1499/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1499/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρ. 110 §2 ΚΠολΔ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Full text
Απόφαση 1499 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1499/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Η. - Υ. Α. του Ν. συζ. Β. Λ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Γιαννόπουλο.
Των αναιρεσιβλήτων:1.Μ. θυγ. Δ. Τ., 2Β. Σ. του Λ. και 3Λ. Σ. του Β., ατομικά και ως κληρονόμου-καθολικού διαδόχου της αρχικής εναγομένης Γ. χας Β. Σ. το γένος Β., ήδη αποβιωσάσης, κατοίκων ... οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5 Οκτωβρίου 2004 αγωγή της ήδη πρώτης των αναιρεσιβλήτων, ατομικά για την ίδια και ως έχουσα αποκλειστικά την επιμέλεια του ανηλίκου τότε τέκνου της Β. Λ. Σ. που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 725/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 7386/2009 του Εφετείου Αθηνών. Επί της τελευταίας αποφάσεως ασκήθηκε η από 3 Φεβρουαρίου 2010 αίτηση για αναίρεση αυτής και εκδόθηκε η 729/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την απόφαση του Εφετείου (7386/2009) και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο αυτό δικαστήριο. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 4848/2012 απόφασή του, την αναίρεση της οποίας ζητεί η ήδη αναιρεσείουσα με την 7 Νοεμβρίου 2012 αίτησή της και των από 12 Ιουνίου 2013 πρόσθετων λόγων αναίρεσης.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Χαμηλοθώρης, ανέγνωσε την από 12 Νοεμβρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων ως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 568 παρ. 4 και 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανιστεί κάποιος από τους διαδίκους, είτε αυτός είναι ο αναιρεσείων είτε ο αναιρεσίβλητος, εξετάζεται ποιος από αυτούς επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης. Αν η συζήτηση επισπεύδεται από το διάδικο που εμφανίστηκε και δεν εμφανιστεί ο αντίδικός του, πρέπει να προσκομίζεται με επίκληση το αποδεικτικό επίδοσης της σχετικής κλήσης προς συζήτηση, ενώ αν συζήτηση επισπεύδεται από τον αντίδικο του διαδίκου που εμφανίστηκε, πρέπει να προσκομίζεται με επίκληση η κλήση που του επιδόθηκε (είτε αυτοτελώς είτε με την αίτηση αναίρεσης και της πράξης ορισμού δικασίμου).
Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τη συζήτηση της από 7.11.2012 ένδικης αίτησης αναίρεσης και των από 12.6.2013 πρόσθετων λόγων παραστάθηκε μόνον η αναιρεσείουσα, ενώ δεν εμφανίστηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο ο αναιρεσίβλητοι. Όπως δε προκύπτει από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες εκθέσεις επίδοσης ..., ..., ..., ..., ...
και .../14.8.2013 της δικαστικής επιμελήτριας Αθηνών …, επιδόθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως στους αναιρεσιβλήτους, για την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο (18.11.2013), με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση, ακριβές αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων αυτής. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία των αναιρεσιβλήτων (576 παρ. 2ΚΠολΔ).
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο και μόνο. Έτσι, σε περίπτωση παράλειψης κήρυξης προσωρινού απαραδέκτου, όπως είναι το απαράδεκτο της συζήτησης, ο πιο πάνω λόγος ιδρύεται, όταν το απαράδεκτο αυτό επιβάλλεται από το νόμο προς κατοχύρωση του αποτελέσματος της ακυρότητας άλλης διαδικαστικής πράξης που προηγήθηκε ή προς εξασφάλιση της άσκησης δικονομικού δικαιώματος.
Απαράδεκτο, η μη κήρυξη του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας δημιουργεί τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, δεν καθιερώνεται, όταν οι επιταγές για αναβολή της συζήτησης ή αναστολής της προόδου της δίκης περιέχονται όχι στις διατάξεις του ΚΠολΔ, που ρυθμίζουν την πορεία της διαδικασίας, αλλά σε διατάξεις νόμων που επιδιώκουν φορολογικούς σκοπούς, γιατί οι τελευταίοι αυτοί σκοποί μπορεί να επιτευχθούν και με άλλα μέσα, δηλαδή με την ενέργεια των φορολογικών οργάνων, χωρίς να απαιτείται η αναίρεση της απόφασης για την επίτευξη των επιδιωκόμενων φορολογικών σκοπών, οι οποίοι δεν έχουν επίδραση στην έκβαση της δίκης και, συνακόλουθα, στην ορθή απονομή της δικαιοσύνης.
Τέτοια διάταξη είναι και εκείνη του άρθρου 106 § § 1 και 2 του ν.δ. 118/1973 "περί κώδικος φορολογίας κληρονομιών, δωρεών, προικών και κερδών εκ λαχείου" (ήδη της αντίστοιχης διάταξης του ν. 2892/2001), με την οποία, μεταξύ άλλων, ορίζεται, ότι: "Απαγορεύεται οποιαδήποτε ενέργεια επί αγωγής ή αίτησης και κάθε ένδικου μέσου που ασκήθηκε ενώπιον οποιουδήποτε δικαστηρίου σε σχέση με αντικείμενο της κτήσεως (με εξαίρεση την αίτηση προς έκδοση κληρονομητηρίου κατά την παρ. 4 του ίδιου άρθρου), εφόσον δεν προσάγεται πιστοποιητικό του Οικονομικού Εφόρου περί υποβολής σ' αυτόν της κατά νόμο δήλωσης ή έκδοσης απ' αυτόν πράξης επιβολής φόρου.
Η ένσταση περί μη προσαγωγής του αμέσως ανωτέρω πιστοποιητικού προτείνεται από τους ενδιαφερόμενους σε κάθε στάση της δίκης, εξετάζεται δε και αυτεπαγγέλτως από τα δικαστήρια, με την ένσταση δε αυτή αναστέλλεται η πρόοδος της δίκης, όπως και κάθε άλλη ενέργεια, ώσπου να προσαχθεί το πιστοποιητικό αυτό.
Σε περίπτωση αναστολής της προόδου της δίκης, λόγω μη προσαγωγής από τον υπόχρεο του κατά τα άνω πιστοποιητικού, καθένας που μετέχει νόμιμα στη δίκη μπορεί να υποβάλει στον αρμόδιο Οικονομικό Έφορο αντίγραφο του εισαγωγικού δικογράφου και στη συνέχεια, προσκομίζοντας τη χορηγούμενη από τον Οικονομικό Έφορο βεβαίωση για την ενέργεια αυτή, να επισπεύσει τη συζήτηση της υπόθεσης" (ΑΠ 619/2012, ΑΠ 2100/2007).
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της αναφερόμενης στην αναγνώριση πλαγιαστικά κληρονομικού δικαιώματος ένδικης υπόθεσης, λόγω μη προσκομιδής από τους ενάγοντες και ήδη δύο πρώτους από τους αναιρεσιβλήτους πιστοποιητικού του αρμόδιου Οικονομικού Εφόρου για την υποβολή των απαιτούμενων δηλώσεων φόρου κληρονομιάς ή βεβαίωσης από την οποία να προκύπτει ότι υποβλήθηκε στον Οικονομικό Έφορο αντίγραφο του εισαγωγικού δικογράφου της αγωγής, είναι απαράδεκτος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 1 εδ. β του ΚΠολΔ, αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία ακυρώνεται μόνο κατά το σημείο που στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση, κατά δε το άρθρο 581 παρ.1 και 2 του ίδιου Κώδικα στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση εισάγεται και συζητείται με κλήση μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις κατά το άρθρο 237.
Τέλος, κατά το άρθρο 580 παρ.4 ΚΠολΔ οι αποφάσεις της Ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν. Τα νομικά ζητήματα, για τα οποία κάνει λόγο το άρθρο αυτό, μπορεί να ανάγονται είτε στο ουσιαστικό, είτε στο δικονομικό δίκαιο, γεγονός που προκύπτει τόσο από την αδιάστικτη διατύπωση της διάταξης, όσο και από το ότι η παραπομπή διατάσσεται επί αναίρεσης, για παράβαση όχι μόνο του ουσιαστικού, αλλά και του δικονομικού δικαίου.
Περαιτέρω, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 18 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφωθεί προς την αναιρετική απόφαση, δηλαδή δεν ακολουθήσει, όσον αφορά το νομικό ζήτημα για το οποίο απαγγέλθηκε η αναίρεση, τη λύση που δόθηκε από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 736/2011). Η κρίση, που εκφέρεται με την αναιρετική απόφαση ότι η αγωγή είναι νομικά βάσιμη, ενόψει του ότι εμπεριέχει αναγκαίως την κρίση ότι αυτή είναι και ορισμένη, ως περιέχουσα όλα τα απαιτούμενα από το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ στοιχεία, συνεπάγεται δέσμευση του δικαστηρίου της παραπομπής και ως προς το τελευταίο αυτό ζήτημα, το οποίο δεν υπόκειται σε επανεξέταση από το δικαστήριο αυτό (ΑΠ 2017/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 24.5.2004 αγωγή οι ενάγοντες και ήδη δύο πρώτοι από τους αναιρεσιβλήτους, ιστορώντας ότι ο αποβιώσας στις 19.12.2002 Β. Σ., πατέρας του δεύτερου εναγομένου και ήδη τρίτου αναιρεσιβλήτου και σύζυγος της αρχικώς πρώτης εναγομένης Γ.
Σ., την οποία μετά το θάνατό της διαδέχθηκε, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος της ο γιος της τρίτος αναιρεσίβλητος, ο οποίος είναι εν διαστάσει σύζυγος και πατέρας αντίστοιχα της πρώτης και του δεύτερου (από τους αναιρεσιβλήτους), δεν άφησε κατά το χρόνο του θανάτου του διαθήκη, ότι η από 30.3.2000 δημοσιευθείσα ιδιόγραφη διαθήκη αυτού, με την οποία εγκαθίσταται κληρονόμος στο αναφερόμενο στην αγωγή διαμέρισμα η σύζυγός του Γ.
Σ., με τον όρο ότι μετά το θάνατό της, εάν δεν είχε παραστεί ανάγκη πώλησής του, να περιέρχεται στο δεύτερο εναγόμενο και ήδη τρίτο αναιρεσίβλητο, είναι πλαστή, γεγονός για το οποίο η πρώτη ενάγουσα άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της πρώτης εναγομένης την από 10.2.2004 αγωγή της με αίτημα την αναγνώριση της ακυρότητας της εν λόγω διαθήκης, ότι η πρώτη εναγομένη, η οποία αποδέχθηκε την κληρονομιά από την πλαστή διαθήκη και ο γιος της δεύτερος εναγόμενος και ήδη τρίτος αναιρεσίβλητος, ως καταπιστευματοδόχος από την άκυρη διαθήκη, μεταβίβασαν το κληρονομιαίο με την πιο πάνω πλαστή διαθήκη ακίνητο στην τρίτη εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, ότι αυτοί (ενάγοντες) έχουν κατά των δύο πρώτων εναγομένων και ήδη μόνο κατά του τρίτου αναιρεσιβλήτου τις αναφερόμενες στην αγωγή χρηματικές απαιτήσεις από αδικοπραξία και από διατροφή, ότι εάν δεν υπήρχε η πλαστή διαθήκη ο δεύτερος εναγόμενος και ήδη τρίτος αναιρεσίβλητος θα είχε κληρονομήσει τον αποβιώσαντα πατέρα του, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του, κατά τα 3/4 εξ αδιαιρέτου και θα καθίστατο δυνατή η ικανοποίηση των πιο πάνω απαιτήσεών τους, ζήτησαν, λόγω της πλαστότητας της διαθήκης, την οποία προσβάλλουν πλαγιαστικά, ασκώντας παράλληλα με πλαγιαστικό τρόπο αναγνωριστικά την περί κλήρου αγωγή για το κληρονομικό δικαίωμα των δύο πρώτων εναγομένων, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του Β.
Σ., να αναγνωριστεί το ανίσχυρο της πράξης αποδοχής κληρονομιάς και του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου .../2003 της συμβολαιογράφου Καλλιθέας Σταματίνας Κουτίβα, σε σχέση με το εξ αδιαθέτου κληρονομικό δικαίωμα των δύο πρώτων εναγομένων, λόγω της ακυρότητας της ιδιόγραφης διαθήκης, και ακόμη να αναγνωριστεί ότι η τρίτη εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα οφείλει να αποδώσει στην πρώτη και το δεύτερο από τους εναγομένους το επίδικο κληρονομιαίο ακίνητο, κατά ποσοστό 1/4 και 3/4 εξ αδιαιρέτου αντίστοιχα, με βάση το εξ αδιαθέτου κληρονομικό τους δικαίωμα, ενόψει της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής που χωρεί, λόγω της ακυρότητας της επίμαχης διαθήκης.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η απόφαση 725/2008 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο την έκρινε ορισμένη και νόμιμη και στη συνέχεια αναγνώρισε την ακυρότητα της πράξης αποδοχής της πιο πάνω κληρονομίας και του προαναφερόμενου αγοραπωλητηρίου συμβολαίου και ακόμη αναγνώρισε ότι η τρίτη εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα έχει την υποχρέωση να αποδώσει στην πρώτη και το δεύτερο από τους εναγομένους το επίδικο ακίνητο, κατά τα ποσοστά των 1/4 και 3/4 εξ αδιαιρέτου αντίστοιχα.
Ακολούθως, μετά την άσκηση έφεσης εκ μέρους της τρίτης εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας εκδόθηκε η απόφαση 7386/2009 του Εφετείου Αθηνών, με την οποία εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση και απορρίφθηκε η αγωγή, ως προς τις σωρευόμενες βάσεις για αναγνώριση της ακυρότητας της παραπάνω πράξης αποδοχής κληρονομίας και του αγοραπωλητήριου συμβολαίου και η πλαγιαστικά ασκούμενη αγωγή της αναγνώρισης του εξ αδιαθέτου κληρονομικού δικαιώματος των δύο πρώτων εναγομένων στο επίδικο ακίνητο και η υποχρέωση απόδοσης σ'αυτούς του εν λόγω ακινήτου, λόγω αοριστίας.
Ύστερα από την άσκηση αίτησης αναίρεσης εκ μέρους των εναγόντων εκδόθηκε η απόφαση 729/2011 του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία η αγωγή κρίθηκε νόμιμη, αναιρέθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση 7386/2009 του Εφετείου Αθηνών και παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Η υπόθεση επανήλθε στο Εφετείο το οποίο, αφού απέρριψε με την ήδη αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση τους δύο πρώτους λόγους της έφεσης της τρίτης εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας για αοριστία και νομική αβασιμότητα της αγωγής, με τη σκέψη ότι κρίθηκε αμετάκλητα με την πιο πάνω απόφαση 729/2011 του Αρείου Πάγου ότι η αγωγή είναι νόμιμη και συνακόλουθα ορισμένη, προχώρησε στην ουσιαστική έρευνα της εν λόγω υπόθεσης και απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση 725/2008 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Ήδη η αναιρεσείουσα προβάλλει με το δεύτερο λόγο αναίρεσης την αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 18 και 8 ΚΠολΔ, διότι το δικαστήριο αυτό, ως δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε υπό αρνητική έκφανση με την αναιρετική απόφαση, η οποία παράγει δεσμευτικότητα για το δικαστήριο της παραπομπής, μόνο ως προς το κριθέν ζήτημα της νομικής βασιμότητας της αγωγής, όχι και για το ορισμένο και παραδεκτό αυτής και διότι παρέλειψε να εξετάσει τον προβληθέντα και με λόγο έφεσης ισχυρισμό της για αοριστία της αγωγής αυτής.
Σύμφωνα όμως με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, το Εφετείο ορθά έκρινε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι δεσμεύεται από την αναιρετική απόφαση που έκρινε νομικά βάσιμη την αγωγή, και ως προς το ορισμένο αυτής, αφού η κρίση της αναιρετικής απόφασης ότι η αγωγή είναι νομικά βάσιμη, εμπεριέχει αναγκαίως την κρίση ότι αυτή είναι και ορισμένη.
Επομένως ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι και κατά τα δύο σκέλη του αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. β και γ του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έγινε επίκλησή τους και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα τα οποία οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Στην πρώτη από τις δύο προαναφερόμενες περιπτώσεις, η βεβαίωση του δικαστηρίου περί προσκομιδής ή μη των αποδείξεων, ως αναγόμενη σε πράγματα, δεν υπόκειται, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ενώ, για να είναι ορισμένος ο λόγος με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το δικαστήριο απαραδέκτως έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο, διότι δεν έγινε επίκληση αυτού, πρέπει να ισχυρίζεται με το αναιρετήριο ότι το εν λόγω απαράδεκτο προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ), εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις των περιπτώσεων της παραγράφου 2 του άρθρου 562 ΚΠολΔ (ΑΠ 1312/2012, ΑΠ 1419/2007).
Στη δεύτερη περίπτωση, ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη στα πλαίσια των άρθρων 335 και 338 έως 341 του ΚΠολΔ και τα έγγραφα τα οποία προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, αλλά και όταν υπάρχουν αμφιβολίες περί του αν έχουν ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν με επίκληση ή, παρά την περί αυτού βεβαίωση, δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο, από το περιεχόμενο της απόφασης, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα ή ορισμένα από τα εν λόγω έγγραφα.
Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν με επίκληση, πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο αυτά, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους, να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή τους και να καθορίζεται ο συγκεκριμένος ουσιώδης ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνύονταν με τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 58/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προβάλλει τις αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ.11 περ.β και γ του ΚΠολΔ, ότι για την απόδειξη του ισχυρισμού της ότι οι δύο πρώτοι εναγόμενοι παραιτήθηκαν από το δικαίωμα της αναγνώρισης της ακυρότητας της αποδοχής της κληρονομίας και του πιο πάνω αγοραπωλητήριου συμβολαίου, πράξεις τις οποίες ενέκρινε ο δεύτερος και ήδη τρίτος αναιρεσίβλητος, το Εφετείο, α) έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις ενώπιον του ανακριτή των μαρτύρων Ε.
Β., Δ. Τ., Π. Ε., Γ. Σ. και Δ. Κ., των οποίων δεν έγινε νόμιμη προσκομιδή και επίκληση και β) αντιθέτως, δεν έλαβε υπόψη τα δέκα κατονομαζόμενα έγγραφα, τα οποία η ίδια προσκόμισε και επικαλέστηκε νόμιμα. Αναφορικά με το λόγο αυτό αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τα περιέχοντα τις εν λόγω καταθέσεις ποινικής δικογραφίας έγγραφα, δεχόμενο ανελέγκτως ότι τα έγγραφα των εν λόγω καταθέσεων, οι οποίες μνημονεύονται ειδικώς, περιλαμβάνονται "στα νόμιμα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα, τα οποία λαμβάνονται υπόψη καθεαυτά και για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων".
Επομένως ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης, κατά την έκταση που αναφέρεται στη μη νόμιμη προσκομιδή των εν λόγω εγγράφων ποινικής δικογραφίας, είναι απαράδεκτος. Ο ίδιος λόγος, στην έκταση που αναφέρεται στη μη νόμιμη επίκληση των εγγράφων αυτών, ανεξαρτήτως του ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αρνητικό αποδεικτικό του πόρισμα σε σχέση με τον προαναφερόμενο ισχυρισμό στηρίχθηκε κατά βάση στα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, είναι απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι η παράλειψη της επίκλησής του προβλήθηκε στο Εφετείο από την αναιρεσείουσα, όπως θα έπρεπε, ενόψει του ότι, με δεδομένη την προσκομιδή των εγγράφων αυτών, η προβολή της μη επίκλησής τους ήταν δυνατή, εφόσον δεν συνέτρεχε και κάποια από τις περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Περαιτέρω, αναφορικά με τον πιο πάνω λόγο αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος του, πρέπει να σημειωθεί ότι από την περιεχόμενη στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση γενική βεβαίωση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των μαρτύρων, καθώς και τα νόμιμα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα, τα οποία λαμβάνονται υπόψη καθεαυτό και για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενό της, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη και εκτίμησε και τα κατονομαζόμενα στο αναιρετήριο έγγραφα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η μνημομονευόμενη, ως μη ληφθείσα υπόψη, και στο δεύτερο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, κατά το τελευταίο σκέλος του, 2454/2012 ποινική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Επομένως ο τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, και ο δεύτερος πρόσθετος λόγος, κατά το τελευταίο σκέλος του, είναι αβάσιμοι. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε, μεταξύ άλλων, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του ότι "η πρώτη εναγομένη δημοσίευσε με τα υπ' αριθ. 1787/2003 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 30.3.2000 φερόμενη ως ιδιόγραφη διαθήκη του αποβιώσαντος (Β.
Σ.), σύμφωνα με την οποία η πρώτη εναγομένη, μεταξύ άλλων, εγκαθίστατο κληρονόμος επί των εξής ακινήτων...", ότι "την κληρονομιά αποδέχθηκε η πρώτη εναγομένη με τη .../2003 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Καλλιθέας Σταματίνας Κουτίβα και ακολούθως με το αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της ίδιας συμβολαιογράφου μεταβίβασε το ανωτέρω διαμέρισμα, μαζί με το δεύτερο εναγόμενο, ως εκ τρίτου συμβαλλόμενο, στην τρίτη εναγομένη...", ότι "εκδόθηκε η 2391/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία αναγνώρισε την πλαστότητα της προαναφερθείσας διαθήκης και η οποία έχει πλέον καταστεί τελεσίδικη...", ότι "οι δύο πρώτοι εναγόμενοι προέβησαν στις άνω πράξεις όχι με σκοπό παραίτησης από το δικαίωμά τους να αναγνωριστεί η ακυρότητα της αποδοχής κληρονομιάς και του αγοραπωλητήριου συμβολαίου, αλλά υπό το κράτος ψυχολογικής πίεσης και εκβιασμών εκ μέρους των προαναφερθέντων προσώπων".
Οι παραδοχές αυτές είναι σαφείς, πλήρεις και δεν ενέχουν αντιφάσεις σε σχέση με το κρίσιμο ζήτημα της ανυπαρξίας παραίτησης των δύο πρώτων εναγομένων από το δικαίωμά τους για αναγνώριση της ακυρότητας της πράξης αποδοχής κληρονομίας και του αγοραπωλητήριου συμβολαίου, όσα δε αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης και το δεύτερο πρόσθετο λόγο, κατά το πρώτο σκέλος του, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμα.
Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρ. 110 §2 ΚΠολΔ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 328/2008), δηλαδή ισχυρισμοί που διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/1998).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο απέρριψε τον προβληθέντα ενώπιον του πρωτοβάθμιου και του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ισχυρισμό της ότι ο δεύτερος εναγόμενος και ήδη τρίτος αναιρεσίβλητος με την προσυπογραφή του επίμαχου αγοραπωλητήριου συμβολαίου .../2003 της συμβολαιογράφου Καλλιθέας Σταματίνας Κουτίβα παραιτήθηκε από το δικαίωμα προσβολής του κύρους του εν λόγω συμβολαίου, άλλως το ενέκρινε, δεχόμενο ότι η παραίτηση ήταν προϊόν πιέσεων και ψυχολογικής βίας των Α.
Α. και Ι. Φ., χωρίς όμως να προβληθεί τέτοιος ισχυρισμός εκ μέρους των εναγόντων και ήδη δύο πρώτων από τους αναιρεσιβλήτους, οι οποίοι νεφελωδώς αναφέρουν στην προσθήκη των πρωτόδικων προτάσεών τους ότι η πωλήτρια με έγγραφη δήλωση και με μηνυτήρια αναφορά τους καταγγέλλει ως απατεώνες. Ο πρόσθετος αυτός λόγος αναίρεσης, είναι αβάσιμος, διότι, όπως δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση, η αποδοχή της πλαστής ιδιόγραφης διαθήκης εκ μέρους της πρώτης εναγομένης και η κατάρτιση εκ μέρους και των δύο πρώτων εναγομένων του επίμαχου αγοραπωλητήριου συμβολαίου δεν έγινε με ελεύθερη βούληση και δεν ενέχει σκοπό παραίτησης από το δικαίωμά τους για αναγνώριση της ακυρότητας της αποδοχής κληρονομίας και του αγοραπωλητήριου συμβολαίου.
Οι παραδοχές αυτές δηλώνουν απόρριψη του εν λόγω ισχυρισμού της αναιρεσείουσας, λόγω έλλειψης βούλησης παραίτησης, δηλαδή λόγω ουσιαστικής αβασιμότητας του ισχυρισμού αυτού και | όχι λόγω ακυρωσίας της σχετικής δήλωσης των παραπάνω εναγομένων, λόγω απειλής. Η έλλειψη τέτοιας παραίτησης επιστηρίζεται και στα εξής:
Υπό τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης ότι η πρώτη εναγομένη αποδέχθηκε, με τη .../2003 πράξη αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Καλλιθέας Σταματίνας Κουτίβα, την κληρονομία από την από 30.3.2000 ιδιόγραφη διαθήκη του συζύγου της Β. Σ., η οποία διαθήκη αναγνωρίστηκε ως πλαστή με την απόφαση 2391/2005 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που έχει πλέον καταστεί τελεσίδικη, και ότι στη συνέχεια προχώρησε με την αναιρεσείουσα στην κατάρτιση του αγοραπωλητήριου συμβολαίου .../2003 της ίδιας συμβολαιογράφου για μεταβίβαση του κληρονομιαίου από την εν λόγω πλαστή διαθήκη ακινήτου, το οποίο συμβόλαιο προσυπέγραψε ο δεύτερος εναγόμενος ως τρίτος (καταπιστευματοδόχος από την πλαστή ιδιόγραφη διαθήκη), δεν μπορεί να γίνει λόγος για παραίτηση του τελευταίου από το δικαίωμα αυτού (ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου) να αναγνωριστεί το ανίσχυρο, μέσω της άσκησης της περί κλήρου αγωγής της εν λόγω αποδοχής κληρονομίας.
Μια τέτοια παραίτηση από την αναγνώριση του ανίσχυρου μιας πράξης αποδοχής κληρονομίας, η οποία δεν ενέχει αυθυπαρξία και δεν προσπορίζει κανένα κληρονομικό δικαίωμα, δεν είναι νοητή. Δεν υφίσταται δηλαδή κανένα κληρονομικό δικαίωμα, αντλούμενο από την πιο πάνω πλαστή διαθήκη, ώστε να μπορεί να τεθεί ζήτημα ισχυροποίησης, μέσω της παραίτησης, κάποιου κεκτημένου από την εν λόγω πλαστή ιδιόγραφη διαθήκη δικαιώματος.
Περαιτέρω, για τον ίδιο λόγο δεν τίθεται ζήτημα έγκυρης παραίτησης από το δεύτερο εναγόμενο από το δικαίωμα αναγνώρισης του ανισχύρου του επίμαχου αγοραπωλητήριου συμβολαίου, το οποίο στηρίζεται σε ανύπαρκτο κληρονομικό δικαίωμα της αρχικώς εναγομένης Γ. Σ. και το οποίο ο ίδιος συνυπέγραψε με την ιδιότητα του καταπιστευματοδόχου από την πλαστή ιδιόγραφη διαθήκη.
Άλλωστε, μια τέτοια παραίτηση στο επίμαχο συμβόλαιο αναφέρεται μόνο στο "κληρονομικό δικαίωμα" από την προαναφερόμενη πλαστή ιδιόγραφη διαθήκη και όχι στο ασκούμενο πλαγιαστικά, μέσω της ένδικης αγωγής, κληρονομικό δικαίωμα αυτού, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου, λόγω της πλαστότητας της ιδιόγραφης διαθήκης, έπρεπε δε (η παραίτηση), εφόσον η κληρονομία περιλαμβάνει ακίνητα, να περιβληθεί ειδικά το συμβολαιογραφικό τύπο.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 §2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο 'Αρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί νόμιμα. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, λόγος, όμως, αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 § 2 ΚΠολΔ.
Όπως δε περαιτέρω προκύπτει από τη διάταξη αυτή, το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους προβλεπόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, προβάλλονται οι αιτιάσεις, (α) ότι, αν εκτιμηθεί ότι προβλήθηκε εκ μέρους των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων ένσταση ακυρωσίας του προαναφερόμενου συμβολαίου, λόγω απειλής, η ένσταση (αντένσταση) αυτή είναι απαράδεκτη, λόγω έλλειψης σχετικού αιτήματος και λόγω αοριστίας, το Εφετείο όμως παρά το νόμο δεν κήρυξε το απαράδεκτο αυτό, με συνέπεια να υποπέσει στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 και β) ότι παραβιάστηκε η διάταξη ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 157 ΑΚ, διότι η πιο πάνω ένσταση (αντένσταση) ακυρωσίας έχει υποπέσει στην προβλεπόμενη διετή αποσβεστική προθεσμία, με συνέπεια να συντρέχει η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ.
Ο πρόσθετος αυτός λόγος αναίρεσης είναι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, απαράδεκτος και κατά τα δύο σκέλη του, προέχοντος, λόγω αοριστίας, αφού δεν εκτίθεται σ' αυτόν αν οι ισχυρισμοί αυτοί προτάθηκαν παραδεκτά εκ μέρους της αναιρεσείουσας στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Ύστερα από αυτά που προεκτέθηκαν πρέπει να απορριφθεί η από 7.11.2012 ένδικη αίτηση αναίρεσης και οι από 12.6.2013 πρόσθετοι λόγοι και να διαταχθεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 4 του ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7.11.2012 αίτηση και τους από 12.6.2013 πρόσθετους λόγους της Η.-Υ. Α. για αναίρεση της απόφασης 4848/2012 του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 22α Μαΐου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 30η Ιουνίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ