Legislator Case Law & Legislation
1499/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds as Article 560 Civil Procedure Code limits reviewable errors.

Case Number 1499/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the first-instance judgment on appeal. The appellant argued that the lower court erred in assessing traffic priority and failed to consider witness testimony, but the court found these grounds inadmissible. The court ruled that only specific errors listed in Article 560 of the Civil Procedure Code are reviewable on appeal, excluding the appellant's cited errors.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 and 560 of the Civil Procedure Code; appeals are limited to the specific grounds enumerated in Article 560, excluding other alleged errors such as those under Article 559(11).

Keywords

AI generated
Civil Procedure Code appeal grounds procedural admissibility traffic accident liability judicial review limits

Cited Legislation

AI generated
Article 576 paragraphs 1-2 of the Civil Procedure Code
Article 560 of the Civil Procedure Code
Article 559 paragraph 11 of the Civil Procedure Code
Article 495 paragraph 4 letter e of the Civil Procedure Code
Articles 176 and 183 of the Civil Procedure Code

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 45/1987
Supreme Court 1032/2019
Supreme Court 875/2018
Supreme Court 1370/2008
Supreme Court 600/2007

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1499 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1499/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βάρκα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αθανάσιο Τσουλό, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαΐου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. Δ. του Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Δήμητρα Πριόνα.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Π. του Ν., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο και 2) ανώνυμης εταιρείας γενικών ασφαλίσεων με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη ….. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καραγκούνη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 5-5-2022 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-10-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο ...ς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 520/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 201/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου ...ς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1-8-2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αλεξάνδρα Αποστολάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η αναιρεσείουσα και η 2η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της 2ης αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το άρθρο 576 παρ. 1-2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται, αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, από την 7168Β'/07-10-2021 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή στο Εφετείο Ευβοίας Α.

Α., που επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση από 01-08-2019 αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για τη στην αρχή της παρούσας αναφερομένη δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, στον πρώτο των αναιρεσίβλητων Α.

Π.. Κατά συνέπεια, αφού ο αναιρεσίβλητος αυτός δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το σχετικό πινάκιο, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του.

Από τις διατάξεις των άρθρων 914, 330, 297 και 298 ΑΚ προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, το παράνομο της πράξης ή της παράλειψης αυτού και η ύπαρξη μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της ζημίας που επήλθε αιτιώδους συνάφειας, η οποία υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ήταν ικανή και μπορούσε, αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα.

Εξάλλου, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 681/2021, ΑΠ 797/2020, ΑΠ 890/2020, ΑΠ 90/2019, ΑΠ 199/2018, ΑΠ 848/2015).

Περαιτέρω, από το άρθρα 26 παρ. 4 και 5 του ν. 2696/1999, περί του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, προκύπτει ότι στους κόμβους, που, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 2 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, αποτελούν: οι ισόπεδες συμβολές, διακλαδώσεις ή διασταυρώσεις οδών, περιλαμβανομένων και των ελεύθερων χώρων που σχηματίζονται από αυτές, όταν δεν υπάρχει σήμανση, η προτεραιότητα ανήκει σε εκείνον που έρχεται από δεξιά.

Εξαίρεση από αυτόν τον κανόνα αναγνωρίζεται μόνο στις περιοριστικώς αναφερόμενες στην εν λόγω διάταξη περιπτώσεις α) όσων κινούνται σε αυτοκινητοδρόμους, εθνικές οδούς ή οδούς ταχείας κυκλοφορίας και β) τα σιδηροδρομικά και τροχιοδρομικά οχήματα, οι οποίοι έχουν, σε κάθε περίπτωση, προτεραιότητα, γ) όσων εισέρχονται σε οδό από χωματόδρομο, μονοπάτια, παρόδια ιδιοκτησία, χώρους στάθμευσης και σταθμούς ανεφοδιασμού και δ) όσων εκκινούν ή κινούνται προς τα πίσω, όπου αυτό επιτρέπεται, οι οποίοι οφείλουν σε κάθε περίπτωση, να παραχωρούν προτεραιότητα στους εξ αριστερών τους κινούμενους οδηγούς.

Στην πιο πάνω εξαίρεση δεν περιλαμβάνεται η περίπτωση κατά την οποία σε ισόπεδο κόμβο μια οδός τέμνει καθέτως άλλη σε σχήμα Τ, ήτοι καταλήγει σ'αυτήν χωρίς να συνεχίζεται, διότι ούτε ρητά στο νόμο αναφέρεται αυτή η περίπτωση, ούτε και κατ' αναλογίαν μπορεί να ενταχθεί στην εξαίρεση. Επομένως, επί ισόπεδου κόμβου σε σχήμα Τ, η προτεραιότητα ανήκει στον κινούμενο επί της τέμνουσας οδού, έναντι των εξ αριστερών του κινουμένων έστω και σε κύρια οδό οχημάτων (ΑΠ 85/2019, ΑΠ 641/2014, ΑΠ 1669/2012, ΑΠ 635/2007, ΑΠ 1044/2005).

Κατά την έννοια του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδάφ. β' του ΚΠολΔ, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνο αν αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, δηλαδή, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα κοινής πείρας για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι, όμως, και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί, στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη κατ' άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (βλ.

ΑΠ 64/2017, ΑΠ 92/2013, ΑΠ 322/2012, ΑΠ 1241/2010). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του ΚΠολΔικ, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από την 1-1-2016, μεταξύ άλλων και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού) και εφαρμόζεται, εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου καταθέσεως της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως (01-08-2019), η οποία είναι ταυτόσημη με την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔικ, κατά των προαναφερομένων αποφάσεων (των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων), αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, που δεν προβλεπόταν μεταξύ των περιοριστικά αναφερόμενων στο πιο πάνω άρθρο λόγων, όπως τούτο ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το Ν 4335/2015 και αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόσθηκε.

Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της (ΑΠ 59/2021, 71/2020). Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 151/2014, ΑΠ 1942/2013, ΑΠ 2075/2007, ΑΠ 44/2003).

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔικ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Συνακολούθως, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1361/2013, ΑΠ 1266/2011).

Εξάλλου, ο αναιρετικός λόγος, που ερείδεται σε εσφαλμένη (ή αναληθή) προϋπόθεση, περίπτωση που συντρέχει, όταν με αυτόν υποστηρίζεται, ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά ή εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε τις διατάξεις, που επικαλείται ο αναιρεσείων, ενώ από τον έλεγχο αυτής, στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει το αντίθετο, απορρίπτεται ως αβάσιμος (ΑΠ 654/2020, ΑΠ 587/2020, ΑΠ 403/2019, ΑΠ 269/1993).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο ...ς, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), τα εξής περιστατικά: "Στις 26-7-2012 και περί ώρα 16:10, ο Γ. Δ., οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ΧΑΙ - ...

αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της ενάγουσας- εκκαλούσας, στην οδήγηση του οποίου είχε προστηθεί από την τελευταία, κινείτο επί της οδού ... στη ..., η οποία είναι οδός διπλής κατεύθυνσης με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, με πορεία από ... προς .... Κατά τον ίδιο χρόνο, ο πρώτος εναγόμενος και ήδη εφεσίβλητος, οδηγώντας το με αριθμό ...

αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, το οποίο ήταν ανασφάλιστο, κινείτο επί ανωνύμου οδού μονής κατεύθυνσης στην ίδια περιοχή, η οποία τέμνει κάθετα την ανωτέρω οδό ..., σε σχήμα Τ, ήτοι η ανώνυμη οδός καταλήγει στην οδό ..., χωρίς να συνεχίζεται, με πρόθεση να πραγματοποιήσει στροφή προς τα αριστερά στην οδό ... και να κατευθυνθεί προς ..., αντιθέτως προς την κατεύθυνση του αυτοκινήτου της εκκαλούσας.

Όταν ο πρώτος εφεσίβλητος έφτασε στη συμβολή των δύο οδών, ενεργοποίησε τον αριστερό δείκτη αλλαγής κατεύθυνσης και ακινητοποίησε το όχημά του, προκειμένου να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων επί της οδού ... και να βεβαιωθεί ότι μπορεί να πραγματοποιήσει με ασφάλεια την ως άνω αριστερή στροφή, παραχωρώντας προτεραιότητα σε τρία κινούμενα επ' αυτής οχήματα.

Ακολούθως, εφόσον δεν αντιλήφθηκε να ακολουθεί άλλο όχημα και δεδομένου ότι στο δεξιό άκρο του οδοστρώματος της οδού ... και στη διασταύρωση αυτής με την ανώνυμη οδό, ήταν παράνομα σταθμευμένο ένα φορτηγό ψυγείο, το οποίο του περιόριζε την ορατότητα, ξεκίνησε να εισέρχεται με μικρή ταχύτητα στην εν λόγω διασταύρωση.

Κατά τη στιγμή που ο πρώτος εφεσίβλητος είχε διασχίσει το μισό περίπου οδόστρωμα του ρεύματος πορείας της οδού ... προς ... και το εμπρόσθιο τμήμα του οχήματός του εξερχόταν του παρανόμως σταθμευμένου φορτηγού αυτοκινήτου, ο προστηθείς από την εκκαλούσα οδηγός, προσεγγίζοντας τη διασταύρωση των πιο πάνω οδών, μολονότι είχε αντιληφθεί το όχημα του πρώτου εφεσιβλήτου επί της ανωνύμου οδού που βρισκόταν εκ δεξιών του και γνώριζε ότι στην πορεία του τελευταίου δεν υπήρχε ρυθμιστική πινακίδα STOP (βλ.

την από 1-8-2012 ένορκη κατάθεσή του ενώπιον των προανακριτικών υπαλλήλων του Τ.Τ. ...ς), δεν μείωσε, ως όφειλε, την ταχύτητα του οχήματός του, προκειμένου να παραχωρήσει προτεραιότητα στα οχήματα που κινούνταν εκ δεξιών του και δη στο όχημα του πρώτου εφεσιβλήτου, αλλά, θεωρώντας ότι έχει ο ίδιος προτεραιότητα διότι βρισκόταν σε κεντρική οδό (βλ.

την ίδια ως άνω από 1-8-2012 ένορκη κατάθεσή του), συνέχισε την πορεία του με την ταχύτητα που ήδη είχε αναπτύξει, με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί αιφνιδίως στην πορεία του οχήματος του πρώτου εφεσιβλήτου και σε μικρή απόσταση από αυτό, μη αφήνοντας στον τελευταίο κανένα περιθώριο για αποφευκτικό ελιγμό ή για έγκαιρη τροχοπέδηση του οχήματός του, με συνέπεια το όχημα του πρώτου εφεσιβλήτου να επιπέσει με το εμπρόσθιο τμήμα του στην δεξιά πλευρά του οχήματος της εκκαλούσας και να προκαλέσει σ' αυτό υλικές ζημίες.

Σύμφωνα με τα παραπάνω, το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του Γ. Δ., οδηγού του ... αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας της εκκαλούσας, ο οποίος δεν κατέβαλε την προσοχή και επιμέλεια, την οποία όφειλε και μπορούσε να καταβάλει και την οποία θα κατέβαλε κάθε μέσος συνετός οδηγός υπό τις ίδιες περιστάσεις, και συγκεκριμένα δεν οδηγούσε με σύνεση και συνεχώς τεταμένη την προσοχή του, δεν είχε τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς και μολονότι πλησίαζε σε ισόπεδο οδικό κόμβο, δεν κατέβαλε ιδιαίτερη προσοχή για να μην προκαλέσει επί του κόμβου κίνδυνο ή παρακώλυση της κυκλοφορίας, ρυθμίζοντας την ταχύτητα του οχήματός του, ώστε να μπορεί να διακόψει την πορεία του, προκειμένου να παραχωρήσει προτεραιότητα στα κινούμενα εκ δεξιών του οχήματα και εν προκειμένω στον πρώτο εφεσίβλητο, με αποτέλεσμα να εισέλθει στον ως άνω ισόπεδο κόμβο ανέλεγκτα, με αυξημένη για τις περιστάσεις ταχύτητα (είσοδος σε διασταύρωση) και να γίνει πρόξενος της ένδικης σύγκρουσης κατά τα προαναφερόμενα, παραβιάζοντας τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1, 19 παρ. 1, 2, 3 και 26 παρ. 1, 4 και 5 του ΚΟΚ.

Αντιθέτως, δεν αποδείχθηκε καμία υπαιτιότητα του πρώτου εφεσιβλήτου, ο οποίος, προσεγγίζοντας την διασταύρωση, μολονότι είχε προτεραιότητα, ανέστειλε την ταχύτητά του, ενεργοποίησε τον αριστερό δείκτη αλλαγής κατεύθυνσης, έλεγξε την κίνηση επί της οδού ..., εισερχόμενος προοδευτικά στην εν λόγω οδό, λόγω της μειωμένης ορατότητας που είχε, παραχωρώντας προτεραιότητα σε τρία κινούμενα επ' αυτής οχήματα και δεν μπορούσε να προβλέψει, ακόμα και με επίδειξη άκρας επιμέλειας και προνοητικότητας ότι o Γ.

Δ., ο οποίος βρισκόταν περί τα είκοσι μέτρα πίσω από τα τρία ως άνω αυτοκίνητα (βλ. την ένορκη κατάθεση του ίδιου στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου), θα παραβίαζε την εκ δεξιών προτεραιότητά του, ενώ λόγω της κοντινής απόστασης μεταξύ των οχημάτων και του πλήρη αιφνιδιασμού του, δεν είχε δυνατότητα για επιτυχή αποφευκτικό ελιγμό ή για τροχοπέδηση.

Εξάλλου, δεν αποδεικνύεται ότι ο πρώτος εφεσίβλητος εξήλθε της διασταύρωσης απότομα και μεγάλη ταχύτητα, αφού στην περίπτωση αυτή θα είχαν προκληθεί μεγαλύτερης έκτασης ζημιές σε αμφότερα τα οχήματα, ενώ στην προκείμενη περίπτωση το όχημα του πρώτου εφεσιβλήτου δεν υπέστη καμία ζημία. Ο ισχυρισμός της εκκαλούσας ότι η προτεραιότητα δεν ανήκει στην περίπτωση της συμβολής των οδών σε σχήμα Τ στον εκ δεξιών προερχόμενο, αφού η πορεία του τελευταίου αναγκαστικά διακόπτεται στη συμβολή των οδών και θα πρέπει με τη χρήση των φώτων αλλαγής πορείας να κινηθεί αριστερά ή δεξιά κατά περίπτωση, αλλά ότι ανήκει στον οδηγό του αυτοκινήτου της, ο οποίος, με βάση τη φιλοσοφία και το όλο πνεύμα των διατάξεων των άρθρων 21 και 23 του ΚΟΚ, είχε προτεραιότητα έναντι των εκ δεξιών του κινουμένων οχημάτων, είναι σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε νομικά αβάσιμος.

Προσέτι, αβάσιμος είναι και ο ισχυρισμός της εκκαλούσας ότι επί της συμβολής των ανωτέρω οδών είχε προτεραιότητα το όχημα ιδιοκτησίας της, σύμφωνα με τις προσκομιζόμενες εκ μέρους της βεβαιώσεις του Δήμου Χαλκιδέων, με τις οποίες βεβαιώνεται ότι η οδός ... είναι χαρακτηρισμένη ως επαρχιακή οδός ... - ... (πρωτεύον επαρχιακό δίκτυο) με την απόφαση ΔΜΕΟ/ε/Ο266/95 (ΦΕΚ 293Β/ 17-4-1995) και έχει καθοριστεί ως οδός προτεραιότητας έναντι αυτών που την τέμνουν, με την με αριθμό 2501/1/230-στ/13-11-1989 απόφαση της Αστυνομικής Διεύθυνσης Ευβοίας.

Και τούτο διότι, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, επί ισόπεδου οδικού κόμβου (συμβολή, διακλάδωση ή διασταύρωση οδών), όπου η κυκλοφορία δεν ρυθμίζεται με κατάλληλη σήμανση, η προτεραιότητα ανήκει σ' αυτόν που έρχεται από δεξιά. Εκείνος, επομένως, που έρχεται από αριστερά, οφείλει να διακόψει την ταχύτητα του οχήματος του, ώστε να διέλθει ο άλλος.

Για την προτεραιότητα δεν ασκεί επιρροή το γεγονός ότι μία από τις οδούς είναι περισσότερο κεντρική, ενώ ο χαρακτηρισμός μιας οδού ως οδού προτεραιότητας, κατά την διαδικασία και τις προϋποθέσεις που προβλέπονται από τις διατάξεις του άρθρου 52 του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), ισχύει από την τοποθέτηση των οικείων πινακίδων σήμανσης, των σηματοδοτών ή των διαγραμμίσεων στο οδόστρωμα (άρθρο 52 παρ. 7 του ΚΟΚ) και στην κρινόμενη περίπτωση, δεν αποδεικνύεται ότι υπήρχε τέτοια σήμανση, που να καθορίζει προτεραιότητα στα οχήματα που κινούνταν στην επαρχιακή οδό ...ς - ... (...), ούτε υπάγεται η οδός αυτή σε μία από τις εξαιρέσεις της παρ. 5 του άρθρου 26 του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ).

Εξάλλου, ο ισχυρισμός της εκκαλούσας, ότι επί της ανωνύμου οδού, υπήρχε πριν και μεταγενέστερα του ατυχήματος πινακίδα ΣΤΟΠ, προβάλλεται αλυσιτελώς και δεν ασκεί έννομη επιρροή με την έννοια της καθιέρωσης προτεραιότητας για την οδό ..., δεδομένου ότι η πινακίδα αυτή δεν ήταν τοποθετημένη κατά τον κρίσιμο χρόνο του ατυχήματος.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε τα ίδια ως προς την υπαιτιότητα του προστηθέντος από την ενάγουσα οδηγού, θεωρώντας τον αποκλειστικά υπαίτιο για την επέλευση του ένδικου ατυχήματος και ακολούθως απέρριψε καθ' ολοκληρία την κρινόμενη αγωγή, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων του ν. 2696/1999 και ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, απορριπτομένων των λόγων έφεσης και των πρόσθετων λόγων αυτής, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα".

Ακολούθως το Μονομελές Πρωτοδικείο ...ς, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε κατ' ουσίαν την από 19-08-2014 έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθμ. 520/2014 απόφασης του Ειρηνοδικείου ...ς, με την οποία απορρίφθηκε η από 16-10-2012 αγωγή αποζημίωσης ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 330, 297 και 298 ΑΚ σε συνδυασμό με αυτές του άρθρου 26 παρ. 4 και 5 του Ν 2696/1999, αλλά, με το σύνολο των προεκτιθέμενων παραδοχών του, διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο και, έτσι, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, όπως αβασίμως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με το α' σκέλος του πρώτου λόγου της αναίρεσης από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 (όχι του άρθρου 559) του ΚΠολΔ.

Ειδικά δε οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, ότι η οδός, στην οποία εκινείτο ο πρώτος αναιρεσίβλητος, στη συμβολή της με την επαρχιακή οδό, στην οποία εκινείτο ο προστηθείς της αναιρεσείουσας, έφερε ρυθμιστική πινακίδα υποχρεωτικής διακοπής της πορείας (STOP), που είχε αποξηλωθεί την ημέρα του συμβάντος και επανατοποθετήθηκε αμέσως μετά το συμβάν και υφίσταται μέχρι σήμερα, είναι απαράδεκτες, διότι πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων.

Προσέτι, δεν ασκούν έννομη επιρροή, εφόσον κρίθηκε με την προσβαλλόμενη, ότι κατά το χρόνο του ένδικου τροχαίου ατυχήματος, δεν υπήρχε η ανωτέρω πινακίδα στην ανώνυμη οδό, στην οποία εκινείτο ο πρώτος αναιρεσίβλητος, και στη συμβολή της με την επαρχιακή οδό ... - .... Στη συνέχεια, η αναιρεσείουσα με το β' σκέλος του πρώτου λόγου της αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 1β του άρθρου 560 (και όχι του άρθρου 559) του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη, ότι το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής με το να μη δεχθεί, ότι το ΙΧΕ αυτοκίνητό της είχε προτεραιότητα, διότι η σήμανση της υποχρεωτικής διακοπής της πορείας των οχημάτων στην κατεύθυνση του πρώτου αναιρεσίβλητου αποδεικνύει περίτρανα, ότι εκείνος δεν είχε προτεραιότητα και ότι έπρεπε να διακόψει την πορεία του και να ελέγξει την πορεία των οχημάτων που κινούνταν επί της οδού Ιερέως Αφράτη, όπου εκινείτο ο πατέρας της Γ.

Δ.. Η προβαλλόμενη αιτίαση για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας είναι αβάσιμη, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον με την προσβαλλόμενη έγινε δεκτό, ότι δεν υπήρχε σήμανση υποχρεωτικής διακοπής της πορείας στην κατεύθυνση του πρώτου αναιρεσίβλητου κατά τον ένδικο χρόνο του τροχαίου ατυχήματος.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης είναι απορριπτέος στο σύνολό του. Κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο για τους (περιοριστικά) αναφερόμενους στο άρθρο 560 ΚΠολΔ μετά την τροποποίηση με το ν. 4335/2015, λόγους στους οποίους δεν περιλαμβάνεται ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 45/1987, ΑΠ 1032/2019, ΑΠ 875/2018, ΑΠ 1370/2008, ΑΠ 600/2007).

Η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθμό 8, όπως εκτίθεται στο αναιρετήριο) και με τον τρίτο λόγο της, ομοίως από τον 11 του ίδιου άρθρου, υποστηρίζοντας ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο ...ς, που δίκασε ως Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη την κατάθεση του μάρτυρά της Γ.

Δ. (2ος λόγος) και τις από 8-8-2012 και 3-9-2014 βεβαιώσεις του Δήμου Χαλκιδέων (3ος λόγος). Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι στην ένδικη υπόθεση εφαρμοστέοι είναι μόνο οι λόγοι αναίρεσης του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, στην περιοριστική απαρίθμηση των οποίων δεν περιλαμβάνεται η περίπτωση 11 του άρθρου 559.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδάφ. ε' του ΚΠολΔ, όπως ισχύει) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της στη δικαστική δαπάνη της δεύτερης αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό. Διάταξη περί επιβολής δικαστικής δαπάνης σε βάρος της αναιρεσείουσας, όσον αφορά στον πρώτο αναιρεσίβλητο, δεν θα τεθεί, διότι ο τελευταίος λόγω της απουσίας του δεν υποβλήθηκε σε δικαστικά έξοδα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 01-08-2019 αίτηση (αριθμ. κατάθ. 165/05-08-2019) για αναίρεση της 201/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ...ς, που δίκασε ως Εφετείο.

Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο δημόσιο ταμείο.

Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της δεύτερης αναιρεσίβλητης, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Σεπτεμβρίου 2022.

H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ