Supreme Court dismisses appeals against inheritance judgment for inadmissible procedural errors and new claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed two appeals filed by heirs against a final inheritance judgment from the Athens Court of Appeal. The appellants argued for procedural errors regarding the division of estate shares and the consideration of prior lawsuits, but the court found these grounds inadmissible. The court ruled that the appeals failed to demonstrate the required procedural defects and did not properly reiterate specific arguments or evidence from the lower court proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 74-78 of the Code of Civil Procedure; Article 559 of the Code of Civil Procedure: Appeals against inheritance judgments are inadmissible if they allege procedural errors not substantiated by the appeal petition or if they introduce new claims and evidence not previously presented to the court of first instance.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1498 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1498/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη - Εισηγήτρια, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Α. Της αναιρεσείουσας:
Ε. συζ. Ε. Σ., το γένος Ν. Α., κατοίκου Αθηνών, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λάμπρο Κιτσαρά και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων:
1) Φ. Κ. του Ι. και της Μ., κατοίκου ... Αττικής, ως καθολικού διαδόχου (κληρονόμου εκ διαθήκης) της μητέρας του και εφεσίβλητης σε δεύτερο βαθμό Μ. χήρας Ι. Κ.,
2) Ν. Κ. του Ι. και της Μ., κατοίκου Αθηνών, ως καθολικού διαδόχου (κληρονόμου εκ διαθήκης) της μητέρας του και εφεσίβλητης σε δεύτερο βαθμό Μ. χήρας Ι. Κ.,
3) Τ. Ε. του Γ. και της Α., κατοίκου ... Αττικής, απάντων ως καθολικών διαδόχων της αρχικώς ενάγουσας και ήδη από 22.01.2019 αποβιωσάσης, Μ. χήρας Ι. Κ.,
οι οποίοι παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Ιωάννη Παπαϊωάννου και κατέθεσαν προτάσεις.
Β. Της αναιρεσείουσας:
Ε. συζύγου Σ. Β., το γένος Ν. Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Χρόνη και κατέθεσε προτάσεις .
Των αναιρεσιβλήτων:
1) Φ. Κ. του Ι., κατοίκου ...,
2) Ν. Κ. του Ι., κατοίκου Αθηνών, αμφοτέρων ως καθολικών διαδόχων της μητέρας τους Μ. χήρας Ι. Κ., εναγούσης και εφεσιβλήτου, που απεβίωσε την 23.01.2019, κατοίκου εν ζωή Αθηνών,
οι οποίοι παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Ιωάννη Παπαϊωάννου και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27.07.2012 αγωγή της ήδη αποβιωσάσης Μ. χήρας Ι. Κ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4392/2013 μη οριστική, 1261/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2461/2019 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η υπό στοιχείο Α αναιρεσείουσα με την από 21.01.2020 αίτησή της και η υπό στοιχείο Β αναιρεσείουσα με την από 14.01.2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειουσών ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 74 έως 78 ΚΠολΔ, 785 επ., 1113, 1884 επ. ΑΚ, συνάγεται ότι μεταξύ των συγκληρονόμων ή συγκληροδόχων δεν δημιουργείται σχέση αναγκαστικής ομοδικίας, αλλά απλής ως προς την κληρονομική μερίδα που ανήκει στον καθένα, γιατί η αξίωση καθενός ως προς τη μερίδα αυτή, είτε προσδιορίζεται κατ' ιδανικό μέρος, είτε αναφέρεται σε κληρονομιαίο πράγμα, δεν αποτελεί αδιαίρετο δίκαιο, που να επιβάλει τη συμμετοχή στη δίκη όλων των συνδικαιούχων (ΑΠ 988/2017, ΑΠ 55/2008, ΑΠ 977/2005).
Επίσης, κατά το άρθρο 558 ΚΠολΔ η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων τους ή των κληροδόχων τους. Αν υπάρχει αναγκαστική ομοδικία ή αναίρεση πρέπει να απευθύνεται κατά όλων των διαδίκων, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη.
Οι κρινόμενες από 21.01.2020 και από 14.01.2020 αιτήσεις των εναγομένων-εκκαλουσών Ε. Σ. και Ε. Β., αντίστοιχα, για αναίρεση της αριθμ. 2461/2019 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα και συνεπώς είναι παραδεκτές (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1 ΚΠολΔ), με την επισήμανση ότι δεν καθίσταται απαράδεκτη η δεύτερη από τις άνω αιτήσεις αναίρεσης, επειδή αυτή δεν απευθύνεται εναντίον όλων των κληρονόμων της αρχικής ενάγουσας - εφεσίβλητης Μ. Κ., η οποία απεβίωσε, μετά την έκδοση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και πριν από την άσκηση της αναίρεσης, καθόσον μεταξύ αυτών [(συγ)κληρονόμων] δεν υπάρχει, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην προεκτεθείσα νομική σκέψη, αναγκαστική ομοδικία. Επομένως, πρέπει οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως, αφού συνεκδικασθούν, λόγω της μεταξύ τους συνάφειας( άρθρο 246ΚΠολΔ) να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρ.571, 577§3 ΚΠολΔ).
Α.1. Κατά το άρθρο 1895ΑΚ, οι κατιόντες, όταν κληθούν εξ αδιαθέτου, έχουν την υποχρέωση να συνεισφέρουν ο ένας στον άλλον, οτιδήποτε τους δώρισε ή οπωσδήποτε τους παραχώρησε χωρίς αντάλλαγμα ο κληρονομούμενος, όσο ζούσε, καθώς και ό,τι δαπάνησε για την επαγγελματική μόρφωσή τους, εφόσον αυτό υπερβαίνει ό,τι θα ήταν σύμφωνο με την οικονομική κατάσταση του κληρονομουμένου. Δεν υπάρχει υποχρέωση συνεισφοράς, αν ο κληρονομούμενος το όρισε, όταν έδωσε την παροχή ή έκανε τη δαπάνη. Από τη διάταξη αυτή σαφώς συνάγεται ότι με αυτή καθιερώνεται ως κανόνας η υποχρέωση συνεισφοράς των εξ αδιαθέτου κληρονόμων προς αλλήλους των αναφερόμενων σ' αυτήν παροχών του κληρονομουμένου, και ως εξαίρεση η απαλλαγή τους από την υποχρέωση αυτή μόνο αν ο κληρονομούμενος κατά την παροχή όρισε διαφορετικά. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής στις παροχές του άρθρου 1895ΑΚ εμπίπτει οτιδήποτε ο κληρονομούμενος δώρισε ή οπωσδήποτε παραχώρησε χωρίς αντάλλαγμα στους κατιόντες του, όσο ζούσε, καθώς και ό,τι δαπάνησε για την επαγγελματική μόρφωσή τους, εφόσον αυτό υπερέβαινε ό,τι θα ήταν σύμφωνο με την οικονομική του κατάσταση, όχι, όμως, και περιουσιακά στοιχεία του κληρονομουμένου, που οι κατιόντες του απέκτησαν χωρίς αντάλλαγμα, όσο εκείνος ζούσε, με παράνομη πράξη και χωρίς τη θέλησή του.
Α.2. Κατά το άρθρο 156 ΑΚ, η παραίτηση του δικαιούχου επιφέρει απόσβεση του δικαιώματος για ακύρωση. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η δήλωση παραίτησης από δικαιώματος (ρητή ή σιωπηρά) μπορεί να συναχθεί και από δηλώσεις ή πράξεις που γίνονται κυρίως για άλλο σκοπό, ενέχουν όμως συμπερασματικώς και άλλη δικαιοπρακτική βούληση, εκείνη της παραίτησης (ΑΠ 232/2005). Ειδικότερα δε η παραίτηση του κατιόντος (συγ)κληρονόμου από το δικαίωμα της συνεισφοράς δεν αποτελεί αποποίηση της κληρονομίας υπό την έννοια του άρθρου 1847 ΑΚ ή εκποίηση αυτής ή απαλλοτριωτική δικαιοπραξία των άρθρων 369, 1033, 1121 και 1143 ΑΚ, αλλά αποτελεί παραίτηση από το δικαίωμά του για επίκληση της σχετικής αξίωσης για συνεισφορά, δηλαδή νομικό γεγονός που συνεπάγεται απλώς απώλεια του δικαιώματος αυτού. Μπορεί δε να γίνει η παραίτηση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, και με άτυπη και μη απευθυντέα σε άλλο δήλωση βουλήσεως, είτε ρητώς, είτε σιωπηρώς, συναγόμενη συμπερασματικώς από πράξεις που δείχνουν βούληση παραιτήσεως, ακόμη και στην περίπτωση που περιλαμβάνονται στην κληρονομιά εμπράγματα δικαιώματα επί ακινήτων, η σύμβαση μεταβιβάσεως των οποίων απαιτείται να γίνεται ενώπιον συμβολαιογράφου (ΑΠ 95/2010, 1135/2002, ΑΠ 975/2002).
Α.3. Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, «η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος». Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής το δικαίωμα, στην έννοια του οποίου περιλαμβάνεται και το εμπράγματο, θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίσουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.
Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ` αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγομένη επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της διαμορφωθείσας καταστάσεως υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρηθείσας για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διατάξεως διαγραφομένων ορίων.
Η ειρημένη δε αδράνεια του δικαιούχου, που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες, αρκεί και η επέλευση δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων, πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα, πλην ελάσσονα του διά την παραγραφή του δικαιώματος υπό του νόμου προβλεπομένου, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του, επί δε διεκδικητικής-αναγνωριστικής κυριότητας ακινήτου ή περί κλήρου αγωγής από τότε που ο διεκδικών απέκτησε το δικαίωμά του (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 8/2001).
Ενόψει τούτων, για να είναι δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων στο άρθρο 281 ΑΚ από το δικαστήριο της ουσίας απαιτείται να παρατίθενται στην απόφασή του σαφώς και ορισμένως ότι συνέτρεξαν στη δικαζόμενη υπόθεση όλες οι ως άνω περιστάσεις και συνθήκες (ΑΠ 1875/1999).
Β.1. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε ,δηλαδή, έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 7/2006).
Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά «έλλειψη αιτιολογίας», ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της «ανεπαρκής αιτιολογία», ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους «αντιφατική αιτιολογία» (ΟλΑΠ 1/1999).
Για την πληρότητα των άνω λόγων πρέπει με σαφήνεια να αναφέρονται στο αναιρετήριο:
1) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, και μάλιστα ενάριθμα (ΟλΑΠ 32/1996), αφού παγίως γίνεται δεκτό ότι ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί στην αυτεπάγγελτη θεμελίωση του σχετικού λόγου, βάσει της αρχής jura novit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία (ΑΠ 120/2017, 1040/2010),
2) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005), έστω και κατά τρόπο συνοπτικό ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης, ενώ δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ’ επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΑΠ 1373/2019),
3) ο ουσιώδης αυτοτελής ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη ή ανεπάρκεια και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, καθώς και ότι ο εν λόγω νόμιμος και ουσιώδης ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την απόφαση και 4) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή τη μνεία ότι δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλειπής αιτιολογία, τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά (ΟλΑΠ 20/2005), η δε αοριστία του λόγου αυτού δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΟλΑΠ 57/1990).
Β.2. Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997), όχι δε και εκείνοι που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής, ούτε και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 469/1984). Ο λόγος δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε ρητά ή σιωπηρά, για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο (ΑΠ 116/2020, ΑΠ 404/2019, ΑΠ 792/2015, ΑΠ 1638/2009).
Περαιτέρω, επί ενστάσεως καταχρήσεως δικαιώματος, κάθε ένα από τα πραγματικά περιστατικά που συνθέτουν την έννοια της καταχρηστικής άσκησης, αποτελεί αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό με την έννοια της λέξεως «πράγμα» η δε παράλειψη της έρευνας των περιστατικών αυτών θεμελιώνει τον από τον ως άνω αριθμό 8β' λόγο αναίρεσης (ΑΠ 461/2019, ΑΠ 1019/2014, ΑΠ 1830/2005).
Τέλος, για να ιδρυθεί ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 8β' ΚΠολΔ πρέπει ο ισχυρισμός να είχε προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη κατά τρόπο ωρισμένο και παραδεκτό, να είναι νόμιμος και να ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 206/2007).
Β.3. Σύμφωνα με το άρθ. 559 αριθ. 9 περ. γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως «αίτηση» κατά την έννοια της διάταξης αυτής θεωρείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων (αίτηση δηλ. που αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης), με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης, όπως είναι η αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση, αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, ανακοπή, τριτανακοπή και κάθε ένδικο μέσο. Δεν αποτελούν «αιτήσεις», υπό την ως άνω έννοια, οι ενστάσεις, αντενστάσεις κ.λπ. και γενικά τα "πράγματα" κατά την έννοια του αριθ. 8 του ίδιου άρθρου και οι λόγοι έφεσης, τους οποίους δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο (ΑΠ 145/2014, ΑΠ 2129/2007, ΑΠ 28/2005).
Β.4. Από τις διατάξεις των άρθρ. 106, 335, 338, 339, 340, και 346 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11γ' του άρθρ.559 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα που οποιοσδήποτε από τους διαδίκους παραδεκτά επικαλέσθηκε και νόμιμα προσκόμισε προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη.
Κατά την έννοια αυτή ο ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου έγινε η προσκόμιση και η επίκληση του κρίσιμου αποδεικτικού μέσου, πρέπει να είναι νόμιμος και να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας, δηλαδή δεν αρκεί ο ισχυρισμός να είχε προταθεί παραδεκτά μόνο στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά θα πρέπει να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό, εφόσον αναιρεσιβαλλόμενη είναι απόφαση δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (ΑΠ 695/2020, ΑΠ 1180/2018, ΑΠ 1011/1994).
Για την ίδρυση πάντως του παραπάνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του κατά τις συνδυασμένες ως άνω διατάξεις των άρθρ. 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ. Ωστόσο στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 22/2005).
Για την πληρότητα δε του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 11γ'του άρθρ.559 ΚΠολΔ πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 1388/2019, ΑΠ 1065/2014, ΑΠ 551/2013, ΑΠ 1185/2010).
Περαιτέρω, από την ίδια πιο πάνω διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι για να στοιχειοθετηθεί ο λόγος αυτός αναιρέσεως, πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει εισέλθει στην έρευνα της ουσίας της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή άλλης επιτευκτικής διαδικαστικής πράξεως και όχι να την απέρριψε ως απαράδεκτη ή νόμω αβάσιμη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν προβαίνει σε έρευνα των πραγματικών περιστατικών (ΑΠ 496/2020, ΑΠ 663/2017, ΑΠ 1809/2007, ΑΠ 446/2004).
Α. Επί της από 21.01.2020 αίτησης αναίρεσης της Ε. Σ. .
Με τον πρώτο αναιρετικό λόγο αποδίδεται στην προσβαλλομένη η από τη διάταξη του αριθμού 8β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον υποβληθέντα στον πρώτο βαθμό από την εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα Ε. Σ. ισχυρισμό, τον οποίο επανέφερε στο Εφετείο με ταυτόσημο λόγο έφεσης, περί συνεισφοράς στα στοιχεία της πραγματικής κληρονομιάς του ποσού των 19.400.000 δραχμών, το οποίο ανήκε στην κληρονομουμένη μητέρα τους Μ.
Α. και ιδιοποιήθηκε, χωρίς τη θέλησή της, η ενάγουσα -εφεσίβλητη αδελφή της Μ. Κ. . Ο λόγος αυτός, ως προς την αιτίαση αυτή είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο έλαβε υπόψη τον πιο πάνω ισχυρισμό - ένσταση της εναγομένης - εκκαλούσας ήδη αναιρεσείουσας, ακολούθως δε τον απέρριψε ρητά ως μη νόμιμο, με την αιτιολογία ότι το επίμαχο χρηματικό ποσό, το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς των εναγομένων - εκκαλουσών, η ενάγουσα απέκτησε από την κληρονομουμένη μητέρα τους, όσο αυτή ζούσε, με παράνομη πράξη και χωρίς τη θέλησή της, δεν εμπίπτει στην έννοια των παροχών του άρθρου 1895ΑΚ. (φύλλο 6ο).
Περαιτέρω, το Εφετείο, που απέρριψε ως μη νόμιμη την άνω ένσταση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, περί συνεισφοράς στα στοιχεία της πραγματικής κληρονομιάς του ποσού των 19.400.000 δραχμών, το οποίο ανήκε στην κληρονομουμένη μητέρα τους Μ. Α. και ιδιοποιήθηκε, χωρίς τη θέλησή της , η ενάγουσα - εφεσίβλητη αδελφή της Μ.
Κ. ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 1895 ΑΚ, καθόσον, σύμφωνα με την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης νομική σκέψη, δεν εμπίπτει στην έννοια των παροχών του άρθρου 1895ΑΚ, ό,τι οι κατιόντες του κληρονομουμένου απέκτησαν χωρίς αντάλλαγμα, όσο εκείνος ζούσε, με παράνομη πράξη και χωρίς τη θέλησή του, η δε περί του αντιθέτου διαλαμβανόμενη, επικουρικά, στον ίδιο ως άνω αναιρετικό λόγο αιτίαση από τον αριθμό 1α' του άρθρου 559ΚΠολΔ, είναι αβάσιμη.
Τέλος, η αποδιδόμενη από την αναιρεσείουσα στην προσβαλλομένη με τον ίδιο πρώτο αναιρετικό λόγο πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη το με επίκληση προσκομιζόμενο προς απόδειξη του πιο πάνω ισχυρισμού της (ένστασης) υπ'αριθμ. 3352/24-9-1992 ειδικό πληρεξούσιο, στο οποίο αναφέρονται οι λόγοι ευπρέπειας και αποφυγής οικογενειακών προστριβών που ώθησαν τη μητέρα των διαδίκων (κληρονομουμένη) να απαλλάξει την ήδη αντίδικο αδελφή της από οποιοδήποτε προς αυτήν (κληρονομουμένη) χρέος, είναι απαράδεκτη, αβάσιμη, καθόσον, κατά τα προεκτεθέντα, το Εφετείο δεν εισήλθε στην κατ’ ουσίαν έρευνα του εν λόγω ισχυρισμού, αλλά τον απέρριψε ως νόμω αβάσιμο.
Συνεπώς, ο 1ος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος στο σύνολό του.
Β. Επί της από 14.01.2020 αίτησης αναίρεσης της Ε. Β..
1. Με το δεύτερο αναιρετικό λόγο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 9γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστη την ένσταση εκκρεμοδικίας και αναστολής εκδικάσεως της ένδικης αγωγής, της αντιδίκου της εφεσιβλήτου Μ. Κ., έως ότου περατωθεί η προγενέστερη από 05.12.2000 αγωγή της ίδιας, ένσταση που είχε προτείνει με τις προτάσεις που είχε, ενώπιόν του, καταθέσει, κατά τη συζήτηση της εφέσεώς της. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η πιο πάνω φερομένη ως αγνοηθείσα ένσταση δεν συνιστά αίτηση κατά την αναφερόμενη στη μείζονα σκέψη έννοια του αριθμού 9, αλλά «πράγμα».
2. Με τον τρίτο αναιρετικό λόγο η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Εφετείο την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια , επικαλούμενη ότι η αναιρεσιβαλλομένη διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος εξαιτίας της αοριστίας του, καθόσον, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην προεκτεθείσα νομική σκέψη, δεν παρατίθενται στο αναιρετήριο, καθόλου, οι παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, υπό τις οποίες συντελέσθηκε η επικαλούμενη παραβίαση και επί πλέον δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο, και μάλιστα ενάριθμα, η διάταξη ή διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν εκ πλαγίου.
Περαιτέρω, το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, αναφορικά με τις ερειδόμενες στις διατάξεις των άρθρων 156 και 281ΑΚ ενστάσεις, που πρότειναν οι εναγόμενες ήδη αναιρεσείουσες στον πρώτο βαθμό και επανέφεραν νομίμως στο Εφετείο προς απόκρουση της ένδικης αγωγής, με την οποία η αρχική ενάγουσα ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενες ήδη αναιρεσείουσες, αδελφές της υποχρεούνται σε συνεισφορά των αναφερόμενων περιουσιακών στοιχείων, τα οποία με γονική παροχή τους παρείχε εν ζωή η κληρονομουμένη μητέρα τους Μ. Α., δέχθηκε, μετ’ ανέλεγκτη, αναιρετικώς, εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά το μέρος που ενδιαφέρει την αναιρετική δίκη:
«| [...] Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι α) με αίτηση της ενάγουσας Μ. Κ. και δυνάμει της υπ’ αριθ. 5556/1996 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών εκδόθηκε από τον αρμόδιο Γραμματέα του ως άνω Δικαστηρίου το υπ’ αριθ. …/7-11-1996 πιστοποιητικό κληρονομητηρίου, με το οποίο πιστοποιείται ότι η ανωτέρω είναι εξ αδιαθέτου κληρονόμος της αποβιώσασας Μ. - Μ.
χήρας Ν. Α. κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου, β) με την υπ’ αριθ. .../17-1-1997 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Παναγιώτας Χατζηκομή, που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία του υποθηκοφυλακείου Βούλας (τόμος …, αριθ. …), η ενάγουσα αποδέχθηκε την κληρονομιά της ως άνω αποβιώσασας ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος της κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου και γ) δυνάμει του από 12.09.2007 ιδιωτικού συμφωνητικού, που καταρτίστηκε μεταξύ αφενός των διαδίκων της παρούσας δίκης και του Α.
Α. και αφετέρου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ... νομίμως εκπροσωπούμενης, οι πρώτοι ενεργώντας υπό την ιδιότητά τους ως συγκυριών, κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, ενός ισογείου καταστήματος (προερχόμενου από την ενοποίηση των υπό στοιχ. ΚΙ, Κ2, Κ7 και Κ8 καταστημάτων), που βρίσκεται στην Αθήνα και επί της οδού ..., εκμίσθωσαν τούτο στη δεύτερη για χρονικό διάστημα εννέα (9) ετών.
Ωστόσο, από τα ανωτέρω γεγονότα δεν συνάγεται σιωπηρή παραίτηση της ενάγουσας από την αξίωσή της για συνεισφορά των εναγόμενων κατ’ άρθρο 1895 ΑΚ. Και τούτο διότι η ενάγουσα και ο αδελφός της Α. Α. είχαν ασκήσει κατά των εναγόμενων την από 22.07.1996 αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ζητούσαν να αναγνωριστεί η ακυρότητα της προαναφερόμενης σύμβασης γονικής παροχής που καταρτίστηκε με το υπ’ αριθ. .../24-9-1993 συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ζαφειρίας Γκολφινοπούλου - Ανυφαντάκη, δυνάμει της οποίας η μητέρα των διαδίκων Μ.
Α. μεταβίβασε στις εναγόμενες, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου σε καθεμία, την ψιλή κυριότητα του περιγραφόμενου στο εν λόγω συμβόλαιο ακινήτου.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκαν από το ως άνω Δικαστήριο οι υπ’ αριθ. 3101/1997 και 1275/2003 μη οριστικές αποφάσεις, καθώς και η υπ' αριθ. 5110/2006 οριστική απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Κατά της τελευταίας απόφασης οι ενάγοντες άσκησαν αντίστοιχες εφέσεις, οι οποίες έγιναν τυπικά δεκτές και απορρίφθηκαν κατ’ ουσίαν με την υπ’ αριθ. 4252/2007 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, κατά της οποίας οι εκκαλούντες άσκησαν την από 20.12.2007 αίτηση αναίρεσης και τους από 16.02.2009 πρόσθετους λόγους, που απορρίφθηκαν με την υπ’ αριθ. 1660/2009 απόφαση του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Επίσης, η ενάγουσα είχε ασκήσει κατά των εναγόμενων και του Α. Α. την από 26.03.1997 αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί η ακυρότητα της από 18.03.1991 ιδιόγραφης διαθήκης της μητέρας της, επικουρικά δε, να αναγνωριστεί η ακυρότητα της περιεχόμενης στην εν λόγω διαθήκη διάταξης περί αποκλήρωσης αυτής (ενάγουσας). Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκαν οι υπ’ αριθ. 6735/1997 και 7124/2002 εν μέρει οριστική και οριστική, αντίστοιχα, αποφάσεις του ως άνω Δικαστηρίου, με τις οποίες έγινε δεκτή η αγωγή ως προς την κύρια βάση της.
Κατά των αποφάσεων αυτών οι εναγόμενες Ε. Β. και Ε. Σ. άσκησαν αντίστοιχες εφέσεις, επ’ αυτών εκδόθηκε δε η υπ αριθ. 7296/2003 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία έγιναν τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτές οι εφέσεις, εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη υπ' αριθ. 7124/2002 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς τις ανωτέρω εκκαλούσες, έγινε ως προς αυτές δεκτή η αγωγή κατά την επικουρική βάση της και αναγνωρίστηκε ότι είναι άκυρη η περί αποκλήρωσης της ενάγουσας διάταξη της από 18.03.1991 ιδιόγραφης διαθήκης. Κατά της ανωτέρω εφετειακής απόφασης η ενάγουσα άσκησε την από 20.01.2004 αίτηση αναίρεσης, επ’ αυτής εκδόθηκε δε η υπ’ αριθ. 1349/2005 απόφαση του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Δικαστήριο τούτο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Ακολούθως, η υπόθεση εισήχθη προς συζήτηση ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, το οποίο με την υπ' αριθ. 1691/2006 απόφασή του αναγνώρισε ότι είναι άκυρη η από 18.03.1991 ιδιόγραφη διαθήκη της Μ. χήρας Ν. Α., με την οποία η τελευταία αποκλήρωσε την ενάγουσα Μ. συζ. Ι. Κ..
Από τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά γεγονότα προκύπτει ότι η ενάγουσα ουδέποτε παραιτήθηκε από την αξίωσή της περί συνεισφοράς των εναγόμενων κατ’ άρθρο 1895 ΑΚ, η οποία (αξίωση) εξαρτάτο από την τελεσίδικη έκβαση των δικών επί των προαναφερόμενων αγωγών της κατ’ αυτών (άρθρο 249 ΚΠολΔ), οι οποίες (αγωγές) ασκήθηκαν η μεν πρώτη ενάμιση μήνα μετά τον θάνατο της κληρονομούμενης, ενώ η δεύτερη πέντε μήνες μετά τη δημοσίευση της προαναφερόμενης ιδιόγραφης διαθήκης, η οποία δημοσιεύθηκε με τα υπ’ αριθ. 3865/18-10-1996 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη οριστική απόφασή του απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένσταση περί παραίτησης της ενάγουσας από το ανωτέρω δικαίωμά της, την οποία (ένσταση) είχε προβάλει η εναγομένη Ε. Σ. με τις πρωτόδικες προτάσεις της και παραδεκτά επαναφέρει με το πρώτο σκέλος του δευτέρου λόγου της υπό κρίση έφεσής της, ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις, τα δε αντίθετα υποστηριζόμενα από την ανωτέρω εκκαλούσα με τον προαναφερόμενο λόγο έφεσης κρίνονται απορριπτέα ως αβάσιμα κατ’ ουσίαν.
Εξάλλου, από τη δημοσίευση της υπ’ αριθ. 1660/30-6-2009 απόφασης του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, η οποία είναι η τελευταία από τις αποφάσεις που εκδόθηκαν επί των ανωτέρω αγωγών, έως την άσκηση της από 27.07.2012 αγωγής επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλούμενη με τις υπό κρίση εφέσεις απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία αγωγή επιδόθηκε στις εναγόμενες στις 28.11.2012, παρήλθε χρονικό διάστημα τριών ετών και πέντε μηνών, το οποίο σε συνδυασμό με τις ανωτέρω υπό στοιχ. α', β' και γ' ενέργειες της ενάγουσας δεν καθιστά καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος της για συνεισφορά των εναγόμενων κατ’ άρθρο 1895 ΑΚ.
Συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη οριστική απόφασή του απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία είχαν προβάλει αμφότερες οι εναγόμενες με τις πρωτόδικες προτάσεις τους, ειδικότερα δε, η εναγομένη Ε. Σ. επικουρικά σε σχέση με την ένσταση παραίτησης της ενάγουσας από το ανωτέρω δικαίωμά της, ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις, τα δε αντίθετα υποστηριζόμενα από την εκκαλούσα Ε. Β. με τον δεύτερο λόγο έφεσης και από την εκκαλούσα Ε. Σ. με το δεύτερο σκέλος του δευτέρου λόγου έφεσης, με τους οποίους λόγους παραδεκτά επαναφέρουν την ως άνω ένσταση, κρίνονται απορριπτέα ως αβάσιμα κατ’ ουσίαν|».
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι η ενάγουσα Μ. Κ. δεν παραιτήθηκε από την αξίωσή της να ζητήσει τον καταλογισμό της συνεισεκτέας παροχής (γονικής παροχής) στην κληρονομιά της αποβιώσασας μητέρας της Μ. Κ., την οποία η κληρονομουμένη έκανε, όσο ζούσε, προς τις εναγομένες αδελφές της, και ότι δεν άσκησε καταχρηστικά το άνω δικαίωμά της για αναγνώριση της συνεισφοράς αυτής, διότι από τις αναφερόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση πράξεις και παραλείψεις της, και, ειδικότερα:
(α) ότι με αίτησή της (ενάγουσας) και κατόπιν της υπ' αριθ. 5556/1996 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών εκδόθηκε από τον αρμόδιο Γραμματέα του ως άνω Δικαστηρίου το υπ’ αριθ. …/7-11-1996 πιστοποιητικό κληρονομητηρίου, με το οποίο πιστοποιείται ότι η ανωτέρω είναι εξ αδιαθέτου κληρονόμος της αποβιώσασας Μ. - Μ. χήρας Ν. Α. κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου,
(β) ότι με την υπ' αριθ. .../17-1-1997 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Παναγιώτας Χατζηκομή, που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία του υποθηκοφυλακείου Βούλας (τόμος …, αριθ. …), αυτή (ενάγουσα) αποδέχθηκε την κληρονομιά της ως άνω αποβιώσασας ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος της κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου,
(γ) ότι δυνάμει του από 12.09.2007 ιδιωτικού συμφωνητικού, που καταρτίστηκε μεταξύ αφενός των διαδίκων και του αδελφού τους Α. Α. και αφετέρου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ... νομίμως εκπροσωπούμενης, οι πρώτοι ενεργώντας υπό την ιδιότητά τους ως συγκυρίων, κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, ενός ισογείου καταστήματος (προερχόμενου από την ενοποίηση των υπό στοιχ. ΚΙ, Κ2, Κ7 και Κ8 καταστημάτων), που βρίσκεται στην Αθήνα και επί της οδού ..., εκμίσθωσαν τούτο στη δεύτερη για χρονικό διάστημα εννέα (9) ετών και
(δ) ότι από τη δημοσίευση της υπ’ αριθ. 1660/30-6-2009 απόφασης του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, η οποία εκδόθηκε επί της από 22/7/1996 αγωγής ακυρώσεως του αριθμ. .../1993 συμβολαίου γονικής παροχής προς τις εναγόμενες έως την άσκηση της ένδικης από 27.07.2012 αγωγής επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία αγωγή επιδόθηκε στις εναγόμενες στις 28.11.2012, παρήλθε χρονικό διάστημα τριών ετών και πέντε μηνών ,δεν συνάγεται ότι η ενάγουσα παραιτήθηκε από την πιο πάνω αξίωσή της για συνεισφορά ούτε αυτές (πράξεις και παραλείψεις) μπορούσαν να δημιουργήσουν στις εναγόμενες ήδη αναιρεσείουσες την εύλογη πεποίθηση ότι η ενάγουσα ήδη αναιρεσίβλητη δεν θα ασκήσει το επικαλούμενο με την αγωγή δικαίωμά της.
Κατόπιν δε τούτου απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμες: (α) την από το άρθρο 156 σε συνδυασμό με το άρθρο 1895 ΑΚ ένσταση περί παραιτήσεως της ενάγουσας από την αξίωσή της για τη συνεισφορά που πήραν (γονική παροχή) οι εναγόμενες, την οποία η εναγομένη ήδη αναιρεσείουσα Ε. Σ. είχε προτείνει και (β) την από το άρθρο 281 ΑΚ ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως του άνω δικαιώματος από την ενάγουσα, την οποία οι εναγόμενες είχαν προτείνει, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει όμοια.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1895 και 156 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα , ότι η αρχική ενάγουσα δεν εξεδήλωσε ποτέ την πρόθεσή της να παραιτηθεί από οποιαδήποτε αξίωσή της για συνεισφορά της γονικής παροχής που οι εναγόμενες αδελφές πήραν από την κληρονομουμένη μητέρας τους, όσο ζούσε (ΑΠ 95/2010).
Επομένως, οι αντίθετες αιτιάσεις που διαλαμβάνονται στο δεύτερο λόγο της άνω από 21/01/2020 αίτησης αναίρεσης της Ε. Σ., με τις οποίες αποδίδονται στην προσβαλλομένη οι από τους αριθμούς 1α'και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες είναι αβάσιμες και συνεπώς ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος. Επίσης, από τις προαναφερόμενες παραδοχές της προσβαλλομένης προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τα παραπάνω υπό στοιχεία α', β', γ' και δ' επί μέρους περιστατικά, που έχουν την έννοια του «πράγματος», κατά τα αναφερόμενα στην προεκτεθείσα νομική σκέψη, τα οποία η εναγομένη ήδη αναιρεσείουσα Ε.
Β. αφενός είχε διαλάβει στο δικόγραφο της εφέσεώς της και αφετέρου είχε προτείνει πρωτοδίκως, για τη θεμελίωση της σχετικής ενστάσεως περί καταχρηστικής ασκήσεως από την ενάγουσα του άνω από τη διάταξη του άρθρου 1895ΑΚ δικαιώματός της και ρητά τα απέρριψε, ενώ σιωπηρά απέρριψε και το επί πλέον περιστατικό «πράγματα», που η ανωτέρω αναιρεσείουσα είχε διαλάβει στο δικόγραφο της εφέσεώς της, είχε δε και πρωτοδίκως προτείνει, για τον ίδιο ως άνω λόγο, δηλαδή, τη θεμελίωση της σχετικής ενστάσεως περί καταχρηστικής ασκήσεως από την ενάγουσα του άνω δικαιώματος «ότι η ενάγουσα μεταβίβασε στο γιο της Φ.
Κ., λόγω γονικής παροχής, ποσοστό 6,25% των επί της οδού ... κληρονομιαίων καταστημάτων» και «είχε παράνομα ιδιοποιηθεί από τη μητέρα της το ποσό των 19.400.000 δραχμών» (ΑΠ 905/2006).
Επομένως, οι αντίθετες αιτιάσεις που διαλαμβάνονται στον πρώτο λόγο της άνω από 14.01.2020 αίτησης αναίρεσης της Ε. Β., με τις οποίες αποδίδεται στην προσβαλλομένη η από τον αριθμό 8β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια είναι αβάσιμες (ΑΠ 372/2020), ενώ οι λοιπές, από την ίδια πλημμέλεια του αριθμού 8β', αιτιάσεις που διαλαμβάνονται επίσης στον πρώτο λόγο της άνω από 14.01.2020 αίτησης αναίρεσης, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του και τα επί πλέον περιστατικά που θεμελιώνουν την ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως από την ενάγουσα του άνω δικαιώματος, (1) ότι αυτή (ενάγουσα) είχε ασκήσει αγωγές:
α)για την κήρυξη αναξιότητας των εναγομένων ήδη αναιρεσειουσών, β) για την αναγνώριση της ακυρότητας της γονικής παροχής προς τις εναγόμενες και γ)διεκδίκησης κατά των ιδίων των κληρονομιαίων κοσμημάτων, επικαλούμενη την ιδιότητά της ως εξ αδιαθέτου κληρονόμο, στο 1/4 εξ αδιαιρέτου, της μητέρας της Μ. Α.
και (2) ότι οι (συγ)κληρονόμοι από το θάνατο των γονέων τους κατέβαλαν ισομερώς τις δαπάνες κοινοχρήστων των κληρονομιαίων ακινήτων, είναι απαράδεκτες, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι τους ισχυρισμούς αυτούς η αναιρεσείουσα - εκκαλούσα Ε. Β. είχε προτείνει στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και ότι αυτούς είχε επαναφέρει στο Εφετείο, ούτε, άλλωστε, από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της εφέσεως, προκύπτει ότι οι ισχυρισμοί αυτοί επαναφέρθηκαν στο Εφετείο με λόγο έφεσης (ΑΠ 2062/2007, ΑΠ 1378/2007).
Τέλος, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη με τον ίδιο πρώτο αναιρετικό λόγο την πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559ΚΠολΔ, προβάλλοντας την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα έγγραφα (αγωγές, δικαστικές αποφάσεις, αποδοχή κληρονομιάς, κληρονομητήριο) που αναφέρονται στο λόγο αυτό. Ο ανωτέρω λόγος ως προς την αιτίαση αυτή είναι απαράδεκτος, εξαιτίας της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι τα εν λόγω έγγραφα η αναιρεσείουσα είχε νομίμως επικαλεστεί και προσκομίσει στο δικαστήριο της ουσίας.
Συνεπώς, ο πρώτος αναιρετικός λόγος της άνω από 14.01.2020 αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος στο σύνολό του.
Κατόπιν τούτου και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει οι ένδικες αιτήσεις αναίρεσης να απορριφθούν, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ., όπως ισχύει, παραβόλου και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα της κάθε αναίρεσης, ως ηττηθείσα, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά παραδοχή του σχετικού νόμιμου και βάσιμου αιτήματος που αυτή υπέβαλε με τις προτάσεις της (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει τις από 21.01.2020 και από 14.01.2020 αιτήσεις των Ε. Σ. και Ε. Β., αντίστοιχα, για αναίρεση της αριθμ. 2461/2019 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Απορρίπτει τις αιτήσεις αναίρεσης.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος για κάθε αναίρεση παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα κάθε αίτησης αναίρεσης στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700),ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Νοεμβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 10 Δεκεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ