άρθρο 3 παρ. 1 του ίδιου νόμου κατά τα προρρηθέντα άρθρα του ν. 2496/1997, για γνωστοποίηση των προϋπαρχόντων της υποβολής αίτησης ασφάλισης ασθένειας νοσημάτων "υπερλιπιδαιμία" και "λιπώδης διήθηση του ήπατος". Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι ο Ι. Τ. την 19.4.2005 υπεβλήθη σε χειρουργική επέμβαση ολικής αφαίρεσης αριστερού νεφρού, λόγω ύπαρξης καρκινικού όγκου.

Τούτο προκύπτει από την ιστολογική εξέταση την οποία υπογράφει η Ιατρός Παθολογοανατόμος Ε. Π. και στην οποία αναφέρεται ότι η επέμβαση ενεργήθηκε την 19.4.2005 και η ημερομηνία διάγνωσης ήταν η 24.4.2005, ενώ περαιτέρω, ως κλινικές πληροφορίες, αναφέρεται: "Όγκος αρ. νεφρού" Περαιτέρω δε στην μακροσκοπική εξέταση του όγκου, που βρέθηκε στο αριστερό νεφρό, ο οποίος αφαιρέθηκε, αναφέρεται,ότι έχει τους μορφολογικούς χαρακτήρες ενός θηλώδους καρκινώματος τύπου 2 κατά Delabunt και Eble.

Για το λόγο αυτό ο Ι. Τ. υποβάλλονταν στη συνέχεια, κατά τακτά χρονικά διαστήματα σε εργαστηριακές εξετάσεις, προκειμένου να διαπιστωθεί η πορεία της υγείας του, μετά την εν λόγω επέμβαση. Προσκομίζονται προς τούτο το από 31.5.2005 διαγνωστικό σημείωμα υπερηχογραφήματος δεξιού νεφρού - ουροδόχου κύστεως του Ιατρού Ακτινοδιαγνώσπ] Χ.

Μ., το από 24.11.2005 διαγνωστικό σημείωμα υπερηχογραφήματος δεξιού νεφρού - ουροδόχου κύστεως του Ιατρού Ακτινοδιαγνώστη Χ. Μ., το από 28.3.2006 διαγνωστικό σημείωμα υπερηχογραφήματος ήπατος - χοληδόχου κύστεως - παγκρέατος - σπληνός - νεφρών του Ιατρού Ακτινοδιαγνώστη Χ. Μ., το από 28.3.2006 διαγνωστικό σημείωμα υπερηχογραφήματος και ακτινολογικής εξετάσεως δεξιού νεφρού - ουροδόχου κύστεως και προστάτου του Ιατρού Ακτινοδιαγνώστη Χ.

Μ., το από 15.6.2007 διαγνωστικό σημείωμα ακτινολογικής εξέτασης προστάτου, το από 14.1.2009 διαγνωστικό σημείωμα υπερηχογραφήματος ήπατος - χοληδόχου κύστεως - παγκρέατος - σπληνός - νεφρών του Ιατρού Ακτινοδιαγνώστη Χ. Μ., το από 14.1.2009 διαγνωστικό σημείωμα υπερηχογραφήματος και ακτινολογικής εξετάσεως δεξιού νεφρού - ουροδόχου κύστεως και προστάτου του Ιατρού Ακτινοδιαγνώστη Χ.

Μ.. Η ενάγουσα διατείνεται ότι ο Ι. Τ. ουδόλως έπασχε από καρκίνο κατά το χρόνο συμπλήρωσης του άνω ιατρικού ερωτηματολογίου της αιτήσεως για τη συμμετοχή στο Ομαδικό Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο, και επομένως απάντησε αληθώς στις υποβληθείσες σ' αυτόν ερωτήσεις σε αυτό, ούτε είχε προς τούτο δόλο για απόκρυψη ασθένειας από την οποία είχε ιαθεί, σε κάθε δε περίπτωση πέθανε από άλλη άσχετη αιτία και μάλιστα έξι χρόνια μετά τη προρρηθείσα χειρουργική επέμβαση.

Προς τούτο επικαλείται ειδικότερα τα προσκομιζόμενα με επίκληση από την ίδια αποδεικτικά μέσα, μερικά από τα οποία αναφέρονται ακολούθως, ιδίως δε: Στο από 14.4.2005 διαγνωστικό σημείωμα υπολογιστικής τομογραφίας άνω και κάτω κοιλίας του Ακτινολόγου Β. Μ., στο από 26.7.2005 διαγνωστικό σημείωμα υπολογιστικής τομογραφίας άνω και κάτω κοιλίας του Διδάκτορα Παν/μίου Αθηνών A.

Κ. Π. στο οποίο αναφέρεται: "χωρίς ευρήματα ύποπτα δευτεροπαθών εντοπίσεων", στο από 7.7.2011 ιατρικό σημείωμα του Χειρούργου Ουρολόγου Α. Κ. στο οποίο αναφέρεται επί λέξει: "Ο κ. Τ. Ι. πάσχων από Ca αριστερού νεφρού υποβλήθηκε σε ριζική νεφρεκτομή τον Απρίλιο του 2005. Η ιστολογική εξέταση έδειξε αδενοκαρκίνωμα νεφρού, ο οποίος σε συσχέτιση με τα ακτινολογική ευρήματα ταξινομήθηκε στο στάδιο ΤΙ.

Ο τακτικός απεικονιστικός έλεγχος απέβη αρνητικός μέχρι τον Ιανουάριο του 2009, που προσήλθε παρ' ημίν". Επίσης επικαλείται την υπ' αριθ. 9.758/23.4.2018 ένορκη εξέταση του μάρτυρα Μ. Δ. Ι. ενώπιον του Συμβολαιογράφου Αθηνών Θεόδωρου Χαλκίδη στην οποία αναφέρεται επί λέξει: "Ο θεράπων ιατρός διαβεβαίωσε από την αρχή, ότι ευτυχώς το αδενοκαρκίνωμα θεραπεύεται τελείως με την αφαίρεσή του και συνέστησε την ολική αφαίρεση του νεφρού, ώστε να επέλθει η πλήρης ίαση.

Ο θεράπων ιατρός διαβεβαίωσε από την αρχή ότι το αδενοκαρκίνωμα έχει την ιδιαιτερότητα ότι δεν επιφέρει μεταστάσεις, όταν αφαιρεθεί ολοσχερώς και επομένως δεν υπάρχει μελλοντικός κίνδυνος για την υγεία του ατόμου και ότι η αφαίρεση συνεπάγεται την πλήρη ίαση του ατόμου... Ποτέ δεν υποβλήθηκε ο Γ. σε κανενός είδους θεραπεία ακτινοβολία, χημειοθεραπεία ή ειδική φαρμακευτική αγωγή που να σχετίζεται με το αδενοκαρκίνωμα, ούτε επηρεάστηκε ποτέ η συνήθης δραοτηριότητά του και η φυσική κατάστασή του εξαιτίας της επέμβασης..".

Ομοίως δε αναφέρονται και στην υπ' αριθ. 9.759/23.4.2018 ένορκη εξέταση του μάρτυρα Κυριάκου Μακρυδάκη ενώπιον του ίδιου Συμβολαιογράφου. Επίσης και στην επ' ακροατηρίω ένορκη εξέταση του μάρτυρος αποδείξεως Φ. Σ., Καθηγητή Ιατρού Ουρολόγου, η οποία περιλαμβάνεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημοσίας συνεδρίασης αναφερεται επι λεξει: "Για μένα τρία χρόνια μετά όταν είχε κάνει όλο τον έλεγχο και δεν είχε εμφανίσει υποτροπή ναι είχε ιαθεί...

πιστεύω ότι δικαίως δήλωσε ότι δεν πάσχει...." Ωστόσο ουδόλως αμφισβητείται από την ενάγουσα ότι, πριν από την ημερομηνία της υποβολής της αίτησης για την συμμετοχή του Ι. Τ. στο προρρηθέν Ομαδικό Ασφαλιστήριο, υπάρχει προΰπαρξη σοβαρής πάθησης (καρκίνος) για την οποία ο ασφαλισμένος πραγματοποίησε νεφρεκτομή και στη συνέχεια συνεχείς τακτές εξετάσεις ελέγχου της μετεγχειρητικής πορείας της υγείας του.

Επίσης, όπως προαναφέρθηκε, κατά ρητή διάταξη του άρθρου 19 των Γενικών Όρων του υπ'αριθ. ... Ομαδικού Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου, οι δανειολήπτες, που πάσχουν ή διαπιστωθεί ότι έπασχαν πριν την ασφάλιση, από τις περιοριστικά αναφερόμενες σε αυτό χρόνιες παθήσεις ανάμεσα στις οποίες και ο καρκίνος εξαιρούνται και δεν συμμετέχουν στην ασφάλιση.

Σύστοιχα προς αυτό ο μάρτυρας ανταποδείξεως, Γ. Κ. Ιατρός Ορθοπεδικός, η ένορκη κατάθεση του οποίου περιλαμβάνεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, καταθέτει, ότι, αν η Αγροτική Ασφαλιστική γνώριζε, ότι ο ασφαλισμένος έπασχε από κακοήθεια στο νεφρό, δεν θα προέβαινε σε κατάρτιση ασφαλιστικής σύμβασης.

Συγκεκριμένα κατέθεσε: "Όχι δεν θα ασφαλίζαμε. Δεν είχαμε καν το δικαίωμα ούτε να ελέγξουμε". Επίσης η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία, προκειμένου να απαλλαγεί της υποχρεώσεώς της προς καταβολή του αιτούμενου ασφαλίσματος προέβαλε κατ' ένσταση την εξαίρεση ασφαλιστικής κάλυψης, επικαλούμενη ιδιαίτερο λόγο απαλλαγής της ευθύνης της από την πληρωμή του ασφαλίσματος, λόγω μη επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης, συνεπεία συνδρομής εξαιρούμενου κινδύνου, όπως είναι η σοβαρή χρόνια ασθένεια του καρκίνου, από την οποία έπασχε ο ασφαλισμένος, δυνάμει της ειδικής ρήτρας 19 παρ. 1 στοιχ ε και παρ. 2 των γενικών όρων και άρθρο 6 του Προσαρτήματος του ασφαλιστηρίου συμβολαίου.

Η ένσταση αυτή, η οποία με την εκκαλούμενη απόφαση απορρίφθηκε κατ' ουσία και επαναφέρεται από την εκκαλούσα με τον τέταρτο λόγο της υπό κρίση εφέσεως της, είναι νόμιμη, αλλά και ουσιαστικά βάσιμη, καθώς πράγματι αποδείχθηκε, ότι ο Ι. Τ., αν και έπασχε πριν από τη υποβολή της αίτησης ασφάλισης, τουλάχιστον από το έτος 2004, από την άνω σοβαρή πάθηση (καρκίνος) και προέβαινε σε τακτές εργαστηριακές εξετάσεις, δεν τη δήλωσε, κατά τη συμπλήρωση της αίτησής του για την υπαγωγή του στο υπ' αριθ. ...

Ομαδικό Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο, καθώς σαφώς γνώριζε, ότι η ασφαλιστική εταιρεία, δεν θα προέβαινε στην ασφάλισή του, εάν γνώριζε την πραγματική κατάσταση της υγείας του. Η εναγομένη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία, πεισθείσα, ως προεκτέθηκε, στην ειλικρίνεια των απαντήσεων αυτών, έκανε δεκτή την αίτηση για σύναψη συμβάσεως ασφαλίσεως και περιέλαβε τον αιτούντα στο υπ' αριθ. ...

Ομαδικό Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο. Ειδικότερα γίνεται δεκτό από το παρόν Δικαστήριο ότι, στην ένδικη σύμβαση ασφαλίσεως, τα μέρη μπορούσαν εγκύρως να συμφωνήσουν την ασφαλιστική κάλυψη για τους κινδύνους που προβλέπονται σε αυτό και να εξαιρέσουν, ορισμένες ασθένειες ή ορισμένη κατηγορία ασθενειών. Στην τελευταία αυτή περίπτωση της εξαίρεσης ορισμένης ασθένειας από τη σύμβαση ασφάλισης, οπότε ελλείπει η ασφαλιστική κάλυψη, δεν ενδιαφέρει αν ο ασφαλισμένος αγνοούσε δικαιολογημένα την ύπαρξη της συγκεκριμένης ασθένειας κατά τη σύναψη της σύμβασης, αφού αυτή, κατ' επιτρεπτή επιλογή των μερών, τέθηκε εκτός πεδίου ασφαλιστικής κάλυψης, πολλώ δε μάλλον αν την γνώριζε και την απέκρυψε, ακόμη και αν δικαιολογημένα πίστευε, ότι είχε ιαθεί.

Άλλωστε, δεν αποδείχθηκε, ότι ο ασφαλισμένος από δικαιολογημένη αιτία ή από αμέλεια δεν γνωστοποίησε στην ασφαλιστική εταιρεία την πάθηση του αυτή, επειδή πίστευε ότι είχε ιαθεί, όπως επικαλείται η ενάγουσα. Αντιθέτως αποδείχθηκε ότι, κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης συμμετοχής του ως άνω στο Ομαδικό Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο, ο ασφαλισμένος δεν είχε ιαθεί από την εν λόγω ασθένεια, ενώ η κρίση του Δικαστηρίου δεν αναιρείται από τις καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως.

Συγκεκριμένα ο μάρτυρας αποδείξεως Ιατρός Καθηγητής Ουρολογίας Φ. Σ., κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ότι υπάρχει σοβαρή πιθανότητα ένας ασθενής που δεν εμφάνισε υποτροπή της νόσου εντός της τριετίας από την χειρουργική επέμβαση να έχει ιαθεί, χωρίς όμως να καταθέτει με βεβαιότητα ότι κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης ασφάλισης, (9.7.2008), ο οποίος απέχει περί τα τέσσερα χρόνια από την χειρουργική επέμβαση αφαίρεσης του νεφρού (19.4.2005) είχε πράγματι ιαθεί.

Παρατίθενται ακολούθως τα ενδιαφέροντα σημεία της κατάθεσής του: "Αλλά σας λέω ότι οι πιθανότητες είναι ότι ένας άρρωστος ο οποίος έχει χειρουργηθεί έχουν περάσει τρία χρόνια από το χειρουργείο του και δεν έχει εμφανίσει υποτροπή της νόσου, οι πιθανότητες είναι ότι έχει ιαθεί... οι δικές μου λέξεις θα ήταν ότι οι πιθανότητες είναι ότι έχεις ιαθεί, θα πρέπει βεβαίως να παρακολουθείσαι για δύο χρόνια ακόμα, το οποίο πιστεύω ότι έκανε...

για έναν άρρωστο ο οποίος έχει περάσει τρία χρόνια από το χειρουργείο του και είναι καλά οι πιθανότητες να βρεθεί νόσος είναι λιγότερο από 10%... εγώ σας ανέφερα ότι ο άρρωστος στην τριετία δεν είχε νόσο. Επομένως για εμένα ο άρρωστος έχει ιαθεί. Παρακολουθείται ούτως ώστε να διαπιστωθεί αν θα κάνει κάποια μετάσταση, ούτως ώστε να λάβει νωρίς θεραπεία.

Σε αυτή τη συγκεκριμένη δεδομένη στιγμή ο άρρωστος εγώ είμαι καλά δεν είμαι άρρωστος, όντως δεν είναι άρρωστος.." Ο μάρτυρας δε ανταπόδειξης Ιατρός Ορθοπεδικός Χειρούργος Γ. Κ., κατέθεσε ότι: "όχι δεν υπάρχει τέτοια περίπτωση κάποιος γιατρός να βγει ότι, σε κακοήθεια δεν υπάρχει περίπτωση κάποιος καρκίνος να μη δώσει μετάσταση, άλλωστε έχουμε πολλά παραδείγματα και μετά από 11 -12 χρόνια που δίνει μετάσταση...

Μπορεί να δώσει ότι ένας καρκίνος έχει μια καλή πρόγνωση, αλλά όχι όμως ότι δεν υπάρχει περίπτωση να μην, να αποκλείσουμε ότι στο μέλλον δεν διατρέχει κίνδυνο για μετάσταση". Επιπλέον, η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι ο Ι. Τ. ουδόλως είχε δόλο απόκρυψης της πάθησής του, διότι αφενός μεν θεωρούσε, ότι έπρεπε να αναφέρει μόνο τις παθήσεις από τις οποίες έπασχε κατ' εκείνο το χρόνο και όχι κατά το παρελθόν, ενώ επίσης δεν έλαβε γνώση του άρθρου 19 των Γενικών Όρων του Ομαδικού Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου, καθώς δεν έλαβε γνώση του Ομαδικού Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου, το οποίο μάλιστα δεν φέρει την υπογραφή του.

Ο ισχυρισμός αυτός δεν μπορεί να θεωρηθεί βάσιμος, διότι, οι όροι, που περιέχονται το ασφαλιστήριο συμβόλαιο, είναι δεσμευτικοί για τον ασφαλισμένο, ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία δεν υπέγραψε μεν αυτός τούτο, πλην όμως το επικαλείται, στηρίζοντας στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο ίδιες αυτού αξιώσεις, καθώς η επίκληση απ' αυτόν του ασφαλιστηρίου συμβολαίου σημαίνει αποδοχή των όρων του, πολύ περισσότερο, μάλιστα, όταν ο ίδιος ο ασφαλισμένος επικαλείται σαφώς και περαιτέρω πράξεις συνιστώσες αποδοχή του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, π.χ.

καταβολή των ασφαλίστρων κλπ. Επιπλέον, η ενάγουσα, προβάλλει κατ' αντένσταση ότι η εναγόμενη ασκεί καταχρηστικά το δικαίωμα επίκλησης της κατά τα άνω εξαίρεσης της από την ασφαλιστική κάλυψη, καθώς με πρωτοβουλία της ασφαλιστικής εταιρείας αποσιωπήθηκε από την Αίτηση Ασφάλισης, ο περιεχόμενος στο Ομαδικό Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο όρος, περί εξαιρέσεως από την ασφαλιστική κάλυψη όσων πάσχουν ή έπασχαν από τις συγκεκριμένες χρόνιες παθήσεις, μεταξύ των οποίων και ο καρκίνος, στην οποία (αίτηση) περιλαμβάνεται ως όρος εξαίρεσης της ασφαλιστικής κάλυψης, μόνο αν υπάρχει η εν λόγω πάθηση κατά το χρόνο υποβολής αυτής.

Στο σημείο αυτό γίνεται δεκτό ότι, καθώς η εξαίρεση μίας ασθένειας ή μίας κατηγορίας ασθενειών αποτελεί εξατομικευμένη επιλογή του ασφαλιστή και συνιστά ξεχωριστή συμφωνία, θα πρέπει να τίθεται υπόψη του ασφαλισμένου ή με εντονότερο τρόπο από τους λοιπούς γενικούς όρους και συγκεκριμένα με τρόπο ώστε να υποπίπτει ευχερώς στην αντίληψη του ως άνω προσώπου ώστε να είναι σε θέση αυτό (πρόσωπο) να αντιληφθεί τι "αγοράζει" με την εν λόγω ασφάλιση...Έτσι στην ένδικη περίπτωση, πέραν του γεγονότος, ότι η εξαίρεση από την ασφαλιστική κάλυψη της συγκεκριμένης ασθένειας περιλαμβάνεται με έντονα (bold) γράμματα στο άρθρο 19 των γενικών όρων του ένδικου ομαδικού ασφαλιστηρίου συμβολαίου, παραπέμπει σε αυτούς το άρθρο 6 του Προσαρτήματος (ασφάλιση ζωής) και σαφώς περιλαμβάνεται και στην ρητή επισήμανση με θέμα "Α.

Δηλώσεις Υγείας" στην από 9.7.2008 αίτηση συμμετοχής και δήλωση εκχώρησης ασφαλίσματος, που υπέγραψε ο ασφαλισμένος. Πέραν τούτου, ο επίδικος ενσωματωμένος στο Ομαδικό Ασφαλιστήριο Ζωής Γενικός Όρος Συναλλαγών, ως όρος, που είχε διατυπωθεί εκ των προτέρων για αόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων, όπως είναι και η ένδικη σύμβαση ασφάλισης, δεν έχει καταχρηστικό χαρακτήρα, λαμβανομένων υπόψη, επί τη βάσει των άνω αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, της φύσεως των αγαθών και υπηρεσιών, τις οποίες αφορά η σύμβαση, του σκοπού της, του συνόλου των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψή της και της απουσίας άλλων ρητρών στην ίδια σύμβαση από τις οποίες αυτός να εξαρτάται, καθώς και του ότι δεν έχει αυτός ως αποτέλεσμα τη σημαντική και ουσιώδη διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβληθέντων, ούτε την επιβάρυνση του ασφαλισμένου.

Επιπλέον, δεν παραβιάσθηκε η θεμελιώδης αρχή της προστασίας του καταναλωτή, που είναι η διαφάνεια, η οποία διέπει το δίκαιο των Γ.Ο.Σ. και είναι ενσωματωμένη στην ημεδαπή έννομη τάξη με τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 έως 3,6, περ. ε', ζ', η' ια' και άρ. 5 ν. 2251/1994 και επιτάσσει τη σαφήνεια και το κατανοητό του κάθε όρου, καθώς ο επίμαχος όρος ήταν απολύτως σαφής και κατανοητός.

Ως εκ τούτου η ύπαρξη της άνω χρόνιας πάθησης (καρκίνος) του ασφαλισμένου, αποτελεί λόγο εξαίρεσης της εναγομένης από την ασφαλιστική κάλυψη, κατά σαφή όρο του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, και απαλλαγής της από την πληρωμή του ασφαλίσματος γενομένης δεκτής της ένστασης περί εξαίρεσης της ασφαλιστικής κάλυψης του κινδύνου του θανάτου κατ' άρθρο 19 παρ. 1 στοιχ.

ε και παρ. 2 των γενικών όρων και άρθρο 6 του προσαρτήματος 1 (ασφάλιση ζωής) του επίδικου ασφαλιστηρίου συμβολαίου, καθώς και του σχετικού τέταρτου λόγου έφεσης, και συνακόλουθα η εναγομένη απαλλάσσεται από την υποχρέωση καταβολής του ασφαλίσματος, εφόσον έλαβε γνώση της παράβασης μετά την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου και μάλιστα η απαλλαγή της επέρχεται αμέσως μετά την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, χωρίς να απαιτείται εμπρόθεσμη εκ μέρους της καταγγελία της σύμβασης.

Κρίνοντας διαφορετικά το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένως εκτίμησε τις αποδείξεις, όπως και η εκκαλούσα με τον κρινόμενο λόγο έφεσης υποστηρίζει. Σημειώνεται δε ότι η συνέπεια αυτή της απαλλαγής της εκκαλούσας - εναγομένης, παρά τα όσα αντιθέτως υποστηρίζει η εφεσίβλητη - ενάγουσα, επέρχεται, παρότι η παράβαση της υποχρέωσης του ασφαλισμένου και η προϋπάρχουσα της ασφάλισης πάθησή του δεν επέδρασε στην επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, ήτοι στο θάνατο του, που οφείλεται σε άλλη αιτία.

Τούτο δε επειδή η σύνδεση αυτή δεν ανάγεται σε προϋπόθεση για την απαλλαγή, η δε κατά τα ανωτέρω παράβαση ήταν τέτοιας φύσεως, ώστε, περιλαμβάνεται ως ρητός λόγος εξαίρεσης έτσι ώστε αν η εναγομένη γνώριζε την αληθινή κατάσταση δεν θα κατάρτιζε τη σύμβαση". Μετά ταύτα το Εφετείο, κατά παραδοχή των σχετικών λόγων εφέσεως, δέχθηκε την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και απέρριψε την αγωγή.

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1 και 5 του ν.2496/1997 και 330 παρ.1 ΑΚ, αφού από το αιτιολογικό της σαφώς προκύπτουν όλα τα περιστατικά, που είναι αναγκαία για την κρίση του Δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των ως άνω διατάξεων και που δικαιολογούν την παραδοχή της εν λόγω ένστασης και την απόρριψη της ένδικης αγωγής χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω αιτιολογία.

Και τούτο διότι, με αιτιολογίες πλήρεις, σαφείς, και χωρίς αντιφάσεις, λογικά κενά και ενδοιασμούς, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία απαλλάσσεται άμεσα της καταβολής του ασφαλίσματος στη δανείστρια τράπεζα, λόγω της απόκρυψης με δόλο, από τον λήπτη της ασφάλισης, της πραγματικής κατάστασης της υγείας του και της πληροφόρησης της αναιρεσίβλητης περί των χρονίων νόσων του, οι οποίες ως ουσιώδες στοιχείο, θεμελίωναν δικαίωμα καταγγελίας της σύμβαση, με τις υποστηρίζουσες αυτό παρακάτω ανέλεγκτες παραδοχές, ήτοι ότι : 1) Την 9.7.2008, ο δανειολήπτης Ι.

Τ. υπέβαλε αίτηση περί συμμετοχής του στο υπ'αριθ. ... Ομαδικό Α. Σ. της Α. Α. για τους Δανειολήπτες στεγαστικών δανείων ή δανείων καταναλωτικής πίστης (SMART) ή επαγγελματικής στέγης, που είχε συνάψει η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «Α. Τ. της Ε. «Α. με την ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "Α.

Α. Α.", για τον κάλυψη κινδύνου θανάτου ή μόνιμης ολικής ανικανότητας από ασθένεια ή ατύχημα,2) ότι η ως άνω προδιατυπωμένη αίτηση συμμετοχής στο Ομαδικό Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο No ... της Α. Α. Α. και δήλωση εκχώρησης ασφαλίσματος συντάχθηκε και συμπληρώθηκε από τους αρμοδίους υπαλλήλους της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «Α.

Τ. της Ε. «Α., η οποία ετύγχανε και η δικαιούχος του ασφαλίσματος, σε περίπτωση επέλευσης του ασφαλιζόμενου κινδύνου, βάσει των απαντήσεων, που έδινε ο αιτών Ι. Τ. στις εκάστοτε ερωτήσεις στα διάφορα πεδία, ακολούθως δε εκτυπώθηκε και υπεγράφη από τον τελευταίο και τον αρμόδιο υπάλληλο της A. B., 3)ότι η αίτηση περιείχε ενσωματωμένο ερωτηματολόγιο υγείας και επιπλέον ειδική παράγραφο με θέμα: "Α.

Δηλώσεις Υγείας", στην οποία αναφέρεται επί λέξει ότι: "δεν συμμετέχουν στην ασφάλιση δανειολήπτες, που πάσχουν από τις κάτωθι χρόνιες παθήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 19 των όρων του Συμβολαίου: Καρδιακή προσβολή, Εγκεφαλικό επεισόδιο, Στεφανιαία νόσο, Καρκίνο, Χρόνια Νεφρική Ανεπάρκεια, Πάρκινσον, Μεταμόσχευση οργάνων, Κίρρωση Ήπατος, Απομυελωτική νόσο του Κεντρικού Νευρικού συστήματος, Παραπληγία, Ημιπληγία, Τετραπληγία" και ότι σ'αυτήν επισυνάπτεται και ενημερωτικό σημείωμα, στο οποίο περιλαμβάνονται οι ασφαλιστικές καλύψεις - παροχές σε περίπτωση επελεύσεως θανάτου από οποιαδήποτε αιτία και μόνιμης ολικής ανικανότητας λόγω ασθένειας ή ατυχήματος, καθώς και οι εξαιρέσεις από την κάλυψη, στο πεδίο των οποίων (εξαιρέσεων από την ασφαλιστική κάλυψη σε περίπτωση επελεύσεως θανάτου) αναφέρεται επί λέξει: "Εξαιρούνται και δεν καλύπτονται α....

β,.,.γ. Προγενέστερες της Ασφάλισης αναπηρίες ή ασθένειες, καθώς και τα επακόλουθα ή οι επιπλοκές τους... δ.." και ότι τα πεδία στο ερωτηματολόγιο υγείας συμπληρώθηκαν από τους υπαλλήλους της άνω τράπεζας βάσει των σχετικών απαντήσεων του Ι. Τ. στις εκάστοτε ερωτήσεις. 4)Ότι μεταξύ άλλων τέθηκαν και οι ακόλουθες ερωτήσεις σε αυτόν "1.

Έχετε κάποια αναπηρία ή παράλυση (ακριβή αιτιολογία χρόνοι έναρξης, βαθμό αναπηρίας σχετική απόφαση Α.Υ.Ε.) 2. Πάσχετε από κάποια χρόνια σοβαρή πάθηση; (καρδιάς, υπέρταση, αγγείων, λευχαιμία, διαβήτη, πνευμόνων, εγκεφάλου, νευρολογική, συκωτιού, στομάχου ή νεφρών, HIV, AIDS, προβλήματα αρθρώσεων, οφθαλμών και αυτιών)" και ότι σε αυτές τις ερωτήσεις, που του υποβλήθηκαν, ο ερωτηθείς σχετικά ασφαλισμένος απάντησε αρνητικά, οπότε τα οικεία πεδία συμπληρώθηκαν αντίστοιχα από τον αρμόδιο υπάλληλο της τράπεζας στην ένδειξη ΌΧΙ", ενώ στη συνέχεια του ερωτηματολογίου περιλήφθηκε επιπλέον και ο όρος ότι "δηλώνω υπεύθυνα [εννοείται ο αιτών και μετέπειτα ασφαλισμένος] ότι δεν παρέλειψα οτιδήποτε σχετικό με την κατάσταση της υγείας μου ή της σωματικής μου ακεραιότητας, αποδέχομαι δε πως κάθε απόκρυψη στοιχείων ή ψευδής δήλωση ή ελλιπείς απαντήσεις του ερωτηματολογίου υγείας μου, αποτελούν λόγο ακύρωσης της ασφάλισης εξ αρχής (άρθρο 3 του ν. 2496/1997)", 5) ότι πριν από την ημερομηνία της υποβολής της αίτησης για την συμμετοχή του Ι.

Τ. στο ανωτέρω Ομαδικό Ασφαλιστήριο, προϋπήρξε σοβαρή πάθηση (καρκίνος) για την αντιμετώπιση του οποίου διενεργήθηκε χειρουργική επέμβαση την 19.4.2005 και η ημερομηνία διάγνωσης ήταν η 24.4.2005, ενώ ως κλινικές πληροφορίες, αναφέρεται: "Όγκος αρ. νεφρού". Ότι στην μακροσκοπική εξέταση του όγκου, που βρέθηκε στο αριστερό νεφρό, ο οποίος αφαιρέθηκε, αναφέρεται,ότι έχει τους μορφολογικούς χαρακτήρες ενός θηλώδους καρκινώματος τύπου 2 κατά Delabunt και Eble και ότι για το λόγο αυτό ο Ι.

Τ. υποβάλλονταν στη συνέχεια, κατά τακτά χρονικά διαστήματα σε εργαστηριακές εξετάσεις, προκειμένου να διαπιστωθεί η πορεία της υγείας του, μετά την εν λόγω επέμβαση, 6)ότι ο Ι. Τ., αν και έπασχε πριν από τη υποβολή της αίτησης ασφάλισης, τουλάχιστον από το έτος 2004, από την άνω σοβαρή πάθηση (καρκίνος) και προέβαινε σε τακτές εργαστηριακές εξετάσεις, δεν τη δήλωσε, κατά τη συμπλήρωση της αίτησής του για την υπαγωγή του στο υπ' αριθ. ...

Ομαδικό Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο, καθώς σαφώς γνώριζε, ότι η ασφαλιστική εταιρεία, δεν θα προέβαινε στην ασφάλισή του, εάν γνώριζε την πραγματική κατάσταση της υγείας του, 7) ότι πέραν του γεγονότος ότι η εξαίρεση από την ασφαλιστική κάλυψη της συγκεκριμένης ασθένειας περιλαμβάνεται με έντονα (bold) γράμματα στο άρθρο 19 των γενικών όρων του ένδικου ομαδικού ασφαλιστηρίου συμβολαίου, παραπέμπει σε αυτούς το άρθρο 6 του Προσαρτήματος (ασφάλιση ζωής) και σαφώς περιλαμβάνεται και στην ρητή επισήμανση με θέμα "Α.

Δηλώσεις Υγείας" στην προαναφερθείσα από 9.7.2008 αίτηση συμμετοχής και δήλωση εκχώρησης ασφαλίσματος, που υπέγραψε ο ασφαλισμένος, 8)ότι η ύπαρξη της άνω χρόνιας πάθησης (καρκίνος) του ασφαλισμένου, αποτελεί λόγο εξαίρεσης της εναγομένης από την ασφαλιστική κάλυψη, κατά σαφή όρο του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, και απαλλαγής της από την πληρωμή του ασφαλίσματος, 9)ότι αποδείχθηκε ότι κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης συμμετοχής του ως άνω στο Ομαδικό Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο, ο ασφαλισμένος δεν είχε ιαθεί από την εν λόγω ασθένεια, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, χωρίς αντιφάσεις και ελλιπείς αιτιολογίες, που να καθιστούν ανέφικτο το αναιρετικό έλεγχο, λαμβάνοντας υπόψη κατά πρώτο και κύριο λόγο το περιεχόμενο της συμπληρωθείσας και υποβληθείσας υπό του ασφαλισμένου αίτησης κατά το συνολικό αυτής περιεχόμενο δηλ.

και με το συνοδεύον αυτό ενημερωτικό σημείωμα με τις σαφείς και αναμφίβολες ως προς την ουσία τους απαλλακτικές ρήτρες, τις οποίες ανέγνωσε και κατανόησε ο ασφαλισμένος, παραλείποντας όμως αυτός να αναφέρει το κρίσιμο περιστατικό της νόσησής του από καρκίνο των νεφρών, ενώ γνώριζε το ουσιώδες της παράλειψης αυτής κατά τις εντεύθεν συνέπειες μέρος τους, που οδηγούσαν σε απαλλαγή της ασφαλιστικής εταιρίας από την κάλυψη των συνεπειών της νόσησης αυτής.

Σημειωτέον δε ότι η παραπομπή στους γενικούς όρους του ασφαλιστηρίου γίνεται μέσω των όσων εμπεριέχονται στο έντυπο ερωτηματολόγιο της αιτήσεως και όχι ευθέως. Επομένως, ο δεύτερος λόγος είναι αβάσιμος. Αναφορικά δε με την επικαλούμενη με τον τρίτο αναιρετικό λόγο έλλειψη επαρκούς αιτιολογίας εν σχέσει με την απόρριψη της αντένστασης καταχρήσεως δικαιώματος, αυτός είναι πρωτίστως απαράδεκτος επειδή ερείδεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, καθόσον η προσβαλλομένη απόφαση δέχεται, όπως προεκτέθηκε, ότι ο ασφαλισμένος έπασχε από καρκίνο και κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης ασφάλισης.

Περαιτέρω, σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος διότι η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, αφού δέχεται ότι η εξαίρεση από την ασφαλιστική κάλυψη της συγκεκριμένης ασθένειας: α) περιλαμβάνεται με έντονα γράμματα στο άρθρο 19 των γενικών όρων του ένδικου ομαδικού ασφαλιστηρίου συμβολαίου, β) παραπέμπει σε αυτούς το άρθρο 6 του Προσαρτήματος (ασφάλιση ζωής) και γ)σαφώς περιλαμβάνεται και στην ρητή επισήμανση με θέμα "Α.

Δηλώσεις Υγείας" στην από 9.7.2008 αίτηση συμμετοχής και δήλωση εκχώρησης ασφαλίσματος, που υπέγραψε ο ασφαλισμένος, και συνεπώς αιτιολογημένα απέρριψε το Εφετείο τον περιεχόμενο στην αντένσταση μοναδικό ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι με πρωτοβουλία της ίδιας της ασφαλιστικής εταιρίας αποσιωπήθηκε από την αίτηση ασφάλισης ο περιεχόμενος στο ομαδικό ασφαλιστήριο όρος περί εξαιρέσεως από την ασφαλιστική κάλυψη όσων πάσχουν ή έπασχαν από τις συγκεκριμένες χρόνιες παθήσεις, μεταξύ των οποίων και ο καρκίνος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 ν.2496/1997 (ΑσφΝ), όπως τούτο ίσχυε πριν αντικατασταθεί από 1.1.2016 κατ'εφαρμογη? της παρ. 7 του α?ρθ. 278 του ν. 4364/2016 (ΦΕΚ Α ? 13/5.2.2016) και το οποίο (αρχικά ισχύον) έχει εφαρμογή εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου επελεύσεως του ασφαλιστικού κινδύνου (άρθρο 33 § 4 του νόμου αυτού), "με την ασφαλιστική σύμβαση η ασφαλιστική επιχείρηση (ασφαλιστής) αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει έναντι ασφαλίστρου στον συμβαλλόμενό της (λήπτη ασφάλισης) ή τρίτο, παροχή (ασφάλισμα) σε χρήμα ή, εφόσον υπάρχει ειδική συμφωνία, άλλη παροχή σε είδος, όταν επέλθει το περιστατικό από το οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωσή του (ασφαλιστική περίπτωση)".

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 7 ν.2496/1997: "Αν επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση, ο ασφαλιστής υποχρεούται να καταβάλει το ασφάλισμα χωρίς υπαίτια καθυστέρηση. Αν για τη διάγνωση της έκτασης του ασφαλίσματος απαιτείται μεγάλο χρονικό διάστημα, ο ασφαλιστής υποχρεούται, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, σε καταβολή του ποσού, για το οποίο δεν υπάρχει αμφισβήτηση".

Aπό την διάταξη αυτή σαφώς προκύπτει ότι δεν καθιερώνεται δήλη ημέρα πληρωμής της υποχρέωσης του ασφαλιστή και έτσι αυτός καθίσταται υπερήμερος μόνο από τη δικαστική ή εξώδικη όχληση αυτού σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 340 και 345 ΑΚ (ΑΠ 1801/2014, ΑΠ 1413/2005, ΑΠ 293/2008). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθ. 27 Ν.2496/1997 "1.

Στην ασφάλιση προσώπων το ασφάλισμα συνίσταται είτε στην καταβολή ορισμένου χρηματικού ποσού εφάπαξ ή σε περιοδικές προσόδους (ασφάλιση ποσού) είτε στην αποκατάσταση της συγκεκριμένης οικονομικής ζημιάς που προσήλθε εξαιτίας ασθένειας ή ατυχήματος του ασφαλισμένου. 3...5. Στην ασφάλιση προσώπων που έχει συμφωνηθεί ως ασφάλιση ποσού, το ασφάλισμα καταβάλλεται ανεξάρτητα από το αν η επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου προκάλεσε ζημιά στον ασφαλισμένο ή στο δικαιούχο του".

Από τις ως άνω ρυθμίσεις καθίσταται σαφές ότι αντικείμενο αποκατάστασης στην ασφάλιση προσώπων, αποτελεί μόνον η καταβολή ορισμένου χρηματικού ποσού εφάπαξ ή σε περιοδικές προσόδους (ασφάλιση ποσού) είτε η αποκατάσταση της συγκεκριμένης οικονομικής ζημιάς που προσήλθε εξαιτίας ασθένειας ή ατυχήματος του ασφαλισμένου, η δε άρνηση πληρωμής του ασφαλίσματος, η οποία και όταν ακόμη κριθεί δικαστικώς ότι ήταν αδικαιολόγητη και δεν οφειλόταν σε εύλογη αμφιβολία του ασφαλιστή ως προς την έκβαση της δίκης, συνεπάγεται μόνο υποχρέωση καταβολής τόκων υπερημερίας και όχι αποζημίωση στον ασφαλισμένο από την επί μακρό στέρηση του ασφαλίσματος, ενώ δεν αποτελεί από μόνη της αδικοπραξία (ΑΠ 84/2024).

Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε με τη μη εφαρμογή τους τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθ. 343, 297 και 298 ΑΚ απορρίπτοντας ως νόμω αβάσιμο το αίτημα της ενάγουσας/αναιρεσείουσας να υποχρεωθεί η εναγομένη ασφαλιστική εταιρία να της καταβάλει ως αποζημίωση το ποσό των 24.663,27 ευρώ, που αναλύεται σε 5.899,65 ευρώ για κεφάλαιο, 18.653,10 ευρώ για συμβατικούς τόκους και 110,52 ευρώ για τόκους υπερημερίας, που αναγκάστηκε η αναιρεσείουσα να καταβάλει στην δανείστρια Τράπεζα Πειραιώς ενόψει του κινδύνου καταγγελίας από την τελευταία της σύμβασης δανείου, εφόσον η αναιρεσίβλητη αρνήθηκε να εκπληρώσει την εκ της ασφαλιστικής συμβάσεως υποχρέωσή της, ποσό κατά το οποίο ζημιώθηκε η ενάγουσα από την αντισυμβατική και παράνομη συμπεριφορά της εναγομένης.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι αυτή διέλαβε, αναφορικά με τον εδώ ερευνώμενο αναιρετικό λόγο τα ακόλουθα: "Το παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, στα πλαίσια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, έχει την εξουσία και από μόνο του να ερευνήσει τη νομιμότητα της αγωγής, τόσο ως προς τα κύρια κεφάλαιά της, όσο και ως προς τα παρεπόμενα, που συνέχονται με αυτά και να τα απορρίψει ως μη νόμιμα, αρκεί να μην εκδοθεί επιβλαβέστερη απόφαση για τον εκκαλούντα, που ζητεί την απόρριψή της, χωρίς να ασκηθεί ίδια έφεση ή αντέφεση από μέρους του εφεσιβλήτου.

Έτσι, μη νόμιμο και ως εκ τούτου απορριπτέο κρίνεται το αίτημα της ενάγουσας, με την ιδιότητά της ως ασκούσας τη γονική μέριμνα της ανήλικης, να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας να της καταβάλει το ποσό των 24.663,27 ευρώ, αφού δεν επικαλείται οποιαδήποτε μεταξύ τους σύμβαση, στην οποία να μπορεί να θεμελιωθεί σχετική ευθύνη της εναγομένης να της καταβάλει το ως άνω ποσό, ούτε αναφέρονται στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, που θα μπορούσαν να θεμελιώσουν έτερο νόμιμο λόγο ευθύνης (αδικοπραξία κλπ) της εναγομένης.

Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έσφαλε δεχόμενο ως νόμιμο το άνω αίτημα, ενώ αν ορθώς έκρινε, έπρεπε να το απορρίψει αυτό ως μη νόμιμο, καθιστώντας, κατά τούτο, την εκκαλουμένη απόφασή του εξαφανιστέα, κατά παραδοχή και του συναφούς έκτου λόγου της έφεσης ως βάσιμου". Έτσι που έκρινε το Εφετείο και απέρριψε ως νόμω αβάσιμο το σχετικό αγωγικό αίτημα της ενάγουσας στα πλαίσια της αυτεπάγγελτης έρευνας του νόμω βασίμου της αγωγής, ορθά ερμήνευσε τις ως άνω διατάξεις των άρθ. 343, 297 και 298 ΑΚ, τις οποίες δεν εφάρμοσε αφού αυτές δεν ήταν εφαρμοστέες εν προκειμένω, κείμενες πέραν του σκοπού της ασφαλιστικής σύμβασης και της εκ της επελεύσεως του κινδύνου συμβατικής υποχρέωσης της ασφαλιστικής εταιρίας ενώ και τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά δεν αποτελούν αδικοπραξία της αναιρεσίβλητης.

Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί αυτή, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης κατά το βάσιμο περί αυτής αίτημά της, που περιέχεται στις προτάσεις της (άρθ. 176, 183, 189 παρ.1 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως αναφέρεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14-11-2022 αίτηση της Μ.-Π. Τ. για την αναίρεση της υπ' αριθ. 3101/2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης εκ ποσού δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Σεπτεμβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Οκτωβρίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ