Supreme Court partially allows appeal on damages calculation but dismisses procedural appeal on time limits.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the 4559/2020 judgment while dismissing the appeal against the 2595/2021 decision due to procedural time limits. The appellants argued that the lower court erred in calculating moral damages, citing conflicting amounts in the reasoning versus the operative part. The court found the first ground valid because the appellate court failed to reconcile the contradictory figures, necessitating a remand for recalculation, whereas the second appeal was rejected as untimely.
Legislator headnote
AI generatedArticles 564, 577 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must examine admissibility sua sponte and reject untimely appeals, while partially allowing appeals where the lower court's reasoning contains contradictory findings requiring remand for correction.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1498 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1498/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Παναγιώτη Βενιζελέα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 46/2024 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ, Μιχαήλ Αποστολάκη και Ελένη Θεοδωρακοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Μαΐου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. Λ. του Ι., κατοίκου ... Αττικής και 2) Ι. Λ. του Κ., κατοίκου ... Αττικής. Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Κουτσογιάννη.
Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Ν. του Κ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Νίκαινα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 20-7-2010 και 4-1-2013 αγωγές των ήδη αναιρεσειόντων και του ήδη αναιρεσιβλήτου, αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο ... και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4410/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 4559/2020 και 2595/2021 του Εφετείου .... Την αναίρεση της 4559/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου ... και της 2595/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου ... ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 13-1-2023 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Το άρθρο 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει από 1.1.2016 σύμφωνα με το άρθρο 1 - άρθρα τρίτο και ένατο παράγραφοι 2 και 4 ν. 4335/2015, ορίζει ότι "3.- Αν η απόφαση δεν επιδόθηκε, η προθεσμία της αναίρεσης είναι δύο (2) έτη και αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης, που περατώνει τη δίκη". Περαιτέρω, ορίζουν, το άρθρο 564 παρ. 1 ΚΠολΔ ότι "1.- Αν ο αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της αναίρεσης είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης" και το άρθρο 577 παράγραφοι 1 και 2 ΚΠολΔ ότι "1.- Το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης. 2.- Αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως".
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, για απόφαση που δημοσιεύθηκε μετά την 1.1.2016, χωρίς να επιδοθεί, η καταχρηστική προθεσμία της αναιρέσεως είναι δύο έτη, ενώ αν μέσα στην καταχρηστική προθεσμία αναιρέσεως των δύο ετών συντελεσθεί η επίδοση της αποφάσεως, η προθεσμία της αναιρέσεως, αν ο αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα, είναι πλέον η γνήσια των τριάντα ημερών και αρχίζει από την επίδοση της αποφάσεως.
Το εμπρόθεσμο της ασκήσεως αναιρέσεως αποτελεί προϋπόθεση για το παραδεκτό της και ο Άρειος Πάγος το εξετάζει αυτεπαγγέλτως από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης [άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ] ή (και) κατ` ένσταση, με βάση τα αποδεικτικά έγγραφα. Η αναίρεση που ασκήθηκε εκπροθέσμως απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΑΠ 984/2022, ΑΠ 1684/2014).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 83 παρ. 1 του Ν.4790/2021, όπως αυτή ερμηνεύθηκε και συμπληρώθηκε με την διάταξη του άρθρου 25 Ν. 4792/2021, το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας (7/11/2020 - 5/4/2021), λόγω των μέτρων προστασίας από την εξάπλωση της πανδημίας του κορονοϊού (COVID 19), δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξωδίκων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, ενώ και οι προθεσμίες, που ανεστάλησαν δεν συμπληρώνονται, αν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους (ΑΠ 1130/2022, ΑΠ 987/2022) ενώ, κατά το άρθρο 49 παρ.1 Ν.4963/2022 "κατά την αληθή έννοια του...και του πρώτου εδάφιου της περ.
α' της παρ. 1 του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 ως προθεσμίες άσκησης ενδίκων βοηθημάτων και μέσων που ανεστάλησαν κατά το διάστημα από ...και από 7.11.2020 έως 5.4.2021, νοούνται και οι προθεσμίες της ...παρ. 3 του άρθρου 564 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας", δηλαδή και η καταχρηστική προθεσμία των δύο ετών για την άσκηση αναίρεσης και επομένως το ανωτέρω χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της χώρας δεν υπολογίζεται στην καταχρηστική προθεσμία άσκησης της αναίρεσης (ΑΠ 1130/2022, ΑΠ 987/2022).
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο όγδοο της από 28-1-2022 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου ''Επείγουσες φορολογικές, τελωνειακές και συναφείς ρυθμίσεις, επείγουσες διατάξεις για τη διασφάλιση του δικαιώματος αποτελεσματικής προστασίας''(ΦΕΚ 14/29-1-2022), που κυρώθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 4890/2022 ''το χρονικό διάστημα από τις 25 Ιανουαρίου 2022 έως και τις 28 Ιανουαρίου 2022, κατά το οποίο ανεστάλη η λειτουργία δικαστηρίων και εισαγγελιών λόγω ανωτέρας βίας δυνάμει των υπ` αρ. 4034/24.1.2022 (Β` 186) και 4035/26.1.2022 (Β` 190) αποφάσεων του Υπουργού Δικαιοσύνης, δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών πράξεων ενώπιον δικαστηρίων και συναφών εξωδίκων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων που έχουν την έδρα ή κατοικία τους στις περιοχές των ανωτέρω αποφάσεων, καθώς και στις προθεσμίες παραγραφής των συναφών αξιώσεων''.
Τέλος, με τη διόρθωση της απόφασης, κατ`αρθρο 315 του ΚΠολΔ, δεν δημιουργείται νέα αυτοτελής απόφαση, αλλά διορθώνεται η ήδη υπάρχουσα, η οποία ως ενιαίο σύνολο με τη διορθωτική παράγει έννομα αποτελέσματα αναδρομικά από τη δημοσίευσή της και όχι από τη διόρθωσή της (ΑΠ 330/2022, ΑΠ 1119/2019, ΑΠ 1112/2014).
Συνεπώς με ένδικο μέσο προσβάλλεται η διορθωθείσα απόφαση και δεν είναι ανάγκη να συμπροσβάλλεται και η διορθωτική απόφαση (ΑΠ 1342/2011), ούτε παρέχεται, λόγω της διόρθωσης της απόφασης νέα προθεσμία προς άσκηση ενδίκου μέσου κατά της διορθωθείσας απόφασης, εκτός αν το ένδικο μέσο ασκείται κατά της διορθωτικής απόφασης για πλημμέλειες αυτής κατά το άρθρο 319 του ΚΠολΔ (ΑΠ 395/2019, ΑΠ 1342/2011).
Με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 4559/2020 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου ..., με την οποία έγινε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή η από 24-12-2018 έφεση των εναγόντων - εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, κατά της υπ' αριθ. 4410/2018 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., που είχε απορρίψει την από 20-7-2010 αγωγή των αναιρεσειόντων ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και είχε κάνει εν μέρει δεκτή την από 4-1-2013 αγωγή του ενάγοντος - εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου ως κατ' ουσίαν βάσιμη, με τις οποίες (αγωγές) αμφότεροι οι διάδικοι ζητούσαν χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστησαν από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του αντιδίκου τους αντίστοιχα.
Επίσης με την αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται και η υπ' αριθ. 2595/2021 απόφασή του ιδίου δικαστηρίου, με την οποία αυτό, μετά από αίτημα αυτεπάγγελτης διόρθωσής της υπ' αριθμ. 4559/2020 απόφασης, που υποβλήθηκε με την 8898/10-11-2020 Πράξη του Προέδρου Εφετών ..., αποφάνθηκε ότι δεν συντρέχει νόμιμη περίπτωση διόρθωσης αυτής.
Η αίτηση ως προς την υπ' αριθμ. 4559/2020 τελεσίδικη απόφαση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Ειδικότερα η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε στις 17-1-2023, όταν κατατέθηκε στη γραμματεία του Εφετείου ..., ενώ η καταχρηστική διετής προθεσμία άσκησής της, που άρχισε από την επομένη της δημοσίευσης στις 9-7-2020 της προσβαλλόμενης 4559/2020 αποφάσεως, με συνυπολογισμό και του χρονικού διαστήματος της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της χώρας από 7.11.2020 έως 5.4.2021 και από 25-1-2022 έως 28-1-2022, αλλά και του πρόσθετου χρονικού διαστήματος των δέκα ημερών, αφού οι προθεσμίες, που ανεστάλησαν δεν συμπληρώνονται, αν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, συμπληρωνόταν στις 21-12-2022.
Πριν την συμπλήρωση της προθεσμίας έλαβε χώρα επίδοση στους αναιρεσείοντες, με την επιμέλεια του αναιρεσίβλητου, της προσβαλλόμενης αποφάσεως στις 20-12-2022 (βλ. υπ' αριθ. 11809Γ/20-12-2022 και 11811Γ/20-12-2022 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου ..., με έδρα στο Πρωτοδικείο ... Π. Ν.), και συνεπώς, όπως προαναφέρθηκε, άρχισε να τρέχει η γνήσια προθεσμία των τριάντα (30) ημερών, που αρχίζει από την επίδοση της αποφάσεως, εντός της οποίας και ασκήθηκε η αίτηση αναίρεσης.
Επομένως αυτή είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Ως προς την υπ' αριθμ. 2595/2021 απόφαση διόρθωσης η αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη κατά το άρθρο 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, καθόσον οι εκτιθέμενοι στην κρινόμενη αίτηση λόγοι αναίρεσης αφορούν αποκλειστικά την 4559/2020 απόφαση και όχι πλημμέλειες της υπ' αριθ. 2595/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου ..., που εκδόθηκε επί της αίτησης διόρθωσης αυτής.
Κατά το άρθρο 57 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει το δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, επιπλέον δε, κατά το άρθρο 59 ΑΚ, το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού, που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί να καταδικάσει τον υπαίτιο και σε ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του προσβληθέντος και ειδικότερα να τον υποχρεώσει (τον υπαίτιο) σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα ή σε οτιδήποτε άλλο επιβάλλεται από τις περιστάσεις.
Προστατεύεται έτσι, με τα παραπάνω άρθρα, η προσωπικότητα και, κατ` επέκταση, η αξία του ανθρώπου, ως ατομικό δικαίωμα κατοχυρωμένο από το άρθρ. 2 παρ. 1 του Συντάγματος (ΑΠ 1735/2009). Αποτελεί δε η προσωπικότητα πλέγμα αγαθών, που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου και είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα μαζί του.
Τα αγαθά αυτά δεν αποτελούν μεν αυτοτελή δικαιώματα, αλλά επί μέρους εκδηλώσεις- εκφάνσεις (πλευρές) του ενιαίου δικαιώματος επί της προσωπικότητας, όμως η προσβολή της προσωπικότητας, σε σχέση με οποιαδήποτε από τις εκδηλώσεις αυτές, συνιστά προσβολή της συνολικής έννοιας της προσωπικότητας. Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, μεταξύ άλλων, η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου.
Είναι δε τιμή η εκτίμηση, που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία, με βάση την ηθική αξία, που έχει λόγω της συμμόρφωσής του με τις νομικές και ηθικές του υποχρεώσεις, ενώ υπόληψη είναι η εκτίμηση, που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία, με βάση την κοινωνική του αξία, συνεπεία των ιδιοτήτων και ικανοτήτων του, για την εκπλήρωση των ιδιαίτερων κοινωνικών του έργων ή του επαγγέλματός του.
Προϋποθέσεις για την προστασία της προσωπικότητας, με τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων είναι: α) η ύπαρξη προσβολής της προσωπικότητας με πράξη ή παράλειψη άλλου, που διαταράσσει μια ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτόμενου, κατά τη στιγμή της προσβολής, β) η προσβολή να είναι παράνομη, που συμβαίνει όταν γίνεται χωρίς δικαίωμα ή με βάση δικαίωμα, το οποίο, όμως, είτε είναι μικρότερης σπουδαιότητας, στο πλαίσιο της έννομης τάξης είτε ασκείται καταχρηστικά, κατά την έννοια των άρθρ. 281 ΑΚ και 25 παρ. 3 του Συντάγματος και γ) πταίσμα του προσβολέα, όταν πρόκειται, ειδικότερα, για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, εξ αιτίας της παράνομης προσβολής της προσωπικότητας (Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 271/2012, 1007/2010, 356/2010, 333/2010, ΑΠ 1599/2000).
Στην περίπτωση αυτή η παράνομη και, συγχρόνως, υπαίτια προσβολή της προσωπικότητας συνιστά, ασφαλώς, ειδικότερη μορφή αδικοπραξίας (ΑΠ 167/2000), οπότε συνδυαστικά εφαρμόζονται και οι διατάξεις των άρθρ. 914, 919, 920 και 932 ΑΚ, ιδίως για την αποκατάσταση της τυχόν υλικής ζημίας του προσβληθέντος (άρθρ. 57 παρ. 2 ΑΚ), ενώ αδιάφορη για το χαρακτήρα της προσβολής, ως παράνομης, είναι η φύση της διάταξης, που ενδέχεται με την προσβολή να παραβιάζεται και η οποία, έτσι, μπορεί να ανήκει σε οποιοδήποτε κλάδο ή τμήμα του δικαίου. (ΑΠ 1190/2022, ΑΠ 149/2020, ΑΠ 292/2020).
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 932 ΑΚ "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.
Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικασθεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία της αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι` αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου - θύματος (τόσο της ηθικής βλάβης όσο και της ψυχικής οδύνης) και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών, χωρίς να απαιτείται η ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου (ΑΠ 34/2022, ΑΠ 1414/2019, ΑΠ 838/2017).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006 ΑΠ 1382/2019).
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ18/2008, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 1382/2019).
Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 610/2022, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 2/2019, ΑΠ 708/2017).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 17 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως όταν οι αντιφατικές διατάξεις της αποφάσεως εντοπίζονται στο διατακτικό αυτής, έτσι ώστε να εμποδίζεται η εκτελεστότητα της ή η πρόκληση της σκοπούμενης διάπλασης ή η διάγνωση που έγινε για τις σχέσεις των διαδίκων και όχι όταν η αντίφαση υπάρχει στις αιτιολογίες ή μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού ή μεταξύ κύριας και επάλληλης αιτιολογίας ή μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού ή μεταξύ της πρωτόδικης απόφασης και της εφετειακής που επικύρωσε την πρωτόδικη (ΑΠ 1199/2023, ΑΠ 130/2020, ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 2061/2007, ΑΠ 1615/2006), για να είναι δε ορισμένος ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρονται οι αντιφατικές διατάξεις και να προσδιορίζεται με ακρίβεια η αντίφασή τους (ΑΠ 130/2020, ΑΠ 1320/2011).
Εάν η αντίφαση υπάρχει στο αιτιολογικό ή ανάμεσα στο αιτιολογικό και το διατακτικό της αποφάσεως και έχει τη μορφή ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, μπορεί να θεμελιωθεί ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως (ΑΠ 998/2017, 1115/2012, ΑΠ 812/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της, το Εφετείο δέχθηκε, επί λέξει, τα εξής: " Από το έτος 2004 ο δικηγόρος ... Δημήτριος Νίκαινας (ήδη αναιρεσίβλητος) άρχισε να ασχολείται με υποθέσεις των αδελφών Γ.
και Θ. Μ.. Συγκεκριμένα οι τελευταίοι του παρέδωσαν σειρά σφραγισμένων επιταγών έκδοσης της ανώνυμης εταιρείας του Κ. Λ.(ήδη πρώτου αναιρεσείοντος), τις οποίες αυτός, αφού είχε οπισθογραφήσει, τις παρέδωσε για κάλυψη δανείου που είχε λάβει, στον Γ. Μ.. Συγχρόνως έδωσαν την εντολή στον άνω δικηγόρο να προβεί στις νόμιμες δικαστικές ενέργειες προκειμένου να εισπραχθούν οι επιταγές από οφειλέτη Κ.
Λ.. Πράγματι, με ενέργειες του Δ. Ν. εκδόθηκαν οι υπ' αριθμ. ... και 6952/2004 διαταγές πληρωμές του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., για τα ποσά των 71.000 ευρώ και 30.964,30 ευρώ αντίστοιχα. Κατά των ανωτέρω διαταγών πληρωμής ο Κ. Λ. άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... αντίστοιχα τις από 6.9.2004 και από 10.6.2005 ανακοπές κατά των ως άνω δύο (2) Διαταγών Πληρωμής με βασικό ισχυρισμό ότι είχε πέσει θύμα τοκογλυφίας με δράστες τους Γ.
και Θ. Μ.. Επί των ανακοπών αυτών εκδόθηκαν οι με αριθμού 487/2005 και 3707/2006 αντίστοιχα αποφάσεις του ανωτέρω Δικαστηρίου. Με την πρώτη ως άνω απόφαση έγινε δεκτή η ως άνω ανακοπή του Κ. Λ. για λόγους τυπικούς, καθόσον ο Γ. Μ. δεν είχε προσκομίσει τα πρωτότυπα των επιταγών κατά τη συζήτηση της ανακοπής, ενώ με την δεύτερη ως άνω απόφαση απορρίφθηκε η σχετική ανακοπή του Κ.
Λ., επικυρώνοντας την με αριθμό 6952/2004 Διαταγή πληρωμής, με την αιτιολογία ότι είναι αόριστοι οι ισχυρισμοί του ανακόπτοντος και ήδη πρώτου εναγόμενου της πρώτης αγωγής περί εξοφλήσεως του ποσού των αναφερόμενων σ' αυτή δέκα επιταγών μέχρι το τέλος του έτους 2003 και ότι οι επίδικες αυτές επιταγές καλύπτουν ποσό τοκογλυφικών τόκων δανείου.
Στη συνέχεια κατά της ως άνω με αριθμό 487/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... ο Γ. Μ. άσκησε έφεση επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 1320/2006 απόφαση του Εφετείου ..., με την οποία εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση και επικυρώθηκε η ... διαταγή πληρωμής. Ειδικότερα με την ανωτέρω Εφετειακή απόφαση έγινε δεκτό ότι οι επίδικες επιταγές δεν είχαν ως υποκείμενη αιτία εκδόσεώς τους τοκογλυφικούς τόκους, αλλά πραγματική αιτία εκδόσεώς τους είχαν το δάνειο και τους νόμιμους τόκους του, το οποίο δεν έχει εξοφληθεί, όπως και οι επιταγές.
Περαιτέρω, με τη δεύτερη ως άνω απόφαση με αριθμό 3707/2006, απορρίφθηκε η ανακοπή ερήμην των ανακοπτόντων, ενώ αυτή κατέστη τελεσίδικη και αμετάκλητη λόγω μη ασκήσεως εναντίον της οποιουδήποτε ενδίκου μέσου. Κατόπιν της επικύρωσης των δύο ως άνω Διαταγών Πληρωμής ο Δημήτριος Νίκαινας με εντολή του πελάτη του Γ.
Μ. επεδίωξε την είσπραξη των απαιτήσεων του τελευταίου αρχικά με επίσπευση πλειστηριασμού σε ιδιοκτησία του Κ. Λ. και ειδικότερα στα 3/8 εξ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου στον Άγιο Στέφανο Αττικής, ο οποίος κατέστη ατελέσφορος, και στη συνέχεια σε ένα οικόπεδο, οριζόντια και κάθετη ιδιοκτησία του Κ. Λ.. Εν τω μεταξύ, ενώ βρισκόταν σε εξέλιξη η διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης των δυο ως άνω διαταγών πληρωμής κατόπιν μηνύσεως του Κ.
Λ. ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος του Γ. και Θ. Μ. για τοκογλυφία (συνομολόγηση τοκογλυφικών ωφελημάτων και επιδίωξη τοκογλυφικών ωφελημάτων) από κοινού και μη, κατ' εξακολούθηση και μη, από δράστες που διαπράττουν τοκογλυφία κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και υπεξαγωγή εγγράφων: Μετά το πέρας της κύριας ανάκρισης εκδόθηκε το υπ' αριθμ. 2328/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών ...
το οποίο παρέπεμψε τους άνω κατηγορούμενους στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων ... για να δικαστούν για τις αξιόποινες πράξεις της τοκογλυφίας από κοινού κατ' εξακολούθηση, της υπεξαγωγής εγγράφων από κοινού και της επιδίωξης τοκογλυφικών ωφελημάτων. Κατόπιν εφέσεως των ως άνω κατηγορουμένων κατά του βουλεύματος αυτού εκδόθηκε το με αριθμό 2316/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών ..., το οποίο εξαφάνισε το πρωτόδικο βούλευμα και αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά των Γ.
και Θ. Μ. για τις πιο πάνω πράξεις. Μόλις οι εναγόμενοι της πρώτης αγωγής(ήδη αναιρεσείοντες) έλαβαν γνώση της αθώωσης των πελατών του Δ. Ν., η στάση τους απέναντι στους τελευταίους έγινε επιθετική. Έτσι σε τηλεφωνικές επικοινωνίες με τους Γ. και Θ. Μ., εκτόξευαν σε βάρος τους απειλές και ύβρεις, που είχαν σκοπό να τους αποτρέψουν από την σε βάρος του πρώτου απ' αυτούς προαναφερθείσα αναγκαστική εκτέλεση για την είσπραξη των ποσών που επιδικάζονταν με τις διαταγές πληρωμής.
Στο πλαίσιο αυτής της προσπάθειας τους, ο Ι. Λ.(ήδη δεύτερος αναιρεσείων), επεδίωξε συνάντηση του με τον Δημήτριο Νίκαινα. Έτσι στις 25.2.2009 επισκέφθηκε τον τελευταίο στο γραφείο του συνοδευόμενος από τον Θ. Μ.. Εκεί ο Ι. Λ. απαίτησε να ματαιωθεί ο πλειστηριασμός σε βάρος του ακινήτου του πατέρα του Κοσμά που είχε οριστεί για τις 11.3.2009 και όταν συνάντησε την αντίδραση των υπολοίπων απευθύνθηκε στο δικηγόρο των αντιδίκων του και του είπε ότι το σπίτι που πάνε να του πάρουν είναι αυτό που ζει, δεν θα αφήσει κανένα να του το πάρει και ότι θα περάσουν πάνω από το πτώμα του.
Το ίδιο κλίμα επικράτησε και κατά τη συνάντηση του Δ. Ν. με το Κ. Λ. στο κτίριο 5 του Πρωτοδικείου ... στις 5.3.2009, που είχε οριστεί η συζήτηση της αίτησης του τελευταίου για διόρθωση της περίληψης κατασχετήριας έκθεσης, με βάση την οποία είχε οριστεί ως χρόνος διενέργειας του πλειστηριασμού η 11.3.2009. Εκεί ο Κ.
Λ. μαζί με τρίτο δικό του άτομο πίεζε τον Θ. Μ. να ματαιωθεί ο πλειστηριασμός και απευθυνόμενος στον δικηγόρο του Δημήτριο Νίκαινα του είπε με απειλητικό ύφος: "Με μένα δεν τα βγάζεις εύκολα πέρα. Ο Θ. μου είπε ότι εσύ κατευθύνεις την υπόθεση να μου πάρεις το σπίτι. Άμα πάνε να μου πάρουν το σπίτι θα περάσετε πάνω από το πτώμα μου".
Συνεχίζοντας δε του είπε: "Εμείς οι δυο θα τα πούμε". Και ενώ έτσι είχε διαμορφωθεί το κλίμα μεταξύ του ενάγοντος δικηγόρου και των πελατών του από τη μία και των εναγομένων αντιδίκων των τελευταίων από την άλλη, στις 26.3.2009, ο Δημήτριος Νίκαινας, εισερχόμενος στην πολυκατοικία όπου στεγάζεται το δικηγορικό γραφείο του, επί της οδού Ιπποκράτους αρ. 209 στην Αθήνα, δέχθηκε αναίτια επίθεση από δύο άγνωστα σε αυτόν άτομα, χωρίς να έχει προηγηθεί μεταξύ τους οποιοδήποτε περιστατικό.
Ειδικότερα το ένα από τα εν λόγω άτομα τον άρπαξε από τα μαλλιά και του έριξε σπρέι πιπεριού στο πρόσωπο και τον γρονθοκόπησε στο δεξί αυτί και στο πρόσωπο. Όταν φώναξε "βοήθεια" άκουσε και δεύτερο άτομο να κατεβαίνει τα σκαλιά και ενεργώντας από κοινού οι δύο άνδρες τον έριξαν σπρώχνοντάς τον στα σκαλοπάτια που οδηγούν στο υπόγειο της πολυκατοικίας, με αποτέλεσμα να χτυπήσει στον τοίχο και συνεπεία της όλης επίθεσης να υποστεί κάκωση κεφαλής εκδορά (δε), εκδορά δεξιού αγκώνα και κακώσεις προσωπικού κρανίου.
Στη συνέχεια οι δράστες διέφυγαν με μισθωμένη μοτοσικλέτα, τον αριθμό της πινακίδας της οποίας συγκράτησε αυτόπτης μάρτυρας του περιστατικού, και έτσι ο άνω παθών πληροφορήθηκε ότι την είχαν μισθώσει δύο άτομα πολωνικής υπηκοότητας ο L. M. και ο H. K., οι οποίοι ήταν οι φυσικοί αυτουργοί της εναντίον του επίθεσης.
Την απόφαση να εκτελέσουν την ανωτέρω άδικη πράξη της σωματικής βλάβης από κοινού, σε βάρος του Δ. Ν., προκάλεσαν στους προαναφερόμενους αλλοδαπούς, χρησιμοποιώντας προς τούτο πειθώ και φορτικότητα, οι Κ. και Ι. Λ.. Η άρνηση εκ μέρους των τελευταίων οποιοσδήποτε εμπλοκής τους στην ανωτέρω επίθεση κατά του Δ.
Ν. δεν κρίνεται πειστική, καθόσον όπως προαναφέρθηκε ο εν λόγω δικηγόρος είχε δεχθεί το προηγούμενο διάστημα απειλές από αυτούς, αναφορικά με την προαναφερόμενη υπόθεση των εντολέων του, Γ. και Θ. Μ., οι οποίοι επέσπευδαν τον πλειστηριασμό ακινήτου ιδιοκτησίας του Κ. Λ.. Άλλωστε, ουδείς άλλος πλην αυτών είχε λόγο να προβεί στην τέλεση της εν λόγω άδικης πράξης, αφού δεν αποδείχθηκε ότι ο Δημήτριος Νίκαινας, τον οποίο θεωρούσαν υπαίτιο για τη μη επίτευξη συμβιβασμού με τους εντολείς του, είχε οποιαδήποτε άλλη διαφορά ή έχθρα με τρίτα πρόσωπα.
Εξάλλου, κατόπιν των από 27.3.2009 και από 25.6.2009 εγκλήσεων του Δ. Ν. εκδόθηκε η... υπ' αριθμ. 89328/2014 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου ..., με την οποία καταδικάστηκαν οι L. M. και ο H. K. για απλή σωματική βλάβη κατά συναυτουργία σε βάρος του Δ. Ν. και οι Κ. και Ι. Λ. για ηθική αυτουργία στην άνω πράξη. Κατόπιν ασκήσεως εφέσεως από τους δύο τελευταίους ως άνω κατηγορούμενους εκδόθηκε η 27456/2016 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου ..., η οποία επικύρωσε την κρίση του πρωτοβάθμιο δικαστηρίου περί ενοχής των εκκαλούντων για την πράξη της ηθικής αυτουργίας σε απλή σωματική βλάβη και καταδίκασε κάθε έναν από αυτούς σε ποινή φυλακίσεως ενός (1) έτους.
Με αυτά τα δεδομένα, από την ανωτέρω αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων της πρώτης αγωγής σε βάρος του ενάγοντος αυτής, η οποία αποτελεί συνάμα και προσβολή της προσωπικότητας του τελευταίου, ως ενέχουσα απαξίωση του ατομικά και ως επαγγελματία, ο εν λόγω ενάγων υπέστη ηθική βλάβη, για τη χρηματική ικανοποίηση της οποίας, λαμβανομένων υπόψη του βαθμού του δόλου των εναγομένων, του είδους, της έκτασης και των συνεπειών της προσβολής καθώς και της κοινωνικοοικονομικής κατάστασης των μερών απαιτείται το ποσό των πέντε (5.000] ευρώ από καθένα από τους εναγόμενους.
Ενόψει των ανωτέρω παραδοχών, αφού αποδείχθηκε ότι το περιεχόμενο της από 25.6.2009 έγκλησης του Δ. Ν. κατά των Κ. και Ι. Λ., με την οποία τους εγκαλούσε ως ηθικούς αυτουργούς της εναντίον του τελεσθείσας σωματικής βλάβης, είναι αληθές, δεν στοιχειοθετείται, κατά τα αναφερόμενα στην πιο πάνω νομική σκέψη, η εκ μέρους του τέλεση του αδικήματος της ψευδούς καταμήνυσης ούτε αυτού της δυσφήμησης (συκοφαντικής ή απλής), ούτε βέβαια αυτού της εξύβρισης, αφού η εκφορά του γραπτού λόγου του δεν υποδηλώνει κακοβουλία και σκοπό προσβολής της τιμής και της υπόληψης των εγκαλουμένων, δεδομένου ότι οι χρησιμοποιηθείσες εκφράσεις δεν υπερβαίνουν το μέτρο που ήταν αναγκαίο για την απόδοση των σκέψεων του εγκαλούντος.
Ενόψει των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του, κατέληξε στην ίδια κρίση, και απέρριψε την δεύτερη αγωγή των εναγόντων Κ.. Λ.. και Ι. Λ. δεν έσφαλε, γι' αυτό και πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα όσα για το αντίθετο υποστηρίζουν οι εν λόγω ενάγοντες με κρινόμενη έφεση τους.
Πλην όμως η εκκαλούμενη απόφαση έσφαλε ως προς την κρίση της ως προς το ύψος της επιδικαστέας στον ενάγοντα της πρώτης αγωγής χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και για το λόγο αυτό πρέπει να γίνει δεκτή ως προς το κεφάλαιο αυτό η κρινόμενη έφεση, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση ως προς το άνω εκκληθέν κεφάλαιο και κατά τη διάταξη των δικαστικών εξόδων, να κρατηθεί και δικαστεί η από 4.1.2013 (αριθμ.
καταθ. 5746/180/2013) αγωγή κατ' ουσίαν από το παρόν δικαστήριο, να γίνει αυτή εν μέρει δεκτή και να αναγνωριστεί ότι καθένας από τους εναγόμενους οφείλει να καταβάλλει στον ενάγοντα το ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Ενόψει των ανωτέρω, πρέπει η υπό κρίση από 24.12.2018 (αρ.
καταθ. 2237/8660/28.12.2018) έφεση να γίνει δεκτή τυπικά και κατ' ουσίαν ως προς το επιδικασθέν βάσει της από 4.1.2013 (αριθμ. καταθ. 5746/180/2013) αγωγής κονδύλιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση ως προς το άνω εκκληθέν κεφάλαιο και κατά τη διάταξη των δικαστικών εξόδων, να κρατηθεί και δικαστεί η άνω αγωγή κατ' ουσίαν από το παρόν δικαστήριο, να γίνει εν μέρει δεκτή και να αναγνωριστεί ότι καθένας από τους εναγόμενους οφείλει να καταβάλλει στον ενάγοντα το ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση ...''.
Υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των αναιρεσειόντων σε βάρος του αναιρεσιβλήτου και της εντεύθεν υποχρέωσής τους να του καταβάλουν εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης, που υπέστη, καθόσον διέλαβε σ` αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 57, 59, 914 και 932 ΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 46 παρ.
α' και 308 παρ. 1 του εφαρμοζόμενου κατά τον κρίσιμο χρόνο προισχύσαντος ΠΚ (όμοιες των οποίων είναι και οι αντίστοιχες διατάξεις του ισχύοντος από 1/7/2019 νέου ΠΚ), τις οποίες εφάρμοσε και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών, τις οποίες δεν παραβίασε εκ πλαγίου, καθόσον εκτίθενται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις είναι αναγκαία για την κρίση περί της συνδρομής όλων των όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόστηκαν και συγκεκριμένα: 1) η ιδιότητα του αναιρεσίβλητου, που είναι δικηγόρος, ως νομικού παραστάτη των αδελφών Γ.
και Θ. Μ., οι οποίοι είχαν απαιτήσεις κατά των αναιρεσειόντων από έκδοση ακάλυπτων επιταγών, 2) η δυσμενής δικαστική εξέλιξη των εν λόγω υποθέσεων των αναιρεσειόντων, που κατέληξε σε επίσπευση πλειστηριασμού από τον Γ. Μ., σε ακίνητο του πρώτου των αναιρεσειόντων, με σχετικές δικαστικές ενέργειες του αναιρεσιβλήτου δικηγόρου του, 3) οι επανειλημμένες απειλές των αναιρεσειόντων κατά της σωματικής ακεραιότητας του αναιρεσίβλητου δικηγόρου, σε περίπτωση που ο τελευταίος δεν ματαιώσει τον ως άνω πλειστηριασμό, 4) η επίθεση εναντίον του αναιρεσίβλητου στις 26-3-2009 από δύο άγνωστα στον τελευταίο άτομα πολωνικής καταγωγής και συγκεκριμένα από τους L.
M. και H. K., οι οποίοι του προκάλεσαν απλή σωματική βλάβη, 5) η από τους αναιρεσείοντες, χρησιμοποιώντας προς τούτο πειθώ και φορτικότητα, από κοινού πρόκληση της απόφασης των ως άνω ατόμων να προκαλέσουν σωματικές βλάβες στον αναιρεσίβλητο, τον οποίο θεωρούσαν υπεύθυνο, ως δικηγόρο των δανειστών τους, για τη μη επίτευξη συμβιβασμού με τους εντολείς του, 6) η έλλειψη οποιασδήποτε άλλης διαφοράς ή έχθρας του αναιρεσίβλητου δικηγόρου με τρίτα πρόσωπα, 7) το παράνομο της ως άνω συμπεριφοράς των υπαίτιων αναιρεσειόντων που συνιστά συνάμα και προσβολή της προσωπικότητας του αναιρεσίβλητου δικηγόρου, ως ενέχουσα απαξίωσή του, ατομικά και ως επαγγελματία και 8) η πρόκληση ηθικής βλάβης στον αναιρεσείοντα, για την οποία δικαιούται χρηματική ικανοποίηση.
Επομένως, οι δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, ενιαίως εκτιμώμενοι, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ. 19 (και όχι 8 και 10) του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμοι. Οι προβαλλόμενες με τους ίδιους λόγους περαιτέρω αιτιάσεις των αναιρεσειόντων είναι απαράδεκτες, αφού με αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Περαιτέρω όμως, με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς το κρίσιμο ζήτημα του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης που επιδικάστηκε στον αναιρεσίβλητο, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 57, 59, 299, 914, 932 του ΑΚ, τις οποίες έτσι παραβίασε εκ πλαγίου.
Και τούτο, διότι στην προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ αρχικά διατυπώνεται η κρίση ότι προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, που υπέστη ο αναιρεσίβλητος, απαιτείται ως χρηματική ικανοποίησή του το ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ από καθένα από τους αναιρεσείοντες, καθώς και ότι το Πρωτόδικο Δικαστήριο έσφαλε ως προς το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης, ορίζοντας αυτήν για κάθε αναιρεσείοντα σε μεγαλύτερο ποσό (στο ποσό των είκοσι πέντε χιλιάδων (25.000) ευρώ, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της απόφασης αυτής), γι' αυτό και πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση και να γίνει δεκτή η αγωγή για το ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ για κάθε αναιρεσείοντα, παρ' όλα αυτά ακολούθως, στο τέλος του συλλογισμού του, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο καταλήγει, συνοψίζοντας, ότι πρέπει, δεκτής γενομένης της αγωγής, κατά ένα μέρος, να αναγνωριστεί ότι καθένας από τους εναγόμενους οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ, το οποίο αναφέρεται και στο διατακτικό, ήτοι στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης έχουν αναγραφεί δύο διαφορετικά ποσά, πλην όμως μόνον ένα από αυτά μπορεί να είναι το ορθό.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.19 (και όχι του 17) KΠολΔ, είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν τούτων, και δεδομένου ότι η αναιρετική εμβέλεια του ανωτέρω λόγου καθιστά αλυσιτελή την εξέταση του πέμπτου λόγου αυτής (αναιρέσεως), πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που έκρινε ως προς το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης που επιδικάστηκε στον αναιρεσίβλητο, και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων οι οποίοι εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Αναιρουμένης δε της προσβαλλομένης αποφάσεως, πρέπει περαιτέρω να διαταχθεί, συμφώνως προς το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, η επιστροφή του παραβόλου στους καταθέσαντες αυτό αναιρεσείοντες και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των αντιδίκων του, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις και υπέβαλαν σχετικό αίτημα (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13-1-2023 αίτηση των Κ. και Ι. Λ. για αναίρεση της υπ' αριθμ.2595/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου ... και κάνει δεκτή την ίδια αίτηση ως προς την υπ' αριθ. 4559/2020 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου.
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθ. 4559/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου ..., κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ανωτέρω μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Διατάζει να επιστραφεί στους αναιρεσείοντες το καταβληθέν από αυτούς παράβολο. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Σεπτεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Οκτωβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ