Legislator Case Law & Legislation
1499/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for absent parties and rejects constitutional complaint regarding damages amount.

Case Number 1499/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by an anonymous company and two individuals against a first-instance court judgment. The appellants failed to appear at the hearing, while the appellee was properly summoned and present. The court ruled that the hearing proceeded validly despite the appellants' absence and that the lower court's award of €30,000 for moral damages was within its discretionary limits. Consequently, the appeal was rejected, and the appellants were ordered to pay the legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576 of the Code of Civil Procedure; Article 14 of the Constitution: The Supreme Court proceeds with the appeal hearing if one party is absent but the other was properly summoned, and the lower court's award of moral damages must not exceed the extreme limits of discretion to comply with the principle of proportionality.

Keywords

AI generated
appeal procedure proper summons moral damages principle of proportionality discretionary power legal costs absence of parties

Cited Legislation

AI generated
Article 576 of the Code of Civil Procedure
Article 14 of the Constitution
Article 932 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1499 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1499/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την υπ’ αριθμ. 64/2017 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δήμητρας Παπαντωνοπούλου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό - Εισηγητή, Αβροκόμη Θούα και Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Θ. (Θ.) Α., κατοίκου ... και 3) Ν. Κ. του Δ., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο. Του αναιρεσιβλήτου: ... Σ. ( Χ. Μ.), κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Φιλιππόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-4-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3616/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 5330/2015 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22-7-2016 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσίβλητος, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 576 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν και αυτός παρών ή αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν ο τελευταίος κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως.

Στην περίπτωση που η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την, παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των στοιχείων του φακέλου της δικογραφίας, η συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως επισπεύδεται από τους αναιρεσείοντες, οι οποίοι και επιμελήθηκαν της προς τον αναιρεσίβλητο επιδόσεως της αιτήσεως καθώς και της νομίμου κλητεύσεως αυτού όπως παραστεί κατά την συζήτηση αυτής στην παρούσα δικάσιμο.

Επομένως, εφόσον οι αναιρεσείοντες δεν εμφανίσθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως εκ του πινακίου και την επακολουθήσασα συζήτηση αυτής, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, η συζήτηση της υποθέσεως πρέπει να προχωρήσει, παρά την απουσία των.

Επειδή, κατά το άρθρο 14 παρ.1 του Συντάγματος: "καθένας μπορεί να εκφράζει και να διαδίδει προφορικά, γραπτά και δια του τύπου τους στοχασμούς του, τηρώντας τους νόμους του Κράτους", ενώ, κατά την παρ.2 του ιδίου άρθρου "ο τύπος είναι ελεύθερος, η λογοκρισία και κάθε άλλο προληπτικό μέτρο απαγορεύονται". Ο τύπος επιτελεί κοινωνικό λειτούργημα, ασκώντας καθήκοντα τα οποία ο ίδιος επιλέγει, βάσει της αποστολής του, που συνίσταται στην πληροφόρηση και τη σύμπραξη για τη διαμόρφωση της κοινής γνώμης.

Η ελευθερία του τύπου δεν αποτελεί όμως αυτοσκοπό και συνακολούθως δεν πρέπει να συνεπάγεται, χωρίς άλλο, τη θυσία άλλων έννομων αγαθών και για το λόγο αυτό υπάγεται, κατά τα ανωτέρω, στο γενικό περιορισμό της τηρήσεως των νόμων του Κράτους, οι οποίοι και αποτελούν το γενικό νομικό πλαίσιο, εντός του οποίου κινείται και αναπτύσσεται ελευθέρως ο τύπος.

Με νόμο, επομένως, μπορεί να περιοριστεί η ελευθερία διαδόσεως των στοχασμών και η αντίστοιχη ελευθερία πληροφορήσεως, αρκεί οι περιορισμοί αυτοί να είναι γενικής φύσεως, να αποτελούν μόνο κατασταλτικά μέτρα και να μη θίγουν τον πυρήνα του δικαιώματος της ελευθερίας του τύπου. Επίσης, κατά το άρθρο 10 παρ.1 της ΕΣΔΑ (κυρ.

ν.δ. 52/1974) "Παν πρόσωπο έχει δικαίωμα εις την ελευθερίαν εκφράσεως. Το δικαίωμα τούτο περιλαμβάνει την ελευθερίαν γνώμης ως και την ελευθερίαν λήψεως ή μεταδόσεως πληροφοριών ή ιδεών άνευ επεμβάσεως των δημοσίων αρχών και ασχέτως συνόρων". Το δικαίωμα, όμως τούτο υπόκειται, σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ.2 της ΕΣΔΑ (και 19 παρ.3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα-κυρ.

ν.2462/1997), σε περιορισμούς και κυρώσεις, που προβλέπονται από το νόμο και αποσκοπούν, εκτός άλλων, στην προστασία της υπολήψεως και των δικαιωμάτων τρίτων.

Εξάλλου, κατά το άρθρο μόνο παρ.1 του ν.1178/1981, περί αστικής ευθύνης του τύπου και άλλων τινών διατάξεων, ο ιδιοκτήτης κάθε εντύπου υποχρεούται σε πλήρη αποζημίωση για την παράνομη περιουσιακή ζημία, καθώς και σε χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που προξενήθηκαν υπαίτια με δημοσίευμα, το οποίο θίγει την τιμή ή την υπόληψη κάθε ατόμου, έστω και αν η κατά τα άρθρα 914 , 919 και 920 Α.Κ.

υπαιτιότητα, πρόθεση και γνώση ή υπαίτια άγνοια αντιστοίχως, συντρέχουν στο πρόσωπο του συντάκτου του δημοσιεύματος ή αν ο τελευταίος είναι άγνωστος στον εκδότη ή στο διευθυντή συντάξεως του εντύπου. Στην παρ.2 του ιδίου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο μόνο παρ.4 ν.2243/1994, η κατά το άρθρο 932 του ΑΚ χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του αδικηθέντος από κάποια από τις προβλεπόμενες στην προηγουμένη παράγραφο πράξεις ορίζεται, εφόσον αυτές τελέστηκαν δια του τύπου, κατά την κρίση του δικαστή, όχι κατώτερη των αναφερόμενων κατά περίπτωση ποσών.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει σαφώς, ότι αναφέρονται μόνο στην ευθύνη του ιδιοκτήτη του εντύπου, φυσικού ή νομικού προσώπου, και όχι στο συντάκτη του επιλήψιμου δημοσιεύματος ή τον εκδότη του εντύπου (αν αυτός δεν ταυτίζεται με τον ιδιοκτήτη) ή τον διευθυντή συντάξεως. Αυτό δεν σημαίνει βεβαίως ότι ο συντάκτης (του επιλήψιμου δημοσιεύματος), ο εκδότης (αν δεν είναι και ιδιοκτήτης του εντύπου) ή ο διευθυντής συντάξεως παύουν να ευθύνονται προς αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας ή της ηθικής βλάβης που έχει προκληθεί από επιλήψιμο δημοσίευμα, αλλά η ευθύνη τους θεμελιώνεται στις κοινές διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 919, 920, 932 ΑΚ σε συνδυασμό με τα άρθρα 361-363 Π.Κ.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 57 του Α.Κ., όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει, μεταξύ των άλλων, και αποζημίωση κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, κατά δε το άρθρο 59 του ιδίου Κώδικος και στην περίπτωση του άρθρου 57, το δικαστήριο με την απόφαση του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί, και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επί πλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί.

Η ικανοποίηση δε αύτη συνίσταται, μεταξύ άλλων, και σε πληρωμή χρηματικού ποσού. Προσβολή της προσωπικότητος, κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων, υπάρχει σε κάθε περίπτωση μειωτικής επεμβάσεως από τρίτο στη σφαίρα αυτής, δηλαδή σε οποιοδήποτε από τα αγαθά που συνθέτουν αυτήν (προσωπικότητα) και προσδιορίζουν την ταυτότητα του ανθρώπου, με την οποία διαταράσσεται η κατάσταση σε μία ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής ή ψυχικής πνευματικής και κοινωνικής προσωπικότητος του βλαπτομένου.

Η προσβολή είναι παράνομη, όταν η επέμβαση στην προσωπικότητα του άλλου δεν είναι επιτρεπτή από το δίκαιο ή γίνεται σε ενάσκηση δικαιώματος το οποίο όμως είτε είναι, από άποψη εννόμου τάξεως, ήσσονος σπουδαιότητος, είτε ασκείται καταχρηστικώς. Για την προστασία της προσωπικότητος δεν απαιτείται η ύπαρξη υπαιτιότητος, δόλου ή αμελείας, αυτού που προσβάλλει, ή οποία όμως (υπαιτιότης) απαιτείται για την αξίωση αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, αφού το άρθρο 57 παρ. 3 Α.

Κ. παραπέμπει στις διατάξεις περί αδικαιοπραξιών (914 επ. Α.Κ.). Προσβολή της προσωπικότητος με αδικοπραξία πραγματώνεται και με ποινικώς κολάσιμη πράξη, όπως εξύβριση, απλή ή συκοφαντική δυσφήμηση, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361,362 και 363 του Π.Κ. Εξάλλου, το άρθρο 367 του Π.Κ.

ορίζει στην παρ. 1 αυτού ότι "δεν αποτελούν άδικη πράξη α) οι δυσμενείς κρίσεις ... καθώς και γ) οι εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νομίμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ..." και στη δευτέρα παράγραφο ότι "η προηγούμενη διάταξη δεν εφαρμόζεται α) όταν οι παραπάνω κρίσεις και εκδηλώσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της πράξης του άρθρου 363 (δηλαδή της συκοφαντικής δυσφήμησης) καθώς και β) όταν από τον τρόπο εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις, υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξύβρισης".

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι ο άδικος χαρακτήρας των πράξεων της εξυβρίσεως και της απλής δυσφημήσεως αίρεται και στην περίπτωση που οι σχετικές εκδηλώσεις γίνονται για διαφύλαξη δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον. Τέτοιο ενδιαφέρον, στα πλαίσια της ελευθερίας του τύπου, έχουν και τα πρόσωπα, τα οποία συνδέονται αμέσως με τη λειτουργία του, για τη δημοσίευση ειδήσεων και γεγονότων, σχετιζομένων με τη συμπεριφορά προσώπων ή ομάδων προσώπων, που ενδιαφέρουν το κοινωνικό σύνολο.

Εκ τούτου παρέπεται, ότι τα ως άνω συνδεόμενα με τον τύπο πρόσωπα μπορούν να προβαίνουν σε αντίστοιχη δημοσίευση για πληροφόρηση, ενημέρωση και κατατόπιση του κοινού ακόμη και με οξεία κριτική ή δυσμενείς χαρακτηρισμούς σε βάρος των προαναφερομένων προσώπων ή ομάδων, όμως και στην περίπτωση αυτή, ο άδικος χαρακτήρας της εξυβριστικής ή δυσφημιστικής εκδηλώσεως δεν αίρεται και συνεπώς παραμένει η παρανομία, ως ουσιαστικό στοιχείο της αδικοπραξίας, όταν η ανωτέρω εκδήλωση αποτελεί συκοφαντική δυσφήμιση, ή όταν, από τον τρόπο και από τις περιστάσεις που έγινε αυτή, προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως, δηλαδή σκοπός που κατευθύνεται ειδικώς σε προσβολή της τιμής άλλου, με αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής αξίας του προσώπου του ή με περιφρόνηση αυτού.

Ειδικός σκοπός εξυβρίσεως, που, ως νομική έννοια, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, υπάρχει στον τρόπο εκδηλώσεως της προσβλητικής συμπεριφοράς, όταν αυτός δεν ήταν αντικειμενικώς αναγκαίος για τη δέουσα απόδοση του περιεχομένου της σκέψεως εκείνου που φέρεται ότι ενεργεί από δικαιολογημένο ενδιαφέρον και ο οποίος μολονότι γνώριζε τούτο, χρησιμοποίησε τον τρόπο αυτό για να προσβάλλει την τιμή άλλου ΑΠ 1231/2004, 1897/2006, 967/2011,179/2011,19/2012).

Η τελευταία αυτή διάταξη (367 Π.Κ.) για την ενότητα της εννόμου τάξεως εφαρμόζεται αναλογικώς και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ. Α.Κ. Επομένως, όταν αίρεται ο άδικος χαρακτήρας των ως άνω αξιόποινων πράξεων (με την επιφύλαξη της ΠΚ 367παρ.2), αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιου συμπεριφοράς ως όρου της αντιστοίχου αδικοπραξίας του αστικού δικαίου.

Έτσι, η προβολή περιπτώσεως του άρθρου 367 παρ. 1 του Π.Κ. αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό καταλυτικό της αγωγής του προσβληθέντος προσώπου (ένσταση), λόγω άρσεως του παρανόμου της προσβολής, ενώ η προβολή , από τον προσβληθέντα ισχυρισμού από την διάταξη του άρθρου 367 παρ.2 του Π.Κ. αποτελεί αντένσταση κατά της, από την διάταξη της πρώτης παραγράφου του αυτού άρθρου από το άρθρο 367 παρ. 1 Π.Κ., ενστάσεως (Α.Π. 354/2012, 121/2012).

Λαμβανομένου δε υπόψη ότι η ύπαρξη ειδικού σκοπού εξυβρίσεως αποτελεί νομική έννοια, υποκειμένη στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, το δικαστήριο της ουσίας, που δέχεται ότι από τον τρόπο εκδηλώσεως ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη προκύπτει η ύπαρξη ειδικού σκοπού εξυβρίσεως, πρέπει να αναφέρει τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία συνεπέρανε, ότι ο τρόπος αυτός δεν ήταν αναγκαίος για να εκφρασθεί ο δράστης, δηλαδή ποιες, αντί εκείνων που χρησιμοποίησε, εκφράσεις μπορούσε να χρησιμοποιήσει για να εκδηλώσει το δικαιολογημένο ενδιαφέρον του και ότι αυτός, καίτοι γνώριζε τον άλλον αυτόν τρόπο, χρησιμοποίησε εν γνώσει του τον συγκεκριμένο μη αναγκαίο, έχοντας ειδικό σκοπό εξυβρίσεως ή απλής δυσφημήσεως του προσβληθέντος παθόντος (Α.Π. 285/2012, 1395/2005, 825/2002, 780/2004).

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Με το λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απερρίφθη ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απερρίφθη ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ.

ΑΠ 27 και 28/1998, Α.Π.282/2010, 1756/2011). Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως εδέχθη ως αποδειχθέντα το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (Α.Π. 43/2013, 335/2012).

Επίσης, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., "Αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνος δικαίου, για την επέλευση της εννόμου συνεπείας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.Α.Π. 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε στο πλαίσιο της ερευνωμένης διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων(Α.Π. 1577/2013).

Επίσης, κατά το άρθρο 559 αριθ.8 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκουμένου με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος των, τα εξής: "Η εδρεύουσα στο ... πρώτη εναγόμενη (ήδη πρώτη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... ΑΕ.", ιδιοκτήτρια της εφημερίδας "...", εκδίδει την εβδομαδιαία, πανελλαδικής κυκλοφορίας, πολιτική εφημερίδα "ΤΟ ... ...", υπεύθυνος σύνταξης της οποίας, κατά τον κρίσιμο για την ένδικη υπόθεση χρόνο, ήταν, μεταξύ των λοιπών μελών της συντακτικής ομάδας και ο δεύτερος των εναγομένων (ήδη δεύτερος αναιρεσείων) Θ.

Α.. Ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος), κατά κόσμον Χ. Μ., από το έτος 2006, έχει εκλεγεί από την … της ... της Ελλάδος .... Στις 7 Ιανουαρίου 2011, ο ενάγων, δια του γραφείου τύπου και δημοσίων σχέσεων της ..., της οποίας προΐστατο, και με αφορμή την γενόμενη έκρηξη στην Κοπτική Χριστιανική Κοινότητα της Αιγύπτου, αλλά και τη συζητούμενη τότε ίδρυση και κατασκευή ισλαμικού τεμένους στην Αττική, εξέδωσε ανακοινωθέν, στο οποίο εξέφραζε την αντίθεσή του για τη δημιουργία του τεμένους, υποστηρίζοντας ότι ο νόμος που την προέβλεπε είναι αντισυνταγματικός, λόγω του ότι τα δόγματα της ισλαμικής θρησκείας (όπως αυτά αναλύονται στο ανακοινωθέν) αντίκεινται στη δημόσια τάξη, τα χρηστά ήθη και το Ευρωπαϊκό κεκτημένο.

Οι θέσεις αυτές του ενάγοντος προκάλεσαν πολλές συζητήσεις και αντιδράσεις, στα πλαίσια των οποίων, στις 23.1.2011, στο υπ’ ... φύλλο της ανωτέρω εφημερίδας και στη στήλη που τιτλοφορείται "..." (η οποία εντασσόταν στο τμήμα ... αυτής και είχε ως περιεχόμενο το σχολιασμό των θεμάτων της επικαιρότητας και το σατιρικό καυτηριασμό της πολιτικής και κοινωνικής ζωής στην Ελλάδα), με αρθρογράφο τον τρίτο των εναγομένων (ήδη τρίτο αναιρεσείοντα), δημοσιεύθηκε το επίμαχο κείμενο, στο οποίο, σε σχέση με τις προπαρατεθείσες απόψεις του ενάγοντος, αναφέρονται, μεταξύ άλλων, και οι ακόλουθες φράσεις: "ο καθένας ξερνάει τη μαλακεία του", andthewinnerofmalakiagoes", "τι μαλακία μας έφτυσες στη μούρη;", "το βραβείο της μαλακίας σε ποιον να το δώσεις....

σ αυτόν που πέταξε την μαλακία...", "να μη γίνει τζαμί είπε ο ... Σ.. Την έριξε τη μαλακία του. Και η συνέχεια; Η μαλακία της χοντρομαλακίας", "Γίνεται παιχνίδι. Είδες η μαλακία; Τη βγάζεις στην αγορά και κόβεις εισιτήρια". Με τις φράσεις αυτές του δημοσιεύματος, του οποίου έλαβε γνώση αόριστος, πλην μεγάλος αριθμός αναγνωστών σε όλη την Ελλάδα, δεν γίνεται αναφορά κάποιου γεγονότος, υπό την προεκτεθείσα στην ανωτέρω νομική σκέψη έννοια του αναγόμενου στο παρόν ή το παρελθόν και υποπίπτοντος στις αισθήσεις συμβάντος, ώστε να συντρέχει περίπτωση δυσφήμισης (απλής ή συκοφαντικής), ούτε υπάρχει διάδοση αναληθών ειδήσεων που εκθέτουν σε κίνδυνο την πίστη, το επάγγελμα, ή το μέλλον του ενάγοντος, ώστε να τύχει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 920 του ΑΚ, ενόψει του ότι η μοναδική είδηση του δημοσιεύματος, αυτή της εκφρασθείσας εκ μέρους του ενάγοντος αντίρρησης στη δημιουργία του τεμένους, είναι απολύτως αληθής.

Συντρέχει όμως περίπτωση εξύβρισης, αφού από τις φράσεις που χρησιμοποιήθηκαν και τους χαρακτηρισμούς που αποδόθηκαν στον ενάγοντα προκύπτει πρόθεση του συντάξαντος το δημοσίευμα να προσβάλει την τιμή και την υπόληψη αυτού. Οι λέξεις και φράσεις αυτές είναι άκρως εξυβριστικές και ονειδιστικές και ο τρίτος εναγόμενος σκόπευε αποκλειστικά στην προσβολή της τιμής και υπόληψης του ενάγοντος, η οποία και επιτεύχθηκε, ενόψει του ότι δεν πρόκειται απλώς για σκωπτικό δημοσίευμα, με το οποίο ασκήθηκε οξεία και δριμεία κριτική στον ενάγοντα και τις απόψεις του, από δημοσιογραφικό καθήκον για την ενημέρωση του κοινού, όπως οι εναγόμενοι υποστηρίζουν, αφού ο σκοπός αυτός ήταν δυνατόν να επιτευχθεί με τη χρήση άλλων, ηπιότερων λέξεων και φράσεων.

Οι άνω χρησιμοποιηθείσες στο δημοσίευμα λέξεις και φράσεις - τη δημοσίευση των οποίων επέτρεψε ο δεύτερος εναγόμενος, υπό την προεκτεθείσα ιδιότητά του, παρότι γνώριζε το ακριβές περιεχόμενο τους - ήταν πρόσφορες να βλάψουν και πράγματι έβλαψαν την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος ως ατόμου και ασκούντος το λειτούργημα του ..., αφού ενείχαν, κατά την αντικειμενική εκτίμησή τους, το στοιχείο της εξύβρισης, της λοιδορίας, του χλευασμού και της σπίλωσης της προσωπικής υπόστασης αυτού, ο δε συντάκτης του κειμένου τρίτος εναγόμενος, με τη χρήση των ιδιαιτέρως μειωτικών αυτών φράσεων, είχε ως αποκλειστικό σκοπό να θίξει την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος.

Εν όψει των συνθηκών της προσβολής της τιμής και της υπόληψης του ενάγοντος, του επελθόντος αποτελέσματος και της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης των μερών, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο ενάγων για την αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης, δικαιούται εύλογης χρηματικής ικανοποίησης, ανερχόμενης στο ποσό των 30.000 ευρώ, το οποίο, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση δεν υπερβαίνει τα συνήθως επιδικαζόμενα σε παρόμοιες περιπτώσεις ποσά.

Επομένως, αφού γίνει δεκτή ως νόμιμη και κατ’ ουσίαν βάσιμη η παραδεκτά προβληθείσα, με τις ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου προτάσεις του ενάγοντος εκ του άρθρου 367 παρ,2 Π.Κ. αντένσταση του ενάγοντος, και απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη η εκ του άρθρου 367 παρ. 1 του ΠΚ ένσταση των εναγομένων περί δικαιολογημένου ενδιαφέροντος για την ενημέρωση του κοινωνικού συνόλου, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη η αγωγή...".

Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο, δεχόμενο τύποις και ουσία την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε θεωρήσει δικονομικώς απόντα τον ενάγοντα και είχε απορρίψει την αγωγή. Ακολούθως δε το Εφετείο, δικάζοντας κατ’ ουσίαν την υπόθεση και δεχόμενο εν μέρει, ως κατ’ ουσίαν βάσιμη την αγωγή, υποχρέωσε τους εναγομένους να καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστος στον ενάγοντα ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική του βλάβη το χρηματικό ποσό των 30.000 ευρώ, νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής έως εξοφλήσεως, επιτρέποντας συνάμα όπως προβεί άπαξ και με δαπάνη των εναγομένων στην δημοσίευση περιλήψεως της αποφάσεως του σε δύο εφημερίδες των Αθηνών, κατ’ επιλογήν του, στο επίσημο περιοδικό της ... της Ελλάδος με τίτλο "...", στο μηνιαίο εκκλησιαστικό περιοδικό της ... "..." και στο περιοδικό "...".

Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 14 του Συντάγματος, 10 της ΕΣΔΑ 57, 59, 914, 932 του Α.Κ., σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 361 και 367 του Π.Κ., οι προϋποθέσεις εφαρμογής των οποίων συντρέχουν εν προκειμένω, καθόσον τα ανελέγκτως, ως άνω, γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούν το πραγματικό της νομικής εννοίας της προσβολής της προσωπικότητος του αναιρεσιβλήτου, με συμπεριφορά συνιστώσα εξύβριση και δικαιολογούν την παραδοχήν της αγωγής και την απόρριψη της εκ της διατάξεως του άρθρου 367 παρ.1 Π.Κ.

ενστάσεως του αναιρεσείοντος. Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν εστέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του νομίμου βάσεως, καθόσον διέλαβε σ’ αυτήν την απαιτουμένη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών ουσιαστικών διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογή αυτών, τις οποίες έτσι δεν παρεβίασε ούτε εκ πλαγίου.

Τούτο δε διότι αναφέρονται στην απόφαση, όπως προκύπτει από το προπαρατεθέν ουσιώδες περιεχόμενο της, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα ότι οι λέξεις και οι φράσεις που περιέχονται στο επίμαχο δημοσίευμα είναι εξυβριστικές και ονειδιστικές για τον ενάγοντα και ως εκ τούτου εκφεύγουν των ορίων ενός σκωπτικού απλώς δημοσιεύματος, με το οποίο ασκήθηκε οξεία κριτική στις απόψεις του ενάγοντος, από δημοσιογραφικό καθήκον για την ενημέρωση του κοινού, όπως υποστηρίζουν οι εναγόμενοι, αφού ο σκοπός αυτός μπορούσε ευχερώς να επιτευχθεί με την χρήση ηπιοτέρων λέξεων και εκφράσεων.

Ενώ οι χρησιμοποιηθείσες, ως άνω, λέξεις και φράσεις ήταν πρόσφορες να βλάψουν και πράγματι έβλαψαν την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος ως ατόμου και ως ασκούντος το λειτούργημα του ..., αφού ενείχαν, κατά την αντικειμενική εκτίμησή τους, το στοιχείο της εξυβρίσεως, της λοιδορίας, του χλευασμού και της σπιλώσεως της προσωπικής αυτού υποστάσεως, ο δε συντάκτης του κειμένου τρίτος εναγόμενος, με τη χρήση των εν λόγω μειωτικών φράσεων, είχε ως αποκλειστικό σκοπό να θίξει την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος, ενώ ο δεύτερος εναγόμενος , υπό την ρηθείσα ιδιότητά του, επέτρεψε τη δημοσίευση του εξυβριστικού αυτού κειμένου, τελών εν γνώσει του περιεχομένου του.

Επομένως ο περί του αντιθέτου (πρώτος κατ’ εκτίμηση) λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση αιτιάσεις εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., λόγω παραβιάσεως των προειρημένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και ιδιαιτέρως εκείνης του άρθρου 367 Π.Κ., ευθέως, δι’ εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των, αλλά και εκ πλαγίου με την παράθεση στην απόφαση ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών κυρίως ως προς την συνδρομή του ειδικού σκοπού εξυβρίσεως, ώστε να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων, τυγχάνει αβάσιμος.

Εξάλλου, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ, πλημμέλεια, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο ήχθη σε εσφαλμένο πόρισμα ως προς την συνδρομή του ειδικού σκοπού εξυβρίσεως και την απόρριψη συνακολούθως της εκ του άρθρου 367 παρ. 1 Π.Κ. ενστάσεώς των, διότι δεν έλαβε υπόψη ολόκληρο το περιεχόμενο του επιδίκου δημοσιεύματος, καθώς και νομίμως προσκομισθέντα σχετικά δημοσιεύματα άλλων εντύπων μέσων. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, κατά το μέρος που αφορά το επίμαχο δημοσίευμα είναι προεχόντως αόριστος, αφού δεν προσδιορίζεται ποιό ήταν το επί πλέον περιεχόμενο του δημοσιεύματος, που δεν ελήφθη υπόψη από το Εφετείο και το οποίο μάλιστα αναιρούσε τον γενόμενο δεκτό από τον προσβαλλομένη απόφαση σκοπό εξυβρίσεως. Καθόσον αφορά δε τα λοιπά δημοσιεύματα , άλλων εντύπων που αφορούν άλλες υποθέσεις και φέρονται να μην έχουν ληφθεί υπόψη από το Εφετείο, ο αυτός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, διότι δεν αφορά πράγματα, ήτοι αυτοτελείς ισχυρισμούς που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης , αλλά αποδεικτικά στοιχεία και δη την εκτίμηση αυτών, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Επειδή, από την όλη δομή του Συντάγματος και ιδίως από τα άρθρα 2 παρ.1 και 25 αυτού συνάγεται ως γενική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος, ότι η έννομη συνέπεια, η οποία είτε προβλέπεται από τον κοινό νομοθέτη in abstracto, είτε απαγγέλεται σε συγκεκριμένη περίπτωση από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το πραγματικό του οικείου κανόνα δικαίου, ήτοι να μην υπερβαίνει τα ακραία ανεκτά όρια, κατά την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο.

Η προβλεπόμενη από το άρθρο 932 Α.Κ. χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης αποφασίζεται αναιρετικώς κατ’ αρχήν ανελέγκτως από το ουσιαστικό δικαστήριο, με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία θέτουν στην διάθεσή του οι διάδικοι. Πλην όμως, επιβάλλεται σε κάθε περίπτωση, να τηρείται κατά τον καθορισμό του επιδικαζομένου ποσού η αρχή της αναλογικότητος υπό την εκτεθείσα έννοια, ήτοι να μην υπερβαίνει η σχετική κρίση τα ακραία όρια της διακριτικής ευχερείας, πράγμα το οποίο, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της ανωτέρω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. (Ολ.Α.Π. 9/2015, Α.Π.302/2016, 1043/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, μετά από την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων και λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες της προσβολής της τιμής και της υπολήψεως του ενάγοντος-ήδη αναιρεσιβλήτου, του επελθόντος αποτελέσματος και της οικονομικής και κοινωνικής καταστάσεως των διαδίκων, έκρινε , ως ήδη εξετέθη, ότι ο ενάγων για την αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης, δικαιούται ευλόγου χρηματικής ικανοποιήσεως, ανερχομένης στο ποσό των 30.000 ευρώ.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχερείας, αφού το επιδικασθέν ποσό της χρηματικής ικανοποιήσεως δεν αφίσταται, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, των συνήθως επιδικαζομένων σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικών ποσών.

Επομένως, με την επιδίκαση του ποσού τούτου το Εφετείο δεν παρεβίασε την αρχή της αναλογικότητος και τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με τον τελευταίο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμα..

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί δε η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθούν επί πλέον αυτοί, ως ηττώμενοι (άρθρα 176, 183 και 191 παρ,2 Κ.Πολ.Δ.) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό εκτιθέμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22 Ιουλίου 2016 αίτηση των: 1) Ανωνύμου εταιρείας, με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νομίμως. 2) Θ. (Θ.) Α., δημοσιογράφος και 3) Ν. Κ. του Δ. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 5330/2015 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Ιουνίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 6 Σεπτεμβρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ