1499/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Μαϊου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/9/2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 632/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3262/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18/7/2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, ανέγνωσε την από 20/4/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναίρεσης. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της και καθεμία την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Legislator headnote
AI generated1499/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο ιδιοκτήτης υποβάλλει προτάσεις προσλήψεως διδακτικού προσωπικού ή αναθέσεως διδασκαλίας εις αυτό, εις τον οικείον Επιθεωρητήν κατά το χρονικό διάστημα από της ενάρξεως του σχολικού έτους μέχρι της ημερομηνίας ενάρξεως των μαθημάτων. Αι προτάσεις δια την πρόσληψιν του Διευθυντού και του απαιτουμένου διδακτικού προσωπικού δια την διενέργεια των πάσης φύσεως εξετάσεων, υποβάλλεται το βραδύτερον μέχρι της 31ης Αυγούστου.."(παρ. 2).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1499 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1499/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Μαϊου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ1 , η οποία παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Κουτσιμπού. Του αναιρεσίβλητου: Σωματείου μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα με την επωνυμία "ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΓΑΛΛΙΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ", που εδρεύει στο Παρίσι της Γαλλίας και εκπροσωπείται νόμιμα στην Ελλάδα από τον Γενικό Διευθυντή της Ελληνογαλλικής Σχολής Αγίας Παρασκευής κο Ψ1 το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Κολτσιδοπούλου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/9/2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 632/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3262/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18/7/2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, ανέγνωσε την από 20/4/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναίρεσης. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της και καθεμία την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Στο άρθρο 1 του ν. 682/1977 "Περί ιδιωτικών σχολείων Γενικής Εκπαιδεύσεως και Σχολικών Οικοτροφείων" ορίζεται ότι, "ιδιωτικά σχολεία κατά την έννοια του παρόντος νόμου είναι τα αντίστοιχα προς τα δημόσια σχολεία δημοτικής ή μέσης εκπαιδεύσεως, τα μη ανήκοντα εις το Κράτος, αλλά ιδρυόμενα και συντηρούμενα υπό φυσικών ή νομικών προσώπων..".
Στο άρθρο 28 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι, "εκπαιδευτικοί έχοντες τα υπό του παρόντος νόμου οριζόμενα προσόντα εγγράφονται εις την επετηρίδα ιδιωτικών εκπαιδευτικών, τηρουμένην παρά τη Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, κατόπιν αιτήσεως των ενδιαφερομένων, συνοδευομένης υπό των προβλεπομένων προς διορισμόν δικαιολογητικών και γραμματίου καταθέσεως του προβλεπομένου ποσού υπέρ "Λογαριασμού Ιδιωτικής Γενικής Εκπαιδεύσεως" (παρ. 1).
Η καταχώρησις εις την επετηρίδα γίνεται κατόπιν πράξεως της υπό του παρόντος νόμου προβλεπομένης Επιτροπής Επετηρίδος (παρ. 2). Η Επετηρίς ιδιωτικών εκπαιδευτικών κοινοποιείται προς τας επιθεωρήσεις δημοτικής και μέσης εκπαιδεύσεως. (παρ. 3) Εις την επετηρίδα εγγράφονται: Α΄ πίναξ: Οι υπηρετούντες κατ' αποκλειστικότητα εις την ιδιωτικήν εκπαίδευσιν και μη ανήκοντες εις μίαν των επομένων κατηγοριών, ως και οι κεκτημένοι τα υπό του παρόντος νόμου οριζόμενα προσόντα διορισμού ιδιοκτήται ιδιωτικών σχολείων.
Β΄ πίναξ: Οι το πρώτον επιθυμούντες να διδάξουν εις την ιδιωτικήν εκπαίδευσιν και μέχρι της συμπληρώσεως διετούς διδακτικής υπηρεσίας, μετά την οποία εγγράφονται εις τον Α΄ πίνακα. Γ΄ πίναξ: Οι συνταξιούχοι ιδιωτικοί εκπαιδευτικοί κλπ (παρ. 4). Στο άρθρο 29 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι, "το διδακτικόν προσωπικόν των ιδιωτικών σχολείων επιλέγεται υπό των ιδιοκτητών αυτών εκ των εγγεγραμμένων εις τους πίνακας της επετηρίδος ιδιωτικών εκπαιδευτικών, ως και εξ υπαλλήλων του Δημοσίου ή Νομικών προσώπων Δημοσίου Δικαίου και διορίζονται υπό του οικείου Επιθεωρητού, κατόπιν προτάσεως του ιδιοκτήτου του σχολείου.
Ο ιδιοκτήτης κατά την επιλογήν δεν δεσμεύεται εκ της σειράς εγγραφής εις τον πίνακα". Στο άρθρο 30 του ίδιου νόμου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 13 παρ. 1 του ν. 2986/2002, ορίζεται ότι, "οι ιδιωτικοί εκπαιδευτικοί του πίνακα Α΄ του παρόντος προτείνονται για πρόσληψη από τον ιδιοκτήτη του ιδιωτικού σχολείου και μετά την έγκριση της πρότασης από τον αρμόδιο Διευθυντή Εκπαίδευσης συνάπτουν σύμβαση ορισμένου χρόνου, η οποία αρχίζει από την ημέρα παροχής των υπηρεσιών από τον εκπαιδευτικό και λήγει την 31η Αυγούστου του έκτου έτους από την πρόσληψή του.
Κατά τη λήξη της εξαετίας και εφόσον η σύμβαση δεν καταγγελθεί σύμφωνα με το εδάφιο β΄ της παραγράφου 3 μετατρέπεται σε αορίστου χρόνου, οπότε είναι δυνατόν να καταγγελθεί σύμφωνα με το εδάφιο α΄ της ίδιας παραγράφου". Τέλος, στο άρθρο 32 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι, "δια την πλήρωσιν θέσεως διδακτικού προσωπικού ιδιωτικού σχολείου, υποβάλλεται προς τον ιδιοκτήτην αυτού αίτησις του ενδιαφερομένου, βεβαίωσις περί της εγγραφής του εις την επετηρίδα, ως και υπεύθυνος δήλωσις περί της ιδιότητός του, της τυχόν απασχολήσεως του εις έτερον σχολείον ή φροντιστήριον. (παρ. 1).
Ο ιδιοκτήτης υποβάλλει προτάσεις προσλήψεως διδακτικού προσωπικού ή αναθέσεως διδασκαλίας εις αυτό, εις τον οικείον Επιθεωρητήν κατά το χρονικό διάστημα από της ενάρξεως του σχολικού έτους μέχρι της ημερομηνίας ενάρξεως των μαθημάτων. Αι προτάσεις δια την πρόσληψιν του Διευθυντού και του απαιτουμένου διδακτικού προσωπικού δια την διενέργεια των πάσης φύσεως εξετάσεων, υποβάλλεται το βραδύτερον μέχρι της 31ης Αυγούστου.."(παρ. 2).
Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι, για την έγκυρη πρόσληψη ιδιωτικού εκπαιδευτικού σε ελληνικό ιδιωτικό σχολείο απαιτείται εγγραφή του στην επετηρίδα ιδιωτικών εκπαιδευτικών, που τηρείται στο Υπουργείο Παιδείας και στη συνέχεια διορισμός του στο ιδιωτικό σχολείο από τον οικείο Επιθεωρητή, που γίνεται μετά από πρόταση του ιδιοκτήτη του σχολείου και ότι, χωρίς τη συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών η σύμβαση που καταρτίζεται μεταξύ ιδιωτικού εκπαιδευτικού και ιδιωτικού σχολείου είναι άκυρη.
Περαιτέρω, με το άρθρο 9 παρ. 22 του ν. 2817/2000 ορίστηκε ότι, "οι Έλληνες εκπαιδευτικοί που διδάσκουν σε ξένα σχολεία υπάγονται στις διατάξεις του ν. 682/1977, όπως ισχύει σήμερα". Με τη διάταξη αυτή επεκτάθηκαν οι διατάξεις του ν. 682/1977 στους έλληνες εκπαιδευτικούς, αλλά και στους εξομοιούμενους με αυτούς, με βάση τις διατάξεις της Συνθήκης της ΕΟΚ (άρθρο 52), υπηκόους κρατών-μελών της Κοινότητας, που διδάσκουν σε ξένα ιδιωτικά σχολεία.
Η υπαγωγή αυτή στις διατάξεις του ν. 682/1977 θα γίνει με τις ίδιες πιο πάνω προϋποθέσεις, που απαιτούνται και για τα ελληνικά ιδιωτικά σχολεία, δηλαδή εγγραφή του ιδιωτικού εκπαιδευτικού στην επετηρίδα ιδιωτικών εκπαιδευτικών και διορισμός του στο ξένο ιδιωτικό σχολείο από τον οικείο Επιθεωρητή. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση τα εξής:
Το αναιρεσίβλητο, το οποίο είναι μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα σωματείο, τυγχάνει φορέας της Ελληνογαλλικής Σχολής Αγ Παρασκευής, η οποία είναι ξένο σχολείο με ειδικό καθεστώς λειτουργίας, που ιδρύθηκε με διακρατική συμφωνία μεταξύ της Ελλάδος και της Γαλλίας, η οποία κυρώθηκε με το ν. 1750/1988. Σύμφωνα με το Καταστατικό -Πλαίσιο της Σχολής, αυτή περιλαμβάνει δύο τμήματα, ένα Γαλλικό και ένα Ελληνικό.
Στο Γαλλικό τμήμα, το οποίο ακολουθεί ξένο εκπαιδευτικό πρόγραμμα, απασχολούνται γάλλοι εκπαιδευτικοί, οι οποίοι είναι δημόσιοι υπάλληλοι και αμείβονται απευθείας από το Γαλλικό Κράτος. Αντίθετα, στο Ελληνικό τμήμα απασχολούνται έλληνες ιδιωτικοί εκπαιδευτικοί, οι οποίοι πληρούν τις προϋποθέσεις του ν. 682/1977 και λαμβάνουν τις προβλεπόμενες από το νόμο αυτό πράξεις "διορισμού" από το Υπουργείο Παιδείας.
Επίσης, στο ελληνικό τμήμα απασχολούνται και γάλλοι εκπαιδευτικοί (είτε δημόσιοι υπάλληλοι είτε επιτοπίως προσλαμβανόμενοι) για τη διδασκαλία των γαλλικών ως ξένης γλώσσας. Η αναιρεσείουσα, η οποία είναι γαλλικής υπηκοότητας, προσλήφθηκε από το αναιρεσίβλητο, στις 15-11-1982, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, αρχικά ως δασκάλα του δημοτικού σχολείου του Γαλλικού τμήματος στης Σχολής, ενώ στη συνέχεια δίδασκε τα γαλλικά ως ξένη γλώσσα στο δημοτικό σχολείο του Ελληνικού τμήματος.
Η ανωτέρω σύμβαση, μετά από διαδοχικές ανανεώσεις, μετατράπηκε κατά το σχολικό έτος 1987-1988, σε αορίστου χρόνου. Η αναιρεσείουσα ανήκε στους επιτοπίως προσληφθέντες γάλλους εκπαιδευτικούς της Σχολής και η σύμβαση εργασίας της ρυθμιζόταν από τις διατάξεις της ελληνικής εργατικής νομοθεσίας. Από το σχολικό έτος 1989-1990 και μέχρι την καταγγελία της συμβάσεως, η αναιρεσείουσα απασχολήθηκε αποκλειστικά στο Γαλλικό τμήμα της Σχολής, με ανάθεση διδακτικών καθηκόντων, με βάση τους τίτλους σπουδών, που διέθετε και σύμφωνα με τα ισχύοντα στο γαλλικό εκπαιδευτικό σύστημα, μόνο σε γυμνασιακό επίπεδο.
Καθ' όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα, που δίδασκε στο Γαλλικό τμήμα, ελάμβανε κατ' έτος την χορηγούμενη από τις αρμόδιες ελληνικές αρχές "άδεια διδασκαλίας", η οποία προβλέπεται από την ελληνική νομοθεσία για τους αλλοδαπούς καθηγητές, που διδάσκουν σε ξένα σχολεία. Στις σχετικές άδειες της αναιρεσείουσας αναγράφεται ως διδασκόμενο από αυτή μάθημα το μάθημα της Τεχνολογίας, πλην όμως η αναιρεσείουσα δίδασκε και το μάθημα της βιολογίας, δεδομένου ότι είναι κάτοχος των ως άνω δύο τίτλων πανεπιστημιακών σπουδών, που και οι δύο αντιστοιχούν σε διετή φοίτηση και συγκεκριμένα έχει λάβει δίπλωμα από το Πανεπιστήμιο της Τουλούζης στη Βιολογία και Φυσιογνωσία και δίπλωμα στη Τεχνολογία.
Εξάλλου, για τη διδασκαλία στο Λύκειο, οι γάλλοι εκπαιδευτικοί πρέπει να κατέχουν τη λεγόμενη "licence" ή τουλάχιστον "maitrise", που αντιστοιχεί σε τριετή πανεπιστημιακή φοίτηση, την οποία δεν είχε λάβει η αναιρεσίβλητη. Παρ' όλα αυτά όμως, το αναιρεσίβλητο είχε αναθέσει στην αναιρεσείουσα τη διδασκαλία μαθημάτων και σε τάξεις, που απαιτούσαν το παραπάνω δίπλωμα.
Με την 63/14-4-2003 απόφαση του Συμβουλίου Αναγνώρισης Επαγγελματικής Ισοτιμίας Τίτλων Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης του Υπουργείου Παιδείας αναγνωρίσθηκε στην αναιρεσείουσα το δίπλωμα να ασκεί το επάγγελμα της Καθηγήτριας Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (κλάδου ΠΕ Ο4- Βιολογίας) και να φέρει τον αντίστοιχο επαγγελματικό τίτλο.
Κατόπιν αυτού, η αναιρεσείουσα με την από 26-5-2003 επιστολή της προς το Διευθυντή της Σχολής γνωστοποίησε στο αναιρεσίβλητο την ως άνω αναγνώριση των διπλωμάτων της και επικαλούμενη ότι υπαγόταν πλέον στις διατάξεις του ν.682/1977, ζήτησε να ληφθεί αυτό υπόψη κατά την κατάρτιση του εβδομαδιαίου προγράμματος για την επόμενη σχολική περίοδο 2003-2004.
Στη συνέχεια κατόπιν αιτήσεώς της αναιρεσείουσας γράφτηκε στις 3-6-2003 στην επετηρίδα των εκπαιδευτικών λειτουργών της ιδιωτικής Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, στον ανωτέρω κλάδο, για το σχολικό έτος εγγραφής 2002-2003, γνωστοποίησε δε την εγγραφή αυτή στο αναιρεσίβλητο στις 11-6-2003. Το αναιρεσίβλητο, αμφισβητώντας άμεσα τους τίτλους σπουδών της αναιρείουσας, με την από 18-6-2003 επιστολή του προς το Συμβούλιο Αναγνώρισης Επαγγελματικής Ισοτιμίας Τίτλων δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης του Υπουργείου Παιδείας, ζήτησε να πληροφορηθεί τον ακαδημαϊκό τίτλο, βάσει του οποίου εκδόθηκε η προαναφερόμενη .......
απόφαση του ως άνω Συμβουλίου, με την οποία αναγνωρίσθηκε στην αναιρεσείουσα το δικαίωμα, να ασκεί το επάγγελμα της Καθηγήτριας Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης. Το εν λόγω Συμβούλιο απάντησε με το ..... έγγραφό του προς το αναιρεσίβλητο. Το τελευταίο, όμως, προτού λάβει την ως άνω απάντηση και αφού στις 23-6-2003 προανήγγειλε στην αναιρεσείουσα, ότι θα προέβαινε σε καταγγελία της συμβάσεώς της, στη συνέχεια και συγκεκριμένα στις 27-6-2003, επέδωσε πράγματι στην αναιρεσείουσα την από 26-6-2003 έγγραφη καταγγελία της σύμβασης εργασίας.
Η από 26-6-2003 καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της αναιρεσείουσας έγινε από λόγους εμπάθειας και εκδικητικότητας των αρμοδίων οργάνων του αναιρεσιβλήτου, λόγω της προηγηθείσης μη αρεστής στο αναιρεσίβλητο ως άνω συμπεριφοράς της αναιρεσείουσας, η οποία απέβλεπε αποκλειστικά και μόνο στην προστασία με νόμιμο τρόπο των δικαιωμάτων της.
Ως εκ τούτου, η εν λόγω καταγγελία υπερβαίνει τα όρια, που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου και συνεπώς είναι καταχρηστική και άκυρη και δικαιούται η αναιρεσείουσα μισθούς υπερημερίας, για το χρονικό διάστημα από 1-7-2003 μέχρι 1-4-2004.
Ο μηνιαίος μισθός της αναιρεσείουσας δεν πρέπει να υπολογισθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.682/1997, αφού η αναιρεσείουσα δεν προσλήφθηκε αλλά ούτε και εργάστηκε με βάση τις διατάξεις του νόμου αυτού, δεδομένου ότι δεν είχε εκδοθεί μέχρι την απόλυσή της η απαραίτητη διοριστήρια πράξη, από την αρμόδια διεύθυνση Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.
Με βάση τις παραδοχές αυτές του Εφετείου, έγινε δεκτή η αγωγή της αναιρεσείουσας, κατά την κύρια νομική της βάση, αναγνωρίσθηκε η ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της αναιρεσείουσας και επιδικάσθηκαν σ' αυτή μισθοί υπερημερίας, που υπολογίσθηκαν με βάση τις αποδοχές που λάμβανε μέχρι την απόλυσή της και όχι με βάση το ν. 682/1977.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ως προς τον υπολογισμό των μισθών υπερημερίας της αναιρεσείουσας, δεν παραβίασε τις πιο πάνω διατάξεις του ν. 682/1977 και 2817/2000, αφού, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, η αναιρεσείουσα δεν είχε διορισθεί στο σχολείο του αναιρεσιβλήτου μέχρι την απόλυσή της σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις και επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται η παραβίαση αυτή, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος 1975 που ορίζει ότι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων ενώπιον του νόμου, αλλά και την έναντι αυτών ισότητα του νόμου. Έτσι δεσμεύει και το νομοθέτη, ο οποίος στη ρύθμιση ουσιωδώς όμοιων πραγμάτων, σχέσεων ή καταστάσεων και κατηγοριών προσώπων δεν δύναται να μεταχειρίζεται τις περιπτώσεις αυτές κατά τρόπο ανόμοιο, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας εν γένει διακρίσεις, εκτός εάν η διαφορετική τους ρύθμιση δεν είναι αυθαίρετη, διότι επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των Δικαστηρίων.
Συνεπώς εάν γίνει με νόμο δικαιολογημένη ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλεισθεί από τη ρύθμιση αυτή κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, ως προς την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που δικαιολογεί την ειδική εκείνη μεταχείριση, η διάταξη που εισάγει τη δυσμενή αυτή διάκριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική.
Προς αποκατάσταση δε της άνω συνταγματικής αρχής της ισότητας πρέπει να εφαρμοσθεί και για εκείνους εις βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση η διάταξη που ισχύει για την κατηγορία υπέρ της οποίας θεσπίσθηκε η ειδική ρύθμιση. Στην προκείμενη περίπτωση, η υπαγωγή στις διατάξεις του ν. 682/1977, μέχρι τη θέση σε ισχύ του ν. 2817/2000, μόνο των εκπαιδευτικών που δίδασκαν σε ελληνικά σχολεία και όχι και εκείνων που δίδασκαν σε ξένα σχολεία, δεν είναι αντίθετη στη συνταγματική αρχή της ισότητας, γιατί έχει υπαγορευθεί από λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος και συγκεκριμένα για την καλύτερη και αρτιότερη οργάνωση των ελληνικών ιδιωτικών σχολείων, τα οποία, σε αντίθεση με τα ξένα σχολεία, αποσκοπούν στην παροχή μόνο ελληνικής παιδείας, σε έλληνες κατά κανόνα μαθητές.
Εξάλλου, οι εκπαιδευτικοί που διδάσκουν σε ξένα σχολεία ανήκουν σε διαφορετική κατηγορία από εκείνους που διδάσκουν σε ελληνικά ιδιωτικά σχολεία. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, αληθώς μόνο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται η παραβίαση της πιο πάνω συνταγματικής διάταξης, γιατί, μέχρι τη θέση σε ισχύ του ν. 2817/2000, γινόταν ανεπίτρεπτη διάκριση σε βάρος των εκπαιδευτικών των ξένων σχολείων, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 9 περ. γ΄ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν ερεύνησε την επικουρική βάση της αγωγής μετά την απόρριψη της κύριας νομικής βάσης αυτής, όχι όμως και όταν το δικαστήριο δέχθηκε την κύρια βάση και δεν ερεύνησε την επικουρική βάση, αφού δεν έχει τέτοια υποχρέωση.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, αληθώς μόνο από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται ότι, το Εφετείο άφησε αδίκαστη την αγωγή της αναιρεσείουσας κατά μία από τις επικουρικές της νομικές βάσεις και συγκεκριμένα εκείνη κατά την οποία αυτή είχε ισχυρισθεί ότι, η καταγγελία της ένδικης σύμβασης ήταν άκυρη, επειδή δεν είχε προηγηθεί της καταγγελίας προηγούμενη γνώμη επιτροπής εργαζομένων, όπως προβλεπόταν από τη σύμβαση.
Όπως προαναφέρθηκε, η αγωγή έγινε δεκτή κατά την κύρια νομική της βάση, αυτή της ακυρότητας της καταγγελίας, λόγω αντιθέσεώς της στην καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και έτσι το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να ερευνήσει και την πιο πάνω επικουρική νομική βάση. Επομένως, ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως δεν ιδρύεται και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 556 παρ. 1 και 578 Κ.Πολ.Δ για την άσκηση αναιρέσεως απαιτείται έννομο συμφέρον, η ύπαρξη του οποίου κρίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 68 Κ.Πολ.Δ. Ο διάδικος δεν έχει έννομο συμφέρον να προσβάλει την απόφαση με αναίρεση, όταν επικαλείται μόνο την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας σε ζητήματα που χωρίς ανάγκη κρίθηκαν πλεοναστικώς και όλως παρέργως, ως προς τα οποία, μη στηρίζοντα το διατακτικό αυτής, δεν παράγεται δεδικασμένο.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, αληθώς μόνο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται ότι, το Εφετείο, κατά τον υπολογισμό της αποζημίωσης της αναιρεσείουσας δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της, ότι η αποζημίωσή της, λόγω καταγγελίας της συμβάσεως της, πρέπει να υπολογισθεί με βάση 20 συμπληρωμένα έτη υπηρεσίας και όχι 16, που δέχθηκε το Εφετείο (στην αγωγή περιεχόταν και άλλη επικουρική νομική βάση κατά την οποία η καταγγελία της ένδικης συμβάσεως ήταν άκυρη, λόγω μη πληρωμής της νόμιμης αποζημίωσης, την οποία δεν είχε υποχρέωση να ερευνήσει το Εφετείο).
Η κρίση όμως του Εφετείου ως προς το ύψος της αποζημίωσης της αναιρεσείουσας είναι πλεοναστική και δεν στηρίζει το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το οποίο επαρκώς στηρίζεται στην κρίση ότι η καταγγελία της ένδικης σύμβασης είναι άκυρη ως καταχρηστική και επομένως, ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως είναι επίσης απαράδεκτος και απορριπτέος.
Τέλος, με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, αληθώς μόνο από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται ότι, το Εφετείο άφησε αδίκαστη την αγωγή της αναιρεσείουσας, κατά το μέρος που αυτή ζητούσε την επιδίκαση δύο επιδομάτων και συγκεκριμένα του επιδόματος concertation (διευθέτησης ή κοινής συμφωνίας) και του οικογενειακού επιδόματος, που προβλέπονταν από την ατομική σύμβαση εργασίας.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Όπως προκύπτει από το δικόγραφο της αγωγής, το οποίο επισκοπεί ο Άρειος Πάγος, η αναιρεσείουσα ζήτησε την επιδίκαση των δύο αυτών επιδομάτων, όχι με βάση την ατομική σύμβαση εργασίας, αλλά ως προβλεπόμενα από το ν. 682/1977 και με βάση την αρχή της ισότητας και το Εφετείο απέρριψε το αίτημα αυτό με την αιτιολογία ότι, η αναιρεσείουσα δεν υπαγόταν στις ρυθμίσεις του ν.682/1977 και δεν παραβιάσθηκε η αρχή της ισότητας στο πρόσωπό της.
Επομένως πρέπει να απορριφθεί η αίτηση για αναίρεση στο σύνολό της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τη 1129/28-7-2006 αίτηση της Χ1 για αναίρεση της 3262/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα(770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 19 Ιουνίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ