Legislator Case Law & Legislation
1499/2018 AI generated

1499/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1499/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη - Εισηγητή, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Λουκά Μόρφη και Γεώργιο Δημάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1499/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, με την αναθεώρηση του Συντάγματος του έτους 2001 προστέθηκε στο άρθρο 103 αυτού η παράγραφος 8, με τα εδάφια α` και γ` της οποίας ορίζεται ότι νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στην παρ. 3 εδ.

Keywords

AI generated
weekly commuter allowance pay policy wage portage unpaid work payment of benefits compensation for overtime
AI generated
176/2023
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη - Εισηγητή και Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αρεοπαγίτες.
1770/2017
Κατά το άρθρο 20 παρ.
986/2022
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο - Εισηγητή, Μαρία Σιμιτσή-Βετούλα και Αριστείδη Βαγγελάτο, Αρεοπαγίτες.
101/2008
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/10/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 87/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 617/2006 οριστική του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25/10/2006 αίτησή του.
1145/2020
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1499 / 2018 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1499/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη - Εισηγητή, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Λουκά Μόρφη και Γεώργιο Δημάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 15 Μαΐου 2018, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1)Α. Γ. του Α., κατοίκου ... και 2)Ε. Μ. του Δ., κατοίκου ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευάγγελο Μπέη, που κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, για το οποίο εμφανίσθηκε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Μιχαήλ Δερμιτζάκης και δήλωσε ότι παρίσταται ο Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (Ε.Φ.Κ.Α.), ως καθολικός διάδοχός του, ο οποίος εκπροσωπείται από τον ίδιο, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/3/2011 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3773/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 433/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 11/12/2017 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειούσων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 11.12.2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 433/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (5ου Τμήματος), που εκδόθηκε κατόπιν εφέσεως των εναγουσών και ήδη αναιρεσειουσών κατά της 3773/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή. Με την προσβαλλομένη απόφαση απορρίφθηκε η έφεση και επικυρώθηκε η πρωτοβάθμια απόφαση. Η ως άνω αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 147 παρ. 7 και 144 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 §1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ).

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 649 ΑΚ προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου είναι εκείνη με την οποία συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι την επέλευση μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου παύει αυτοδικαίως, σε περίπτωση δε αμφιβολίας η σύμβαση αυτή θεωρείται αορίστου χρόνου.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 21 παρ. 1, 2 και 3 του ν. 2190/1994, οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα του άρθρου 14 παρ. 1 του αυτού νόμου, επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών με διάρκεια απασχόλησης, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ μήνες, μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα μηνών, ενώ στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κενώσεως θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις μήνες για το ίδιο άτομο, χωρίς να επιτρέπεται εγκύρως παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου.

Εξάλλου, με την αναθεώρηση του Συντάγματος του έτους 2001 προστέθηκε στο άρθρο 103 αυτού η παράγραφος 8, με τα εδάφια α` και γ` της οποίας ορίζεται ότι νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στην παρ. 3 εδ.

α` αυτού, είτε πρόσκαιρων, είτε απροβλέπτων και επειγουσών αναγκών κατά την παρ. 2 εδ. β` αυτού. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού, που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Στους κανόνες αυτούς, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις ως άνω διατάξεις του Ν. 2190/1994, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό, που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιο τομέα με υπαλληλική σχέση δημοσίου δικαίου, όσο και το προσωπικό, που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων, σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 3 και 8 του Συντάγματος.

Ειδικά, όμως, με το άρθρο 20 παρ. 4 του Ν. 2738/1999 εισήχθη συγκεκριμένη ρύθμιση και δη προσετέθη ως περίπτωση κα' στο άρθρο 14 παρ. 2 Ν. 2190/1994 επιπλέον εξαίρεση στο σύστημα προσλήψεων του νόμου αυτού, η οποία αφορά την πρόσληψη προσωπικού σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ, ειδικότερα δε ορίσθηκε ότι η πρόσληψη του προσωπικού που προσλαμβάνεται σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον Ο.Α.Ε.Δ.

διενεργείται σύμφωνα με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια που καθορίζονται στα προγράμματα αυτά.

Η επιδοτούμενη αυτή πρόσληψη υπαλλήλων είναι εξαιρετική, διότι συνδέεται με την ανάγκη πραγμάτωσης των προγραμμάτων, που με τους υφιστάμενους κανόνες θα απέβαινε ατελέσφορη και για το λόγο αυτό ορίζεται ότι η πρόσληψη διενεργείται με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια, που καθορίζονται στα προγράμματα.

Συνακόλουθα, η πρόσληψη υπαλλήλων, που έχει πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο συγκεκριμένου προγράμματος του ΟΑΕΔ και οι εξ αυτής απορρέουσες εργασιακές σχέσεις έχουν συγκεκριμένο χρόνο διάρκειας, είναι δηλ. συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, η πάροδος του οποίου συνεπιφέρει αυτοδικαίως και τη λήξη τους (αρθρ. 669 παρ. 1 Α.Κ.) και η σύναψη αυτών ως συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου επιβάλλεται από αντικειμενικούς λόγους που συνδέονται με την φύση τους (ΑΠ 126/2015, AΠ 885/2014, ΑΠ 181/2014).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 20 παρ. 1 και 15 του Ν. 2639/1998, "Ο Ο.Α.Ε.Δ. μπορεί να αναθέτει στο Δημόσιο, σε φορείς του Δημοσίου, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων και οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, σε επιχειρήσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα, σε Ν.Π.Ι.Δ., σε πιστοποιημένα Κέντρα Επαγγελματικής Κατάρτισης, σε Α.Ε.Ι.- Τ.Ε.Ι.

και σε ιδιωτικές επιχειρήσεις ημεδαπής ή αλλοδαπής την υλοποίηση, στο θεωρητικό ή στο πρακτικό μέρος ή στο σύνολό τους, προγραμμάτων της Συνεχιζόμενης Επαγγελματικής Κατάρτισης ανέργων. Η ανάθεση γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν τη σύναψη των δημοσίων συμβάσεων εκτέλεσης έργων, προμηθειών και παροχής υπηρεσιών των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου" (1). "Ο Ο.Α.Ε.Δ.

μπορεί να συνεργάζεται με φορείς της παραγράφου 1, με σκοπό την υλοποίηση προγραμμάτων απόκτησης εργατικής εμπειρίας άνεργων αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και αποφοίτων Λυκείου. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από γνώμη του Δ.Σ. του Ο.Α.Ε.Δ., καθορίζονται το ύψος της ημερήσιας αποζημίωσης, οι ειδικότητες σε σχέση με τις θέσεις πρακτικής άσκησης, η διάρκεια, ο αριθμός και η ηλικία των δικαιούχων και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των προγραμμάτων του προηγούμενου εδαφίου.

Για την ασφάλιση των συμμετεχόντων στα προγράμματα αυτά εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 18 του Ν. 2458/1997 (ΦΕΚ 15 Α`). Οι δαπάνες που προκαλούνται από την εφαρμογή των προγραμμάτων της παραγράφου αυτής εξαιρούνται από τον προληπτικό έλεγχο του Ελεγκτικού Συνεδρίου"(15). Kατά δε το π.δ. 164/2004, με το οποίο έγινε "η προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας, όσον αφορά στο προσωπικό του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, προς τις διατάξεις της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28ης Ιουνίου 1999, σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου, που έχει συναφθεί μεταξύ των διεπαγγελματικών οργανώσεων γενικού χαρακτήρα CES, UNICE και CEEP (E.E.L. 175/10.7.1999), με την οποία επιδιώκεται αφενός μεν η βελτίωση της ποιότητας της εργασίας ορισμένου χρόνου με την εφαρμογή της αρχής της μη διάκρισης σε σχέση με την εργασία αορίστου χρόνου και αφετέρου η καθιέρωση ενός πλαισίου για να αποτραπεί τυχόν κατάχρηση που προκαλείται από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου" (άρθρο 1), ορίσθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: " Οι διατάξεις αυτού του διατάγματος εφαρμόζονται στο προσωπικό του δημόσιου τομέα, όπως αυτός οριοθετείται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3 του παρόντος, καθώς και στο προσωπικό των δημοτικών και κοινοτικών επιχειρήσεων, το οποίο εργάζεται με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ή σύμβαση έργου ή άλλη σύμβαση ή σχέση που υποκρύπτει σχέση εξαρτημένης εργασίας. 2.

Με την επιφύλαξη των οριζομένων στην παρ. 6 του άρθρου 11, το παρόν διάταγμα δεν εφαρμόζεται: α) Στις σχέσεις επαγγελματικής κατάρτισης και στη σύμβαση ή σχέση μαθητείας. β) Στις συμβάσεις ή τις σχέσεις εργασίας που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού προγράμματος κατάρτισης, ένταξης και επαγγελματικής επανεκπαίδευσης υποστηριζόμενου από τον Οργανισμό Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (Ο.Α.Ε.Δ.)" (άρθρο 2). "1.

Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους η παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών. 2.

Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ` εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεως συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης. 3.

Η σύναψη διαδοχικών συμβάσεων γίνεται εγγράφως και οι λόγοι που την δικαιολογούν αναφέρονται ρητώς στη σύμβαση, εφόσον δεν προκύπτουν ευθέως από αυτήν. Κατ` εξαίρεση, ο έγγραφος τύπος δεν απαιτείται, όταν η ανανέωση της σύμβασης, λόγω του ευκαιριακού χαρακτήρα της απασχόλησης, δεν έχει διάρκεια μεγαλύτερη του ενός μηνός, εκτός αν ο έγγραφος τύπος προβλέπεται ρητά από άλλη διάταξη.

Αντίγραφο της σύμβασης παραδίδεται στον εργαζόμενο εντός πέντε (5) εργασίμων ημερών από την έναρξη της απασχόλησής του" (άρθρο 5). "1. Συμβάσεις που καταρτίζονται διαδοχικώς και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, απαγορεύεται να υπερβαίνουν τους είκοσι τέσσερις (24) μήνες σε συνολικό χρόνο διάρκειας της απασχόλησης, είτε συνάπτονται κατ` εφαρμογή του προηγούμενου άρθρου είτε συνάπτονται κατ` εφαρμογή άλλων διατάξεων της κειμένης νομοθεσίας. 2.

Συνολικός χρόνος διάρκειας απασχόλησης άνω των είκοσι τεσσάρων (24) μηνών επιτρέπεται μόνον σε περιπτώσεις ειδικών, από τη φύση και το είδος της εργασίας τους, κατηγοριών εργαζομένων που προβλέπονται από την κείμενη νομοθεσία, όπως, ιδίως, διευθυντικά στελέχη, εργαζόμενοι που προσλαμβάνονται στο πλαίσιο συγκεκριμένου ερευνητικού ή οιουδήποτε επιδοτούμενου ή χρηματοδοτούμενου προγράμματος, εργαζόμενοι που προσλαμβάνονται για την πραγματοποίηση έργου σχετικού με την εκπλήρωση υποχρεώσεων που απορρέουν από συμβάσεις με διεθνείς οργανισμούς" (άρθρο 6). "1.

Οποιαδήποτε σύμβαση συνάπτεται κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 5 και 6 του παρόντος διατάγματος είναι αυτοδικαίως άκυρη. 2. Σε περίπτωση που η άκυρη σύμβαση εκτελέσθηκε εν όλω ή εν μέρει, καταβάλλονται στον εργαζόμενο τα οφειλόμενα βάσει αυτής χρηματικά ποσά, τυχόν δε καταβληθέντα δεν αναζητούνται Ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα, για το χρόνο που εκτελέσθηκε η άκυρη σύμβαση εργασίας, να λάβει ως αποζημίωση το ποσό το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεώς του.

Εάν οι άκυρες συμβάσεις είναι περισσότερες, ως χρόνος για τον υπολογισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται η συνολική διάρκεια απασχόλησης με βάση τις άκυρες συμβάσεις. Τα χρηματικά ποσά που καταβάλλονται από τον εργοδότη στον εργαζόμενο καταλογίζονται στον υπαίτιο. 3. Όποιος παραβαίνει τις διατάξεις των άρθρων 5 και 6 του παρόντος διατάγματος τιμωρείται με φυλάκιση (άρθρο 5 Ν. 1338/1983, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6 παρ. 5 του Ν. 1440/1984).

Αν το αδίκημα διαπράχθηκε από αμέλεια, ο υπαίτιος τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους. Η ίδια παράβαση στοιχειοθετεί παράλληλα και σοβαρό πειθαρχικό παράπτωμα" (άρθρο 7). Ακόμη από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943 (που κυρώθηκε με την 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, με το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ) συνάγεται, ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο με μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού και καταβολής αυτού, χωρίς ευθύνη του μισθωτού για την επίτευξη ορισμένου αποτελέσματος και ακόμη όταν ο μισθωτός τελεί σε εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της και με την υποχρέωση του πρώτου να συμμορφώνεται στις αναγκαίες εντολές ή οδηγίες του εργοδότη.

Σύμβαση μαθητείας, εξάλλου, είναι η σύμβαση, κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαμβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλο τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις, για την άσκηση από τον τελευταίο ορισμένου επαγγέλματος ή ορισμένης τέχνης. Ειδικότερες μορφές της σύμβασης μαθητείας είναι η γνήσια σύμβαση μαθητείας και η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευομένου.

Στη γνήσια σύμβαση μαθητείας προέχον στοιχείο είναι η παροχή εκπαίδευσης στον μαθητευόμενο, η δε τυχόν παροχή εργασίας από αυτόν δεν γίνεται µε σκοπό εκτέλεσης παραγωγικού έργου, αλλά για τις ανάγκες της εκπαίδευσης και της εξοικείωσής του µε το αντικείμενο του επαγγέλματος ή της τέχνης του. Στη σύμβαση αυτή, για την οποία δεν υπάρχει ειδική νοµοθετική ρύθμιση και κατά την οποία ο μαθητευόμενος παρέχει εργασία για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις της σύμβασης εργασίας του ΑΚ, εφόσον συμβιβάζονται µε την φύση και τον σκοπό της σύμβασης αυτής, ενώ δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νοµοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόµιµες αποδοχές, την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, την αποζημίωση απολύσεως κ.λπ., οι οποίες προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας, που δεν αποτελεί προέχον στοιχείο στη γνήσια σύμβαση μαθητείας.

Αντίθετα επί συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας μαθητευομένου η οποία υφίσταται όταν ο μαθητευόμενος μισθωτός παρέχει εργασία σε επιχείρηση ή εκμετάλλευση, επιδιώκοντας παραλλήλως την απόκτηση γνώσεων ή ικανότητας σε ορισμένη ειδικότητα ή επάγγελµα, η εκμάθηση τέχνης εκ µέρους του επέρχεται ως αυτόµατη συνέπεια της εφαρμογής της συµβάσεως και εντός των πλαισίων της συνήθους λειτουργίας αυτής και δεν αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης υποχρέωσης του εργοδότη και, συνεπώς, επί της συµβάσεως εξαρτημένης εργασίας μαθητευομένου εφαρμόζονται τόσο οι γενικές, όσο και οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νοµοθεσίας, εφόσον προέχων σκοπός της συµβάσεως αυτής είναι η παροχή εκ µέρους του μαθητευομένου εργασίας, έναντι αµοιβής και παρεπόμενος σκοπός είναι η εκμάθηση τέχνης ή επαγγέλματος σύμφωνα µε τις οδηγίες και κατευθύνσεις του εργοδότη ( ΑΠ 780/2017, ΑΠ 126/2015, ΑΠ 885/2014, ΑΠ 865/2014, ΑΠ 181/2014).

Σε κάθε περίπτωση ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός μιας σχέσης ως σύμβασης έργου, μαθητείας ή εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου αποτελεί κατ` εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, τα οποία μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστάσεων κρίνουν με ποια συγκεκριμένη νομική σχέση συνδέεται ο μισθωτός με τον εργοδότη του, ανεξάρτητα από το νομικό χαρακτήρα που έδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη στη συνδέουσα αυτά σχέση (Ολ.

ΑΠ 19 και 20/2007, ΑΠ 126/2015, 885/2014, 865/2014, 181/2014).

Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (βλ.

ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013, ΑΠ 1632/2013). Στην περίπτωση που το Δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και υπήχθησαν αυτά στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, " Η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάστηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 και 20".

Η διάταξη αυτή είναι απόρροια της φύσης του Αρείου Πάγου ως ακυρωτικού Δικαστηρίου που ασχολείται μόνο με νομικά ζητήματα. Ετσι, ρητώς εξαιρείται του αναιρετικού ελέγχου η εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας επί πραγματικών γεγονότων. Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται αν από τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας οι οποίες συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της, αν δηλαδή γεννώνται αμφιβολίες για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου από το δικαστήριο της ουσίας.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος αναφέρεται σε πλημμέλειες που σχετίζονται με τη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, με την παράθεση, δηλαδή, των περιστατικών που αποδείχθηκαν και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην ανάλυση, στάθμιση, συσχετισμό και αξιολόγηση των αποδείξεων και την αιτιολόγηση της εξαγωγής από αυτές του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (AΠ 2260/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, οι ενάγουσες με τη από 21.03.2011 αγωγή ισχυρίσθηκαν ότι δυνάμει συμβάσεων συνεργασίας, που καταρτίσθηκαν μεταξύ αυτών και των εναγομένων, στο πλαίσιο του προγράμματος για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας (STAGE) σε φορείς του Δημοσίου, απασχολήθηκαν σε υπηρεσίες του πρώτου εναγομένου με τις ειδικότητες και κατά τα χρονικά διαστήματα που αναφέρουν.

Ότι, στην πραγματικότητα, δεν προσελήφθησαν από το τελευταίο για απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, ούτε η σύμβασή τους ήταν σύμβαση μαθητείας, αλλά η απασχόλησή τους ήταν όπως και των άλλων τακτικών υπαλλήλων στις υπηρεσίες που τοποθετήθηκαν, δηλαδή έφερε τα χαρακτηριστικά της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου εξ αρχής, διότι η πρόσληψή τους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου δεν δικαιολογείται από τη φύση, το είδος και το σκοπό της εργασίας που παρείχαν, ούτε υπαγορευόταν από άλλο ειδικό λόγο, αναγόμενο στις ιδιαίτερες συνθήκες των υπηρεσιών του εναγομένου, αλλά έγινε προς καταστρατήγηση των διατάξεων περί καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, καθόσον με τις υπηρεσίες τους κάλυπταν συνεχώς από την πρόσληψή τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες του πρώτου εναγομένου.

Ότι τα εναγόμενα κατέβαλαν σε αυτές αποδοχές κατώτερες από τις νόμιμες, ήτοι αυτές που καταβάλλονταν στο προσωπικό του ΙΚΑ με βάση το ενιαίο μισθολόγιο. Ότι από τον χρόνο λήξεως των συμβάσεων τους, οι εναγόμενοι αρνούνται να αποδεχθούν τις υπηρεσίες τους, καταγγέλλοντας έτσι άτυπα τις συμβάσεις τους, χωρίς να καταβάλουν τη νόμιμη αποζημίωση.

Eνόψει αυτών, οι ενάγουσες, κατ'επιτρεπτό περιορισμό του αιτήματος αυτών σε εν μέρει αναγνωριστικό (223, 294, 295, 297 ΚΠολΔ), επικαλούμενες ότι οι ως άνω ψευδεπίγραφα φερόμενες ως διαδοχικές συμβάσεις μαθητείας, συνιστούσαν μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, άλλως απλές σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου, ζήτησαν να υποχρεωθούν τα εναγόμενα ν.π.δ.δ., ευθυνόμενα εις ολόκληρον, να καταβάλουν ως μισθολογικές διαφορές μεταξύ των αποδοχών που έλαβαν οι ίδιες και αυτών που ελάμβαναν συνάδελφοί τους (δημόσιοι υπάλληλοι), πλέον επιδομάτων (εορτών, αδείας και λοιπών) κυρίως με βάση τις συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας, άλλως με απλές σχέσεις εργασίας, και κατ' εφαρμογή της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης τα ποσά των 18.424,71 ευρώ στην πρώτη ενάγουσα και 18.799,73 ευρώ στην δεύτερη ενάγουσα, να αναγνωρισθεί ότι τα εναγόμενα ν.π.δ.δ.

ευθυνόμενα εις ολόκληρον, οφείλουν να τους καταβάλουν για την ίδια ως άνω αιτία τα ποσά των 19.622,15 ευρώ στην πρώτη ενάγουσα και 17.739,96 ευρώ στην δεύτερη ενάγουσα, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους ποσό κατέστη απαιτητό, άλλως να αναγνωριστεί ότι τα εναγόμενα οφείλουν να τους καταβάλλουν τα ανωτέρω ποσά νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών, καθώς τα εναγόμενα ν.π.δ.δ.

παράνομα και υπαίτια καταχράστηκαν τις συμβάσεις εργασιακής εμπειρίας προς καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους από τη σύμβαση εξηρτημένης εργασίας προκειμένου να εξασφαλιστεί στην πραγματικότητα η χωρίς τις νόμιμες αποδοχές παροχή εργασίας εκ μέρους τους, άλλως ότι τα αυτά ποσά τους οφείλονται σύμφωνα με τις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεις, καθόσον τα εναγόμενα ωφελήθηκαν κατά τα προαναφερόμενα ποσά λόγω μη καταβολής σε αυτές των νομίμων αποδοχών τους, αποδοχές τις οποίες τα εναγόμενα θα κατέβαλαν σε άλλο υπάλληλο που θα παρείχε την ίδια εργασία, και τούτο διότι οι ενάγουσες λάμβαναν αποδοχές μικρότερες από τις νόμιμες που ελάμβανε δημόσιος υπάλληλος, που παρείχε την ίδια με αυτές εργασία, να αναγνωρισθεί ότι τα εναγόμενα ν.π.δ.δ., ευθυνόμενα αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, οφείλουν να καταβάλλουν τα ποσά των 2.986,66 ευρώ στην πρώτη ενάγουσα και 2.863 ευρώ στην δεύτερη ενάγουσα, ως αποζημίωση εκ της σιωπηρής καταγγελίας της εργασιακής τους σχέσης, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, και να αναγνωρισθεί ότι τα εναγόμενα ν.π.δ.δ.

ευθυνόμενα αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, οφείλουν να καταβάλλουν σε καθεμία εξ αυτών το ποσό των 5.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστησαν από την παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς τους, εξαιτίας της ψευδούς αναφοράς από τα εναγόμενα ότι τα γνωστικά τους αντικείμενα έχουν συνάφεια με τις θέσεις εργασιακής εμπειρίας.

Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την 3773/2014 οριστική απόφασή του, απέρριψε την αγωγή: 1) ως μη νόμιμη ως προς τα κύρια αιτήματα: α) για καταβολή των αναφερομένων στην αγωγή ποσών, ως μισθολογικών διαφορών μεταξύ των αποδοχών που έλαβαν και αυτών που ελάμβαναν συνάδελφοι τους (δημόσιοι υπάλληλοι), πλέον επιδομάτων (εορτών, αδείας και λοιπών) με βάση έγκυρες συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, άλλως κατ' εφαρμογή της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης και β) για αναγνώριση της υποχρέωσης καταβολής αποζημίωσης απόλυσης λόγω σιωπηρής καταγγελίας της εργασιακής σχέσης και 2) ως ουσιαστικά αβάσιμη:

α) ως προς το επικουρικό αίτημα περί καταβολής των διαφορών μεταξύ των καταβαλλόμενων και των νόμιμων αποδοχών και επιδομάτων, με βάση απλή σχέση εργασίας κατά το χρονικό διάστημα που παρείχαν τις υπηρεσίες τους, άλλως βάσει των περί αδικοπραξιών διατάξεών, άλλως βάσει των περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, β) ως προς το αίτημα περί αναγνώρισης της υποχρέωσης καταβολής αποζημίωσης απόλυσης λόγω σιωπηρής καταγγελίας της ενιαίας απλής σχέσης εργασίας ορισμένου χρόνου και γ) ως προς το αίτημα χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης.

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του μετά από άσκηση εφέσεως εκ μέρους των εναγουσών απέρριψε την έφεση και επικύρωσε την ως άνω πρωτόδικη απόφαση, δεχόμενο - μεταξύ των άλλων - τα ακόλουθα: " Οι ενάγουσες ισχυριζόμενες ότι οι συμβάσεις που συνήψαν με τα εναγόμενα ήταν κατ' επίφαση μόνο συμβάσεις μαθητείας, ενώ την πραγματικότητα ήταν συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, δυνάμει των οποίων προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στον πρώτο εναγόμενο ν.π.δ.δ με την επωνυμία " Ι.Κ.Α- ΕΤΑΜ", ζήτησαν μεταξύ των άλλων α) να αναγνωριστεί ότι συνδέονται με τα εναγόμενα ν.π.δ.δ με συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας ....και β) την καταβολή των διαφορών των αποδοχών που έλαβαν από τις αποδοχές ενός διοικητικού υπαλλήλου αντίστοιχης κατηγορίας, με βάση έγκυρη σύμβαση εξηρτημένης εργασίας άλλως με βάση την αρχή της ίσης μεταχείρισης, ισχυριζόμενες ότι προσέφεραν την ίδια εργασία με αυτή που παρείχε ένας αντίστοιχος διοικητικός υπάλληλος του πρώτου εναγομένου ν.π.δ.δ.

Επειδή οι επίδικες συμβάσεις έχουν συναφθεί υπό την ισχύ των διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος και του άρθρου 21 του Ν. 2190/1994 δεν μπορούν να θεωρηθούν κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης ως συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας μαθητευόμενού, ακόμα και στην περίπτωση που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, διότι τα εναγόμενα νομικά πρόσωπα δεν έχουν πλέον τη νομική δυνατότητα να συνάπτουν συμβάσεις αορίστου χρόνου, χωρίς την τήρηση των διατυπώσεων του νόμου αυτού, και συγκεκριμένα, κατά παρέκκλιση της θεσπιζόμενης από το νόμο αξιοκρατικής διαδικασίας επιλογής προσωπικού από την ανεξάρτητη διοικητική αρχή του ΑΣΕΠ, οι βάσεις της αγωγής που στηρίζονται σε έγκυρη σύμβαση εξηρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και στις συνταγματικές διατάξεις περί ίσης μεταχείρισης είναι απορριπτέες ως μη νόμιμες, αφού: 1.

δεν είναι δυνατόν να υπάρξει έγκυρη σύμβαση εξηρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου καθόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για το έγκυρο αυτής που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 3,5,6 και 7 του ΠΔ 164/2004 και 21 του ν.2190/1994, καθόσον οι συμβάσεις που επικαλούνται οι ενάγουσες συνήφθησαν μετά τις 19.7.2004, ημερομηνία δημοσίευσης του προαναφερομένου ΠΔ στην ΕτΚ......και 2.

η αρχή περί ίσης μεταχείρισης προϋποθέτει, εκτός των άλλων και παροχή εργασίας υπό το αυτό νομικό καθεστώς, πράγμα το οποίο δεν συνέβαινε εν προκειμένω, εφόσον οι ενάγουσες, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, είχαν προσληφθεί, όπως αναφέρθηκε, ως μαθητευόμενες και με σκοπό την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, αφενός και αφετέρου, δεν υπήρχε έγκυρη σχέσης εργασίας ορισμένου χρόνου, κατά τα ανωτέρω, και επομένως δεν τελούσαν κάτω από το ίδιο νομικό καθεστώς εργασίας με τους διοικητικούς υπαλλήλους του πρώτου εναγομένου.

Εφόσον, κατά συνέπεια, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε τις ως άνω αγωγικές βάσεις ως μη νόμιμες δεν έσφαλε περί την εφαρμογή και την ερμηνεία του νόμου .....Περαιτέρω οι ενάγουσες με την ένδικη αγωγή τους ζήτησαν και την καταβολή των αναφερομένων στην αγωγή ποσών για κάθε μία εξ αυτών ως αποζημίωση απόλυσης εκ της σιωπηρής καταγγελίας της ενιαίας έγκυρης σύμβασης εξηρτημένης εργασίας....η οποία υποκρυπτόταν στις συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου που συνήψαν οι ενάγουσες με τα εναγόμενα ν.π.δ.δ.

Το αίτημα αυτό της αγωγής είναι απορριπτέο ως μη νόμιμο και τούτο διότι, σύμφωνα και με τα διαλαμβανόμενα στην ανωτέρω μείζονα πρόταση, και αληθών υποτιθεμένων των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, δηλαδή και αν ακόμα ήθελε θεωρηθεί ότι το είδος της έννομης σχέσης που συνδέει τις ενάγουσες είναι στην πραγματικότητα αυτό της σύμβασης εξηρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου με τα εναγόμενα ν.π.δ.δ.

και όχι σύμβαση μαθητείας, καθώς και ότι με τις παρεχόμενες υπηρεσίες τους στην πραγματικότητα κάλυπταν πάγιες και διαρκείς λειτουργίες των διοικητικών υπηρεσιών του πρώτου εναγομένου, οι εν λόγω συμβάσεις δεν μετατρέπονται σε αορίστου χρόνου, καθόσον έχουν συναφθεί μετά την ισχύ του Π.Δ. 164/2004 (ήτοι στις 9.1.2007), το οποίο κατά ρητή επιταγή του δεν εφαρμόζεται στις συμβάσεις μαθητείας (άρθρο 2 παρ.2 εδαφ.α') και με το οποίο προσαρμόστηκε η ελληνική νομοθεσία προς την ευρωπαϊκή Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου (που δεν αποτελεί πλέον άμεσα εφαρμοζόμενο δίκαιο), προβλέπει δε στο άρθρο 11 συγκεκριμένες προϋποθέσεις για την μετατροπή σε συμβάσεις αορίστου χρόνου μόνo αυτών των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας που είχαν συναφθεί πριν την έναρξη της ισχύος του και ήταν ενεργείς κατά το χρονικό αυτό σημείο και όχι αυτών που έχουν καταρτιστεί μεταγενέστερα, όπως προκειμένω.

Αντίθετα, οι επίδικες συμβάσεις, ως προαναφέρθηκε, έχουν συναφθεί υπό την ισχύ των διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος και του άρθρου 21 του ν. 2190/1994 και σε καμία περίπτωση δε μπορεί να θεωρηθούν, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης, ως συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ακόμα και στην περίπτωση που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, διότι το πρώτο εναγόμενο, στο οποίο προσέφεραν, κατά τους ισχυρισμούς τους, τις υπηρεσίες τους οι ενάγουσες, αλλά και το δεύτερο εναγόμενο, το οποίο κατά τους ισχυρισμούς τους επίσης είχε την ιδιότητα του εργοδότη τους, ως εμπίπτοντα στο πεδίο εφαρμογής του ανωτέρω νόμου, δεν έχουν πλέον τη νομική δυνατότητα να συνάπτουν συμβάσεις αορίστου χρόνου, χωρίς την τήρηση των διατυπώσεων του νόμου αυτού, και συγκεκριμένα, κατά παρέκκλιση της θεσπιζόμενης από το νόμο αξιοκρατικής διαδικασίας επιλογής προσωπικού από την ανεξάρτητη διοικητική αρχή του Α.Σ.Ε.Π.

Οποιαδήποτε δε προσπάθεια μονιμοποίησης των εργαζομένων με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης, ακόμα και αν κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες των εναγομένων, προσκρούει στη ρητή απαγόρευση, τόσο του άρθρου 21 παρ.2 του ως άνω νόμου (ν. 2190/1994), όσο και στο άρθρο 103 παρ.8 του Συντάγματος ...Ούτε άλλωστε μπορεί να τύχει εφαρμογής η γενική διάταξη του άρθρου 671 ΑΚ, αλλά και η διάταξη του άρθρου 8 του ν. 2112/1920, σύμφωνα με τις οποίες καθίσταται δυνατή η μετατροπή μίας σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου σε αορίστου, εάν ο καθορισμός της διάρκειάς της δεν δικαιολογείται από τη φύση της σύμβασης, άλλα ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγηση των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής σύμβασης διατάξεων του ιδίου νόμου (ν. 2112/1920), αφού, τούτο θα αντέβαινε στις πιο πάνω διατάξεις του άρθρου 103 του Συντάγματος.

Εξάλλου, ενόψει των ανωτέρω συνταγματικών διατάξεων και της προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας προς την Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της Ε.Ε., η οποία δεν επιβάλλει τον χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω κι αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, η διάταξη του άρθρου 8 του ν.2112/1920, ούτε κατ'επιταγή της ως άνω Οδηγίας έχει εφαρμογή μετά την έναρξη ισχύος του Π.Δ. 164/2004, σύμφωνα με τα διαληφθέντα στην ανωτέρω νομική σκέψη.

Άλλωστε, λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι στην υπό κρίση περίπτωση τα πρόγραμμα απασχόλησης ανέργων στις υπηρεσίες του πρώτου εναγομένου, στα οποία συμμετείχαν οι ενάγουσες, αφορούσε σε πανελλαδική κλίμακα όλους τους παραπάνω φορείς απασχόλησης και όχι μόνο στον ως άνω φορέα υλοποίησης και του ότι η αρχική διάρκεια τους (18μηνο), παρατάθηκε για ακόμη ένα 12μηνο, στα πλαίσια υλοποίησης της με αριθμό 17948/540/ 8.7.2009 Κ.Υ.Α.

των Υπουργών Οικονομίας- Οικονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, με την οποία ορίστηκε ότι προϋπόθεση συνέχισης συμμετοχής στο πρόγραμμα stage από κάθε ασκούμενο είναι η θετική αξιολόγησή του από τον προϊστάμενο του, δεν μπορεί να γίνει λόγος για διαδοχικές συμβάσεις εργασίας, αλλά, όπως άλλωστε προαναφέρθηκε, για ανεξάρτητες συμβάσεις μαθητείας, στις οποίες οι ενάγουσες συμμετείχαν με βάση τους όρους συμμετοχής και τις προϋποθέσεις που όριζε η με αριθμό 57808/899/30.10.2008 (ΦΕΚ 2288/Β/11.11.2008) Κ.Υ.Α των Υπουργών Οικονομίας-Οικονομικών και Απασχόλησης-Κοινωνικής Προστασία που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 20 παρ. 15 του Ν. 2639/1998 για τη δυνατότητα υλοποίησης από τον Ο.Α.Ε.Δ προγραμμάτων απόκτησης εργασιακής εμπειρίας (stage) και οι οποίες μετά το πέρας των χρονικών ορίων των ως άνω προγραμμάτων λύθηκαν.

Εφόσον, κατά συνέπεια, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε το ως άνω αγωγικό αίτημα ως μη νόμιμο δεν έσφαλε περί την εφαρμογή και την ερμηνεία του νόμου .....Περαιτέρω και καθ'όσον αφορά στη βάση της αγωγής που στηρίζεται στον αδικαιολόγητο πλουτισμό και μόνον όσον αφορά τα αιτούμενα ποσά από την 1η ενάγουσα, ως οικογενειακά επιδόματα, όπως αυτά αναλύονται στην ένδικη αγωγή, αυτή είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στην μείζονα σκέψη, και τούτο διότι για τον προσδιορισμό της ωφέλειας που θα είχε το πρώτο εναγόμενο εάν υπήρχε έγκυρη σύμβαση εργασίας δεν λαμβάνονται υπόψη τα επιδόματα που προσιδιάζουν στην προσωπική κατάσταση του μισθωτού, όπως τα οικογενειακά επιδόματα, εφόσον αυτά δεν θα συνέτρεχαν αναγκαίως στο πρόσωπο του δυναμένου να απασχοληθεί εγκύρως μισθωτού.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του, κατέληξε στην ίδια κρίση, έστω και με διαφορετική αιτιολογία, που αντικαθίσταται με την παρούσα (534 ΚΠολΔικ) και έκρινε ότι η επικουρική βάση της αγωγής που στηρίζεται στον αδικαιολόγητο πλουτισμό, καθ' όσον αφορά τα αιτούμενα οικογενειακά επιδόματα της 1ης ενάγουσας, είναι νόμιμη και την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη, ως προς τα εν λόγω επιδόματα, δεν έσφαλε και κατά συνέπεια πρέπει να απορριφθεί εν μέρει ως ουσιαστικά αβάσιμος ο σχετικός λόγος έφεσης....." Οι αναιρεσείουσες με τον πρώτο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι εσφαλμένα κατά νόμο απορρίφθηκε η κύρια βάση της αγωγής, ισχυριζόμενες ότι οι συμβάσεις που αφορούν την πρόσληψη προσωπικού σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης δεν εμπίπτουν στην απαγόρευση του άρθρου 21 του ν. 2190/1994 , διότι εξαιρούνται της ακυρότητας [άρθρα 14 παρ. 2 ν. 2190/1994 και 2 παρ.

εδ. β πδ. 164/2004 ], ότι το άρθρο 5 παρ. 1 πδ. 164/2004 είναι ανεφάρμοστο διότι μεταξύ των δύο συμβάσεων μεσολάβησε χρόνος μικρότερος των 3 μηνών, ότι κατά το άρθρο 6 παρ. 2 πδ. 164/2004 η διάρκεια απασχόλησης στα επιδοτούμενα προγράμματα άνω των 24 μηνών επιτρέπεται και άρα δεν είναι άκυρες οι συμβάσεις. Όμως ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, διότι οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσείουσες με την κύρια βάση ισχυρίζονται ότι δεν πρόκειται για συμβάσεις εργασιακής εμπειρίας ώστε να επικαλούνται την εξαίρεση ως προς αυτές αλλά και αντιφατικά διότι άλλοτε επικαλούνται σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και άλλοτε εργασιακή εμπειρίας.

Περαιτέρω, εφόσον, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά οι επίδικες συμβάσεις, κατά τις προαναφερόμενες νομικές διατάξεις, έχουν συναφθεί κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 21 του ν. 2190/1994 και των άρθρων 3, 5, 6 και 7 του π.δ. 164/2004, που είναι πράγματι εφαρμοστέες στον χαρακτηρισμό των συμβάσεων αυτών, το Εφετείο, με το να απορρίψει την αγωγή ως προς την κυρία βάση της ως μη νόμιμη, δεν παραβίασε τις διατάξεις των ως άνω άρθρων καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 14 παρ. 2 περ. κα' του ν. 2190/1994, 20 παρ. 15 του ν. 2639/1998, 648 του ΑΚ. Τέλος, ορθά απορρίφθηκε και η ερειδόμενη στην αρχή της ίσης μεταχείρισης βάση της αγωγής, δεδομένου ότι η εφαρμογή της προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, και παροχή εργασίας υπό το αυτό νομικό καθεστώς, το οποίο δεν συνέβαινε στην υπό κρίση περίπτωση. Επομένως ο ερειδόμενος στον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι καταρτίσθηκαν όχι συμβάσεις εργασιακής εμπειρίας αλλά έγκυρες συμβάσεις εργασίας καθώς και ότι γεννήθηκε λόγω της εργασιακής σχέσεως η υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν σ' αυτές στο σύνολό τους τις καταβαλλόμενες στο τακτικό προσωπικό αυτού αποδοχές είναι αβάσιμος.

'Eνα μέλος όμως του Δικαστηρίου και δη ο Αρεοπαγίτης Θεόδωρος Τζανάκης έχει τη γνώμη ότι ως προς την κύρια βάση της αγωγής ο ως άνω λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ είναι βάσιμος Ειδικότερα, το μέλος αυτό έχει την ακόλουθη γνώμη: Με την κοινοτική οδηγία 1999/70/Ε.Κ., που εκδόθηκε από το Συμβούλιο της Ε.Ε., στις 28.6.1999, ύστερα από τη συμφωνία - πλαίσιο την οποία συνήψαν, στις 18-3-1999, οι διεπαγγελματικές οργανώσεις γενικού χαρακτήρα CES, UNICH και CEEP (κωδ.

ΕΕΔ 59.186 επ.), καταλαμβάνει και το δημόσιο τομέα και εφαρμόζεται σε όλους τους εργαζόμενους με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, σε κάθε περίπτωση που υποκρύπτεται σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, καθορίζονται ως βασικοί στόχοι: α) η αποφυγή δυσμενών διακρίσεων εις βάρος των εργαζομένων ορισμένου χρόνου, αναφορικά με τις συνθήκες απασχόλησης, την προϋπηρεσία κ.λ.π. (ρήτρα 4) και β) η λήψη μέτρων από τα κράτη - μέλη για την αποφυγή καταχρήσεων κατά τη σύναψη διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου (ρήτρα 5), με τη θέσπιση κανόνων που καθορίζουν αντικειμενικούς λόγους που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων διαδοχικών συμβάσεων, τη μέγιστη συνολική διάρκειά τους, τον αριθμό των ανανεώσεων και τον, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους, προσδιορισμό, όταν χρειάζεται, των συνθηκών υπό τις οποίες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται "διαδοχικές" και χαρακτηρίζονται ως συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου. (βλ.

ΟλΑΠ 18/2006). Ειδικότερα, ως προς την παραπάνω Οδηγία πρέπει να αναφερθούν τα ακόλουθα: Κατά το άρθρο 1 της Oδηγίας 1999/70, αυτή αποσκοπεί στην "υλοποίηση της συμφωνίας-πλαισίου [...], η οποία συνήφθη [...] μεταξύ διεπαγγελματικών οργανώσεων γενικού χαρακτήρα (CES, UNICE και CEEP)". Κατά τη ρήτρα 1 της συμφωνίας-πλαισίου, σκοπός της συμφωνίας-πλαισίου είναι, αφενός, η βελτίωση της ποιότητας της εργασίας ορισμένου χρόνου με τη διασφάλιση της εφαρμογής της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων και, αφετέρου, η καθιέρωση ενός πλαισίου για να αποτραπεί η κατάχρηση, που προκαλείται από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου.

Η ρήτρα 2 της συμφωνίας-πλαισίου, με τίτλο "Πεδίο εφαρμογής", προβλέπει στο σημείο της 1 τα εξής:"Η παρούσα συμφωνία εφαρμόζεται σε όλους τους εργαζομένους ορισμένου χρόνου που έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας όπως αυτές καθορίζονται από τη νομοθεσία, τις συλλογικές συμβάσεις ή την πρακτική σε κάθε κράτος μέλος." Η ρήτρα 3 της συμφωνίας-πλαισίου, που τιτλοφορείται "Ορισμοί", προβλέπει τα εξής: "Για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας: 1.

ως "εργαζόμενος ορισμένου χρόνου" νοείται ένα πρόσωπο που έχει σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου συναφθείσα απευθείας μεταξύ του εργοδότη και του εργαζομένου, η λήξη της οποίας καθορίζεται από αντικειμενικούς όρους, όπως παρέλευση συγκεκριμένης ημερομηνίας, ολοκλήρωση συγκεκριμένου έργου ή πραγματοποίηση συγκεκριμένου γεγονότος? 2.

ως "αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου" νοείται ο εργαζόμενος που έχει σύμβαση ή σχέση εργασίας αορίστου χρόνου στην ίδια επιχείρηση, και απασχολείται στην ίδια ή παρόμοια εργασία/απασχόληση, λαμβανομένων υπόψη των προσόντων ή των δεξιοτήτων [...]". Η ρήτρα 4 της συμφωνίας-πλαισίου, με τίτλο "Αρχή της μη διάκρισης", προβλέπει στο σημείο της 1: "Όσον αφορά τις συνθήκες απασχόλησης, οι εργαζόμενοι ορισμένου χρόνου δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται δυσμενώς σε σχέση με τους αντίστοιχους εργαζομένους αορίστου χρόνου μόνο επειδή έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, εκτός αν αυτό δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους.".

Η ρήτρα 4, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου απαγορεύει, γενικώς και απεριφράστως, οποιαδήποτε μη αντικειμενικώς δικαιολογημένη διαφορετική μεταχείριση των εργαζομένων με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, όσον αφορά τους όρους απασχολήσεως. Έτσι, το περιεχόμενό της είναι αρκούντως ακριβές ώστε να μπορούν να την επικαλεστούν οι ιδιώτες και να την εφαρμόσει το δικαστήριο (βλ.απόφαση της 22ας Απριλίου 2010, C-486/08, Zentralbetriebsrat der Landeskrankenhauser Tirols, σκέψη 24, βλ.

Απόφαση της 22.10.2010, συν. υποθέσεις C-444/09 και C-456/09 Rosa Maria Gavieiro Gavieiro, An Maria Iglesias Torres v Conselleria e Ordenacion Universitaria de la Xunta de Galiera ). Εξάλλου, η απερίφραστη απαγόρευση την οποία επιβάλλει η ρήτρα 4, σημείο 1, της συμφωνίας- πλαισίου δεν απαιτεί την έκδοση άλλης πράξεως των θεσμικών οργάνων της Ένωσης, ενώ ουδόλως παρέχεται στα κράτη μέλη η ευχέρεια, κατά τη μεταφορά της ως άνω διατάξεως στο εσωτερικό δίκαιο, να εξαρτήσουν από προϋποθέσεις ή να περιορίσουν την έκταση της απαγορεύσεως που επιβάλλει όσον αφορά τις συνθήκες απασχολήσεως (βλ.Απόφαση της 22.10.2010, συν.

υποθέσεις C-444/09 και C-456/09 Rosa Maria Gavieiro Gavieiro, An Maria Iglesias Torres v Conselleria e Ordenacion Universitaria de la Xunta de Galiera). Yπενθυμίζεται ότι, βάσει της ρήτρας 1, στοιχείο α', της συμφωνίας-πλαισίου, ένας από τους σκοπούς της είναι η βελτίωση της ποιότητας της εργασίας ορισμένου χρόνου με τη διασφάλιση της εφαρμογής της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων.

Ομοίως, η συμφωνία-πλαίσιο, όπως διευκρινίζεται στο τρίτο εδάφιο του προοιμίου της, "αναδεικνύει τη βούληση των κοινωνικών εταίρων να θεσπίσουν ένα γενικό πλαίσιο για τη διασφάλιση της ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων με συμβάσεις ορισμένου χρόνου, προστατεύοντάς τους από τις διακρίσεις". Η αιτιολογική σκέψη 14 της οδηγίας 1999/70 επισημαίνει συναφώς ότι σκοπός της συμφωνίας-πλαισίου είναι, μεταξύ άλλων, η βελτίωση της ποιότητας της εργασίας ορισμένου χρόνου διά του καθορισμού ελάχιστων προδιαγραφών που θα διασφαλίζουν την εφαρμογή της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων (απόφαση της 22ας Δεκεμβρίου 2010, Gavieiro Gavieiro και Iglesias Torres, C-444/09 και C-456/09, EU:C:2010:819, σκέψη 47• διατάξεις της 18ης Μαρτίου 2011, Montoya Medina, C-273/10, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2011:167, σκέψη 29, και της 9ης Φεβρουάριου 2012, Lorenzo Martinez, C-556/11, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2012:67, σκέψη 34).

Κατόπιν αυτών, σκοπός της ρήτρας 4 της συμφωνίας-πλαισίου είναι να εφαρμόσει την εν λόγω αρχή στους εργαζομένους με σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου προκειμένου να εμποδίσει να χρησιμοποιηθεί μια τέτοια σχέση εργασίας από τον εργοδότη προκειμένου να στερήσει από τους εργαζομένους αυτούς δικαιώματα που αναγνωρίζονται στους εργαζομένους αορίστου χρόνου (αποφάσεις της 13ης Σεπτεμβρίου 2007, Del Cerro Alonso, C-307/05, EU:C:2007:509, σκέψη 37- της 22ας Δεκεμβρίου 2010, Gavieiro Gavieiro και Iglesias Torres, C-444/09 και C-456/09, EU:C:2010:819, σκέψη 48• διατάξεις της 18ης Μαρτίου 2011, Montoya Medina, C-273/10, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2011:167, σκέψη 30, και της 9ης Φεβρουάριου 2012, Lorenzo Martinez, C-556/11, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2012:67, σκέψη 35).

Επομένως, δεδομένων των επιδιωκόμενων από τη συμφωνία-πλαίσιο σκοπών, η ρήτρα της 4 πρέπει να νοηθεί ως έκφραση μιας αρχής του κοινωνικού δικαίου της Ένωσης η οποία δεν μπορεί να ερμηνεύεται συσταλτικά (βλ., υπ' αυτήν την έννοια, αποφάσεις της 13ης Σεπτεμβρίου 2007, Del Cerro Alonso, C-307/05, EU:C:2007:509, σκέψη 38- της 22ας Δεκεμβρίου 2010, Gavieiro Gavieiro και Iglesias Torres, C-444/09 και C-456/09, EU:C:2010:819, σκέψη 49- διατάξεις της 18ης Μαρτίου 2011, Montoya Medina, C-273/10, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2011:167, σκέψη 31, και της 9ης Φεβρουάριου 2012, Lorenzo Martinez, C-556/11, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2012:67, σκέψη 36).

Περαιτέρω, η ρήτρα 5 της συμφωνίας-πλαισίου, με τίτλο "Μέτρα για την αποφυγή κατάχρησης", ορίζει στο σημείο της 1: "Για να αποτραπεί η κατάχρηση που μπορεί να προκύψει από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, τα κράτη μέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, συλλογικές συμβάσεις ή πρακτική, ή/και οι κοινωνικοί εταίροι, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, λαμβάνουν κατά τρόπο που να λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες ειδικών τομέων ή/και κατηγοριών εργαζομένων, ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα μέτρα: α) αντικειμενικούς λόγους που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας β) τη μέγιστη συνολική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου γ) τον αριθμό των ανανεώσεων τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ".

Η ρήτρα 8 της συμφωνίας-πλαισίου, με τίτλο Διατάξεις εφαρμογής "1. Τα κράτη μέλη ή/και οι κοινωνικοί εταίροι μπορούν να διατηρήσουν ή να εισαγάγουν ευνοϊκότερες διατάξεις για τους εργαζομένους από τις διατάξεις της παρούσας συμφωνίας. 2. Η παρούσα συμφωνία δεν θίγει άλλες ειδικότερες κοινοτικές διατάξεις και ιδιαίτερα τις κοινοτικές διατάξεις που αφορούν την ίση μεταχείριση και τις ίσες ευκαιρίες ανδρών και γυναικών. 3.

Η εφαρμογή της παρούσας συμφωνίας δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση επαρκή αιτιολογία για την υποβάθμιση του γενικού επιπέδου προστασίας των εργαζομένων στον τομέα που καλύπτεται από την παρούσα συμφωνία...." Συνεπώς, από τη ρήτρα 8, σημείο 3, της συμφωνίας-πλαίσιο προκύπτει ότι η θέση σε εφαρμογή της συμφωνίας αυτής δεν μπορεί να αποτελεί για τα κράτη μέλη έγκυρη αιτιολογία για την υποβάθμιση του γενικού επιπέδου προστασίας των εργαζομένων που παρεχόταν προηγουμένως στην εσωτερική έννομη τάξη στον τομέα που καλύπτεται από την εν λόγω συμφωνία.

Η λέξη "εφαρμογή", που χρησιμοποιείται χωρίς άλλη διευκρίνιση στη ρήτρα 8, σημείο 3, της συμφωνίας-πλαίσιο, δεν μπορεί να αφορά μόνο την αρχική μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο της οδηγίας 1999/70 και, ιδίως, του παραρτήματός της που περιέχει τη συμφωνία-πλαίσιο, αλλά πρέπει να καλύπτει κάθε εθνικό μέτρο που αποσκοπεί στο να εγγυηθεί τη δυνατότητα επιτεύξεως του επιδιωκομένου από την οδηγία σκοπού, συμπεριλαμβανομένων των μέτρων τα οποία, μετά την κυρίως ειπείν μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο, συμπληρώνουν ή τροποποιούν τους ήδη θεσπισθέντες εθνικούς κανόνες (βλ.

ΔΕΚ 0144/2004 ΤΝΠ Νόμος).

Εξάλλου, όπως προκύπτει από το γράμμα της ρήτρας 2, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου, το πεδίο εφαρμογής της συμφωνίας αυτής ορίζεται κατά τρόπο ευρύ, με αναφορά γενικώς στους "εργαζομένους ορισμένου χρόνου που έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας, όπως αυτές καθορίζονται από τη νομοθεσία, τις συλλογικές συμβάσεις ή την πρακτική σε κάθε κράτος μέλος". Επιπλέον, ο ορισμός της έννοιας των "εργαζομένων ορισμένου χρόνου", κατά τη συμφωνία-πλαίσιο, όπως διατυπώνεται στη ρήτρα 3, σημείο 1, της συμφωνίας αυτής, καταλαμβάνει το σύνολο των εργαζομένων, χωρίς να κάνει διάκριση ανάλογα με τον δημόσιο ή ιδιωτικό χαρακτήρα του εργοδότη με τον οποίο συνδέονται και ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού της συμβάσεώς τους στο εσωτερικό δίκαιο [αποφάσεις της 4ης Ιουλίου 2006, Αδενέλερ κ.λπ., C-212/04, EU:C:2006:443, σκέψη 56• της 13ης Μαρτίου 2014, Marquez Samohano, C-190/13, EU:C:2014:146, σκέψη 38• της 3ης Ιουλίου 2014, Fiamingo κ.λπ., C-362/13, C-363/13 και C-407/13, EU:C:2014:2044, σκέψεις 28 και 29, καθώς και της 26ης Νοεμβρίου 2014, Mascolo κ.λπ., C-22/13, C-61/13, C-63/13 και C-418/13, EU:C:2014:2401, σκέψη 67, βλ. επισης Απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2016 επί της υποθέσεως C-16/15 Maria Elena Perez Lopez κατά Servicio Madrileno de Salud (Comunidad de Madrid) ].

Όσον αφορά την ερμηνεία της ρήτρας 5 της συμφωνίας-πλαισίου, υπενθυμίζεται ότι με τη ρήτρα αυτή επιδιώκεται η επίτευξη ενός από τους σκοπούς της ως άνω συμφωνίας-πλαισίου, και συγκεκριμένα η δημιουργία ορισμένου πλαισίου για τη διαδοχική χρησιμοποίηση συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, η οποία θεωρείται δυνητική πηγή καταχρήσεων σε βάρος των εργαζομένων, προβλέποντας τη θέσπιση ορισμένων διατάξεων ελάχιστης προστασίας προκειμένου να αποφευχθεί το ενδεχόμενο να περιέρχονται οι μισθωτοί σε κατάσταση αβεβαιότητας (αποφάσεις της 4ης Ιουλίου 2006, Αδενέλερ κ.λπ., C-212/04, EU:C:2006:443, σκέψη 63? της 23ης Απριλίου 2009, Αγγελιδάκη κ.λπ., C-378/07 έως C-380/07, EU:C:2009:250, σκέψη 73? της 26ης Ιανουαρίου 2012, Kucuk, C-586/10, EU:C:2012:39, σκέψη 25• της 13ης Μαρτίου 2014, Marquez Samohano, C-190/13, EU:C:2014:146, σκέψη 41• της 3ης Ιουλίου 2014, Fiamingo κ.λπ., C-362/13, C-363/13 και C-407/13, EU:C:2014:2044, σκέψη 54, καθώς και της 26ης Νοεμβρίου 2014, Mascolo κ.λπ., C-22/13, C-61/13, C-63/13 και C-418/13, EU:C:2014:2401, σκέψη 72, βλ. επισης Απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2016 επι της υποθέσεως C-16/15 Maria Elena Perez Lopez κατά Servicio Madrileno de Salud (Comunidad de Madrid).

Πράγματι, όπως τούτο προκύπτει από το δεύτερο εδάφιο του προοιμίου της συμφωνίας-πλαισίου καθώς και από τα σημεία 6 και 8 των γενικών παρατηρήσεων της εν λόγω συμφωνίας-πλαισίου, η σταθερότητα της απασχόλησης θεωρείται μείζον στοιχείο της προστασίας των εργαζομένων, ενώ μόνο σε ορισμένες περιστάσεις μπορούν οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου να ανταποκριθούν στις ανάγκες τόσο των εργοδοτών όσο και των εργαζομένων (αποφάσεις της 4ης Ιουλίου 2006, Αδενέλερ κ.λπ., C-212/04, EU:C:2006:443, σκέψη 62• της 3ης Ιουλίου 2014, Fiamingo κ.λπ., C-362/13, C-363/13 και C-407/13, EU:C:2014:2044, σκέψη 55, και της 26ης Νοεμβρίου 2014, Mascolo κ.λπ., C-22/13, C-61/13, C-63/13 και C-418/13, EU:C:2014:2401, σκέψη 73, βλ. Απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2016 επι της υποθέσεως C-16/15 Maria Elena Perez Lopez κατά Servicio Madrileno de Salud (Comunidad de Madrid ).

Συνεπώς, προκειμένου να αποτραπεί η κατάχρηση των διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, η ρήτρα 5, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου επιβάλλει στα κράτη μέλη τη λήψη ενός, τουλάχιστον, πραγματικού και δεσμευτικού μέτρου εξ αυτών που απαριθμούνται σε αυτήν, εφόσον το εθνικό τους δίκαιο δεν περιλαμβάνει ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα. Τα τρία συνολικώς μέτρα που απαριθμούνται στο σημείο 1, στοιχεία α' έως γ', της εν λόγω ρήτρας αφορούν, αντιστοίχως, την ύπαρξη αντικειμενικών λόγων που δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας, τη μέγιστη συνολική διάρκεια αυτών των διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας και τον αριθμό των ανανεώσεών τους (βλ μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 23ης Απριλίου 2009, Αγγελιδάκη κ.λπ., C-378/07 έως C-380/07, EU:C:2009:250, σκέψη 74? της 26ης Ιανουαρίου 2012, Kucuk, C-586/10, EU:C:2012:39, σκέψη 26• της 13ης Μαρτίου 2014, Marquez Samohano, C-190/13, EU:C:2014:146, σκέψη 42, της 3ης Ιουλίου 2014, Fiamingo κ.λπ., C-362/13, C-363/13 και C-407/13, EU:C:2014:2044, σκέψη 56, καθώς και της 26ης Νοεμβρίου 2014, Mascolo κ.λπ., C-22/13, C-61/13, C-63/13 και C-418/13, EU:C:2014:2401, σκέψη 74, βλ. επισης Απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2016 επι της υποθέσεως C-16/15 Maria Elena Perez Lopez κατά Servicio Madrileno de Salud (Comunidad de Madrid).

Συναφώς, τα κράτη μέλη διαθέτουν περιθώριο εκτιμήσεως, εφόσον έχουν την ευχέρεια είτε να λάβουν ένα ή περισσότερα από τα μέτρα που απαριθμούνται στο σημείο 1, στοιχεία α' έως γ', της ρήτρας αυτής είτε, ακόμη, να αρκεστούν σε υφιστάμενα ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα, λαμβάνοντας υπόψη τις ανάγκες συγκεκριμένων κλάδων και/ή κατηγοριών εργαζομένων (αποφάσεις της 3ης Ιουλίου 2014, Fiamingo κ.λπ., C-362/13, C-363/13 και C-407/13, EU:C:2014:2044, σκέψη 59 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, καθώς και της 26ης Νοεμβρίου 2014, Mascolo κ.λπ., C-22/13, C-61/13, C-63/13 και C-418/13, EU:C:2014:2401, σκέψη 75, βλ. επίσης Απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2016 επι της υποθέσεως C-16/15 Maria Elena Perez Lopez κατά Servicio Madrileno de Salud (Comunidad de Madrid).

Επομένως, η ρήτρα 5, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου επιτάσσει στα κράτη μέλη την επίτευξη γενικού σκοπού, δηλαδή της αποτροπής τέτοιων καταχρηστικών πρακτικών, παρέχοντάς τους τη δυνατότητα να επιλέξουν τα μέσα για την επίτευξή του, υπό την προϋπόθεση ότι αυτά δεν θα αντιβαίνουν προς τον σκοπό και δεν θα περιορίζουν την πρακτική αποτελεσματικότητα της συμφωνίας-πλαισίου (αποφάσεις της 3ης Ιουλίου 2014, Fiamingo κ.λπ., C-362/13, C-363/13 και C-407/13, EU:C:2014:2044, σκέψη 60, καθώς και της 26ης Νοεμβρίου 2014, Mascolo κ.λπ., C-22/13, C-61/13, C-63/13 και C-418/13, EU:C:2014:2401, σκέψη 76, βλ. επίσης Απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2016 επι της υποθέσεως C-16/15 Maria Elena Perez Lopez κατά Servicio Madrileno de Salud (Comunidad de Madrid).

Επιπλέον, όταν το δίκαιο της Ένωσης δεν προβλέπει ειδικές κυρώσεις για την περίπτωση κατά την οποία παρά ταύτα διαπιστώνονται καταχρηστικές πρακτικές, απόκειται στις εθνικές αρχές να λαμβάνουν μέτρα που πρέπει να είναι όχι μόνον αναλογικά, αλλά και αρκούντως αποτελεσματικά και αποτρεπτικά για να εξασφαλίζουν την πλήρη αποτελεσματικότητα των κανόνων που έχουν θεσπισθεί κατ' εφαρμογή της συμφωνίας-πλαισίου (αποφάσεις της 3ης Ιουλίου 2014, Fiamingo κ.λπ., C-362/13, C-363/13 και C-407/13, EU:C:2014:2044, σκέψη 62 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, καθώς και της 26ης Νοεμβρίου 2014, Mascolo κ.λπ., C-22/13, C-61/13, C-63/13 και C-418/13, EU:C:2014:2401, σκέψη 77, βλ. επίσης Απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2016 επι της υποθέσεως C-16/15 Maria Elena Perez Lopez κατά Servicio Madrileno de Salud (Comunidad de Madrid ).

Καίτοι, εφόσον δεν υπάρχει σχετική ρύθμιση της Ένωσης, οι λεπτομερείς κανόνες εφαρμογής τέτοιων κανόνων εμπίπτουν στην εσωτερική έννομη τάξη των κρατών μελών δυνάμει της αρχής της διαδικαστικής αυτονομίας των κρατών αυτών, εντούτοις δεν πρέπει να είναι λιγότερο ευνοϊκοί από αυτούς που διέπουν παρεμφερείς καταστάσεις εσωτερικής φύσεως (αρχή της ισοδυναμίας) ούτε να καθιστούν στην πράξη αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που απονέμει η έννομη τάξη της Ένωσης (αρχή της αποτελεσματικότητας) (αποφάσεις της 3ης Ιουλίου 2014, Fiamingo κ.λπ., C-362/13, C-363/13 και C-407/13, EU:C:2014:2044, σκέψη 63 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, καθώς και της 26ης Νοεμβρίου 2014, Mascolo κ.λπ., C-22/13, C-61/13, C-63/13 και C-418/13, EU:C:2014:2401, σκέψη 78).

Επομένως, σε περίπτωση καταχρηστικής συνάψεως διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, πρέπει να υπάρχει δυνατότητα εφαρμογής μέτρου που να παρέχει αποτελεσματικές και ισοδύναμες εγγυήσεις για την προστασία των εργαζομένων, ώστε να επιβάλλονται οι δέουσες κυρώσεις και να εξαλείφονται οι συνέπειες της παραβιάσεως του δικαίου της Ένωσης (αποφάσεις της 3ης Ιουλίου 2014, Fiamingo κ.λπ., C-362/13, C-363/13 και C-407/13, EU:C:2014:2044, σκέψη 64 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, καθώς και της 26ης Νοεμβρίου 2014, Mascolo κ.λπ., C-22/13, C-61/13, C-63/13 και C-418/13, EU:C:2014:2401, σκέψη 79, βλ. επισης Απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2016 επι της υποθέσεως C-16/15 Maria Elena Perez Lopez κατά Servicio Madrileno de Salud (Comunidad de Madrid).

Εξάλλου, υπενθυμίζεται ότι δεν απόκειται στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) να αποφαίνεται επί της ερμηνείας των διατάξεων του εσωτερικού δικαίου, καθόσον τούτο αποτελεί έργο αποκλειστικά του αιτούντος δικαστηρίου ή, ενδεχομένως, των αρμόδιων εθνικών δικαστηρίων, τα οποία πρέπει να εξετάζουν εάν οι διατάξεις της εφαρμοστέας εθνικής ρυθμίσεως ανταποκρίνονται στις επιταγές της ρήτρας 5 της συμφωνίας-πλαισίου (αποφάσεις της 3ης Ιουλίου 2014, Fiamingo κ.λπ., C-362/13, C-363/13 και C-407/13, EU:C:2014:2044, σκέψη 66 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, καθώς και της 26ης Νοεμβρίου 2014, Mascolo κ.λπ., C-22/13, C-61/13, C-63/13 και C-418/13, EU:C:2014:2401, σκέψη 81).

Συνεπώς, στο αιτούν δικαστήριο απόκειται να εκτιμήσει εάν και κατά πόσον οι προϋποθέσεις εφαρμογής καθώς και η αποτελεσματική εφαρμογή των σχετικών διατάξεων του εσωτερικού δικαίου συνιστούν πρόσφορο μέτρο για την αποτροπή και, εν ανάγκη, την επιβολή κυρώσεων για την καταχρηστική σύναψη διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου (αποφάσεις της 3ης Ιουλίου 2014, Fiamingo κ.λπ., C-362/13, C-363/13 και C-407/13, EU:C:2014:2044, σκέψη 67 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, καθώς και της 26ης Νοεμβρίου 2014, Mascolo κ.λπ., C-22/13, C-61/13, C-63/13 και C-418/13, EU:C:2014:2401, σκέψη 82).

Περαιτέρω, από το άρθρο 249 παρ. 1,3 της Ενοποιημένης απόδοσης της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (πρώην άρθρο 189 παρ. 1, 3), προκύπτει σαφώς ότι οι Οδηγίες που εκδίδουν προς εκπλήρωση των καθηκόντων τους τα αρμόδια όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο από κοινού με το Συμβούλιο, το Συμβούλιο ή η Eπιτροπή) αποτελούν παράγωγο Kοινοτικό δίκαιο και δεσμεύουν κάθε κράτος μέλος της Ενωσης στο οποίο απευθύνονται όσον αφορά το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά αφήνουν την επιλογή του τύπου και των μέσων στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών.

Έτσι οι Οδηγίες απευθύνονται όχι απ` ευθείας στους ιδιώτες θεσπίζοντας δικαιώματα και υποχρεώσεις τους, αλλά μόνον προς τα κράτη μέλη της Ε.Ε., αφού μόνον αυτά έχουν τη δυνατότητα να λάβουν τα μέτρα με τα οποία θα καταστεί εφικτή η επίτευξη του επιδιωκόμενου αποτελέσματος. Το κράτος μέλος που είναι αποδέκτης της οδηγίας, έχει την υποχρέωση να πραγματοποιήσει το αποτέλεσμα αυτό μέσα στην τασσόμενη προθεσμία, με μέσα και τύπο όμως τα οποία το ίδιο θα επιλέξει (νόμο, προεδρικό διάταγμα, υπουργική απόφαση και εν γένει κανόνες δικαίου της εθνικής έννομης τάξης).

Αν η Οδηγία περιέχει κανόνες σαφείς και ορισμένους που δεν έχουν μεταφερθεί στο εθνικό δίκαιο, δεκτικούς απ` ευθείας εφαρμογής, δηλαδή οι διατάξεις της είναι χωρίς αιρέσεις, επιφυλάξεις, περιθώρια επιλογής και επαρκώς ακριβείς, ώστε να καθίσταται δυνατό στα εθνικά δικαστήρια να προσδιορίσουν το ακριβές περιεχόμενο του δικαιώματος, το δικαιούχο και τον υπόχρεο αυτού καθώς και τον τρόπο άσκησής του, τότε υπάρχει η δυνατότητα στους ιδιώτες να την επικαλεσθούν έναντι του κράτους.

Εξάλλου, το άρθρο 10 Συνθ.Ε.Κ. υποχρεώνει όλες τις κρατικές λειτουργίες, άρα και τη δικαστική, στη λήψη γενικών ή ειδικών μέτρων, καταλλήλων να εξασφαλίσουν την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη Συνθήκη, συμπεριλαμβανομένης βεβαίως και της μεταφοράς των Οδηγιών στο εσωτερικό δίκαιο και της σύμφωνης με το Kοινοτικό δίκαιο ερμηνείας του εθνικού δικαίου.

Σημειώνεται ότι η υποχρέωση σύμφωνης με τo Kοινοτικό Δίκαιο ερμηνείας (του εθνικού δικαίου), που απορρέει από την αρχή της υπεροχής του, υφίσταται και πριν την πάροδο της προθεσμίας προσαρμογής της νομοθεσίας των κρατών μελών στις απαιτήσεις της σχετικής Οδηγίας [βλ. Δ.Ε.Κ. Case 80/86, Criminal proceeding against Κοlpinghuis Nijmegen BV(1987) ECR 3969, (1989) 2 CMLR 18, 88/1986 Ε.Δ.Κ.Α. 1988, 562, Case 14/1983, Von Colson and Kamann ν Land Nordheim Westefalen (1984) ECR 1891, (1986) 2 CMLR 430, βλ. επίσης Υποθέσεις C74/95 και 129/95 (1996) ECR I-6609, (1997) 1 CMLR 300). Εξάλλου, ο εθνικός νομοθέτης δεν έχει την εξουσία να μεταβάλει ούτε να παρερμηνεύει τις διατάξεις της Οδηγίας, διότι τότε παραβιάζει το κοινοτικό δίκαιο, το οποίο υπερισχύει κάθε άλλης αντίθετης διάταξης του εσωτερικού δικαίου κατ` άρθρο 28 παρ. 1 Σ., βάσει του οποίου η Ελλάδα προσχώρησε στις ευρωπαϊκές κοινότητες από 1.1.1981 δυνάμει της από 28.5. 1979 συνθήκης προσχωρήσεως της Ελλάδος στην Ε.Ο.Κ., που κυρώθηκε με το ν. 945/1979 (ΟλΑΠ. 23/1998, Α.Π. 1330/2000), ακόμη και του Συντάγματος κατά τα άρθρα 2, 10 (πρώην 5) της Ενοποιημένης Απόδοσης της Συνθήκης περί Ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (Δ.Ε.Κ. 6/64 Da Costa ΕΝΕL II, 2, Δ.Ε.Κ. 34/73 Frateli Variοla S.p.A. Administratione del le Finanzie dell Italia 88, 4, Δ.Ε.Κ. 106/77 Administratione delle Finanzie dello Stato Simmenthal 413, 7, Δ.Ε.Κ. 118/75 L. Watson Α. Belmarm 549, 5, Δ.Ε.Κ. 40/69 Ρ. Bollamann Hauptdollmant Hamburg Oberelle 586, 2 ).

Εξάλλου, όταν μια Οδηγία μεταφέρεται καθυστερημένα στο εσωτερικό δίκαιο του Κράτους Μέλους και οι σχετικές προβλέψεις της οδηγίας δεν έχουν άμεση εφαρμογή, τα εθνικά δικαστήρια είναι υποχρεωμένα να ερμηνεύσουν το εσωτερικό δίκαιο, όσο είναι δυνατόν, καθ'ο χρόνο η προθεσμία της μεταφοράς έχει παρέλθει, υπό την σκοπιά της γραμματικής και τελολογικής ερμηνείας της Οδηγίας, με την πρόθεση να επιτευχθούν τα αποτελέσματα που σκοπεύει η Οδηγία, ευνοώντας την ερμηνεία των εθνικών κανόνων, οι οποίοι είναι περισσότερο σύμφωνοι με τον σκοπό, προκειμένου να επιτευχθεί ένα αποτέλεσμα συμβατό με τις προβλέψεις της Οδηγίας (ΔΕΚ C-212/04/47-2006).

Στην ελληνική έννομη τάξη, ανεξάρτητα από το χρόνο ενσωμάτωσης της ως άνω οδηγίας, στις 2.4.2003 με το Π.Δ. 81/2003 και ως προς το δημόσιο τομέα με το Π.Δ. 164/2004, δηλαδή μετά την προβλεπόμενη από το άρθρο 2 παρ. 1 της οδηγίας, στις 10-7-2001 και την παράταση της προθεσμίας για ένα ακόμη έτος, η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, δια της προσχηματικής επιλογής της συμβάσεως ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπίζεται βασικά με το άρθρο 8 παρ. 3 ν. 2112/1920, σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 ΑΚ, 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, ως "ισοδύναμο νομοθετικό μέτρο", που εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα.

Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή "οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, εάν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται εκ της φύσεως της συμβάσεως αλλά ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγηση των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου".

Κατά την παγιωθείσα στη νομολογία και τη θεωρία ερμηνεία της εν λόγω διάταξης, ενώ αυτή αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από τη μη τήρηση, από τον εργοδότη, των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την απόλυση ο ν. 2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, με πληρέστερη μάλιστα προστασία έναντι εκείνης της ως άνω κοινοτικής οδηγίας, αφού για την εφαρμογή της αρκεί και μία μόνο σύμβαση ορισμένου χρόνου αντί περισσότερων διαδοχικών συμβάσεων όπως απαιτεί η κοινοτική οδηγία.

Τούτο δε, λαμβανομένου υπόψη ότι ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσης, που δεν αφορά μόνο το χαρακτηρισμό της ως εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ή έργου αλλά και το χαρακτηρισμό της ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, αποτελεί κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, ανεξάρτητα από τον εκ του νόμου χαρακτηρισμό της συμβατικής σχέσης ως ορισμένου χρόνου.

Έτσι, και κατ' εφαρμογή του εθνικού δικαίου, είτε πρόκειται για προγενέστερες είτε μεταγενέστερες της οδηγίας διατάξεις, οι εθνικές αρχές, στα πλαίσια της συνεργασίας των κρατών - μελών με την Ευρωπαϊκή Ένωση και της διασφάλισης του πεδίου εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου, κατά τα άρθρα 10, 249 παρ. 3 της Συνθ./Ε.Κ.

και 28 του Συντάγματος, έχουν την υποχρέωση να εξασφαλίζουν την πλήρη αποτελεσματικότητα του Ευρωπαϊκού Κοινοτικού Δικαίου, συμπεριλαμβανομένων των οδηγιών, έστω και αν αυτές δεν έχουν ακόμη μεταφερθεί στο εσωτερικό δίκαιο, εφόσον είναι αρκούντως ακριβείς και ανεπιφύλακτες ή στα σημεία που είναι ακριβείς και ανεπιφύλακτες.

Τέλος, και κατά τις αναθεωρημένες διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, που τέθηκαν σε ισχύ από 17.4.2001 α) παρέχεται η δυνατότητα πρόσληψης προσωπικού με ιδιωτικού δικαίου σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου από το Δημόσιο, τα Ν.Π.Δ.Δ., τους Ο.Τ.Α. και από τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, εφόσον εκδοθεί ειδικός νόμος και οι ανάγκες κάλυψης είναι απρόβλεπτες, πρόσκαιρες και επείγουσες β) απαγορεύεται η μετατροπή από το νόμο των συμβάσεων αυτών σε αορίστου χρόνου, όταν οι καλυπτόμενες ανάγκες είναι τέτοιες, όπως παραπάνω, οπότε αν δεν είναι τέτοιες οι για την κάλυψη αυτών εκδοθέντες νόμοι, ένεκα συνταγματικής επιταγής, και οι γι' αυτές προσλήψεις συνιστούν καταστρατήγηση των διατάξεων αυτών και των με βάση τις διατάξεις αυτές εκδοθέντων ειδικών νόμων γ) στην περίπτωση πρόσληψης προσωπικού για κάλυψη δήθεν απρόβλεπτων, πρόσκαιρων και επειγουσών αναγκών, πλην για κάλυψη πάγιων, μόνιμων και διαρκών αναγκών, εξ αντιδιαστολής, δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις αυτές και οι κατ' επιταγή αυτών εκδοθέντες ειδικοί νόμοι, αλλά οι διατάξεις που καλύπτουν τις συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου, αορίστου χρόνου.

Επομένως, από την απαγόρευση "μετατροπής" από το νόμο των συμβάσεων ορισμένου σε αορίστου χρόνου δεν συνάγεται και απαγόρευση για την αναγνώριση του πραγματικού χαρακτήρα ορισμένης σχέσης, που δεν είναι "μετατροπή" αλλά ορθός χαρακτηρισμός της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία ή τη διοικητική διαδικασία υπό τον έλεγχο του ΑΣΕΠ (ΟλΑΠ 18/2006).

Εξάλλου, από την απόφαση του ΔΕΚ της 23-4-2009, που επελήφθη των υποθέσεων 0378/07, C379/07 και C380/07 με αντικείμενο αιτήσεις εκδόσεως προδικαστικής απόφασης δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, τις οποίες υπέβαλε το Μονομελές Πρωτοδικείο Ρεθύμνης, προκύπτουν τα ακόλουθα: α) ότι εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσον η δυνατότητα που προβλέπεται, στο άρθρο 8, παράγραφος 3, του νόμου 2112/1920 σχετικά με τη μετατροπή, στον δημόσιο τομέα, των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, όταν η σύμβαση καλύπτει στην πραγματικότητα πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη, μπορεί να συμβάλλει σε τέτοια αποτελεσματική πρόληψη της καταχρηστικής χρησιμοποίησης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου.

Αν το εν λόγω δικαστήριο καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η εν λόγω διάταξη έχει το αποτέλεσμα αυτό, η διάταξη αυτή πρέπει να θεωρηθεί ως "ισοδύναμο νομοθετικό μέτρο" κατά την έννοια της ρήτρας 5, σημείο 1, της συμφωνίας- πλαισίου, β) ότι αφού σκοπός της ρήτρας 5, σημείο 1, της συμφωνίας - πλαισίου είναι να επιβληθεί στα κράτη μέλη η υποχρέωση να διασφαλίσουν, στην εσωτερική έννομη τάξη, την αποτελεσματική πρόληψη της καταχρηστικής χρησιμοποίησης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, η θέσπιση της εθνικής ρύθμισης για τη μεταφορά της συμφωνίας δεν μπορεί να καταλήγει να θίγει την αποτελεσματικότητα της εν λόγω πρόληψης, όπως διασφαλιζόταν προηγουμένως από ένα "ισοδύναμο νομοθετικό μέτρο" κατά την έννοια της εν λόγω ρήτρας 5, σημείο 1, γ) ότι, αφού η ερμηνεία του εθνικού δικαίου εναπόκειται, σύμφωνα με τη νομολογία που παρατίθεται στη σκέψη 48 της απόφασης, αποκλειστικά και μόνο στα εθνικά δικαστήρια, τα εν λόγω δικαστήρια έχουν επίσης την υποχρέωση να εξακριβώνουν κατά πόσον οι παραπάνω τροποποιήσεις που επέφερε το προεδρικό διάταγμα 164/2004 στο προϊσχύον εθνικό δίκαιο, όπως είχε διαμορφωθεί με το άρθρο 8, παράγραφος 3, του νόμου 2112/1920, είχαν ως αποτέλεσμα τη μείωση της προστασίας των εργαζομένων που έχουν συνάψει σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, για την εξακρίβωση δε αυτή οφείλουν να συγκρίνουν τον βαθμό προστασίας που παρέχει καθεμία από τις εθνικές αυτές διατάξεις, δ) ότι το ΔΕΚ έχει δεχτεί ότι μια εθνική διάταξη που θεωρεί διαδοχικές μόνον τις συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου μεταξύ των οποίων μεσολαβεί ορισμένο χρονικό διάστημα κατώτερο ή ίσο των 20 εργασίμων ημερών πρέπει να θεωρηθεί ότι μπορεί να διακυβεύσει το αντικείμενο, τον σκοπό και την πρακτική αποτελεσματικότητα της συμφωνίας - πλαισίου.

Συγκεκριμένα, ένας τόσο αυστηρός και περιοριστικός ορισμός του διαδοχικού χαρακτήρα των συμβάσεων εργασίας που συνάπτονται η μία κατόπιν της άλλης θα καθιστούσε δυνατή την επί πολλά έτη προσωρινή απασχόληση των εργαζομένων, αφού, στην πράξη, ο εργαζόμενος δεν θα είχε στις περισσότερες περιπτώσεις άλλη επιλογή από το να δεχθεί διακοπές της τάξης των 20 εργάσιμων ημερών στο πλαίσιο μιας αλυσίδας συμβάσεων που τον συνδέουν με τον εργοδότη του.

Το ΔΕΚ έχει δεχτεί επίσης ότι η ρύθμιση, η οποία αναγνωρίζει ως "διαδοχικές" μόνο τις συμβάσεις ορισμένου χρόνου μεταξύ των οποίων μεσολαβούν διαστήματα μικρότερα των τριών μηνών, δεν είναι, καθαυτή, τόσο αυστηρή και περιοριστική. Οι εθνικές αρχές και τα εθνικά δικαστήρια πάντως που έχουν αρμοδιότητα για την εφαρμογή των μέτρων μεταφοράς της οδηγίας 1999/70 και της συμφωνίας - πλαισίου και καλούνται επομένως να αποφαίνονται επί του χαρακτηρισμού των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου οφείλουν να εξετάζουν σε κάθε περίπτωση όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης, λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, τον αριθμό των εν λόγω διαδοχικών συμβάσεων που έχουν συναφθεί με το ίδιο πρόσωπο ή για την εκτέλεση της ίδιας εργασίας, προκειμένου να αποκλείουν το ενδεχόμενο να χρησιμοποιούνται καταχρηστικά από τους εργοδότες οι σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, ε) ότι κατά τη νομολογία του ΔΕΚ, από τη συνδυασμένη εφαρμογή των άρθρων 10, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ και 249, τρίτο εδάφιο, ΕΚ και της σχετικής οδηγίας προκύπτει ότι, κατά τη διάρκεια της προθεσμίας μεταφοράς μιας οδηγίας, τα κράτη μέλη αποδέκτες της οφείλουν να απέχουν από τη θέσπιση διατάξεων ικανών να θέσουν σε σοβαρό κίνδυνο την επίτευξη του αποτελέσματος που επιδιώκει η οδηγία αυτή.

Δεν έχει σημασία από την άποψη αυτή αν η επίμαχη διάταξη του εθνικού δικαίου, η οποία θεσπίστηκε μετά την έναρξη της ισχύος της σχετικής οδηγίας, έχει ως σκοπό τη μεταφορά της οδηγίας στο εθνικό δίκαιο, κατά συνέπεια, όλες οι αρχές των κρατών μελών έχουν την υποχρέωση να εξασφαλίζουν την πλήρη αποτελεσματικότητα των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου, ακόμη και όταν οι αρχές αυτές προβαίνουν σε αναθεώρηση του Συντάγματος.

Από τα ανωτέρω συνάγονται τα ακόλουθα: α) ότι η διαμόρφωση στο εσωτερικό δίκαιο όρων που καθορίζουν ποσοτικούς περιορισμούς στον ορισμό της διαδοχικότητας των συμβάσεων ορισμένου χρόνου είναι αντίθετη με τους σκοπούς της Κοινοτικής Οδηγίας, υπό την έννοια ότι έτσι καθίσταται δυνατή η καταστρατήγηση της προστασίας που το άρθρο 5 θέλει να παράσχει στους εργαζόμενους (βλ. ανωτέρω απόφαση ΔΕΚ, ιδίως παρ.84 - 88), β) ότι τα εθνικά δικαστήρια έχουν την υποχρέωση να εξασφαλίζουν την πλήρη αποτελεσματικότητα του Ευρωπαϊκού Κοινοτικού Δικαίου, συμπεριλαμβανομένων των οδηγιών γ) ότι ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσης αποτελεί αντικείμενο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων. Κατά λογική συνέπεια, αντίθετη στο πνεύμα της ανωτέρω Κοινοτικής Οδηγίας είναι και η θέση στο εσωτερικό δίκαιο περιορισμών όχι μόνο ποσοτικού, αλλά και ποιοτικού χαρακτήρα για τον αποκλεισμό βοιωτικών σχέσεων που υποκρύπτουν εργασιακές συμβάσεις. Ειδικότερα, με την Κοινοτική Οδηγία, ο Κοινοτικός Νομοθέτης είχε την πρόθεση να θέσει φραγμούς σε κάθε περίπτωση που ο εργοδότης εκμεταλλευόμενος την ασθενέστερη θέση του εργαζόμενου κατά την διαπραγμάτευση των όρων εργασίας του δημιουργεί περιβάλλον καταστρατήγησης των υποχρεώσεων που επιβάλει μια σχέση εργασίας αορίστου χρόνου.

Kατ' ακολουθία των ανωτέρω, εφόσον η πρόσληψη του εργαζόμενου έγινε προσχηματικά για την κάλυψη έκτακτων και απρόβλεπτων αναγκών, στην πραγματικότητα όμως για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών, η άσκηση του διευθυντικού αυτού δικαιώματος ως εργοδότη εκ μέρους των οργάνων του γίνεται προς καταστρατήγηση των από το άρθρο 8 παρ.1 του Ν.2112/1920 δικαιωμάτων των εργαζομένων που απορρέουν από τις διατάξεις για την υποχρεωτική καταγγελία της υπαλληλικής σύμβασης, κατά προφανή υπέρβαση από μέρους του εργοδότη των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του διευθυντικού αυτού δικαιώματος, και ως εκ τούτου είναι καταχρηστική κατ' άρθρο 281 ΑΚ (ΟλΑΠ 7/2011, ΟλΑΠ 18/2006 και ΑΠ 816/ 2011).

Τέλος, θα πρέπει ως προς το άρθρο 8 του Ν.2112/1920 να αναφερθούν επίσης τα ακόλουθα: Στο ισχύον δίκαιο το άρθρο 8 παρ. 3 ν. 2112/1920 έχει υπεροχή έναντι του δικαίου των π.δ. 81/2003, 164/2004 και 180/2004 . Την υπεροχή του ορίζει ρητά η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 π.δ. 81/2003, που παραμένει σε ισχύ μετά την τροποποίησή του με τα π.δ. 180 και 164/2004, "το διάταγμα αυτό δεν θίγει ευνοϊκότερες για τους εργαζόμενους γενικώς ρυθμίσεις ή ευνοϊκότερες ρυθμίσεις για τους εργαζομένους με αναπηρίες".

Επομένως, υπερισχύει η ρύθμιση του άρθρου 8 παρ. 3 ν. 2112/1920, σε όσα θέματα είναι ευνοϊκότερη των ρυθμίσεων του π.δ. 81/2003 όπως ισχύει σήμερα. Το άρθρο 8 παρ. 3 ν. 2112/1920 δεν γνωρίζει εξαιρέσεις, ούτε θέτει χρονικούς ή άλλους περιορισμούς για την αποτελεσματική προστασία των εργαζομένων. Για τις εργασιακές σχέσεις που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του π.δ. 164/2004 η υπερίσχυση της ευνοϊκότερης ρύθμισης του άρθρου 8 παρ. 3 ν. 2112/1920 προκύπτει από την, ομοίου περιεχομένου προς την του άρθρου 8 παρ. 1 π.δ. 81/2003, διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 π.δ. 164/2004: "Το παρόν διάταγμα δεν θίγει ρυθμίσεις ευνοϊκότερες για τους εργαζομένους εν γένει, καθώς και για τους εργαζομένους με αναπηρίες".

Υπερισχύει, επομένως, η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 3 ν. 2112/1920, για όσα θέματα είναι ευνοϊκότερη των ρυθμίσεων του π.δ. 164/2004, που θεσπίζουν εξαιρέσεις και θέτουν χρονικές και άλλες προϋποθέσεις για την προστασία των εργαζομένων. Οι δύο επιφυλάξεις υπέρ των ευνοϊκότερων για τους εργαζομένους ρυθμίσεων βρίσκονται σε αρμονία και με την αρχή της ευνοϊκότερης ρύθμισης που καθιερώνει το άρθρο 137 παρ. 5 Συνθ.Ε.Ε. ("οι διατάξεις που θεσπίζονται δυνάμει του παρόντος άρθρου (κοινοτικών Οδηγιών) δεν εμποδίζουν την εκ μέρους των κρατών - μελών διατήρηση ή θέσπιση αυστηρότερων προστατευτικών μέτρων τα οποία συμβιβάζονται με την παρούσα Συνθήκη") και επιβεβαιώνει το άρθρο 8 παρ. 1 της Οδηγίας 1999/70.

Στο βαθμό, τέλος, που τα π.δ. 81/2003, 164/2004 και 180/2004 χειροτερεύουν - υποβαθμίζουν την προστασία που παρέχει στους εργαζομένους η Οδηγία 1999/70 παραβιάζεται η απαγόρευση χειροτέρευσης, που περιέχεται στο άρθρο 8 παρ. 3 της Οδηγίας. Στη προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι η ένδικη αγωγή, κατά την κύρια βάση της είναι μη νόμιμη, κατά τα εκτεθέντα ειδικότερα παραπάνω.

Με όσα δέχθηκε το Εφετείο, ως προς την απόρριψη της αγωγής κατά την κύρια βάση ως μη νόμιμης, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ.1, 3 και 8 του ν.2112/1920, ως ισοδύναμου νομοθετικού μέτρου προς την Κοινοτική Οδηγία 1999/70/ΕΚ, και 20 του ν. 2639/1998. Kαι τούτο, γιατί, κατά τα εκτεθέντα παραπάνω, ως προς την ορθή ερμηνεία της Οδηγίας και των εθνικών διατάξεων:

α) η διαμόρφωση στο εσωτερικό δίκαιο όρων που καθορίζουν ποσοτικούς περιορισμούς στον ορισμό της διαδοχικότητας των συμβάσεων ορισμένου χρόνου είναι αντίθετη με τους σκοπούς της Κοινοτικής Οδηγίας, υπό την έννοια ότι έτσι καθίσταται δυνατή η καταστρατήγηση της προστασίας που το άρθρο 5 θέλει να παράσχει στους εργαζόμενους, β) τα εθνικά δικαστήρια έχουν την υποχρέωση να εξασφαλίζουν την πλήρη αποτελεσματικότητα του Ευρωπαϊκού Κοινοτικού Δικαίου, συμπεριλαμβανομένων των οδηγιών γ) ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσης αποτελεί αντικείμενο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων.

Ειδικότερα, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός έννομων σχέσεων και καταστάσεων αποτελεί κατ` εξοχήν έργο των δικαστηρίων, αποτελεί δηλαδή ένα από τα βασικά στοιχεία της δικαιοδοτικής λειτουργίας. Τούτο μάλιστα ισχύει, όπως εκτέθηκε, ακόμα και στις περιπτώσεις που ορισμένος νομικός χαρακτηρισμός γίνεται βάσει νόμου.

Χωρίς το στοιχείο αυτό, δηλαδή το ελεύθερο νομικό χαρακτηρισμό συμβατικών σχέσεων, καταστάσεων, παροχών κ.λπ., τα δικαστήρια δεν μπορούν να επιτελέσουν την ανατεθειμένη σ` αυτά από το Σύνταγμα λειτουργία (άρθρο 87 παρ. 2 Σ.), κατοχυρώνοντας παράλληλα και τη λειτουργική ανεξαρτησία των δικαστών (βλ. 3/2001 απόφαση Α.Ε.Δ., βλ.

σχετικά με την αναγνώριση της ελευθερίας των δικαστηρίων να προβαίνουν στον ορθό νομικό χαρακτηρισμό, αγνοώντας μάλιστα το νομικό χαρακτηρισμό που επιβάλλει ο νομοθέτης (Α.Π. 6/2001, 403, ΟλΑΠ 18/2006, Α.Π. 141/2000). Κατά λογική συνέπεια, αντίθετη στο πνεύμα της ανωτέρω Κοινοτικής Οδηγίας είναι και η θέση στο εσωτερικό δίκαιο περιορισμών όχι μόνο ποσοτικού, αλλά και ποιοτικού χαρακτήρα για τον αποκλεισμό βιοτικών σχέσεων, που υποκρύπτουν εργασιακές συμβάσεις.

Με την Κοινοτική Οδηγία, ο Κοινοτικός Νομοθέτης είχε την πρόθεση να θέσει φραγμούς σε κάθε περίπτωση που ο εργοδότης εκμεταλλευόμενος την ασθενέστερη θέση του εργαζόμενου κατά την διαπραγμάτευση των όρων εργασίας του δημιουργεί περιβάλλον καταστρατήγησης των υποχρεώσεων που επιβάλει μια σχέση εργασίας αορίστου χρόνου, δ) Στην ελληνική έννομη τάξη, ανεξάρτητα από το χρόνο ενσωμάτωσης της ως άνω οδηγίας, στις 2.4.2003 με το Π.Δ. 81/2003 και ως προς το δημόσιο τομέα με το Π.Δ. 164/2004, δηλαδή μετά την προβλεπόμενη από το άρθρο 2 παρ. 1 της οδηγίας, στις 10-7-2001 και την παράταση της προθεσμίας για ένα ακόμη έτος, η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, δια της προσχηματικής επιλογής της συμβάσεως ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπίζεται με το άρθρο 8 παρ. 3 ν. 2112/1920, σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 ΑΚ, 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, ως "ισοδύναμο νομοθετικό μέτρο", που εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα (βλ.

ΟλΑΠ 18/2006, ΔΕΚ C-378/2007 ). Επομένως, από την απαγόρευση "μετατροπής" από το νόμο των συμβάσεων ορισμένου σε αορίστου χρόνου δεν συνάγεται και απαγόρευση για την αναγνώριση του πραγματικού χαρακτήρα ορισμένης σχέσης, που δεν είναι "μετατροπή" αλλά ορθός χαρακτηρισμός της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, ε) Υφίσταται η υποχρέωση σύμφωνης με τo Kοινοτικό Δίκαιο ερμηνείας (του εθνικού δικαίου), που απορρέει από την αρχή της υπεροχής του, υφίσταται και πριν την πάροδο της προθεσμίας προσαρμογής της νομοθεσίας των κρατών μελών στις απαιτήσεις της σχετικής Οδηγίας.

Περαιτέρω, κατά τα εκτεθέντα παραπάνω, κατά τη νομολογία του ΔΕΚ, από τη συνδυασμένη εφαρμογή των άρθρων το, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ και 249, τρίτο εδάφιο ΕΚ και της σχετικής Οδηγίας προκύπτει ότι, κατά τη διάρκεια της προθεσμίας μεταφοράς μίας Οδηγίας, τα κράτη μέλη αποδέκτες της οφείλουν να απέχουν από τη θέσπιση διατάξεων ικανών να θέσουν σε σοβαρό κίνδυνο την επίτευξη του αποτελέσματος που επιδιώκει η οδηγία αυτή (απόφαση της 8ης Μαΐου 2003, C-14/02, ATRAL, Συλλογή 2003, σ.

I - 4431, σκέψη 58]. Δεν έχει σημασία από την άποψη αυτή αν η επίμαχη διάταξη του εθνικού δικαίου, η οποία θεσπίστηκε μετά την έναρξη της ισχύος της σχετικής οδηγίας, έχει ως σκοπό τη μεταφορά της οδηγίας στο εθνικό δίκαιο. Κατά συνέπεια, όλες οι αρχές των Κρατών Μελών έχουν την υποχρέωση να εξασφαλίζουν την πλήρη αποτελεσματικότατα των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου, ακόμη και όταν οι αρχές αυτές προβαίνουν σε αναθεώρηση του Συντάγματος (ΔΕΚ C - 378/2007, Νόμος).

Κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, ο εθνικός νομοθέτης δεν έχει την εξουσία να μεταβάλει ούτε να παρερμηνεύει τις διατάξεις της Οδηγίας, διότι τότε παραβιάζει το κοινοτικό δίκαιο, το οποίο υπερισχύει κάθε άλλης αντίθετης διάταξης του εσωτερικού δικαίου κατ` άρθρο 28 παρ. 1 Σ., βάσει του οποίου η Ελλάδα προσχώρησε στις ευρωπαϊκές κοινότητες από 1.1.1981 δυνάμει της από 28.5. 1979 συνθήκης προσχωρήσεως της Ελλάδος στην Ε.Ο.Κ., που κυρώθηκε με το ν. 945/1979 (ΟλΑΠ. 23/1998 , 793, Α.Π. 1330/2000 ), ακόμη και του Συντάγματος κατά τα άρθρα 2, 10 (πρώην 5) της Ενοποιημένης Απόδοσης της Συνθήκης περί Ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας.

ζ) Οι εθνικές αρχές και τα εθνικά δικαστήρια πάντως που έχουν αρμοδιότητα για την εφαρμογή των μέτρων μεταφοράς της οδηγίας 1999/70 και της συμφωνίας - πλαισίου και καλούνται επομένως να αποφαίνονται επί του χαρακτηρισμού των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου οφείλουν να εξετάζουν σε κάθε περίπτωση όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης, λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, τον αριθμό των εν λόγω διαδοχικών συμβάσεων που έχουν συναφθεί με το ίδιο πρόσωπο ή για την εκτέλεση της ίδιας εργασίας, προκειμένου να αποκλείουν το ενδεχόμενο να χρησιμοποιούνται καταχρηστικά από τους εργοδότες οι σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, η) Οπως εκτέθηκε, οι διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920, σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 του ΑΚ και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, που εφαρμόζονται για όλους τους εργαζόμενους με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν εργάζονται στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα και καθιερώνουν "ισοδύναμο νομοθετικό μέτρο" του εθνικού μας δικαίου, για την πρόληψη και αποφυγή καταχρήσεων, κατά την έννοια της ρήτρας 5 της συμφωνίας πλαισίου, που συνήψαν στις 18.3.1999 οι διεπαγγελματικές οργανώσεις γενικού χαρακτήρα CES, UNICH και CEEP, για την υλοποίηση της οποίας εκδόθηκε η ανωτέρω οδηγία, παρέχουν προστασία στους εργαζομένους από τις καταχρήσεις του είδους που προαναφέρθηκαν, με το να καθιερώνουν την αρχή ότι ο χαρακτηρισμός που έδωσαν στη σύμβαση οι συμβαλλόμενοι δεν είναι δεσμευτικός αλλά ο ορθός χαρακτηρισμός της σύμβασης εργασίας, ως σύμβασης ορισμένου ή αορίστου χρόνου, δίδεται από το δικαστήριο από τη φύση της συγκεκριμένης σύμβασης.

Μάλιστα, η προστασία αυτή είναι πληρέστερη εκείνης της ανωτέρω Κοινοτικής Οδηγίας, αφού κατά την εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων του εθνικού δικαίου, έχει παγιωθεί η ερμηνεία ότι, μπορεί η σύμβαση να θεωρηθεί αόριστου χρόνου, έστω και αν μία μόνο σύμβαση που προσχηματικά ονομάσθηκε ορισμένου χρόνου, καταρτίσθηκε.

Εμπόδιο για την εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων για τους απασχολούμενους στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα δεν αποτελούν οι διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 8 του Συντάγματος (που προστέθηκε με την αναθεώρηση του 2001), αφού αυτές απαγορεύουν τη μετατροπή συμβάσεων προσωπικού που προσλήφθηκε με σύμβαση εργασίας ή έργου για την κάλυψη πρόσκαιρων ή απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών, σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, όχι όμως και την αναγνώριση του πραγματικού χαρακτήρα ορισμένης σχέσης, ως αόριστης χρονικής διάρκειας, όταν με αυτήν καλύπτονται πάγιες και διαρκείς ανάγκες, δεδομένου μάλιστα ότι κατά το Σύνταγμα (άρθρο 103 παρ. 3 και 8 εδ.

β') προβλέπονται περιπτώσεις πρόσληψης προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου, προς κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών. Τυχόν αντίθετη ερμηνεία, ότι δηλαδή συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου δεν μπορούν να αναγνωρίζονται, κατ` ορθό νομικό, χαρακτηρισμό, ως συμβάσεις αορίστου χρόνου μετά την ως άνω συνταγματική μεταρρύθμιση, θα είχε ως συνέπεια την παραβίαση της διάκρισης των εξουσιών και θα προσέβαλε την λειτουργική ανεξαρτησία των δικαστών και θα ματαίωνε τον σκοπό της Οδηγίας, η οποία -σημειωτέο -ως κοινοτικό δίκαιο υπερέχει του εθνικού δικαίου και αποσκοπεί στην αποτροπή της κατάχρησης που μπορεί να προκύψει από την χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου.

Περαιτέρω, ενόψει της ισχύος του άρθρου 8 του ν. 2112/1920 ως ισοδυνάμου νομοθετικού μέτρου, τούτο έχει εφαρμογή τόσο ως προς τους εργαζόμενους που οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, που είχαν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του αναθεωρημένου άρθρου 103 Σ και συνεχίσθηκαν και μετά την 18.04.2001, όσο και ως προς αυτούς που οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου, που είχαν συναφθεί μετά την έναρξη ισχύος του ως άνω αναθεωρημένου άρθρου 103 του Συντάγματος.

Eνόψει αυτών, το Εφετείο Αθηνών έπρεπε να δεχθεί την αγωγή, σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται αυτή, ως νόμιμη κατά την κύρια βάση της, εφαρμόζοντας τις διατάξεις της παραπάνω αναφερομένης Οδηγίας και το άρθρο 8 ν. 2112/1920, ως ισοδύναμο νομοθετικό μέτρο, αναγνωρίζοντας, ως αποτελούσες ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, τις κατ' επίφαση φερόμενες ως συμβάσεις μαθητείας, που έχουν συναφθεί μετά την έναρξη ισχύος του ως άνω αναθεωρημένου άρθρου 103 του Συντάγματος.

Ως εκ τούτου, στη προκειμένη περίπτωση, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη της μειοψηφίας, η παραπάνω Οδηγία και το άρθρο 8 ν. 2112/1920 έχουν εφαρμογή και στις συμβάσεις ορισμένου χρόνου, που καταρτίσθηκαν και μετά την 18.04.2001 και αφορούν τις αναιρεσείoυσες, που φέρονται ότι απασχολήθηκαν κατά το αναφερόμενο στην αγωγή χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο 2007 μέχρι τον Ιανουάριο του 2011, δηλαδή μετά την ισχύ του του αναθεωρημένου άρθρου 103 του Συντάγματος και υπό την ισχύ του ΠΔ 164/2004, του οποίου πάντως οι διατάξεις είναι ανίσχυρες των διατάξεων της ως άνω Οδηγίας στο βαθμό, που χειροτερεύουν την προστασία την παρεχόμενη από την Οδηγία, η οποία ως κοινοτικό Δίκαιο υπερέχει του Εθνικού Δικαίου.

Κατ' ακολουθία των παραπάνω, κατά την άποψη της μειοψηφίας, το Εφετείο Αθηνών, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε μη νόμιμη την κύρια βάση της ένδικης αγωγής, στην οποία εξετίθετο οι επίμαχες διαδοχικές σχέσεις εργασίας (κατ'επιφαση φερόμενες ως συμβάσεις εργασιακής εμπειρίας) των αναιρεσειουσών κάλυπταν μόνιμες και διαρκείς ανάγκες, ενώ ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογούταν από τη φύση αυτών, αλλά τέθηκε προς καταστρατήγηση των, ως τέτοιων αορίστου χρόνου, δικαιωμάτων των αναιρεσειουσών και ως εκ τούτου έγινε κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος του αναιρεσίβλητου, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 10 εδ.

Β' ΕΚ και 249 εδ. Γ ΕΚ, της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, άρθρων 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920, σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 του ΑΚ και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος. Κατά το άρθρο δε 904 ΑΚ, "όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου, έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεωστήτου ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη".

Σε περίπτωση άκυρης (για οποιονδήποτε λόγο) σύμβασης εργασίας, δημιουργείται απλή σχέση εργασίας, ο δε εργαζόμενος, για την εργασία που πρόσφερε, δικαιούται να ζητήσει, κατά τις αρχές περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, την αμοιβή που ο εργοδότης θα κατέβαλε σε άλλον εργαζόμενο, με τα ίδια προσόντα και ικανότητες, απασχολούμενο με έγκυρη σύμβαση εργασίας και τις ίδιες συνθήκες, έστω και αν ο μισθωτός γνώριζε την ακυρότητα της σύμβασης εργασίας (ΑΠ 126/2015, ΑΠ 885/2014).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του Ν. 1082/1980, 1 παρ. 2 της 19040/1981 ΥΑ Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ. 1 και 2 του ΑΝ 539/1945, 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966 και του άρθρου μόνου του Ν. 133/1975, που κύρωσε την από 26.2.1975 ΕΓΣΣΕ, προκύπτει ότι επιδόματα (δώρα) εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και επίδομα αδείας δικαιούνται ευθέως εκ του νόμου όχι μόνον οι μισθωτοί οι απασχολούμενοι σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά και οι εργαζόμενοι με βάση άκυρη σύμβαση εργασίας, δηλαδή με απλή σχέση εργασίας (ΑΠ 126/2015, 127/2015, 128/2015, 1073/2014).

Από όλες τις ανωτέρω διατάξεις συνάγονται περαιτέρω και τα εξής :1) Συμβάσεις που έχουν καταρτισθεί κατά παράβαση των άρθρων 21 του ν. 2190/1994 και 3,5 και 6 του π.δ. 164/2004 είναι άκυρες και συνακόλουθα οι αγωγές με τις οποίες ζητείται ευθέως από τις συμβάσεις αυτές αμοιβή είναι μη νόμιμες. 2) Για να ισχύσει η εξαίρεση στις περιπτώσεις του άρθρου 2 του π.δ. 164/2004 και να θεωρηθούν έγκυρες οι συμβάσεις α) στις σχέσεις επαγγελματικής κατάρτισης και στη σύμβαση ή σχέση μαθητείας και β) στις συμβάσεις ή τις σχέσεις εργασίας που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού προγράμματος κατάρτισης, ένταξης και επαγγελματικής επανεκπαίδευσης υποστηριζόμενου από τον Οργανισμό Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (Ο.Α.Ε.Δ.), πρέπει οι συμβάσεις αυτές να έχουν πράγματι και όχι προσχηματικά συναφθεί για την εκπλήρωση των αναφερομένων στη διάταξη αυτή σκοπών. 3) Οι αμοιβές που οφείλονται στους εργασθέντες με βάση τις άκυρες αυτές συμβάσεις εργασιας είναι αυτές του αδικαιολογήτου πλουτισμού και όχι ευθέως οι αμοιβές από έγκυρη σύμβαση (ΑΠ 780/2017).

Σημειώνεται πάντως ότι συμβάσεις μαθητείας και συμβάσεις που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο ειδικού προγράμματος κατάρτισης του ΟΑΕΔ εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής του π.δ/τος 164/2004 και δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν ως συμβάσεις εργασίας, ούτε όμως και με τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού μπορούν να ζητηθούν αποδοχές, αφού οι διατάξεις του άρθρου 904 επ.

ΑΚ, εφαρμόζονται σε περίπτωση άκυρης σύμβασης εργασίας, και όχι σε περίπτωση έγκυρων γνήσιων συμβάσεων μαθητείας, επί των οποίων, πάντως, και πάλι δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν. 2112/20, εφόσον έχουν συναφθεί μετά το 2001, ακόμα κι αν χαρακτηριστούν ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας (ΑΠ 918/2017).

Περαιτέρω, ο ΕισΝΑΚ ορίζει στο άρθρο 105 ότι "Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του Δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το Δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης, που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος ", στο δε άρθρο 106 ότι "Οι διατάξεις των δύο προηγούμενων άρθρων εφαρμόζονται και για την ευθύνη των δήμων, των κοινοτήτων ή των άλλων νομικών προσώπων δημόσιου δικαίου από πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που βρίσκονται στην υπηρεσία τους".

Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με αυτές, των άρθρων 914, 297 και 298 ΑΚ, συνάγεται ότι για να στοιχειοθετηθεί ευθύνη του Δημοσίου, του ΟΤΑ ή άλλου ΝΠΔΔ προς αποζημίωση απαιτείται να συντρέχουν σωρευτικώς οι εξής προϋποθέσεις: 1) παράνομη συμπεριφορά, που μπορεί να συνίσταται σε παράνομη πράξη ή παράλειψη ή υλική ενέργεια ή παράλειψη υλικής ενέργειας οργάνων του Δημοσίου κλπ κατά την άσκηση της ανατεθειμένης σε αυτά δημόσιας εξουσίας, 2) επέλευση ζημίας και 3) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της επελθούσας ζημίας.

Εξάλλου, υπάρχει ευθύνη του Δημοσίου κλπ, τηρουμένων και των λοιπών προϋποθέσεων του νόμου, όχι μόνον όταν με πράξη ή παράλειψη οργάνου παραβιάζεται συγκεκριμένη διάταξη νόμου, αλλά και όταν παραλείπονται τα ιδιαίτερα καθήκοντα και οι υποχρεώσεις που προσιδιάζουν στη συγκεκριμένη υπηρεσία και προσδιορίζονται από την κείμενη εν γένει νομοθεσία, τα διδάγματα της κοινής πείρας και τις αρχές της καλής πίστης.

Επίσης, κατά το άρθρο 57 ΑΚ, "Όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του, έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον". Στην περίπτωση αυτή ο προσβαλλόμενος δικαιούται να ζητήσει την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης (ΑΚ 59). Χρηματική ικανοποίηση, επίσης, λόγω ηθικής βλάβης, μπορεί να ζητηθεί, κατ' άρθρο 932 ΑΚ, σε περίπτωση αδικοπραξίας, κατ' άρθρο 914 ΑΚ (ΑΠ 885/2014).

Στη προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Οι ενάγουσες, οι οποίες είναι πτυχιούχοι ΔΕ, και δη η πρώτη απόφοιτος του 2υυ Τεχνικού Επαγγελματικού Λυκείου Λάρισας του τμήματος βοηθών ιατρικών και βιολογικών εργαστηρίων, και η δεύτερη απόφοιτος του ΙΕΚ Λάρισας στην ειδικότητα "ειδικός φοροτεχνικού γραφείου" χωρίς να έχει αποκτήσει το αντίστοιχο δίπλωμα, δεδομένου ότι δεν έχει συμμετάσχει στις εξετάσεις για την απόκτησή του (βλ.από 26.6.2003 βεβαίωση επαγγελματικής κατάρτισης ΙΕΚ Λάρισας) κατάρτισαν μετά των εναγομένων συμφωνητικά συνεργασίας στο πλαίσιο του προγράμματος STAGE, για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας στις υπηρεσίες και φορείς του Δημοσίου και του ευρύτερου Δημόσιου Τομέα.

Το πρώτο συμφωνητικό της πρώτης ενάγουσας καταρτίσθηκε την 9.1.2007 με χρόνο ενάρξεως την 23.1.2007 και λήξεως την 22.7.2008, της οποίας η λήξη μαζί με τις άδειες παρατάθηκε μέχρι. 15.9.2008, ενώ το δεύτερο συμφωνητικό της ιδίας ενάγουσας καταρτίστηκε στις 21.5.2009 με χρόνο ενάρξεως την 8.6.2009 και λήξεως την 7.12.2010, του οποίου η λήξη μαζί με τις άδειες παρατάθηκε μέχρι τις 27.1.2011, και το πρώτο συμφωνητικό της δεύτερης ενάγουσας καταρτίσθηκε στις 9.1.2007 με χρόνο ενάρξεως στις 23.1.2007 και λήξεως στις 22.7.2008, του οποίου η λήξη μαζί με τις άδειες παρατάθηκε μέχρι τις 12.9.2008, ενώ το δεύτερο συμφωνητικό της ιδίας ενάγουσας καταρτίστηκε στις 29.4.2009 με χρόνο ενάρξεως την 19.5.2009 και λήξεως την 18.11.2010, του οποίου η λήξη μαζί με τις άδειες παρατάθηκε μέχρι τις 13.1.2011.

Οι ως άνω ενάγουσες τοποθετήθηκαν στο πρώτο εναγόμενο ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "ΙΚΑ-ΕΤΑΜ", ως φορέας υλοποίησης, και συγκεκριμένα στις υπηρεσίες του ΙΚΑ ΠΥ Λάρισας, προκειμένου να αποκτήσουν εργασιακή εμπειρία με ωράριο που δεν υπερέβαινε τις 7 ώρες ημερησίως από Δευτέρα έως Παρασκευή, με μικτό ημερομίσθιο 25 ευρώ, και ειδικότερα: 1.

Η πρώτη ενάγουσα, καθ'όλη τη διάρκεια των δύο συμφωνητικών, εργάστηκε στο τμήμα πληρωμής συντάξεων του ΙΚΑ Λάρισας με αντικείμενο εργασίας τις πληρωμές των συντάξεων, την έκδοση βεβαιώσεων για τη χορήγηση επιδομάτων, την παραλαβή αιτήσεων αλλαγής διεύθυνσης των συνταξιούχων, την μετεγγραφή των συνταξιούχων από το οικείο υποκατάστημα ΙΚΑ σε άλλο υποκατάστημα και την αποστολή όλου του συνταξιοδοτικού φακέλου, την αρχειοθέτηση των δελτίων αναγγελίας νέων συνταξιούχων και δελτίων μεταβολής στοιχείων παλαιών συνταξιούχων, τον έλεγχο των δικαιολογητικών Ε.Κ.Α.Σ.

και δικαιολογητικών για το επίδομα αλληλεγγύης για τυχόν μεταβολές, την καθημερινή τηλεφωνική επικοινωνία με την μηχανογράφηση του ΙΚΑ για την αποστολή με φαξ των σχετικών έγγραφων των συνταξιούχων, και την κοπή γραμματίων πληρωμών συντάξεων, αποδείξεων, και 2. η δεύτερη ενάγουσα, κατά τη διάρκεια της πρώτης σύμβασης, στο οικονομικό τμήμα του ΙΚΑ Λάρισας με αντικείμενο εργασίας τον λογιστικό έλεγχο των δαπανών των νοσηλευτικών ιδρυμάτων της Λάρισας, και κατά τη διάρκεια της δεύτερης σύμβασης στο τμήμα μητρώου του προαναφερομένου ΙΚΑ με αντικείμενο εργασιών την έκδοση και θεώρηση ατομικών και οικογενειακών βιβλιαρίων εργαζομένων, ανέργων, συνταξιούχων γήρατος, αναπήρων, τον έλεγχο των δικαιολογητικών για τα ταμεία των ξένων υπηκόων, την ασφάλιση συζύγων και τέκνων, την χορήγηση βεβαιώσεων απογραφής και έκδοσης αριθμού μητρώου των ασφαλισμένων, την αποστολή υπηρεσιακών σημειωμάτων στην ΑΥΕ για να περάσουν από την επιτροπή άτομα με ειδικές ανάγκες, την θεώρηση βιβλιαρίων επιδότησης από τον ΟΑΕΔ για ατυχήματα και ειδικές περιπτώσεις ασθένειας, την έκδοση βιβλιαρίων συνταξιούχων ειδικού ταμείου που έχουν συγχωνευθεί στο ΙΚΑ, την αρχειοθέτηση όλων των σχετικών εγγράφων, την χρήση της σφραγίδας του ΙΚΑ για την σφράγιση και υπογραφή παντός είδους εγγράφων, την χορήγηση ΑΜΚΑ και την έκδοση του ΑΜΚΑ.

Μετά δε τη λήξη του χρόνου των προαναφερομένων συμφωνητικών το πρώτο εναγόμενο έπαψε να δέχεται τις υπηρεσίες τους. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι καθ'όλη τη διάρκεια των προαναφερομένων συμφωνητικών επιδιώχθηκε η διά της απασχόλησής τους απόκτηση εργασιακής εμπειρίας και μόνον αφού οι ενάγουσες εργάστηκαν σε διάφορα τμήματα με αντικείμενο εργασίας, το οποίο εναλλασσόταν συνεχώς, παρείχαν τις υπηρεσίες τους επί 7 ώρες ημερησίως, εν αντιθέσει με τους διοικητικούς υπαλλήλους, οι οποίοι παρείχαν την εργασία τους επί 8 ώρες ημερησίως, δεν είχαν το δικαίωμα υπογραφής, ως είχαν οι διοικητικοί υπάλληλοι, και δεν ευθύνονταν για τυχόν λάθη ή παραλείψεις για τα οποία την ευθύνη έφερε ακέραια ο τακτικός διοικητικός υπάλληλος που είχε ορισθεί για την παρακολούθηση της εξέλιξης της κατάρτισης των εναγουσών, ούτε υπόκειντο σε πειθαρχικό έλεγχο για πράξεις ή παραλείψεις κατά την άσκηση των ανατεθέντων σε αυτές καθηκόντων, είχαν δε το δικαίωμα, κατ' απόκλιση από τα ισχύοντα για τους μόνιμους διοικητικούς υπαλλήλους, να απουσιάζουν για 40 ημέρες κατά τη διάρκεια του προγράμματος και επιπλέον να λάβουν άδεια διακοπών έως 40 εργάσιμες ημέρες.

Επομένως η σχέση που συνέδεε τις ενάγουσες με τα εναγόμενα ν.π.δ.δ. ήταν σύμβαση μαθητείας και όχι σχέση εργασίας, ως αβασίμως ισχυρίζονται οι ενάγουσες, και δεν λειτούργησε ως σύμβαση εξηρτημένης εργασίας ώστε να δικαιούνται οι ενάγουσες, είτε κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξίας να λαμβάνουν την αμοιβή που θα λάμβαναν άλλοι, αντί αυτών ασχολούμενοι με έγκυρη σχέση εργασίας, αφού ουδεμία παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά σε βάρος των εναγουσών απεδείχθη εκ μέρους των εναγομένων καθόσον τα τελευταία δεν καταχράστηκαν τις συμβάσεις εργασιακής εμπειρίας που υπογράφηκαν προς καταστρατήγηση των δικαιωμάτων των εναγουσών, είτε κατά τις αρχές του αδικαιολογήτου πλουτισμού, να λαμβάνουν την αμοιβή που θα λάμβαναν άλλοι, αντί αυτών ασχολούμενοι με έγκυρη σχέση εργασίας, αφού το πρώτο εναγόμενο δεν αποκόμισε κάποια ωφέλεια καθόσον όλη η ανατεθείσα στις ενάγουσες εργασία ελεγχόταν από τους μόνιμους υπαλλήλους του, οι οποίοι είχαν ορισθεί για την παρακολούθηση της κατάρτισης των εναγουσών και οι οποίοι, ως προαναφέρθηκε, έφεραν ακέραια την ευθύνη για τυχόν λάθη ή παραλείψεις.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, το οποίο απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, ως προς τις στηριζόμενες στις περί αδικοπραξίας και αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει οι σχετικοί λόγοι έφεσης να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το έντυπο Β, που συμπληρώθηκε βάσει των σχετικών δηλώσεων των εναγουσών για την υπαγωγή τους στο πρόγραμμα απόκτησης εργασιακής εμπειρίας (stage) και υπογράφηκε ανεπιφύλακτα από τις τελευταίες, αναφέρει ως τίτλο σπουδών για μεν την πρώτη ενάγουσα "2° ΛΥΚΕΙΟ" (τα στοιχεία "ΤΕΛ ΑΘΗΝΩΝ Τομέας Κοινωνικών Υπηρεσιών Βοηθών Ιατρικών και Βιολογικών Εργαστηρίων" έχουν καταφανώς συμπληρωθεί χειρόγραφα εκ των υστέρων επί του προσκομιζόμενου από την πρώτη ενάγουσα φωτοτυπικού αντιγράφου και συνεπώς δεν λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο), για δε τη δεύτερη ενάγουσα "...".

Αμφότερα τα γνωστικά αυτά αντικείμενα δεν μπορούν να θεωρηθούν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ότι στερούνται συνάφειας προς τις θέσεις πρακτικής άσκησης Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Διοικητικού, στις οποίες τοποθετήθηκαν οι ενάγουσες, αλλά και προς τα ειδικότερα ως άνω αντικείμενα που τους ανατέθηκαν, με συνέπεια η αιτούμενη αξίωση προς καταβολή χρηματικής αποζημίωσης λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστησαν οι ενάγουσες, ως ισχυρίζονται, από την παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς τους εξαιτίας της ψευδούς αναφοράς από τα εναγόμενα ότι τα γνωστικά τους αντικείμενα έχουν συνάφεια με τις θέσεις εργασιακής εμπειρίας, να είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, το οποίο απέρριψε την ως άνω αγωγική αξίωση ως ουσιαστικά αβάσιμη δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων ...." Οι αναιρεσειουσες με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης επικαλούνται πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενες ότι καταρτίστηκαν δύο (2) διαδοχικές 18μηνες συμβάσεις και ότι εσφαλμένα κρίθηκαν ως ενιαίες, διότι δεν μεσολάβησε διάστημα μικρότερο των 3 μηνών, και ότι εσφαλμένα κρίθηκε άκυρη η πρώτη σύμβαση.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης αφού δεν κρίθηκε ότι είναι άκυρη η σύμβαση, αλλά ότι επρόκειτο για σύμβαση εμπειρίας και όχι για σύμβαση εργασίας, η oποία και θα ήταν άκυρη, πέραν βεβαίως του ότι ο ισχυρισμός αυτός άπτεται της ουσιαστικής κρίσης.

Οι αναιρεσείουσες με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης (κατά το πρώτο σκέλος) επικαλούνται πλημμέλειες από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενες ότι αυτές κατά την διάρκεια της σύμβασης δεν απασχολήθηκαν με το γνωστικό τους αντικείμενο, ότι η 2η σύμβαση δεν ήταν σύμβαση μαθητείας, καθόσον με την πρώτη σύμβαση είχε ήδη αποκτηθεί η απαιτούμενη εργασιακή εμπειρία (μαθητεία).

Ο λόγος αυτός κατά το σκέλος αυτό είναι απαράδεκτος γιατί πλήττει την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης η αντένστασης, ως και οι λόγοι έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 22/2005, ΑΠ 75/2016).

Δεν συνιστούν όμως "πράγματα" οι αιτιολογημένες αρνήσεις των ισχυρισμών του αντιδίκου του αναιρεσείοντος, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων προς υποστήριξη των απόψεών τους, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (πραγματικά επιχειρήματα) ή από τον νόμο (νομικά επιχειρήματα), ούτε η επίκληση του περιεχομένου εγγράφων ή άλλων αποδεικτικών μέσων, ακόμη και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 469/1984, ΑΠ 75/2016, ΑΠ 126/2016, ΑΠ 415/2014, ΑΠ 200/2013, ΑΠ 430/2011, ΑΠ 178/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης (κατα το δεύτερο σκέλος) προβάλλεται η αιτίαση ότι επί της ένδικης αγωγής των εναγουσών και ήδη αναιρεσειουσών, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του ουσιώδη για την έκβαση της δίκης ισχυρισμό αυτών, τον οποίο είχαν ισχυρισθεί πρωτοδίκως και με την έφεσή τους, συνιστάμενο στο ότι κατά την διάρκεια των συμβάσεων είχαν την ευθύνη για την επιμελή και ορθή εκτέλεση των καθηκόντων τους Ο λόγος αυτός, με τον οποίο επιχειρείται να αποδοθεί στη προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, δεν ιδρύεται στην συγκεκριμένη περίπτωση, διότι ο φερόμενος ως μη ληφθείς υπόψη από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ανωτέρω ισχυρισμός, δεν αποτελεί "πράγμα", αφού αυτός συνιστά πραγματικό επιχείρημα υπέρ των απόψεών τους που αυτές αντλούν από το αποδεικτικό υλικό.

Επομένως ο ανωτέρω λόγος είναι απαράδεκτος (ΑΠ 918/2017) Περαιτέρω, με τις ως άνω παραδοχές, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, ενόψει του ότι α) η έννομη σχέση που συνέδεε τις ενάγουσες με το αναιρεσίβλητο ήταν σύμβαση μαθητείας και όχι σχέση εργασίας, με αποτέλεσμα να μη παράγεται ευθύνη από αδικαιολόγητο πλουτισμό και β) δεν υπήρξε παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά αυτού (αναιρεσιβλήτου), με αποτέλεσμα να μην υπάρχει παράνομη προσβολή της προσωπικότητας και συνακόλουθα ευθύνη για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, το Εφετείο με το να απορρίψει την επικουρική βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού και την βάση περί επιδίκασης αποζημιώσεως για ηθική βλάβη λόγω αδικοπραξίας, ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 20 παρ.15 Ν. 2639/1998, 57, 59, 932, 904 επ ΑΚ και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα διαλαμβάνοντας στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο.

Επομένως, οι 4ος και 5ος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως από τους αριθμους 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.11 περ.γ Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως παρέχεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.

Κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως για την ίδρυση του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 Κ.Πολ.Δ. (Ολ.

Α.Π. 2/2008). Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του αν συνάγεται εξώδικη ομολογία, η οποία κατά το άρθρο 352 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. εκτιμάται ελεύθερα, από έγγραφα τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αποτελεί κρίση περί τα πράγματα και ως εκ τούτου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.), ενώ εξάλλου δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.11 περ.γ Κ.Πολ.Δ.

αν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του το έγγραφο από το οποίο, σύμφωνα με το λόγο αναιρέσεως προκύπτουν κρίσιμοι ισχυρισμοί (Α.Π. 447/2015, ΑΠ 156/2014, ΑΠ 1322/2014, ΑΠ 297/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έκτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ.11 περ.

γ ΚΠολΔ., η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη το αναφερόμενο ειδικότερα στο αναιρετήριο τίτλο σπουδών της 1ης αναιρεσείουσας ως αποφοίτου του ΤΕΛ (τμήματος βοηθών ιατρικών - βιολογικών εργαστηρίων). Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, στην οποία διαλαμβάνεται " ότι το έντυπο Β που συμπληρώθηκε βάσει των σχετικών δηλώσεων των εναγουσών για την επαγωγή τους στο πρόγραμμα απόκτησης εργασιακής εμπειρίας (stage) και υπογράφηκε ανεπιφύλακτα από τις τελευταίες, αναφέρει ως τίτλο σπουδών για την μεν την πρώτη ενάγουσα "2ο ΛΥΚΕΙΟ" (τα στοιχεία "ΤΕΛ ΑΘΗΝΩΝ Τομέας Κοινωνικών Υπηρεσιών Βοηθών ιατρικών και Βιολογικών Εργαστηρίων" έχουν καταφανώς συμπληρωθεί χειρόγραφα εκ των υστέρων επί του προσκομιζομένου από την πρώτη ενάγουσα φωτοτυπικού αντιγράφου..." προκύπτει μεν ότι δεν έλαβε υπόψη το ως άνω έγγραφο (τίτλο σπουδών της 1ης αναιρεσείουσας), πλην όμως τούτο δεν ήταν κρίσιμο έγγραφο αφού στις παραδοχές της απόφασης αναφέρεται ότι η πρώτη είναι απόφοιτος του παραπάνω Λυκείου, η δε μη λήψη υπόψη αυτού δεν ασκεί έννομη επιρροή, εφόσον γίνεται δεκτό ότι επρόκειτο για σύμβαση εργασιακής εμπειρίας.

Εξάλλου, η κρίση δε του δικαστηρίου της ουσίας περί του ότι το γνωστικό αντικείμενο δεν στερείται συνάφειας προς τις θέσεις της πρακτικής άσκησης , ανάγεται σε πράγματα και ως εκ τούτου δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Συνεπώς, ο ανωτέρω έκτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Οι αναιρεσείουσες με τον έβδομο λόγο της ένδικης αναίρεσης επικαλούνται την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενες ότι εσφαλμένα κατά νόμο απορρίφθηκε το αίτημα για καταβολή αποζημίωσης απόλυσης. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος γιατί κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης δεν καταρτίσθηκε έγκυρη σύμβαση εργασίας, αλλά η έννομη σχέση που συνέδεε τις ενάγουσες με το αναιρεσίβλητο ήταν σύμβαση εργασιακής εμπειρίας και συνεπώς δεν δικαιούνται αποζημίωση απόλυσης (AΠ 9/2018) Κατόπιν όσων προαναφέρθηκαν, πρέπει ν' απορριφθεί η αναίρεση στο σύνολό της ως αβάσιμη, και να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου ν.π.δ.δ (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ),μειωμένα κατά το μέτρο του άρθρου 22 του Ν. 3693/1957, σε συνδυασμό με άρθρο 19 § 1 και § 8 α.ν. 1846/1951 όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11.12.2017 και με αριθμό κατάθεσης 914/2017 αίτηση για αναίρεση της 433/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ( 5ου Τμήματος), ειδικής διαδικασίας εργατικών διαφορών Και

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα κατά την 18 Σεπτεμβρίου 2018

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του κατά την 23 Οκτωβρίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ