Supreme Court annuls lower court decision for insufficient reasoning regarding force majeure and usury claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the Second Instance Court's decision due to a lack of legal basis and contradictory reasoning. The appellant argued that payment delays were caused by the Yugoslav war and the bank's usurious withdrawal, while the lower court inconsistently accepted both the force majeure defense and the bank's ability to pay. The Court found these factual contradictions rendered the lower court's judgment legally flawed.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(1) of the Code of Civil Procedure; Art. 281 of the Civil Code: A judgment is annulled if it lacks legal basis or contains contradictory reasoning on facts essential to the outcome, such as when a court inconsistently accepts force majeure and the party's ability to fulfill obligations.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1499 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1499/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε και Χαράλαμπο Δημάδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :
Της αναιρεσείουσας : Εταιρείας με την επωνυμία "ΓΕΡΑΚΙΝΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ" που εδρεύει στη Γερακινή Χαλκιδικής και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Δημήτριος Ζωητός.
Της αναιρεσιβλήτου : Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Γιώργος Τριανταφυλλάκης.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20.12.1995 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 10497/1996 προδικαστική και 5449/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 3253/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά η αναιρεσείουσα με την από 02.10.2006 αίτησή της και τους από 27.12.2006 με ιδιαίτερο δικόγραφο πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης-Σπυρίδων Τέντες ανέγνωσε την από 07.12.2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, έλλειψη νόμιμης βάσεως υπάρχει όταν τα αναφερόμενα στην ελάσσονα σκέψη του δικανικού συλλογισμού πραγματικά γεγονότα εκτίθενται τόσο ατελώς, ασαφώς ή αντιφατικώς ώστε να μην μπορεί να διαπιστωθεί αν αυτά ανταποκρίνονται ή μη στο πραγματικό του εφαρμοζόμενου κανόνα δικαίου, να μην προκύπτουν δηλαδή επαρκώς από τις παραδοχές τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής αυτών, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της.
Στην προκείμενη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υποθέσεως προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 20.12.1995 αγωγή της η αναιρεσείουσα ισχυρίσθηκε ότι το έτος 1990 με συμβολαιογραφικό έγγραφο νομίμως μεταγραφέν, αγόρασε από την εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη τράπεζα ένα ξενοδοχειακό συγκρότημα στη ..., του οποίου η ενάγουσα ήταν από ετών μισθώτρια, ότι μεγάλο μέρος του τιμήματος είχε ήδη προκαταβληθεί κατά τα έτη 1987 έως 1990 και παραμείνει κατά το διάστημα αυτό ατόκως στα χέρια της εναγομένης, το υπόλοιπο δε συμφωνήθηκε να καταβληθεί σε εξαμηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις, ότι η εναγομένη παρακράτησε την κυριότητα μέχρις αποπληρωμής του τιμήματος και διατήρησε το δικαίωμα υπαναχωρήσεως σε περίπτωση καθυστερήσεως της πληρωμής των δόσεων, ότι λόγω καθυστερήσεως της πληρωμής των δόσεων η εναγομένη με συμβολαιογραφική δήλωσή της θεώρησε ότι ματαιώθηκε η αναβλητική αίρεση υπό την οποία τελούσε η πώληση και πληρώθηκε η διαλυτική αίρεση υπό την οποία τελούσε η μεταβίβαση της νομής του πωληθέντος στην αγοράστρια, συγχρόνως δε υπαναχώρησε από τη σύμβαση της πωλήσεως.
Με την κύρια βάση της αγωγής προβλήθηκε ότι η άσκηση του δικαιώματος της εναγομένης προς ανατροπή των αποτελεσμάτων της αγοραπωλησίας είναι καταχρηστική ενόψει των όλων περιστάσεων και ειδικότερα ενόψει α) του ύψους του ήδη καταβληθέντος τιμήματος, το οποίο κατά μεγάλο μέρος είχε προκαταβληθεί και παραμείνει επί διάστημα ατόκως στα χέρια της εναγομένης, β) των δαπανών για αναγκαίες και επείγουσες ανακαινίσεις και βελτιώσεις, στις οποίες υποβλήθηκε κατ' ανάγκη η ενάγουσα για τη διατήρηση της ανταγωνιστικότητας του ξενοδοχείου, γ) του γεγονότος ότι η καθυστέρηση καταβολής των δόσεων δεν οφείλεται σε δυστροπία και αδιαφορία, αλλά στην δεινή κρίση που έπληξε τον Τουρισμό ιδίως της Βόρειας Ελλάδας και ειδικότερα της Χαλκιδικής λόγω του πολέμου στην πρώην Γιουγκοσλαβία και του προηγηθέντος πολέμου στον περσικό Κόλπο και δημιούργησαν συνθήκες ανώτερης βίας, δ) των υπερβολικών μισθωμάτων που εισέπραξε η εναγομένη, τα οποία υπερβαίνουν κατά πολύ την εύλογη ετήσια μισθωτική απόδοση ενός ακινήτου όπως το συγκεκριμένο, ε) του γεγονότος ότι η υπαναχώρηση έγινε ενώ ακόμα εκκρεμούσε αίτημα της ενάγουσας προς την ΕΤΕΒΑ για παροχή δανείου προς το σκοπό της πληρωμής των καθυστερουμένων δόσεων, το οποίο αίτημα η τελευταία αυτή τράπεζα αντιμετώπιζε θετικά, καθώς και του ότι η εναγομένη, έχοντας γνώση της διαδικασίας της δανειοδοτήσεως αυτής, που αναμενόταν να ολοκληρωθεί συντόμως, διαβεβαίωνε ότι δεν θα προβεί σε καμία ενέργεια μέχρις ότου χορηγηθεί το δάνειο, και στ) του γεγονότος ότι η άσκηση του επίδικου δικαιώματος της εναγομένης εκδηλώθηκε ελάχιστο χρόνο πριν από την έναρξη της τουριστικής περιόδου, όταν η ενάγουσα είχε ήδη αναλάβει υποχρεώσεις έναντι διαφόρων τουριστικών πρακτορείων, από τις οποίες δεν μπορούσε να απαλλαγεί.
Το Εφετείο όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Η αρχική διάδικος, εναγομένη της ένδικης αγωγής, τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Ανώνυμος Εταιρεία Εθνική Κτηματική Τράπεζα της Ελλάδος", την οποία κατά τη διάρκεια της δίκης διαδέχθηκε ως καθολική διάδοχος η τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", είχε στην κυριότητα, νομή και κατοχή της, ένα ξενοδοχείο, β' τάξης, το οποίο βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου ...
και στη θέση "..." της περιοχής του τότε συνοικισμού ..., αποτελείται δε από κτίσμα πέντε (5) ορόφων, με υπόγειο εν μέρει και δώμα, συγκροτήματα BUNGALOWS (μπανγκαλόους), συγκρότημα εισόδου, εστιατόριο, χώρους υποδοχής, αγοράς, δύο θερμαινόμενες κολυμβητικές δεξαμενές, αποδυτήρια, ντους και με όλα τα συστατικά και παραρτήματα αυτού, σε οικόπεδο εκτάσεως 100.000 τετραγωνικών μέτρων περίπου.
Με το από 14.05.1984 ιδιωτικό συμφωνητικό η εφεσίβλητη και εκκαλούσα εταιρεία με την επωνυμία "ΓΕΡΑΚΙΝΑ Ανώνυμος Εταιρεία Τουριστικών Επιχειρήσεων" μίσθωσε από την ιδιοκτήτρια το ξενοδοχείο αυτό για το χρονικό διάστημα από15.05.1984 έως την 31.12.1989. Η μίσθωση όμως διήρκησε μέχρι την 15.03.1990, παραταθείσα σιωπηρώς μέχρι την ημερομηνία αυτή.
Ως μίσθωμα για την ανωτέρω μίσθωση ορίστηκε ποσό ίσο με το 15% των από οποιαδήποτε αιτία ετήσιων ακαθαρίστων εισπράξεων του ξενοδοχείου από τη μισθώτρια. Κατά τη διάρκεια της μίσθωσης και ειδικότερα την 06.11.1987 μεταξύ των συμβαλλομένων εταιριών υπογράφηκε το υπ' αριθμ. .../... προσύμφωνο συμβόλαιο πώλησης του εν λόγω ξενοδοχειακού συγκροτήματος του συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννη Ρούσκα από την ιδιοκτήτρια και εκμισθώτρια αυτού προς την μισθώτρια.
Με τις υπ' αριθμ. .../... πράξη παράτασης προθεσμίας του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου Αθηνών παρατάθηκε από λόγους που αφορούσαν αποκλειστικά τη μέλλουσα αγοράστρια, η αρχικά ορισμένη προθεσμία για την κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου πώλησης. Η οριστική πώληση τελικώς καταρτίσθηκε με το υπ' αριθμ. .../...
συμβόλαιο του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου, με το οποίο ορίστηκε ως τίμημα της πώλησης του εν λόγω ξενοδοχειακού συγκροτήματος το ποσό των 698.180.000 δραχμών, έναντι του οποίου η αγοράστρια εταιρεία είχε καταβάλει:1) το ποσό των 100.000.000 δραχμών κατά την υπογραφή του υπ' αριθμ. .../... προσυμφώνου πώλησης του ανωτέρω συμβολαιογράφου, 2) το ποσό των 232.000.000 δραχμών κατά την υπογραφή της υπ' αριθμ. .../...
πράξης παράτασης της προθεσμίας υπογραφής του οριστικού συμβολαίου του ιδίου συμβολαιογράφου, 3) το ποσό των 3.763.000 δραχμών κατά την υπογραφή της υπ' αριθμ. .../... πράξης του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου νέας παράτασης της προθεσμίας υπογραφής του οριστικού συμβολαίου και 4) το ποσό των 14.907.000 δραχμών την 14.03.1990, Επίσης με το ίδιο ως άνω οριστικό συμβόλαιο συμφωνήθηκαν μεταξύ των συμβαλλομένων και τα ακόλουθα:
α) το υπόλοιπο τίμημα, ύφους 347.510.000 δραχμών πιστώθηκε και η αγοράστρια υποσχέθηκε να καταβάλει αυτό σε είκοσι τέσσερις (24) ίσες εξαμηνιαίες, συνεχείς, έντοκες τοκοχρεωλυτικές δόσεις σύνθετης χρεωλυσίας, με επιτόκιο 21,50% το χρόνο, β) η πρώτη τοκοχρεολυτική δόση θα καταβαλλόταν την 01.01.1991 και η τελευταία την 01.01.2002.
Οι ενδιάμεσες δόσεις θα ήταν καταβλητέες την 1η Ιανουαρίου και την 1η Ιουλίου κάθε έτους, την 01/07/1990 δεν θα καταβάλλονταν από την αγοράστρια στην πωλήτρια οι μέχρι τότε απλοί τόκοι επί του πιστουμένου τιμήματος των 347.510.000 δραχμών, γ) μέχρι να εξοφληθεί το υπόλοιπο τίμημα, οι τόκοι (συμβατικοί και υπερημερίας), φόροι, τέλη, εισφορές και λοιπές επιβαρύνσεις, η κυριότητα του παραπάνω κτιριακού συγκροτήματος θα παρέμενε στην πωλήτρια τράπεζα, δ) στην αγοράστρια παραχωρήθηκε από την ημέρα υπογραφής του οριστικού αγοραπωλητηρίου συμβολαίου μόνο η νομή (υπό την κατωτέρω εκτιθέμενη διαλυτική αίρεση), η κατοχή και η χρήση του ακινήτου για το οποίο γίνεται λόγος, ε) σε περίπτωση καθυστέρησης καταβολής οποιασδήποτε δόσεως ή μέρους αυτής μετά των τόκων και λοιπών επιβαρύνσεων θα λογίζονται τόκοι υπερημερίας μέχρι του ανωτάτου επιτρεπομένου από τον νόμο ορίου και μάλιστα από την πρώτη ημέρα της καθυστέρησης επί ολοκλήρου του οφειλομένου τότε τιμήματος μετά των τόκων του και λοιπόν εξόδων που βαρύνουν την αγοράστρια, στ) στην περίπτωση που η αγοράστρια, καθυστερήσει την καταβολή στην πωλήτρια (ΕΚΤΕ Α.Ε.) και μίας δόσεως ή μέρος αυτής με του τόκους της, τυχόν τόκους υπερημερίας, τέλη, φόρους κλπ.
πάσης φύσεως έξοδα που βαρύνουν αυτή, παρέχεται το δικαίωμα στην πωλήτρια με μονομερή δήλωση της προς την αγοράστρια να υπαναχωρήσει από την ανωτέρω σύμβαση πώλησης και να κηρύξει την αγοράστρια έκπτωτη από κάθε δικαίωμα που έχει από την πώληση, ζ) σε περίπτωση υπαναχώρησης της τράπεζας οι καταβολές που έχουν γίνει στην πωλήτρια και τα ποσά που θα έχουν καταβληθεί μέχρι τότε καταπίπτουν αυτοδικαίως υπέρ της πωλήτριας, λόγω αποζημιώσεως για τη στέρηση της χρήσεως του πωλούμενου ακινήτου (κτιριακού συγκροτήματος) και εν πάσει περιπτώσει λόγω ποινικής ρήτρας.
Εξάλλου· συμφωνήθηκε ότι οι βελτιώσεις και οποιαδήποτε έργα έχουν γίνει ή θα γίνουν στο ακίνητο, θα παραμείνουν σε όφελος της πωλήτριας λόγω αποζημιώσεως για τη χρήση του ακινήτου και εν πάσει περιπτώσει λόγω αποζημιώσεως και ποινικής ρήτρας, η)επίσης στην περίπτωση της υπαναχώρησης αυτής η αγοράστρια έχει την υποχρέωση να παραδώσει αμέσως στην πωλήτρια την νομή, κατοχή και χρήση του πωλουμένου ακινήτου και σε περίπτωση που θα αρνηθεί η αγοράστρια η πωλήτρια δικαιούται να το αφαιρέσει με εκτέλεση του οριστικού συμβολαίου αγοραπωλησίας του.
Κατ' εφαρμογήν των ανωτέρω όρων η πωλήτρια Τράπεζα την 04.02.1994 συνέταξε μονομερώς ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Αριστείδη Δράγιου την υπ' αριθ. .../... δήλωση ματαιώσεως μεταβίβασης κυριότητας ακινήτου λόγω μη πληρώσεως αναβλητικής αιρέσεως και πληρώσεως διαλυτικής αιρέσεως και ανατροπής των αποτελεσμάτων της για τη νομή του ακινήτου αυτού, επικαλούμενη ότι η αγοράστρια εταιρεία δεν είχε πληρώσει ορισμένες από τις συμφωνημένες τοκοχρεωλυτικές δόσεις και υπαναχώρησε από τη σύμβαση κηρύσσοντας έκπτωτη την αγοράστρια από κάθε συμβατικό της δικαίωμα.
Στη συνέχεια συντάχθηκε η υπ' αριθ. .../... έκθεση βίαιης αποβολής και εγκαταστάσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πολυγύρου ..., χωρίς όμως και να εκτελεσθεί αυτή αφού τελικώς οι τότε συμβαλλόμενες κατέληξαν σε συμφωνία και με την υπ' αριθ. .../... πράξη του συμβολαιογράφου Αθηνών Αριστείδη Δράγιου παραχωρήθηκε στην αγοράστρια η χρήση του ξενοδοχειακού συγκροτήματος για το μέχρι την 30.11.94 χρονικό διάστημα έναντι αποζημίωσης χρήσεως του ποσού 150.000.000 δραχμών που τμηματικά καταβλήθηκε στην πωλήτρια και ήδη και πάλι εκμισθώτρια Τράπεζα.
Η αγοράστρια εταιρία έναντι του υπολοίπου τιμήματος της επίδικης αγοραπωλησίας των 347.510.000 δραχμών που έπρεπε να καταβάλλει σε 24 εξαμηνιαίες ίσες έντοκες τοκοχρεωλυτικές δόσεις ύψους της κάθε μιας αυτών 40.883.453 δραχμών και οι οποίες δόσεις για το χρονικό διάστημα από 01.01.91 (χρόνος καταβολής της πρώτης δόσης) μέχρι την 01.01.94 (πριν την κατάργηση της προμνημονευόμενης υπ' αριθ. 28238/04.02.94 δήλωσης ματαίωσης μεταβίβασης του ακινήτου) ανέρχονταν σε 286.184.171 δραχμές (40.883.453 δραχμές Χ 7 δόσεις για το ανωτέρω χρονικό διάστημα) κατέβαλε συνολικά το ποσό των 195.000.000 δραχμών.
Εξάλλου η εφεσίβλητη εκκαλούσα εταιρεία κατά το χρονικό διάστημα από τη σύναψη του υπ' αριθ. .../... αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννη Ρούσκα έως και την υπαναχώρηση της πωλήτριας Τράπεζας (07.02.94) ως αγοράστρια τον ξενοδοχειακού συγκροτήματος για το οποίο γίνεται λόγος, του οποίου θα αποκτούσε και την κυριότητα την 01.07.2002 με την αποπληρωμή του τιμήματος και των λοιπών συμβατικών και νομίμων επιβαρύνσεων, είχε καταβάλει από ίδια χρήματα της, πλην της σχετικής επιχορήγησης από το Ελληνικό Δημόσιο λόγω υπαγωγής της επιχείρησης στους ν. 1892/1990 και 1262/1982, για δαπάνες βελτίωσης, ανακαίνισης και επέκτασης των εγκαταστάσεων του ξενοδοχείου συνδεομένων με το ακίνητο το ποσό των 220.000.000 δραχμών. " Ειδικότερα δαπάνησε 1)το ποσό των 80.000.000 δρχ.
για την ανακαίνιση των δαπέδων τον με καινούριες μοκέτες και πλακάκια στα μπανγκαλόους μαζί με τις εργασίες και τα υλικά για την αντικατάσταση των υδραυλικών και ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων, 2) το ποσό των 40.000.000 δρχ. για την ανακατασκευή των WC με υδραυλική και ηλεκτρολογική εγκατάσταση και όλα τα αξεσουάρ, ενόψει του ότι το ξενοδοχείο αυτό ήταν κατασκευής του έτους 1970, 3)το ποσό των 30.000.000 για ανακαίνιση του αποχετευτικού συστήματος, 4) το ποσό των 30.000.000 δρχ.
για την αντικατάσταση των τηλεφωνικών και ηλεκτρικών εγκαταστάσεων στα μπανγκαλόους, 5) το ποσό των 20.000.000 δρχ. για την ανακαίνιση της πισίνας και των μπαρ του ξενοδοχείου, τη μετατροπή μιας αίθουσας ντίσκο σε αίθουσα συνεδριάσεων και την διαμόρφωση της εισόδου του ξενοδοχείου και 6) το ποσό των 20.000.000 δρχ.
για την ανακαίνιση των μηχανημάτων και των εγκαταστάσεων της κουζίνας του ξενοδοχείου. Όλες οι ανωτέρω δαπάνες ήταν αναγκαίες για την καλύτερη λειτουργία του ξενοδοχείου αυτού και κατά τη συμφωνία των μερών αυτές που συνδέονταν με το ακίνητο θα παρέμεναν σε όφελος αυτού, με την επισήμανση ότι το όφελος αυτό περιερχόταν στον εκάστοτε νομέα και χρήστη αυτού.
Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε ότι η καθυστέρηση στην καταβολή των δόσεων εκ μέρους της αγοράστριας εταιρείας οφειλόταν σε δυστροπία και αδιαφορία των εκπροσωπούντων αυτήν προσώπων και όχι στην κρίση που έπληξε κατά ένα μέρος τον Ελληνικό τουρισμό στο σύνολο του και ιδιαίτερα τον τουρισμό της Χαλκιδικής εξαιτίας της κρίσης και του πολέμου στην πρώην Γιουγκοσλαβία κατά το έτος 1991.
Η αγοράστρια εταιρεία είχε ακαθάριστα έσοδα (τζίρο) συνεχώς, κατά το μεγαλύτερο χρονικό διάστημα των ετών 1989 έως 1994, αυξανόμενα. Συγκεκριμένα το έτος 1989 ανήλθαν σε 605.658.919 δραχμές, το έτος 1990 παρουσίασαν μικρή μείωση και ανήλθαν σε 586.898.252 δραχμές, το έτος 1991 ανήλθαν στο ποσό των 679.402.340 δραχμών, το1992 ανήλθαν στο ποσό των 713.398.772 δραχμών, το έτος 1993 ανήλθαν σε 818.230.438 δραχμές και κατά το έτος 1994 αυξήθηκαν σημαντικά και ανήλθαν στο ποσό των 1.101.619.270 δραχμών.
Επομένως η εφεσίβλητη εκκαλούσα εταιρεία, που δεν αντιμετώπισε κατά την αντίστοιχη χρονική περίοδο άλλες πρόσθετες και απρόβλεπτες ανάγκες και η εμπορική δραστηριότητα της δεν μεταβλήθηκε σημαντικά κατά την ως άνω χρονική περίοδο, μπορούσε ευχερώς να εκπληρώσει τις συμβατικές υποχρεώσεις της προς την αντίδική της Τράπεζα και ειδικότερα να καταβάλει εμπρόθεσμα τις τοκοχρεωλυτικές δόσεις του υπολοίπου τιμήματος και στη συνέχεια να προβαίνει στη διάθεση των καθαρών κερδών της, όπως αυτή έκρινε επωφελέστερα γι' αυτήν και τους μετόχους της.
Επίσης με την προσβαλλόμενη απόφαση επισημαίνονται και γίνονται δεκτά τα ακόλουθα: Το Ελληνικό Δημόσιο ναι μεν έλαβε μέτρα υπέρ των δανειοληπτών που αντιμετώπισαν οικονομική κρίση κατά την ανωτέρω χρονική περίοδο, αλλά η συγκεκριμένη ξενοδοχειακή μονάδα εμφάνισε σταθερή και συνεχόμενη αύξηση των κερδών της, που της παρείχε την ευχέρεια εκπλήρωσης των προς την αντίδικο της Τράπεζα οικονομικών υποχρεώσεών της, όπως θα ενεργούσε κάθε συνεπής συμβαλλόμενος πριν οιαδήποτε διάθεση των κερδών της επιχείρησης του.
Προσέτι η αγοράστρια εταιρεία το Δεκέμβριο του 1993 είχε υποβάλει προς την ΕΤΕΒΑ Α.Ε. αίτημα χορήγησης δανείου για την αποπληρωμή των οφειλών της προς την αντίδικό της στην προκειμένη δίκη Τράπεζα ως και για την χρηματοδότηση των επεκτάσεων και ανακαίνισης του ξενοδοχείου. Το αίτημα όμως αυτό, που αρχικά είχε αντιμετωπισθεί θετικά και είχε σχετικώς ενημερωθεί και η αντίδικος της Τράπεζα (Εθνική Κτηματική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.), τελικά απορρίφθηκε απ' την ΕΤΕΒΑ Α.Ε., μετά από πιο ακριβή έλεγχο για την οικονομική κατάσταση της αιτούσας το δάνειο και διαπίστωση ότι δεν ανταποκρινόταν στις δανειακές της υποχρεώσεις, χωρίς τούτο να οφείλεται σε κάποια ενέργεια της αντιδίκου της Τράπεζας, που την ενδιέφερε μόνο η εκπλήρωση των προς αυτήν οικονομικών υποχρεώσεων.
Η αρχική συμβαλλόμενη Τράπεζα, την οποία διαδέχθηκε η εκκαλούσα και εφεσίβλητη Τράπεζα αντίστοιχα, προέβη σε (συμβολαιογραφική) δήλωση ματαίωσης μεταβίβασης κυριότητας κατά το Φεβρουάριο του 1994 και στη συνέχεια προέβη στις λοιπές διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης, όταν διαπίστωσε ότι η αντίδικός της συμβαλλομένη δεν επρόκειτο να ανταποκριθεί, από δικούς της αποκλειστικά λόγους, στις οικονομικές υποχρεώσεις της και ειδικότερα στην καταβολή των τοκοχρεωλυτικών δόσεων του υπολοίπου τιμήματος, που προσαυξάνονταν με τόκους συμβατικούς και υπερημερίας, που σύννομα ανατοκίζονταν ανά εξάμηνο που συνέπιπτε με την καταβολή κάθε μιας δόσης, λογιζόμενες ως πιστώσεις της πωλήτριας Τράπεζας προς την αγοράστρια με όλες τις επιβαρύνσεις που συμφωνείται στην περίπτωση υπερημερίας του δανειζόμενου.
Αυτό όμως δεν επιδίωξε να το συνδυάσει η πωλήτρια Τράπεζα με το ότι άρχιζε μετ' ολίγον η θερινή τουριστική περίοδος του έτους 1994 και η εφεσίβλητη - εκκαλούσα αγοράστρια εταιρεία είχε αναλάβει υποχρεώσεις έναντι τουριστικών πρακτορείων και προμηθευτών για την επικείμενη λειτουργία του ξενοδοχείου, επιδιώκοντας έτσι την οικονομική καταστροφή της από την αδυναμία να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της.
Προστίθεται τέλος ότι η αγοράστρια εταιρεία, μη συμμορφούμενη με τις συμβατικές της υποχρεώσεις, δεν όφειλε μόνο προς την αντίδικό της μία ή μερικές των τοκοχρεωλυτικών δόσεων του υπολοίπου τιμήματος, ύφους μερικών δεκάδων ή εκατοντάδων χιλιάδων δραχμών, που θα μπορούσε να κριθεί δικαιολογημένη η καθυστέρηση της καταβολής τους, αλλά το χρέος της ανήλθε από την αιτία αυτή σε εκατοντάδες εκατομμυρίων δραχμών (τουλάχιστον πλέον των 200.000.000 δραχμών).
Κατ' ακολουθίαν των παραδοχών αυτών, το Εφετείο έκρινε απορριπτέους ως αβάσιμους κατ' ουσίαν, τους ισχυρισμούς της ενάγουσας αγοράστριας περί του ότι α) η καθυστέρηση της καταβολής των δόσεων δεν οφείλεται σε υπαιτιότητά της, αλλά σε αδυναμία της, οφειλόμενη σε έκτακτα γεγονότα που έπληξαν τον ελληνικό τουρισμό, ιδιαίτερα στην περιοχή της Χαλκιδικής, εξαιτίας του πολέμου στην πρώην Γιουγκοσλαβία (τυχηρά-ανωτέρα βία) και β)η άσκηση του δικαιώματος της αντιδίκου της πωλήτριας να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση και να την αποβάλει από το πωληθέν ανίκητο είναι ενόψει των περιστάσεων, καταχρηστική.
Οι παραπάνω παραδοχές του Εφετείου εμφανίζουν ελλείψεις σε κρίσιμα ζητήματα, ήτοι σε επιμέρους περιστατικά προταθέντα προς στήριξη της εκ του άρθρου 281 ΑΚ βάσεως της αγωγής, που καθιστούν αβέβαιο αν το δικαστήριο δέχεται ή όχι τα περιστατικά αυτά. Ειδικότερα το Εφετείο προς απόκρουση του αγωγικού ισχυρισμού ότι η καθυστέρηση της καταβολής των τοκοχρεωλυτικών δόσεων οφείλεται στην κρίση που έπληξε τον ελληνικό τουρισμό και ιδίως τον τουρισμό της Χαλκιδικής δέχεται ότι η κρίση αυτή δεν είχε επίπτωση στην επιχείρηση της ενάγουσας, αφού αυτή κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα εμφάνισε αύξηση των ακαθαρίστων εισπράξεων (τζίρου) της, την οποία (αύξηση) στη συνέχεια προς στήριξη της κρίσεώς του εξισώνει με την αύξηση των καθαρών κερδών.
Τούτο ωστόσο συνιστά λογικό άλμα, αφού τα καθαρά κέρδη μιας επιχειρήσεως προκύπτουν όχι από μόνα τις ακαθάριστες εισπράξεις, αλλά από τη σύγκριση των τελευταίων με τα έξοδα της επιχειρήσεως. Στην προκείμενη περίπτωση όμως δεν γίνεται αναφορά σε έξοδα ούτε στο αν αυτά επηρεάσθηκαν και σε ποιο μέτρο από τον πασιδήλως υψηλό πληθωρισμό της εποχής εκείνης.
Το κατά τα άνω δε λογικό κενό καθιστά αμφίβολο αν το δικαστήριο απέκρουσε ή όχι τον ισχυρισμό της ενάγουσας ότι η τουριστική κρίση από τον πόλεμο της Γιουγκοσλαβίας, έπληξε καίρια της επιχείρησή της. Περαιτέρω ενώ το Εφετείο δέχεται ότι η ενάγουσα κατά την κρίσιμη περίοδο υποβλήθηκε εξ ιδίων χρημάτων σε δαπάνες για την ανακαίνιση του ξενοδοχείου, οι οποίες ήταν αναγκαίες για την καλύτερη λειτουργία του, σε άλλο σημείο αντιφατικώς δέχεται ότι η διάδικος αυτή μπορούσε ευχερώς να εκπληρώσει τις συμβατικές υποχρεώσεις της προς την τράπεζα, διότι κατά την ίδια περίοδο δεν αντιμετώπισε άλλες πρόσθετες και απρόβλεπτες ανάγκες, έτσι ώστε το πόρισμά της σε άλλη επιμέρους περίσταση, που έχει προταθεί για τη στήριξη της αγωγικής βάσεως περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της εναγομένης, να μην είναι αναμφίβολο.
Κατ' ακαλουθίαν των ανωτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως, ο δε σχετικός δεύτερος, εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, λόγος της αναιρέσεως, όπως συμπληρώνεται από τον δεύτερο πρόσθετο λόγο, είναι βάσιμος. Μετά ταύτα πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί ακολούθως η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 3253/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιουνίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ