Legislator Case Law & Legislation
1498/2016 AI generated

1498/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1498/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη και Διονυσία Μπιτζούνη -Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1498/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Το παρόν Δικαστήριο με την υπ’ αριθμ. 58246/13.11.2013 απόφαση του, ανέβαλε τη συζήτηση της υποθέσεως, λόγω σημαντικών αιτίων, αναγόμενων στο πρόσωπο του συνηγόρου υπεράσπισης των εκκαλούντων σε ρητή δικάσιμο και συγκεκριμένα για την 7η.4.2014, χωρίς κλήτευση απάντων. Κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο ο 1ος εκκαλών δεν εμφανίσθηκε αυτοπροσώπως αλλά η εμφανίστηκε η Α.

Keywords

AI generated
voluntary resignation right to a decision proper legal representation right to legal counsel constitutional argumentation withdrawal of opposition
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1498 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1498/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη και Διονυσία Μπιτζούνη -Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του την 16 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αθανασίου Ακριτίδη (γιατί κωλύεται η εισαγγελεύς του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέα Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων Γ. Ζ. του Α. και Δ., κατοίκου ... και Φ. Μ. του Ι. και της Ε., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν αμφότεροι δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Δημητρίου Ιωαννίδη, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 48310/2014 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 20.7.2015 και 20.4.2015, αντιστοίχως, αιτήσεις τους αναιρέσεως, καθώς και στο από 20.1.2016 δικόγραφο προσθέτων λόγων επί της από 20.7.2015 αιτήσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 462/2015.

Αφού άκουσε

τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν η προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως, καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Νόμιμα φέρονται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου α) οι με αριθμό …/20.7.2015 και …/20.4.2015 αιτήσεις των Γ. Ζ. του Α. και Φ. Μ. του Ι., αντιστοίχως, για αναίρεση της με αριθμό 48310/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και β) οι από 20.1.2016 πρόσθετοι λόγοι επί της από 20.7.2015 αιτήσεως αναιρέσεως, που έχουν ασκηθεί παραδεκτά και πρέπει να συνεκδικασθούν λόγω της προδήλου μεταξύ αυτών συνάφειας.

ΙΙ. Σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 501 του Κ.Ποιν.Δ. που προσετέθη με το άρθρο 49 παρ. 3 του ν.3160/2003 "Αν μετά την έναρξη της συζήτησης της έφεσης λάβει χώρα διακοπή ή αναβολή αυτής και κατά τη νέα συζήτηση ο εκκαλών - κατηγορούμενος, αν και κλητεύθηκε νομίμως, δεν εμφανιστεί, όπως ορίζεται στην παράγραφο 1, δικάζεται σαν να ήταν παρών".

Από τις τελευταίες ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι αν ο εκκαλών - κατηγορούμενος ή ο συνήγορος του ενεφανίσθη κατά την έναρξη της διαδικασίας της κατ’ έφεση δίκης για να υποστηρίξει την έφεσή του, και στη συνέχεια μετά τη λήψη της ταυτότητάς του, κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματος η δίκη ανεβλήθη, αλλά ο κατηγορούμενος δεν ενεφανίσθη στη νέα μετ’ αναβολή δικάσιμο ούτε εξεπροσωπήθη από δικηγόρο, λογίζεται σαν να ήταν παρών στη νέα μετ’ αναβολή δικάσιμο και το δικαστήριο, δεσμευόμενο από την αρχική εμφάνιση του εκκαλούντος - κατηγορουμένου δεν μπορεί να απορρίψει την έφεσή του ως ανυποστήρικτη, κατά το άρθρο 501 Κ.Ποιν.Δ., αλλά οφείλει να την ερευνήσει στην ουσία.

Εξ’ άλλου, κατ’ άρθρο 349 παρ. παρ. 1, 2, 5 και 6 του ιδίου ως άνω Κώδικα, σε συνδυασμό, το Δικαστήριο, με αίτημα κάποιου από τους διαδίκους, μπορεί να διατάξει την αναβολή της δίκης για σοβαρό λόγο υγείας που αφορά αυτόν ή τον συνήγορο του, αιτιολογώντας ειδικώς και εμπεριστατωμένως την απόφασή του. Η ανωτέρω αναβολή γίνεται σε ρητή δικάσιμο, κλητευομένων μόνον των απάντων διαδίκων, μαρτύρων και πραγματογνωμόνων, εάν, δε, ο λόγος αναβολής αναγγέλθηκε από συνήγορο ή άλλο πρόσωπο για λογαριασμό απόντος διαδίκου και η συζήτηση αναβλήθηκε σε ρητή δικάσιμο, η περί αναβολής απόφαση επέχει θέση κλητεύσεώς του.

Εξάλλου η κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, απαιτείται όχι μόνον για την απόφαση περί της ενοχής, δηλ. την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε.

Στην προκείμενη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση για την έρευνα του πρώτου λόγου της από 20.7.2015 αναιρέσεως, καθώς και του πρώτου λόγου του δικογράφου των προσθέτων λόγων επ’ αυτής για την αναίρεση της παρεμπίπτουσας απόφασής του, η οποία προηγήθηκε της προσβαλλόμενης με αριθμό 48310/2014 κυρίας αποφάσεώς του, και θεωρείται ότι συμπροσβάλλεται με την τελευταία (άρθρ. 504 παρ. 4 Κ.Ποιν.Δ.), αφού έκανε τυπικά δεκτή την υπ’ αριθμόν 12229/3.12.2012, έφεση, κατά της υπ’ αριθμόν 107896/2012 αποφάσεως του ΣΤ’ Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, δέχθηκε τα εξής: "Όσον, αφορά τον 1° εκκαλούντα πρέπει να σημειωθεί ότι κατά την εκδίκαση της υπ’ αριθμ. 1229/3.2.2012 έφεσής του, η οποία είχε οριστεί για τη δικάσιμο της 13ns.11.2013 εμφανίστηκε αυτοπροσώπως.

Το παρόν Δικαστήριο με την υπ’ αριθμ. 58246/13.11.2013 απόφαση του, ανέβαλε τη συζήτηση της υποθέσεως, λόγω σημαντικών αιτίων, αναγόμενων στο πρόσωπο του συνηγόρου υπεράσπισης των εκκαλούντων σε ρητή δικάσιμο και συγκεκριμένα για την 7η.4.2014, χωρίς κλήτευση απάντων. Κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο ο 1ος εκκαλών δεν εμφανίσθηκε αυτοπροσώπως αλλά η εμφανίστηκε η Α.

Κ., ως άγγελος αυτού και υπέβαλε αίτημα αναβολής για λογαριασμό του, ενώ με την υπ’ αριθμ. 19672/7.4.2014 απόφαση τούτου του Δικαστηρίου αναβλήθηκε η υπόθεση λόγω σημαντικών αιτίων στο πρόσωπο του 1ου εκκαλούντος.

Συνεπώς, δεδομένου ότι κατά την αρχική δικάσιμο της 13ης.11.2013 είχε αρχίσει η διαδικασία της κατ’ έφεση δίκης, πρέπει να δικασθεί ο 1ος εκκαλών σαν να ήταν παρών, εφόσον σύμφωνα με το από 7.7.2014 αποδεικτικό επίδοσης του Αρχ/κα Β. Τ., προκύπτει ότι κλητεύθηκε νομοτύπως για την παρούσα δικάσιμο....".

Με αυτά που δέχτηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, διέλαβε στην συμπροσβαλλόμενη παρεμπίπτουσα απόφασή του την, κατά τα άνω, επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη, όπως απαιτούν οι πιο πάνω διατάξεις, αιτιολογία, αφού αφενός μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα (ήτοι οι υπ’ αριθμ. 58246/13.11.2013 και 19672/7.4.2014 αποφάσεις του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, καθώς και το από 7.7.2014 αποδεικτικό επίδοσης του Αρχ/κα Β.

Τ.) που έλαβε υπόψη και αξιολόγησε το Δικαστήριο και αφετέρου αναφέρονται σ’ αυτήν τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το Δικαστήριο θεμελίωσε τη σχετική απόφασή του περί εκδικάσεως της υποθέσεως στην ουσία της, παρά τη σωματική απουσία του πρώτου εκκαλούντος - νυν πρώτου αναιρεσείοντος, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 501 παρ. 4 Κ.Ποιν.Δ.

Ειδικότερα, αναφέρεται ότι κατά την αρχική δικάσιμο της υπόθεσης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο στις 13.11.2013 αναβλήθηκε η δίκη παρόντος του πρώτου εκκαλούντος - νυν πρώτου αναιρεσείοντος σε ρητή δικάσιμο, λόγω κωλύματος του συνηγόρου υπερασπίσεως αμφοτέρων των εκκαλούντων. Κατά την ορισθείσα δε νέα δικάσιμο της 7.4.2014 η δίκη αναβλήθηκε και πάλι, λόγω σημαντικών αιτίων στο πρόσωπό του (πρώτου εκκαλούντος - αναιρεσείοντος).

Γίνεται δε μνεία του ποιος ήταν εκείνος που κατά το χρόνο εκδικάσεως της εφέσεως γνωστοποίησε στο Δικαστήριο το σημαντικό αίτιο της απουσίας του, αφού αναφέρεται ότι το σχετικό αίτημα περί αναβολής υπεβλήθη από την εμφανισθείσα ως άγγελο αυτού Α. Κ..

Συνεπώς, αφού ο αναιρεσείων δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά την τελευταία μετ’ αναβολή δικάσιμο, κατά την οποίαν αυτός κλητεύθηκε νομίμως, όπως προκύπτει από το από 7.7.2014 αποδεικτικό επίδοσης του Αρχ/κα Β. Τ., ορθώς το Δικαστήριο σύμφωνα με τα άρθρα 501 παρ. 4 δίκασε αυτόν σαν να ήταν παρών και προχώρησε στην περαιτέρω εκδίκαση της υποθέσεως κατ’ ουσίαν (Ολ.

ΑΠ 3/2006). Κατ` ακολουθία, δεν πάσχει η ως άνω, παρεμπίπτουσα απόφαση, από έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και δεν ιδρύθηκε ο από το άρθρο 510 παρ.1 Δ’ Κ.Ποιν.Δ. λόγος αναιρέσεως και συνεπώς, ο πρώτος λόγος της 20.7.2015 αιτήσεως αναιρέσεως, καθώς και ο πρώτος λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων επί της εν λόγω αιτήσεως αναιρέσεως κατά το πρώτο σκέλος αυτού, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, τυγχάνουν αβάσιμοι και απορριπτέοι.

Εξάλλου και ο συναφής πρώτος λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων επί της εν λόγω αιτήσεως αναιρέσεως κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, ότι το δικαστήριο έσφαλε που προχώρησε στην επί της ουσίας εκδίκαση της υποθέσεως του πρώτου εκκαλούντος - αναιρεσείοντος αντί να κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση της εφέσεώς του, διατάσσοντας την εκ νέου κλήτευσή του, υπερέβη την εξουσία του και εκ τούτου ιδρύθηκε ο αντίστοιχος, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ.

Η’ του Κ.Ποιν.Δ., λόγος αναιρέσεως, για υπέρβαση εξουσίας, είναι επίσης αβάσιμος και απορριπτέος, αφού αυτός προϋποθέτει την ευδοκίμηση του προηγούμενου αναιρετικού λόγου..

ΙΙΙ. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που εφαρμόσθηκε.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και, σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κτλ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει, ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα.

Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

Επίσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ Κ.Ποιν.Δ λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.

Κατά το άρθρο 45 Π.Κ. "αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός". Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ότι ο κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του διαπραττόμενου εγκλήματος γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος.

Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμέτοχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές. Για τον έλεγχο υπό του Αρείου Πάγου της ορθής ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 45 Π.Κ.

πρέπει να αναφέρονται στην απόφαση τα πραγματικά περιστατικά βάσει των οποίων το δικαστήριο δέχθηκε ότι ο δράστης συμμετείχε στην τέλεση του εγκλήματος ως συναυτουργός (Ολ. ΑΠ 50/1990)..(ΑΠ 1268/2013, 752/2013, 103/2006) Περαιτέρω, κατά το άρθρο 79 παρ. 1 του Ν. 5960/1933 "περί επιταγής", όπως αντικαταστάθηκε με το Ν.Δ.1325/1972, ορίζεται ότι "ο εκδίδων επιταγή μη πληρωθείσα επί πληρωτού παρά τω οποίω δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά τον χρόνο της εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής ταύτης, τιμωρείται δια φυλακίσεως τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματικής ποινής τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών".

Από την διάταξη αυτή, από την οποίαν απαλείφθηκε το "εν γνώσει" της προηγουμένης ρυθμίσεως, προκύπτει ότι το έγκλημα της εκδόσεως ακαλύπτου επιταγής είναι τυπικό και για την στοιχειοθέτηση του απαιτείται αντικειμενικά μεν, 1) έκδοση τυπικά έγκυρης επιταγής, δηλαδή συμπλήρωση επί του εντύπου της επιταγής των στοιχείων που προβλέπονται στο νόμο, 2) υπογραφή του εκδότη, στην θέση υπογραφής του εκδότη, αδιάφορα αν η επιταγή εκδίδεται για ατομικό του χρέος και σύρεται επί προσωπικού του λογαριασμού, ή για χρέος άλλου και εταιρίας που εκπροσωπείται από αυτόν και σύρεται επί λογαριασμού του άλλου ή της εταιρείας, 3) εμπρόθεσμη εμφάνιση της επιταγής προς πληρωμή και 4) έλλειψη αντιστοίχων διαθεσίμων κεφαλαίων στον πληρωτή, κατά το χρόνο της εκδόσεως ή της πληρωμής, υποκειμενικά δε, γνώση και θέληση των στοιχείων της πράξεως, της εκδόσεως δηλαδή επιταγής, που είναι ακάλυπτη.

Με την νέα δηλαδή ρύθμιση, αρκεί ο απλός (ή ενδεχόμενος) δόλος και δεν απαιτείται άμεσος δόλος, με την έννοια της εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τελέσεως της πράξεως. Για να είναι, δηλαδή, αξιόποινη η πράξη της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, αρκεί ο εκδότης αυτής σε επίπεδο γνωστικό να γνωρίζει ακόμη και ως ενδεχόμενο και σε επίπεδο βουλητικό να επιδιώκει ή απλά να αποδέχεται όλα τα απαιτούμενα στοιχεία για την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος, μεταξύ των οποίων είναι και η έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων.

Όταν συνεπώς, στην καταδικαστική απόφαση για έκδοση ακάλυπτης επιταγής διαλαμβάνεται, ότι ο δράστης ενήργησε εκ προθέσεως (εκ δόλου), σημαίνει ότι γνωρίζει και αποδέχεται όλα τα στοιχεία που κατά νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως του άρθρου 79 παράγραφος 1 του Ν. 5960/1933, μεταξύ των οποίων είναι και η έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων στην πληρώτρια Τράπεζα.

Ήτοι, για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως για το παραπάνω έγκλημα δεν είναι απαραίτητο να γίνεται σ’ αυτή και ειδική αναφορά σε "γνώση" του εκδότη της επιταγής για την ανυπαρξία διαθέσιμων κεφαλαίων στην πληρώτρια Τράπεζα, όπως απαιτούσε η προαναφερόμενη διάταξη πριν από την τροποποίηση της από το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972 (ΑΠ 815/2015, 1017/2012, 2361/2007).

Με βάση τις παραπάνω προϋποθέσεις, και του σκοπού της διατάξεως του άνω άρθρου, προκύπτει κατά τρόπο σαφή ότι δράστης (αυτουργός) του εγκλήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής μπορεί να είναι μόνο ο "εκδίδων" επιταγή, χωρίς αντίκρισμα, δηλαδή αυτός που πραγματοποιεί την επί του τίτλου δήλωση βουλήσεως υπογράφοντας το έγγραφο της επιταγής και θέτει αυτό σε κυκλοφορία, ανεξάρτητα από το πρόσωπο για το οποίο επέρχονται οι έννομες συνέπειες που απορρέουν από αυτή.

Έτσι, επί εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής εκ μέρους εντολοδόχου, αυτουργός του εγκλήματος είναι ο εντολοδόχος [αντιπρόσωπος], ο δε εντολέας [αντιπροσωπευόμενος] μπορεί να είναι ποινικά υπεύθυνος ως ηθικός αυτουργός ή ως συνεργός. Συναυτουργία στην έκδοση ακάλυπτης επιταγής μπορεί να νοηθεί μόνο στην περίπτωση της από κοινού έκδοσης [υπογραφής] της ίδιας επιταγής από περισσότερα πρόσωπα.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης με αριθ. 48310/2014 αποφάσεώς του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, ήτοι, των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, της πρωτόδικης αποφάσεως μετά των πρακτικών της, όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων που αναγνώσθηκαν και της απολογίας του δευτέρου κατηγορουμένου, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, σε σχέση με τους κατηγορουμένους και ήδη αναιρεσείοντες, ότι αποδείχθησαν κατά λέξη τα εξής: "Στην Αθήνα, την 10η.7.2007, οι κατηγορούμενοι από κοινού και με την ιδιότητα των νομίμων εκπροσώπων της εταιρίας με την επωνυμία "..." και συγκεκριμένα, ως διευθύνων σύμβουλος ο 1ος, και, ως αντιπρόεδρος του Δ.Σ.

ο 2ος, εξέδωσαν την υπ’ αριθ. ... επιταγή για να πληρωθεί από την Τράπεζα Κύπρου για το ποσό των 50.000 ευρώ σε διαταγή του εγκαλούντος - μάρτυρα κατηγορίας Γ. Σ., που είναι νόμιμος κομιστής της, η οποία επιταγή, αφού εμφανίστηκε νομίμως και εμπροθέσμως την 10η.7.2007 στην πληρώτρια τράπεζα, δεν πληρώθηκε διότι δεν υπήρχε αντίκρυσμα.

Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι οι ανωτέρω κατηγορούμενοι δυνάμει του υπ’ αριθ. .../28.3.2007 ειδικού πληρεξουσίου τους και υπό τις ανωτέρω ιδιότητες τους είχαν χορηγήσει στον εγκαλούντα την εντολή να διαπραγματεύεται και να οργανώνει για λογαριασμό της ως άνω εταιρείας θέματα τραπεζικής φύσεως με τα πιστοδοτικά ιδρύματα της ημεδαπής, δεδομένου ότι η ανωτέρω εταιρεία είχε αναθέσει στον εγκαλούντα την εκπόνηση επιχειρηματικού σχεδίου.

Ως αμοιβή του δε για την εργασία του αυτή είχαν συμφωνήσει το ποσό των 50.000 ευρώ. Σε εκτέλεση αυτής της συμφωνίας την 21η.3.2007 ο εγκαλών παρέλαβε από τον συνεργάτη της ανωτέρω εταιρείας Δ. Κ. την επίδικη δίγραμμη επιταγή, την οποία οι ανωτέρω κατηγορούμενοι συνυπέγραψαν, ως νόμιμοι - εκπρόσωποι της παραπάνω εταιρείας "...." και η οποία επιταγή παραδόθηκε λευκή, ως προς την ημερομηνία εκδόσεως, με την συμφωνία ότι ως ημερομηνία εκδόσεως θα καταχωρηθεί από τον εγκαλούντα η ημερομηνία πιστώσεως στο λογαριασμό της ανωτέρω εταιρείας του κεφαλαίου κίνησης της πρώτης φάσης ποσού 250.000 ευρώ και της έγκρισης από την Τράπεζα PROBANK του ορίου των εγγυήσεων της πρώτης φάσης ποσού 1.000.000 ευρώ, που είχε αναλάβει να διεκπεραιώσει ο εγκαλών, ενώ συμφωνήθηκε ότι σε περίπτωση μη έγκρισης παραπάνω αναφερομένων χορηγήσεων η επίδικη επιταγή θα επιστραφεί.

Αρχές Μαΐου 2007, ο εγκαλών ολοκλήρωσε την μελέτη και υπέβαλε σχετικό φάκελο στην Τράπεζα PROBANK, η οποία εν τω μεταξύ είχε δώσει την προέγκριση για την χορήγηση του δανείου της πρώτης φάσης.

Συνεπώς ο εγκαλών εκπλήρωσε τις δικές του υποχρεώσεις από τη σύμβαση έργου με την ανωτέρω εταιρεία και το γεγονός ότι η εκταμίευση του δανείου δεν επετεύχθη, οφείλεται στην αποκλειστική υπαιτιότητα των κατηγορουμένων - νομίμων εκπροσώπων της ανωτέρω εταιρίας, σύμφωνα και με τα διαλαμβανόμενα στην υπ’ αριθμ. 3109/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που έκρινε τελεσίδικα επί ανακοπής για την ακύρωση της υπ’ αριθ. .../2007 διαταγής πληρωμής που εκδόθηκε με βάση την συγκεκριμένη επιταγή.

Ακολούθως ο εγκαλών δήλωσε στους κατηγορουμένους ότι εάν μέχρι την 10η.7.2007 δεν εξοφλήσουν την συμφωνημένη αμοιβή τότε θα έθετε ως ημερομηνία έκδοσης της επιταγής την 10η.7.2007 και θα την εμφάνιζε προς πληρωμή, γεγονός το οποίο τελικά και έπραξε, βάσει της παραπάνω ρητής συμφωνίας, πλην όμως, όπως προαναφέρθηκε, η επιταγή δεν πληρώθηκε ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων.

Επίσης, από την εκτίμηση όλων των προαναφερόμενων αποδεικτικών στοιχείων δεν προέκυψε ανάγκη διενέργειας γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, όπως αιτείται ο 2ος εκκαλών, ο οποίος πρέπει να σημειωθεί ότι ουδέποτε στράφηκε εναντίον του εγκαλούντος με την κατάθεση μήνυσης σε βάρος του. Κατόπιν όλων αυτών πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι..." Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τους κατηγορουμένους και ήδη αναιρεσείοντες ενόχους, της αξιόποινης πράξης της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής κατά συναυτουργία, για την οποία τους επέβαλε ποινή φυλακίσεως δέκα πέντε (15) ετών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό: "Στην Αθήνα, την 10.7.2007, από κοινού δρώντας και κατόπιν συναπόφασης, εξέδωσαν με πρόθεση επιταγή, που δεν πληρώθηκε στον κομιστή της, γιατί δεν είχαν τα αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της έκδοσης ή της πληρωμής και πιο συγκεκριμένα οι κατηγορούμενοι Γ.

Ζ., Γ. Ζ. και Φ. Μ., από κοινού δρώντας και κατόπιν συναπόφασης ως διευθύνων σύμβουλος, πρόεδρος και αντιπρόεδρος του Δ. Σ., αντίστοιχα, και νόμιμοι εκπρόσωποι της εδρεύουσας στη ... εταιρίας με την επωνυμία "..." και το δ.τ. ".....", εξέδωσαν την υπ’ αριθμ.... επιταγή, για να πληρωθεί από την Τράπεζα Κύπρου για πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ σε διαταγή του εγκαλούντος και λήπτη αυτής Γ.

Σ., νομίμως περιελθούσας στον τελευταίο. Η ανωτέρω επιταγή, αφού εμφανίστηκε για πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα εμπρόθεσμα, την 10.7.2007, δεν πληρώθηκε, γιατί δεν υπήρχαν τα απαιτούμενα προς τούτο διαθέσιμα κεφάλαια στον υπ’ αρ. ... λογαριασμό της εκδότριας, όπως το γεγονός αυτό βεβαιώθηκε με βεβαίωση των αρμοδίων τραπεζικών υπαλλήλων επί του σώματος της επιταγής".

Με αυτά που δέχθηκε το ως άνω δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, για το οποίο καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι ως από κοινού εκδότες της επιταγής, ως νόμιμοι εκπρόσωποι της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και το δ.τ. ".....", καθώς και τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 79 του Ν. 5960/1933, όπως ισχύει, χωρίς ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου να την παραβιάσει με ελλιπή ή αντιφατική αιτιολογία.

Ειδικότερα αναφέρει, την έκδοση από τους αναιρεσείοντες της επίδικης επιταγής που συνυπογράφεται από τους ίδιους, οπότε αιτιολογείται η συναυτουργία αυτών στην έκδοσή της, τον χρόνο έκδοσής της, την εμπρόθεσμη εντός οκταημέρου εμφάνιση της επιταγής προς πληρωμή και την μη πληρωμή της, λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων, γεγονός που βεβαίωσε η πληρώτρια τράπεζα και που γνώριζαν οι κατηγορούμενοι κατά τον χρόνο της πληρωμής της.

Οι λοιπές αιτιάσεις αμφοτέρων των αναιρεσειόντων είναι απαράδεκτες και απορριπτέες, διότι με την επίκληση, κατ’ επίφαση, της πλημμέλειας της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως αναιρετικού λόγου, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

Συνεπώς, ο συναφής λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως του δευτέρου αναιρεσείοντος, καθώς και ο δεύτερος λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων του πρώτου αναιρεσείοντος, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ και Ε’ του Κ.Ποιν.Δ., για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Μετά από αυτά, ελλείψει ετέρου παραδεκτού λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως, καθώς οι πρόσθετοι επί της πρώτης αιτήσεως λόγοι πρέπει να απορριφθούν και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 Κ.Ποιν.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τις με αριθμό …/20.7.2015 και …/20.4.2015 αιτήσεις των Γ. Ζ. του Α. και Φ. Μ. του Ι., αντιστοίχως, καθώς και τους από 20.1.2016 πρόσθετους λόγου επί της από 20.7.2015 αιτήσεως αναιρέσεως για αναίρεση της με αριθμό 48310/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ τον καθένα.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Οκτωβρίου 2016.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Οκτωβρίου 2016.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ