1499/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΟι οδηγοί των ενταγμένων στο ΚΤΕΛ λεωφορείων, είτε έχουν προσληφθεί από τους ιδιοκτήτες, είτε από το ΚΤΕΛ, απολύονται μόνο για τους περιοριστικώς αναφερόμενους στον Κανονισμό των ΚΤΕΛ λόγοθυς και δεν είναι έγκυρη η αναιτιώδης καταγγελία της εργασιακής τους σύμβασης κατά τις γενικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, αδιάφορα αν αυτή γίνεται από τον ιδιοκτήτη του λεωφορείου που τους προσέλαβε ή από το ΚΤΕΛ, όταν το τελευταίο συμβαίνει να είναι και εργοδότης τους. Το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 2, 16 παρ. 3, 26 παρ. 2 του ΠΔ 246/2006, 5 παρ. 2 του Ν. 3198/1955, και 25 παρ. 1 του Συντάγματος.
Legislator headnote
AI generated1499/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 4 του Π.Δ/τος 246/2006 "Γενικός Κανονισμός Προσωπικού των ΚΤΕΛ Α.Ε. και των ΚΤΕΛ του Ν. 2963/2001", η Ισχύς του οποίου άρχισε από τη 1-1-2007, "Οι οδηγοί των μισθωμένων ή ενταγμένων σε ΚΤΕΛ λεωφορείων προσλαμβάνονται και απολύονται από τους ιδιοκτήτες ή συνιδιοκτήτες των λεωφορείων αυτών", κατά δε την παράγραφο 1 του άρθρου 2 του ιδίου νόμου "1.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1499 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Οι οδηγοί των ενταγμένων στο ΚΤΕΛ λεωφορείων, είτε έχουν προσληφθεί από τους ιδιοκτήτες, είτε από το ΚΤΕΛ, απολύονται μόνο για τους περιοριστικώς αναφερόμενους στον Κανονισμό των ΚΤΕΛ λόγοθυς και δεν είναι έγκυρη η αναιτιώδης καταγγελία της εργασιακής τους σύμβασης κατά τις γενικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, αδιάφορα αν αυτή γίνεται από τον ιδιοκτήτη του λεωφορείου που τους προσέλαβε ή από το ΚΤΕΛ, όταν το τελευταίο συμβαίνει να είναι και εργοδότης τους. Το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 2, 16 παρ. 3, 26 παρ. 2 του ΠΔ 246/2006, 5 παρ. 2 του Ν. 3198/1955, και 25 παρ. 1 του Συντάγματος.
Αριθμός 1499/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1, 2) Χ2, 3) Χ3 και 4) Χ4, όλων κατοίκων ... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόφιλο Κώτσιου.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Άγι Παπαστεργίου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-10-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 83/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 134/2009 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24-6-2009 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 8-9-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 4 του Π.Δ/τος 246/2006 "Γενικός Κανονισμός Προσωπικού των ΚΤΕΛ Α.Ε. και των ΚΤΕΛ του Ν. 2963/2001", η Ισχύς του οποίου άρχισε από τη 1-1-2007, "Οι οδηγοί των μισθωμένων ή ενταγμένων σε ΚΤΕΛ λεωφορείων προσλαμβάνονται και απολύονται από τους ιδιοκτήτες ή συνιδιοκτήτες των λεωφορείων αυτών", κατά δε την παράγραφο 1 του άρθρου 2 του ιδίου νόμου "1.
Ο κανονισμός αυτός εφαρμόζεται: α) Σε όλο το προσωπικό (τακτικό και έκτακτο) των ΚΤΕΛ Α.Ε. και ΚΤΕΛ. Β) Στους οδηγούς των λεωφορείων, που είναι μισθωμένα ή ενταγμένα σε ΚΤΕΛ Α.Ε. ή ΚΤΕΛ και στους μετόχους- ιδιοκτήτες ή συνιδιοκτήτες λεωφορείων μισθωμένων ή ενταγμένων σε ΚΤΕΛ Α.Ε. ή ΚΤΕΛ, όταν απασχολούνται ως οδηγοί στα λεωφορεία ιδιοκτησίας τους, μόνο ως προς προσόντα, τις υποχρεώσεις, τα καθήκοντα και τον πειθαρχικό έλεγχο..2".
Περαιτέρω στο άρθρο 26 του ιδίου π.δ/τος, στο οποίο επαναλαμβάνονται οι αντίστοιχες διατάξεις του άρθρου 14 παρ.2 του προϊσχύσαντος κανονισμού (ΠΔ 229/1994), ορίζεται ότι "1. Το προσωπικό του ΚΤΕΛ απολύεται από την Υπηρεσία για τους ακόλουθους λόγους : α) Εξ αιτίας κατάργησης οργανικής θέσης εργασίας ή Υπηρεσίας μετά από απόφαση του Διοικητκού Συμβουλίου του ΚΤΕΛ, σύμφωνα με τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας (ως προς το ποσοστό απολύσεων, κλπ. ).
Εξαιρείται της παρούσας ρύθμισης το κατά την ισχύ του παρόντος Κανονισμού υπηρετούν τακτικό προσωπικό, για το οποίο, ως προς την καταγγελία της σύμβασης εργασίας εφαρμόζονται οι λοιπές ρυθμίσεις του παρόντος Κανονισμού, β) Εξ αιτίας καταδίκης για κακούργημα ή κλοπή, υπεξαίρεση, απάτη, εκβίαση, απιστία εν γένει και εγκλήματα κατά των ηθών βαθμό πλημμελήματος, γ) Εξ αιτίας ανεπάρκειας ή ακαταλληλότητας ή επαγγελματικής ανικανότητας στην εκτέλεση των καθηκόντων που έχουν ανατεθεί σ' αυτό, δ) Εξ αιτίας σωματικής ή πνευματικής νόσου που έχει ως αποτέλεσμα τη μόνιμη ανικανότητα του υπαλλήλου να εκτελέσει τα καθήκοντα της ειδικότητάς του και διαπιστώνεται από την αρμόδια υγειονομική υπηρεσία του ΙΚΑ, ε) Εξ αιτίας επιβολής της ποινής της οριστικής απόλυσης κατά τις διατάξεις του άρθρου 18 του παρόντος. 2.Οι παραπάνω λόγοι απόλυσης ισχύουν και για τους οδηγούς του άρθρου 4 του παρόντος και είναι υποχρεωτικοί για τους ιδιοκτήτες των λεωφορείων, στα οποία εργάζονται οι οδηγοί αυτοί.
Οι λόγοι των περιπτώσεων β, γ, δ και ε ισχύουν και για τους ιδιοκτήτες- οδηγούς που απασχολούνται στα λεωφορεία ιδιοκτησίας τους. 3. Ιδιοκτήτης λεωφορείου που ειδοποιείται εγγράφως από το ΚΤΕΛ ότι συντρέχει λόγος απόλυσης του οδηγού του, οφείλει το αργότερο μέσα σε δέκα (10) ημέρες από την ειδοποίησή του να προβεί σε καταγγελία της σύμβασης εργασίας.
Ομοίως και ο ιδιοκτήτης οδηγός που απασχολείται στο λεωφορείο ιδιοκτησίας του παύει μέσα στο διάστημα αυτό να εκτελεί τα καθήκοντά του ως οδηγού". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι οι οδηγοί των ενταγμένων στο ΚΤΕΛ λεωφορείων, είτε έχουν προσληφθεί από τους ιδιοκτήτες, είτε από το ΚΤΕΛ, απολύονται μόνο για τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο παραπάνω Π.δ.
λόγους και επομένως δεν είναι έγκυρη η αναιτιώδης καταγγελία της εργασιακής τους σύμβασης κατά τις γενικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, αδιάφορα αν αυτή γίνεται από τον ιδιοκτήτη του λεωφορείου που τους προσέλαβε ή από το ΚΤΕΛ, όταν το τελευταίο συμβαίνει να είναι και εργοδότης τους. Με τις πιο πάνω διατάξεις θεσπίζεται περιορισμός του προς απόλυση των οδηγών δικαιώματος, με αποτέλεσμα οι ιδιοκτήτες των λεωφορείων που έχουν ενταχθεί στο ΚΤΕΛ να μην μπορούν να προβούν σε καταγγελία των συμβάσεών τους με μόνη την τήρηση των διατυπώσεων του άρθρου 5 παρ. 2 του Ν. 3198/1955, εφόσον δεν συντρέχει και λόγος από εκείνους που περιοριστικά προβλέπονται στον Κανονισμό.
Αυτό επιβεβαιώνεται και από τη χωρίς διακρίσεις διατύπωση των προαναφερόμενων διατάξεων του άρθρου 26 του Κανονισμού, είναι δε σύμφωνο με τον επιδιωκόμενο σκοπό, που συνίσταται όχι μόνο στην ασφαλή εκτέλεση της μεταφοράς του επιβατικού κοινού και στον περιορισμό της ευθύνης των ιδιοκτητών από τη λειτουργία των λεωφορείων, αλλά, συγχρόνως, και στην κατοχύρωση της εργασιακής θέσης των οδηγών και στην αποτροπή των αυθαίρετων και καταχρηστικών απολύσεών τους από μέρους των ιδιοκτητών, στα πλαίσια του λειτουργικού και οικονομικού εκσυγχρονισμού των ΚΤΕΛ (Ολ.ΑΠ 15/2002, ΑΠ 428/2007, οι οποίες εκδόθηκαν υπό την ισχύ του προηγούμενου κανονισμού).
Οι παραπάνω διατάξεις δεν είναι αντίθετες με τις αρχές της ισότητας και της αναλογικότητας που κατοχυρώνονται από το Σύνταγμα (άρθρα 4 παρ. 1 και 25 παρ.1), αφού δεν περιορίζουν αδικαιολόγητα το δικαίωμα του εργοδότη να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας, ενώ η ιδιαίτερη αυτή ρύθμιση που ισχύει για τους οδηγούς λεωφορείων των ΚΤΕΛ, υπαγορεύεται από ειδικές περιστάσεις που τη δικαιολογούν και επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος.
Η αντίθετη άποψη, σύµφωνα µε την οποία ο ιδιοκτήτης του λεωφορείου, παράλληλα µε τους προβλεπόµενους στον Κανονισµό λόγους απόλυσης του οδηγού, µπορεί να καταγγείλει τη σύµβαση εργασίας αναιτιωδώς, κατά τις γενικές διατάξεις της εργατικής νοµοθεσίας, δεν είναι συµβατή µε τον ήδη ισχύοντα Κανονισµό που δεν εισάγει δυσµενέστερες για τους οδηγούς ρυθµίσεις από εκείνες που ίσχυαν προγενέστερα (π.δ. 229/1994), αφού σε αυτόν δεν περιλαµβάνεται διάταξη άλλη που να ρυθµίζει την απόλυση προσωπικού του ΚΤΕΛ, πλην εκείνης της παραγράφου 1 του άρθρου 26, στη οποία αναφέρονται περιοριστικώς οι λόγοι απόλυσης αυτού, οι οποίοι σύµφωνα µε την παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου, ισχύουν και για τους οδηγούς των µισθωµένων ή εντεταγµένων σε ΚΤΕΛ λεωφορείων, που έχουν εργοδότη τους ιδιοκτήτες ή συνιδιοκτήτες των λεωφορείων αυτών.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: Τον Απρίλιο του έτους 1984 μεταβιβάστηκε στον ενάγοντα, η κυριότητα, κατά ποσοστό 10% εξ αδιαιρέτου, του με αριθμό κυκλοφορίας .... ΔΧ λεωφορείου, ενταγμένου στο αστικό ΚΤΕΛ .... Αρχικοί συγκύριοι του προαναφερόμενου λεωφορείου και µε ποσοστό συγκυριότητας 50% καθένας, ήταν οι ...
και ..., οι οποίοι, δυνάµει του από 17-4-1984 ιδιωτικού συμφωνητικού, μεταβίβασαν στον ενάγοντα εκ των ως άνω ποσοστών κυριότητάς τους, ποσοστό 5% ο καθένας. Με όρο του συμφωνητικού αυτού συμφωνήθηκε ο ενάγων να εργαστεί ως οδηγός του λεωφορείου µε σύµβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, µε πλήρες ωράριο εργασίας και µε το νόµιµο κάθε φορά μισθό.
Σε εκτέλεση της συμφωνίας αυτής ο ενάγων εργάστηκε ως τακτικός οδηγός μέχρι την 26-10-2004 κατά την οποία οι τότε συγκύριοι του ως άνω λεωφορείου προέβησαν σε βλαπτική μεταβολή των όρων της συµβάσεως του ενάγοντος, την οποίαν αυτός δεν αποδέχτηκε, ενώ οι εναγόμενοι, πλέον συγκύριοι του ίδιου ως άνω λεωφορείου µε ποσοστά συγκυριότητας ο πρώτος 25%, ο δεύτερος 20%, ο τρίτος 35% και ο τέταρτος 10%, οι οποίοι και διαδέχθηκαν στην προαναφερόμενη σύµβαση εργασίας τους αρχικούς συγκυρίους και υπεισήλθαν µε τον τρόπο αυτό αυτοδικαίως στα δικαιώµατα και στις υποχρεώσεις των αρχικών συγκυρίων- εργοδοτών, την 15-10-2007, κατάγγειλαν την εργασιακή σχέση µε τον ενάγοντα, καλώντας αυτόν να παραλάβει τη σχετική έγγραφη καταγγελία και τη νόµιµη αποζημίωση.
Ο ενάγων όμως δεν δέχτηκε να παραλάβει, ούτε την έγγραφη καταγγελία ούτε την αποζημίωση απόλυσης. Για το λόγο αυτό οι εναγόμενοι του κοινοποίησαν την καταγγελία και συγχρόνως ανήγγειλαν την λύση της σύμβασης εργασίας στο ΚΤΕΛ ... (άρθρ. 4 παρ. 2 εδ. β' του Κανονισμού), κατέθεσαν δε στις 17-10-2007 στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, υπέρ αυτού, την αποζημίωση απόλυσης, γνωστοποιώντας στις 18-10-2007 την ενέργειά τους αυτή στον ενάγοντα.
Η ως άνω όμως καταγγελία δεν παρήγαγε έννομα αποτελέσματα ήτοι δεν επέφερε τη λύση της μετά του ενάγοντος, ως μονίμου οδηγού λεωφορείου ενταγμένου στο ΚΤΕΛ ..., επί του οποίου έχει εφαρμογή ο Κανονισμός Προσωπικού των ΚΤΕΛ Α.Ε. και των ΚΤΕΛ του ν. 2963 (άρθρ. 1β' του άρθρου 2 Π.δ. 246/2006), σύμβασης εργασίας, αφού δεν αποδείχτηκε ότι έγινε επειδή συνέτρεχαν κάποιες από τις περιοριστικώς αναφερόμενες στο άρθρο 26 του προϋποθέσεις αυτού (ως άνω Κανονισμού), οι οποίες ορίζουν ότι οι αναφερόμενοι στο άρθρο αυτό λόγοι απόλυσης ισχύουν και για τους οδηγούς που προσλαμβάνονται από τους ιδιοκτήτες ή συνιδιοκτήτες των λεωφορείων αυτών και είναι υποχρεωτικοί για τους ιδιοκτήτες των λεωφορείων, στα οποία εργάζονται οι οδηγοί αυτοί.
Περαιτέρω, το Εφετείο το οποίο δέχτηκε, ότι με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά δεν συνέτρεχε οποιοσδήποτε λόγος από εκείνους που προβλέπονται περιοριστικά στο Γενικό Κανονισμό Προσωπικού ΚΤΕΛ, έκρινε, στη συνέχεια, ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσιβλήτου ήταν άκυρη και απέρριψε κατ' ουσία την έφεση κατά της οριστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή και αναγνωρίστηκε η ακυρότητα της παραπάνω καταγγελίας.
Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ.1, 4 παρ.1 και 2, 16 παρ.3, 26 παρ.2 του Π.Δ. 246/2006, 5 παρ. 2 του Ν. 3198/1955, και 25 παρ.1 του Συντάγματος, ο δε περί του αντιθέτου, από το άρθρο 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, μοναδικός λόγος της αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττώμενοι, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 24-6-2009, αίτηση των αναιρεσειόντων, για αναίρεση της με αριθμό 134/2009 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Οκτωβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Νοεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ