Legislator Case Law & Legislation
1499/2012 AI generated

1499/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1499/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1499/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.

Keywords

AI generated
fixed-term work Sunday work authorization unpaid work work subject to authorization duration of incapacity work title
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1499 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1499/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τους Υπουργούς Οικονομικών και Πολιτισμού, που κατοικοεδρεύουν στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αγγελική Καστανά, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Λ. Λ. του Π., κατοίκου ..., 2) Ρ. - Μ. Ζ. του Κ., κατοίκου ..., 3) Κ. Β. του Ε., κατοίκου ..., 4) Χ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 5) Π. Θ. του Κ., κατοίκου ..., 6) Μ. Κ. του Φ., κατοίκου ... και 7) Ε. Ζ. του Ν., κατοίκου ... . Εκπροσωπήθηκαν όλοι, πλην της 7ης αναιρεσίβλητης Ε. Ζ. που δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο, από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Φωτεινή Δερμιτζάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-1-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1520/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8862/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 30-8-2007 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 24-1-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή από την προσκομιζόμενη 4384Γ/14-2-2012 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ... προκύπτει ότι επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την οικεία πράξη ορισμού δικασίμου για την 2-2-2012 κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε για την παρούσα δικάσιμο, καθώς και της υπ' αριθμ. 81/10-2-2012 βεβαίωση αναβολής του Αρείου Πάγου για την ως άνω δικάσιμο και κλήση για παράσταση κατ' αυτήν, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην έβδομη αναιρεσίβλητη Ε.

Ζ.. Επομένως, εφόσον αυτή δεν παραστάθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, από τη σειρά του οικείου πινακίου, νομίμως έγινε η συζήτηση παρά την απουσία της (άρθρο 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.). Επειδή στη σύμβαση εργασίας (άρθρο 648 ΑΚ), τα μέρη αποβλέπουν στην εργασία του μισθωτή καθ' εαυτή, ενώ στη σύμβαση μίσθωσης έργου (άρθρο 681 ΑΚ) στην επίτευξη συγκεκριμένου τελικού αποτελέσματος.

Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669, 672 ΑΚ προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρις την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή τη επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως.

Επομένως, η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.

Η σύμβαση αυτή παύει αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθ. 669 § 1 ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημίωσης. Εξάλλου, ο χαρακτηρισμός της σύμβασης ή σχέσης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθ. 26§3 και 87§2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο το οποίο αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στην συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στην σύμβαση, κρίση η οποία στην συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ.

Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως σύμβασης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του δημόσιου (και του ευρύτερου δημόσιου) τομέα (ΟλΑΠ 18/2006). Περαιτέρω, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 (που δημοσιεύθηκε την 10-7-1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10-7-2001) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την λήψη από τα κράτη μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος αυτής), η Οδηγία δε αυτή ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τα ΠΔ 81/2003 και 164/2004, που εφαρμόζεται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα, η ισχύς των οποίων άρχισε από την δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης την 2-4-2003 και 19-7-2004, αντίστοιχα.

Ανεξάρτητα από την Οδηγία αυτή, στην ελληνική έννομη τάξη η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, με την προσχηματική επιλογή της σύμβασης εργασίας ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπιζόταν με το άρθ. 8 §3 ν.2112/1920 (σε συνδυασμό με τα άρθ.281, 671 ΑΚ, 25§§ 1 και 3 του Συντάγματος), το οποίο εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα και ορίζει ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, αν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από τη φύση της σύμβασης, αλλά τέθηκε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ίδιου νόμου περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής σύμβασης.

Η διάταξη αυτή, ενώ αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από την μη τήρηση εκ μέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την απόλυση ο ν. 2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, με πληρέστερη μάλιστα προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης ως άνω κοινοτικής Οδηγίας, εφόσον πρόκειται για διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου που καλύπτουν πραγματικά πάγιες και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες της υπηρεσίας, και τούτο διότι ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσης, κατά την προαναφερθείσα έννοια, και δη της σύμβασης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, αποτελεί κατεξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, ανεξάρτητα από τον εκ του νόμου χαρακτηρισμό της συμβατικής σχέσης ως ορισμένου χρόνου (ΑΕΔ 3/2001, ΟλΑΠ 6/2001), χωρίς παράλληλα ο ορθός αυτός νομικός χαρακτηρισμός εκ μέρους του δικαστηρίου, όταν συντρέχουν οι προαναφερθείσες ουσιαστικές προϋποθέσεις των καλυπτομένων αναγκών, να συνιστά ανεπίτρεπτη "μετατροπή" του ισχύοντος νομικού καθεστώτος απασχόλησης από ορισμένου χρόνου σε αόριστου (ΟλΑΠ 18/2006).

Συνάγεται περαιτέρω από τα προαναφερθέντα ότι επί διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο κλπ. πριν από την έναρξη ισχύος της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, των παραγράφων 7 και 8 του άρθ. 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001, ισχύουν από 18-4-2001 (ΦΕΚ Α' 85/2001) και απαγορεύουν την ακόμη και από το νόμο μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου ως άνω προσωπικού ή την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου και των άρθ. 5 και 11 του ΠΔ 164/2004, που άρχισε να ισχύει από 19-7-2004 και διαγράφει τις προϋποθέσεις μετατροπής των κατά την έναρξη της ισχύος του ενεργών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου, συνεχίζονται δε και είναι ενεργές κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος τους και μετά ταύτα και καλύπτουν κατά την φύση τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες, δεν εφαρμόζονται οι ως άνω διατάξεις.

Τούτο δε διότι αυτές οι συμβάσεις εργασίας είχαν προσλάβει ήδη κατά τον χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενό της, δηλ. και πριν την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, τον χαρακτήρα της σύμβασης αορίστου χρόνου κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψής τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), τον οποίο διατηρούν και μετά ταύτα, δηλ.

και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων, ως ενιαίες πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου (Ολ.ΑΠ 7/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε τα ακόλουθα: Η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών (Κ.Ο.Α) είναι υπηρεσία του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και υπάγεται στο Υπουργείο Πολιτισμού. Αποτελεί τη μεγαλύτερη συμφωνική ορχήστρα της Ελλάδος με αντικείμενο τις συναυλίες κλασσικής μουσικής.

Το οργανόγραμμά της προβλέπει δύναμη 126 μουσικών με καταμερισμό ειδικοτήτων (μουσικών οργάνων) και κατηγοριών (ιεραρχία μουσικών). Λειτουργεί συνεχώς και αδιαλείπτως όλους τους μήνες του έτους εκτός από τον Αύγουστο και Σεπτέμβριο. Οι αναιρεσίβλητοι προσελήφθησαν από το διευθυντή της Κρατικής Ορχήστρα Αθηνών ως μουσικοί, η πρώτη την 1-11-1993, η δεύτερη την 29- 9-1997, ο τρίτος την 1-11-1999, η τέταρτη την 10-1-2000, η πέμπτη την 1-11-1993, η έκτη την 1-11-1993 και η έβδομη την 1-11-1993 με ιδιωτικά συμφωνητικά για την πρόσληψη καλλιτέχνη τα οποία στο κείμενο τους (άρθρο 3ο) αναφέρουν ότι οι συμβάσεις διέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 681 επ.

ΑΚ, που αφορούν τη μίσθωση έργου, και προσέφεραν τις υπηρεσίες μέχρι 30-7-2003, πλην της τέταρτης που προσέφερε τις υπηρεσίες της μέχρι 15-9-2003. Ειδικότερα οι διάδικοι κατήρτισαν επιμέρους συμβάσεις με χρονικές περιόδους: Η πρώτη εναγομένη από 1-11-1993 μέχρι 30-12-1993 ... (αναφέρονται αναλυτικά οι αλλεπάλληλες διαδοχικές συμβάσεις που καταρτίστηκαν μεταξύ των διαδίκων).

Από τους μουσικούς της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών οι 80 περίπου είναι μόνιμοι, ενώ οι υπόλοιποι 45, μεταξύ των οποίων και οι αναιρεσίβλητοι, συνδέονται με το αναιρεσείον με διαρκώς ανανεούμενες συμβάσεις έργου που καλύπτουν ειδικά για τους αναιρεσιβλήτους περίπου τους 10 από τους 12 μήνες του χρόνου, δηλαδή καλύπτουν όλους τους μήνες λειτουργίας της Κ.Ο.Α.

Όλα τα μέλη της παραπάνω Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών μεταξύ των οποίων και οι αναιρεσίβλητοι, απασχολούνται σε επταήμερη βάση πέντε ώρες την ημέρα συμμετέχοντες στις συνεχείς δοκιμές για να βρίσκονται σε επαγγελματική ετοιμότητα, καθώς και στις συναυλίες που έδινε η Κ.Ο.Α τα χρονικά διαστήματα των συμβάσεών τους, οι οποίες (συναυλίες) αναφέρονται ειδικότερα στις συμβάσεις των αναιρεσιβλήτων.

Ακολουθούσαν συγκεκριμένο ωράριο, το οποίο καθόριζε ο υπεύθυνος της Κ.Ο.Α, η καθημερινή τους δε απασχόληση ελεγχόταν μέσω τηρήσεως από την τελευταία δελτίου παρουσίας μουσικών. Έτσι οι αναιρεσίβλητοι, όπως και οι λοιποί μουσικοί της Κ.Ο.Α που προσέφεραν τις υπηρεσίες τους με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ή με συμβάσεις δημοσίου δικαίου απασχολούνταν συνεχώς σ' αυτή (Κ.Ο.Α) ακολουθώντας δεσμευτικές οδηγίες και εντολές της ως προς τον τρόπο, χρόνο και την έκταση παροχής της εργασίας τους υποκείμενοι στην εποπτεία της Κ.Ο.Α για τη διαπίστωση της συμμορφώσεώς τους προς αυτές και την αποδοχή του ελέγχου της, χωρίς να αποσκοπούν στην επίτευξη οποιανδήποτε έργου ή στο αποτέλεσμα της εργασίας τους.

Δηλαδή οι αναιρεσίβλητοι προσέφεραν τις ίδιες υπηρεσίες και υπό τις ίδιες συνθήκες με τους συναδέλφους τους μουσικούς που ανήκαν στο τακτικό προσωπικό της Κ.Ο.Α. Επιπρόσθετα ήταν ασφαλισμένοι στο Ι.Κ.Α, η Κ.Ο.Α επιβαρύνονταν με τις αντίστοιχες εργοδοτικές εισφορές, η αμοιβή τους αν και προσδιοριζόταν συνολικά για το χρονικό διάστημα κάθε σύμβασης καταβαλλόταν σε ισόποσες μηνιαίες δόσεις με δελτία παροχής υπηρεσιών των εναγόντων.

Με βάση τα παραπάνω το Εφετείο κατέληξε ότι οι επίδικες συμβάσεις αν και χαρακτηρίσθηκαν από τα μέρη "συμβάσεις έργου" υπέκρυπταν στην πραγματικότητα συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας και κατ' επίφαση χαρακτηρίζονται ως συμβάσεις έργου, αφού με αυτές οι διάδικοι απέβλεπαν εκάστοτε στην εργασία των εναγόντων και όχι σε κάποιο αποτέλεσμα, ο δε οποιοσδήποτε νομικός χαρακτηρισμός εκ μέρους τους στη συνδέουσα αυτά έννομη σχέση δεν δεσμεύσει το δικαστήριο.

Και τούτο, διότι οι υποχρεώσεις της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών είναι διαρκείς και δεν μπορούν να καλυφθούν με περιστασιακή ή προσωρινή απασχόληση των μουσικών, ώστε αναντίρρητα οι αναιρεσίβλητοι με την προσφορά των υπηρεσιών τους στο αναιρεσείον εξυπηρετούν διαρκείς και πάγιες ανάγκες του τελευταίου, εργαζόμενοι υπό τις ίδιες συνθήκες και περιστάσεις με τους λοιπούς μουσικούς, συνακόλουθα δε οι σχέσεις εργασίας τους είχαν εξ υπαρχής τα χαρακτηριστικά ενιαίας συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.

Ο χρονικός περιορισμός της διάρκειας των αλλεπάλληλων διαδοχικών συμβάσεων των αναιρεσιβλήτων δεν δικαιολογούνταν από λόγους αντικειμενικούς και ειδικότερα από τη φύση των υπηρεσιών που αυτοί παρείχαν, ούτε από τη φύση και το είδος των καλυπτομένων από την εργασία αυτών αναγκών, ούτε και υπαγορεύτηκε από κάποιο άλλο ειδικό λόγο αναγόμενο στις συνθήκες λειτουργίας της ΚΟΑ.

Επομένως, οι ανωτέρω συμβάσεις συνήφθησαν με πρόθεση καταστρατήγησης των διατάξεων του ν. 2112/1920 ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας, με συνέπεια να καθίστανται αυτές άκυρες ως προς το χρονικό αυτό περιορισμό της διάρκειας τους και να συνιστούν έτσι ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που συνεχίζει να υφίσταται και μετά τη συμφωνημένη λήξη τους, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920 και της ρήτρας 5 παρ. 1 του Παραρτήματος της οδηγίας 1999/70/ΕΚ για την αποφυγή της κατάχρησης των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου μη εφαρμοζομένων στην περίπτωση αυτή των απαγορεύσεων που επιβάλλει ο ν. 2190/1994.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648, 669 ΑΚ, 103 παρ. 2,3 και 7 του Συντάγματος, 8 παρ. 1 και 3 του ν. 2112/1920, 21 του ν. 2190/1994, 189 παρ. 3 της Συνθήκης της ΕΟΚ και το ΠΔ 164/2004, εφόσον οι ένδικες συμβάσεις των αναιρεσιβλήτων καταρτίστηκαν πριν την 18-4-2001 δηλαδή πριν την έναρξη ισχύος της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ και των παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001, επομένως είχαν ήδη προσλάβει πριν την έναρξη ισχύος των ως άνω διατάξεων τον χαρακτήρα της σύμβασης αορίστου χρόνου κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την απαγόρευση από το νόμο της σύναψης τους, τον οποίο διατηρούν και μετά ταύτα.

Επομένως αμφότεροι οι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. με τους οποίους προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-8-2007 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 8862/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των παρόντων αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Οκτωβρίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Οκτωβρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ