Legislator Case Law & Legislation
1498/2017 AI generated

1498/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1498/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1498/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Keywords

AI generated
fraudulent insurance claim immediate termination for fraud false statements regarding commercial business non-implementation of the offending agreements airport operating company inducement to breach of contract
AI generated
734/2017
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/12/2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
1378/2012
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1902/2018
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αρτεμισία Παναγιώτου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την υπ'αριθμ.231/2018 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Γεώργιο Αναστασάκο, Μαρία Γεωργίου, Ευφροσύνη Καλογεράτου - Ευαγγέλου και Κων/να Μαυρικοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
179/2019
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1640/2008
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Αναιρέσεων συνεκδίκαση. Απορρίπτεται ως αβάσιμος ο λόγος αναιρέσεως περί απόλυτης ακυρότητας, λόγω αιτιολόγησης απόρριψης της αιτήσεως αναιρεσειόντων να εμφανιστούν ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών που επελήφθη της υποθέσεώς τους προς παροχή διευκρινήσεων, αφού, εν αντιθέσει προς τον σχετικό ισχυρισμό αυτών, τέτοια αίτηση δεν περιέχεται στις εκθέσεις των εφέσεών τους. Στοιχεία κακουργηματικής απάτης από κοινού, κατ’ εξακολούθηση, κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια. Έννοια συναυτουργίας. Ορθή και αιτιολογημένη παραπομπή των αναιρεσειόντων για κακουργηματική απάτη από κοινού κατ’ εξακολούθηση, κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια με περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη περιουσιακή ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δρχ ή 73.000 ευρώ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1498 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1498/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την υπ’ αριθμ. 64/2017 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δήμητρας Παπαντωνοπούλου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό - Εισηγητή, Αβροκόμη Θούα και Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Φ. Α. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Τσέλιο.

Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Σ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Πάσχο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-11-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4862/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 710/2016 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18-5-2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β’ , 914 και 932 του Α.Κ. προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση και ικανοποίηση της ηθικής βλάβης προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας ή (και) ηθικής βλάβης και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστου και της επελθούσης, περιουσιακής ή μη, ζημίας.

Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνος δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της εννόμου τάξεως.

Αιτιώδης σύνδεσμος τέλος υπάρχει, όταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρ. 336 παρ. 4 Κ,Πολ.Δ.) η φερομένη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως (άρθρ. 298 Α.Κ.) ήταν επαρκώς ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο και πράγματι επέφερε (Α.Π.252/2013).

Περαιτέρω, από την διάταξη του άρθρου 914 Α. Κ. σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 147- 149 Α.Κ. και 386 Π.Κ. προκύπτει ότι γενεσιουργό λόγο της υποχρεώσεως σε αποζημίωση αποτελεί και η απάτη σε βάρος του ζημιωθέντος, η οποία υπάρχει όταν κάποιος από δόλο προκαλεί, ενισχύει ή διατηρεί με κάθε μέσο ή τέχνασμα σε άλλον την εσφαλμένη αντίληψη πραγματικών γεγονότων, ένεκα της οποίας αυτός προβαίνει σε δήλωση βουλήσεως ή σε επιχείρηση πράξεως από την οποία υφίσταται ζημία, εφόσον το χρησιμοποιηθέν απατηλό μέσο υπήρξε αποφασιστικό για τη γενομένη δήλωση βουλήσεως ή την επιχειρηθείσα πράξη, ενώ δεν αποκλείεται η τυχόν χρησιμοποιηθείσα για την απάτη ψευδής παράσταση να αναφέρεται σε μελλοντικό γεγονός ή να συνδέεται με απόκρυψη κρισίμων γεγονότων αναγομένων στο παρόν, την ύπαρξη των οποίων αγνοούσε ο ζημιωθείς και γνώριζε αυτός που τον εξαπάτησε, χωρίς να είναι αναγκαίο η προκληθείσα από την απατηλή συμπεριφορά ζημία να συνδέεται αποκλειστικώς με ωφέλεια αντίστοιχη, που επήλθε στο πρόσωπο του εξαπατήσαντος, αφού αυτή μπορεί να αφορά και τρίτο (Α.Π. 481/2012, 541/2012, 631/2015).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Με το λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απερρίφθη ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απερρίφθη ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ.

Α.Π. 27 και 28/1998). Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως εδέχθη ως αποδειχθέντα το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (Α.Π. 43/2013, 335/2012).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον την προκειμένη αναιρετική διαδικασία μέρος των τα εξής: "Ο πρώτος εναγόμενος (Ά. Κ.), ο οποίος απεβίωσε στις 26.05.2011, ήταν πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου και διευθύνων σύμβουλος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...

ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" που εδρεύει στο Δήμο .... Ο δεύτερος εναγόμενος (ήδη αναιρεσείων) είναι αντιπρόεδρος του Δ. Σ. αυτής και οικονομικός διευθυντής της. Η ως άνω εταιρεία συστήθηκε δυνάμει της υπ’ αριθ. .../2.5.2003 συμβολαιογραφικής πράξης της συμβολαιογράφου Αθηνών..., όπως αυτή διορθώθηκε με την με αριθμό .../11.6.2003 πράξη ....

της ίδιας Συμβολαιογράφου, έλαβε τον αριθμό μητρώου ..., το δε καταστατικό της εγκρίθηκε δυνάμει της με αριθμό .../2003 απόφασης του Νομάρχη Αθηνών και περίληψη του δημοσιεύθηκε στο Φ.Ε.Κ 103 52/3.10.2003 (τεύχος Α.Ε. και Ε.Π.Ε ). Σκοπός της εταιρείας αυτής είναι, μεταξύ άλλων, η τουριστική ανάπτυξη και η αξιοποίηση του χιονοδρομικού κέντρου "....

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι περί τα τέλη του έτους 2006 οι εναγόμενοι από κοινού με άλλους μετόχους της ως άνω εταιρείας πρότειναν στον ενάγοντα, τον οποίο γνώριζαν από την επιχειρηματική του δραστηριότητα στο χώρο των επενδύσεων και των ανωνύμων εταιριών, να επενδύσει στην εταιρεία τους συμμετέχοντας στην αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου, η οποία θα λάμβανε χώρα εντός του Δεκεμβρίου 2006.

Προκειμένου δε να πείσουν τον ενάγοντα να επενδύσει τα χρήματά του στην εταιρεία χωρίς να προβεί σε ενδελεχή νομικό και οικονομικό έλεγχο της κατάστασής της καθώς, όπως του ανέφεραν οι εναγόμενοι, οι χρονικές προθεσμίες για την αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου ήταν πολύ σύντομες, οι τελευταίοι τον διαβεβαίωσαν εν γνώσει τους ψευδώς ότι επρόκειτο για μια κερδοφόρα εταιρεία χωρίς καμία οικονομική ή νομική εκκρεμότητα και χωρίς κανένα πρόβλημα στην εν γένει λειτουργία και συναλλακτική της δραστηριότητα.

Στα πλαίσια των ως άνω διαβεβαιώσεών τους οι εναγόμενοι ενεχείρισαν στον ενάγοντα το από 20.12.2006 έγγραφο, το οποίο είχε ως επικεφαλίδα τη φράση "ΕΓΓΥΟΔΟΤΙΚΕΣ ΔΗΛΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΔΙΑΒΕΒΑΙΩΣΕΙΣ", έφερε τις υπογραφές των δύο εναγομένων, στο περιεχόμενο δε αυτού οι εναγόμενοι διαβεβαίωναν περί της απολύτως εύρυθμης οικονομικής, νομικής, λειτουργικής και συναλλακτικής κατάστασης της εταιρείας.

Πλέον συγκεκριμένα στο ως άνω έγγραφο αναφερόταν ότι: "...Η Εταιρεία λειτουργεί νόμιμα, έχει υποβάλλει όλες τις νόμιμες προς τούτο αιτήσεις και δικαιολογητικά που απαιτούνται για την λειτουργία εγκαταστάσεων αποθηκών, καταστημάτων, πρατηρίων κτλ από οποιαδήποτε αρμόδια κρατική αρχή και υπηρεσία που έχει δικαιοδοσία και αρμοδιότητα βάσει όλων των εφαρμοστέων νόμων, διαταγμάτων, κανονισμών, υπηρεσιακών εγκυκλίων ή άλλων διατάξεων και δεν έχει παραβεί κανένα από τα προεκτεθέντα" (άρθρο 1.2)...

η Εταιρεία τήρησε από της συστάσεώς της όλα τα λογιστικά Βιβλία και Λογαριασμούς, εξέδωσε ή έλαβε υπό του νόμου προβλεπόμενα παραστατικά στοιχεία, σύμφωνα με τον Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων, ως ίσχυε, και οι λογαριασμοί και τα βιβλία αυτά αντικατοπτρίζουν με ακρίβεια την αληθή οικονομική κατάσταση της εταιρείας (άρθρο 1.3)...

η Εταιρεία έχει υποβάλει όλες τις δηλώσεις, φόρου εισοδήματος, φόρου προστιθέμενης αξίας: Φ.Μ. Α.Π δηλώσεις παρακρατούμενων φόρων, δημοτικών τελών και κάθε άλλου φόρου.

Οι δηλώσεις αυτές έχουν υποβληθεί εμπροθέσμως και είναι πλήρεις και ακριβείς. Έχουν πλήρως εξοφληθεί όλοι οι αναλογούντες φόροι κάθε φύσης και οι ασφαλιστικές εισφορές στα Ταμεία Προνοίας κυρίας και επικουρικής ασφάλισης του προσωπικού και δεν υπάρχει άλλη οφειλή για κανένα από τους παραπάνω φόρους και δεν έχουν προκύψει ούτε προκύπτουν τόκοι ή πρόστιμα σχετικά με τα παραπάνω.

Η Εταιρεία έχει παρακρατήσει και εμπροθέσμως αποδώσει στις αρμόδιες φορολογικές αρχές και στους αρμόδιους οργανισμούς κοινωνικών ασφαλίσεων όλους τους φόρους και κρατήσεις κοινωνικών εισφορών που όφειλε να παρακρατήσει (άρθρο 1.4)... Δεν υφίστανται...α) εκκρεμείς απαιτήσεις του κράτους... ή οργανισμών κοινωνικής ασφαλίσεως...ή ΝΠΔΔ για φόρους ...

δημοτικά τέλη... β) απαιτήσεις τρίτων όπως τραπεζών ή πιστωτικών ιδρυμάτων, προμηθευτών, εργολάβων, εργατοτεχνικού και υπαλληλικού προσωπικού κτλ βέβαιες ή πιθανές... (άρθρο 1.7)... η Εταιρεία ... δεν έχει... ληξιπρόθεσμες οφειλές προς ... υπαλλήλους, αλλά ούτε και προς τρίτους (προμηθευτές, πελάτες, αντιπροσώπους) (άρθρο 1.9)...Δεν υπάρχει κανένα γεγονός που ουσιωδώς να επηρεάζει δυσμενώς την οικονομική κατάσταση ή την περιουσιακή θέση της Εταιρείας ή την επιχειρηματική της δραστηριότητα ... (άρθρο 1.17)".

Έχοντας πράγματι πεισθεί από τις ως άνω διαβεβαιώσεις των εναγομένων ο ενάγων αποφάσισε να συμμετάσχει στο μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας, επενδύοντας το συνολικό ποσό των 120.166,76 ευρώ (100.058,91 + 20.107,85) για την αγορά νέων μετοχών της εταιρείας τιμής εκδόσεως 5,11 € και ονομαστικής αξίας 3 € η μία κατά τις αντίστοιχες αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου που αποφάσισε η έκτακτη γενική συνέλευση των μετόχων της εταιρείας στις 31.12.2006 και 08.02.2007 αντίστοιχα....

Για το σκοπό αυτό κατέβαλε το πιο πάνω ποσό στην εταιρεία, γεγονός το οποίο δεν αμφισβητείται. Πλην όμως, μετά την καταβολή των ως άνω ποσών για την απόκτηση μετοχών της εταιρείας "...." ο ενάγων διαπίστωσε ότι η ως άνω εταιρεία αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά και νομικά προβλήματα, ότι είχε πρόβλημα στη συναλλακτική της δραστηριότητα με οφειλές σε πλήθος προμηθευτών της καθώς και σε εργαζόμενους σ’ αυτήν, ότι είχε υποπέσει επανειλημμένα σε σοβαρότατες παραβάσεις έναντι των φορολογικών αρχών, ότι δεν απέδιδε ασφαλιστικές εισφορές καθώς και ότι δεν διέθετε θεωρημένα φορολογικά βιβλία.

Πλέον συγκεκριμένα η κακή οικονομική κατάσταση της εταιρείας αποδεικνύεται από τις προσκομιζόμενες μετ’ επικλήσεως από τον ενάγοντα από 1.3.2007 και 30.3.2007 επιστολές του Γ. Μ., Προϊσταμένου του Λογιστηρίου της ελεγκτικής εταιρείας με την επωνυμία Διαδικασία Α.Ε., η οποία κατά την κρίσιμη περίοδο ήταν ήδη μέτοχος της εταιρείας "...." και είχε πλήρη γνώση των λογιστικών βιβλίων και καταστάσεων της εταιρείας, προς τους μετόχους της εταιρείας "....", όπου περιγράφονται αναλυτικά οι οικονομικές, νομικές και φορολογικές εκκρεμότητες της εταιρείας.

Ειδικότερα στις ανωτέρω επιστολές αναφέρεται ότι δεν υπάρχει συμφωνία ταμείου και ότι υπάρχει κίνδυνος εμφάνισης αρνητικού ταμείου, ότι υπάρχουν φόροι μισθωτών υπηρεσιών και ελεύθερων επαγγελματιών που δεν έχουν πληρωθεί για το έτος 2006, ότι έχουν γίνει ρυθμίσεις οφειλών προς το Ι.Κ.Α. κατ’ επανάληψη, οι οποίες μετά από λίγο διακόπτονται λόγω μη πληρωμής τους, ότι υπάρχει οφειλή προς το Ταμείο ...., ότι δεν έχει πληρωθεί δημοτικός φόρος από την έναρξη της επιχείρησης, ότι υπάρχουν προβλήματα στη μισθοδοσία, ότι υπάρχουν εκκρεμότητες με το Φ.Μ.Υ.

και το Επιμελητήριο, ότι δεν υπάρχουν θεωρημένα βιβλία από 1.1.2007 (ισοζύγια Αναλυτικών και Καθολικών), ότι το βιβλίο Μητρώου Παγίων δεν είναι ενημερωμένο για το έτος 2006, ότι υπάρχουν πολλές οφειλές σε προμηθευτές και, τέλος, ότι υπάρχει αναντιστοιχία μεταξύ παραστατικών και συμφωνητικών, από τα οποία μέρος μόνον έχει κατατεθεί στην εφορία.

Τα παραπάνω ενισχύονται από τη με αριθμό πρωτ. .../24.11.2006 απόφαση του Διευθυντή του Δ" Ταμείου είσπραξης εσόδων του ΙΚΑ, με την οποία αποφασίζεται η τμηματική καταβολή οφειλής, ύψους 53.316,21 ευρώ, από καθυστερούμενες ασφαλιστικές εισφορές της εταιρείας "...." προς το ΙΚΑ, από την από 20.4.2007 επιστολή του Κ. Κ. προς τους μετόχους της εταιρείας "....", με την οποία διαμαρτύρεται "για την μη καταβολή των δεδουλευμένων χρημάτων που του οφείλονται εδώ και αρκετό καιρό" αλλά και από την κατάθεση της μάρτυρος του ενάγοντα Α.

Φ., λογίστριας, στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία κατέθεσε ότι: "...δεν υπήρχαν καν θεωρημένα βιβλία ... είχε ο κύριος Σ. τηλεφωνήματα από προμηθευτές οι οποίοι δεν είχαν πληρωθεί και τους έδιναν το τηλέφωνο του κυρίου Σ. για να ζητήσουν χρήματα ... πήρε και τον λογιστή της Διαδικασίας τον κύριο Μ.

για να ζητήσει περισσότερες διευκρινίσεις. Του είπε ότι είναι ένα χάος η εταιρεία και ότι υπολογίζει τα χρέη της εταιρείας να είναι περίπου 500.000...". Κατόπιν αυτών, οι ισχυρισμοί του ενάγοντα ότι υπήρξε σε βάρος του απατηλή συμπεριφορά των εναγομένων, οι οποίοι του παρείχαν εν γνώσει τους ψευδώς προφορικές και γραπτές διαβεβαιώσεις περί της καλής οικονομικής κατάστασης της εταιρείας δημιουργώντας σε αυτόν την εσφαλμένη αντίληψη ότι αυτή ήταν υγιής, και ότι η ως άνω συμπεριφορά τους υπήρξε αποφασιστική για τη γενόμενη εκ μέρους του επένδυση των χρημάτων του στην εταιρεία, αποδεικνύονται ουσιαστικά βάσιμοι.

Άλλωστε, αποδείχθηκε, ότι ο ενάγων είναι επιχειρηματίας που δραστηριοποιείται στο χώρο των επενδύσεων και των ανωνύμων εταιριών από δεκαετίας, επομένως δεν θα προέβαινε λόγω της εμπειρίας του αυτής σε μία τόσο σημαντική επένδυση, εάν δεν είχε προηγουμένως πεισθεί περί της ορθότητάς της. Ως εκ τούτου, ο ενάγων από την προεκτεθείσα συμπεριφορά του δεύτερου εναγομένου, υπέστη θετική ζημία συνιστάμενη στο χρηματικό ποσό των 120.166,76 ευρώ που επένδυσε για την αγορά των μετοχών της εταιρείας "....", δεδομένου ότι δεν υπάρχει αντιστοιχία μεταξύ αυτού και της αξίας των ως άνω μετοχών, η οποία είναι μηδενική.

Περαιτέρω, η συγκεκριμένη παράνομη συμπεριφορά του εναγομένου συνδέεται αιτιωδώς προς την επελθούσα ζημία του ενάγοντος, αφού αυτή προκλήθηκε, διότι η επένδυση επιχειρήθηκε κατόπιν των παραπλανητικών διαβεβαιώσεων του εναγομένου, με αποτέλεσμα να θεμελιώνεται αδικοπρακτική ευθύνη του τελευταίου.

Προσέτι, εξαιτίας της ως άνω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του εναγομένου ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας το Δικαστήριο κρίνει ότι εύλογο ποσό χρηματικής ικανοποίησης είναι το ποσό των 10.000 ευρώ, λαμβάνοντας υπόψη το βαθμό της υπαιτιότητας του δεύτερου εναγόμενου, τις συνθήκες υπό τις οποίες τέλεσε την ανωτέρω παράνομη και υπαίτια πράξη του, το μέγεθος της ζημίας του ενάγοντος καθώς και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων...".

Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο, δεχόμενο τύποις και ουσία την έφεση του ενάγοντος, ήδη αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε απορρίψει ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη την αγωγή. Δικάζοντας δε ακολούθως την υπόθεση κατ’ ουσίαν έκρινε νόμιμη και εν μέρει βάσιμη κατ’ ουσίαν την αγωγή, υποχρεώνοντας τον δεύτερο εναγόμενο, ήδη αναιρεσείοντα, να καταβάλει στον ενάγοντα ως αποζημίωση για την περιουσιακή του ζημία και χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την εις βάρος του αδικοπραξία τα χρηματικά ποσά των 120.166,76 και 10.000 ευρώ αντιστοίχως και συνολικώς το ποσό των 130.166,76 ευρώ με το νόμιμο τόκο από της επιδόσεως της αγωγής έως εξοφλήσεως.

Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914 και 932 του Α.Κ. και 386 του Π.Κ., οι προϋποθέσεις εφαρμογής των οποίων συντρέχουν εν προκειμένω, καθόσον τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούν το πραγματικό των διατάξεων τούτων και καταφάσκουν τις προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής ευθύνης του αναιρεσείοντος, συνιστάμενες ειδικότερα, σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, στην απατηλή συμπεριφορά του τελευταίου, ο οποίος από κοινού με τον αποβιώσαντα συνεναγόμενό του παρείχε εν γνώσει του ψευδώς στον ενάγοντα, ήδη αναιρεσίβλητο, προφορικές και γραπτές διαβεβαιώσεις περί της καλής οικονομικής καταστάσεως της εταιρείας, παραπλανώντας αυτόν και προκαλώντας του την εσφαλμένη εντύπωση ότι η εν λόγω εταιρεία ήταν υγιής, με αποτέλεσμα, πειθόμενος στις διαβεβαιώσεις των, να αποφασίσει την συμμετοχή του στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου, δαπανώντας το χρηματικό ποσό των 120.166,76 ευρώ, το οποίο και απώλεσε, αφού η αξία των μετοχών που αγόρασε , λόγω της πολύ κακής οικονομικής καταστάσεως της εταιρεία ήταν μηδενική.

Επί προσθέτως δε το Εφετείο, κατ’ ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των προειρημένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, έκρινε νόμιμη, στηριζομένη επί των διατάξεων τούτων, την ένδικο αγωγή, στην οποία εμπεριέχονται κατά το κύριο μέρος των τα γεγόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την αδικοπρακτική ευθύνη του αναιρεσείοντος.

Επομένως, οι περί του αντιθέτου πρώτος, δεύτερος, τρίτος και πέμπτος λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση επάλληλες αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθμ.1 Κ.Πολ.Δ., υπό την έννοια ότι το Εφετείο κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερομένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων έκρινε νόμιμη και βάσιμη την αγωγή υπό τα εκτιθέμενα σ’ αυτήν και αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τυγχάνουν αβάσιμοι.

Ειδικότερα ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι εσφαλμένως το Εφετείο δέχθηκε την συνδρομή απάτης του Π.Κ., ενώ με την αγωγή έγινε επίκληση της αστικής απάτης των άρθρων 147 και 149 Α.Κ., βάσει των οποίων ο ενάγων, εφόσον δεν ζήτησε την ακύρωση της συναφθείσης με την εταιρεία συμβάσεως δεν δικαιούται να απαιτήσει ως αποζημίωση το τίμημα που κατέβαλε για την κατάρτισή της και αντιστοιχεί στην αξία των μετοχών , επί πλέον δε ότι αρνήθηκε εσφαλμένως την εφαρμογή του άρθρου 43 παρ. 6 περ.βγ του ν. 2190/1920, που αφορά τον υπολογισμό της αξίας των μετοχών, με βάση τον νομίμως συντεταγμένο τελευταίο ισολογισμό της εταιρείας, έκρινε δε νόμιμη την αγωγή, μολονότι δεν αναφέρεται σ’ αυτήν, αλλά ούτε και στην προσβαλλομένη απόφαση ότι η εταιρεία, η οποία ως τρίτη ωφελήθηκε από την παροχή του αναιρεσιβλήτου, εγνώριζε ή ώφειλε να γνωρίζει την εξαπάτηση αυτού από τους εναγομένους, και τέλος ότι η αξίωση περί χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης είναι μη νόμιμη , καθόσον δεν προσδιορίζεται ούτε και ζητείται με την αγωγή το θετικό διαφέρον λόγω ακυρώσεως της συμβάσεως, που συνιστά προϋπόθεση για την θεμελίωση της εν λόγω αξιώσεως.

Όλοι οι ανωτέρω ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμοι, ερειδόμενοι επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, διότι, ως ήδη εξετέθη, η ένδικη αγωγή, σύμφωνα με το ιστορικό αυτής περιεχόμενο και τις παροχές προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν έχει ως αντικείμενο την συνεπεία απάτης ακύρωση της συναφθείσης συμβάσεως κτήσεως των μετοχών και τις εξ αυτής συνέπειες, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 147 και 149 Α.Κ., για το λόγο αυτό άλλωστε και η αγωγή δεν απευθύνεται κατά της εταιρείας, αλλά αφορά ευθέως και αποκλειστικώς την αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση του ενάγοντος-αναιρεσιβλήτου, συνεπεία της αδικοπραξίας που τέλεσαν σε βάρος του οι εναγόμενοι, με την εξαπάτησή του να συμμετάσχει στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας των, η οποία είχε ως συνέπεια την απώλεια του διατεθέντος χρηματικού ποσού, αφού οι μετοχές που απέκτησε όχι μόνο δεν ανταποκρίνονταν στο διατεθέν τίμημα, αλλά είχαν μηδενική αξία.

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. γ’ του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, για την ίδρυση του σχετικού λόγου αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 Κ.Πολ.Δ., το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη (Ολ.Α.Π. 2/2008). Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Συνήθως αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα όχι όμως και τα φερόμενα ως αγνοηθέντα. Εξάλλου ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η εκ της ως άνω διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ.11 γ’ Κ.Πολ.Δ., αιτίαση, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη νομίμως ενώπιον του προσκομισθέν έγγραφο και δη τον δημοσιευθέντα ισολογισμό της εταιρείας που αφορούσε το οικονομικό έτος 2005, από τον οποίον μπορούσε να υπολογισθεί η σύμφωνη με τον νόμο αξία των μετοχών που απέκτησε ο αναιρεσίβλητος, συμμετέχοντας στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εν λόγω εταιρείας. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, διότι από τη βεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλομένη απόφασή του ότι στην περί πραγμάτων κρίση του κατέληξε, κατόπιν συνεκτιμήσεως, μετά των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων και όλων ανεξαιρέτως των νομοτύπως μετ’ επικλήσεως προσκομισθέντων παρά των διαδίκων εγγράφων, και ιδιαιτέρως από τις σκέψεις και παραδοχές της αποφάσεως που αφορούν τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος προς απόδειξη του οποίου επικαλέσθηκε το ως είρηται έγγραφο, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και τα έγγραφο τούτο.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί δε η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθεί επί πλέον αυτός ως ηττώμενος (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό εκτιθέμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18 Μαΐου 2016 αίτηση του Φ. Α. του Κ. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 710/2016 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Ιουνίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 6 Σεπτεμβρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ