Legislator Case Law & Legislation
1498/2013 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against property judgment, ruling no contradiction exists in the operative part allowing execution.

Case Number 1498/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Municipality of Nea Smyrni's appeal against a lower court judgment regarding property ownership. The municipality argued the judgment contained a contradictory operative part by recognizing co-ownership while simultaneously ordering the transfer of full title. The court held that the judgment was not contradictory because it did not create legal uncertainty preventing execution, as the co-owner could still claim their specific share.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1033, 369, 1192 of the Civil Code; Article 559(17) of the Code of Civil Procedure: An appeal based on contradictory operative provisions is admissible only if the contradiction renders execution impossible or creates legal uncertainty regarding the parties' rights.

Keywords

AI generated
property co-ownership appeal admissibility contradictory judgment execution impossibility legal uncertainty civil procedure appeal title transfer

Cited Legislation

AI generated
Articles 1033, 369 and 1192 of the Civil Code
Article 559(17) of the Code of Civil Procedure
Article 281(2) of Law 3463/2006
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1498 / 2013 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1498/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Μαζαράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα και κωλυομένου του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Βασιλείου Φούκα), Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 17 Απριλίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Πρωτοβάθμιου Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΝΕΑΣ ΣΜΥΡΝΗΣ" (ΝΠΔΔ) και έδρα τη Νέα Σμύρνη Αττικής που εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Γεωργία Σκλιβάγκου.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. χας Χ. Λ., το γένος Δ. Β., 2) Β. Λ. του Χ., 3) Δ. Λ. του Χ. και 4) Ε. Λ. του Χ., όλων κατοίκων ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αικατερίνη Καραμανώλη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-2-2000 αγωγή του αρχικού διαδίκου Χ. Λ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1087/2004 του ίδιου Δικαστηρίου, 3831/2008 μη οριστική και 6300/2010 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-4-2011 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 12-10-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθεμία δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά τα άρθρα 1033, 369 και 1192 ΑΚ, για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι μεταξύ των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με σύμβαση είναι, ότι ο μεταβιβάσας ήταν κύριος του ακινήτου που μεταβιβάστηκε.

Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 1 κωδ. (7.39), ν. 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), ν. 6 Πανδ. (44.3), ν. 76 παρ.1 Πανδ. 18.1), ν. 7 παρ.3 Πανδ. (23.3) του βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου, μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία κατόπιν άσκησης νομής με διάνοια κυρίου, ως τέτοιας νοούμενης της άσκησης σ' αυτό εμφανών και συνεχών πράξεων που εκδηλώνουν βούληση εξουσίασης του νομέα πάνω στο ακίνητο, όπως καλλιέργεια, εκμίσθωση, εποπτεία, φύλαξη και άλλες πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση του ακινήτου, με καλή πίστη, ήτοι με την ειλικρινή πεποίθηση του νομέα ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλει κατ' ουσία το δικαίωμα κυριότητας τρίτου, γεγονός που συνάγεται από το δικαστήριο της ουσίας, ενόψει της φύσης της καλής πίστης ως ενδιάθετης κατάστασης, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 20 παρ. 12 Πανδ. (5.8), 27 Πανδ. (18.1), και για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1041, 1042, 1043, 1045, 1051 ΑΚ, προκύπτει, ότι, για την κτήση της κυριότητας ακινήτου, με τακτική χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής με καλή πίστη και νόμιμο ή νομιζόμενο τίτλο για μια δεκαετία, και με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα, και στις δύο περιπτώσεις, εκείνου που απέκτησε τη νομή αυτού με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του.

Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 24/1992).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με την ένδικη διεκδικητική αγωγή και την ανταγωγή, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Το επίδικο ακίνητο είναι οικόπεδο και βρίσκεται στην θέση "..." ή "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Νέας Σμύρνης Αττικής, στο Οικοδομικό Τετράγωνο (ΟΤ) ...

και στη συμβολή των οδών ... και ..., επί της οποίας φέρει τον αριθμό 14. Έχει έκταση 820,20 τμ. σύμφωνα με το από Μαρτίου 1988 τοπογραφικό σχεδιάγραμμα του μηχανικού Π. Γ. και μετά νεότερη καταμέτρηση από τον πραγματογνώμονα - μηχανικό Γ. Π., 824 τμ., σύμφωνα με το από Νοεμβρίου 2008 σχεδιάγραμμα αυτού. Σύμφωνα με το ως άνω πρώτο σχεδιάγραμμα του Π.

Γ. συνορεύει ανατολικά επί πλευράς ΑΒ μήκους 8,60 μ. με την οδό ..., πρώην ιδιοκτησία Α. Γ., βορειοανατολικά επί τεθλασμένης οριογραμμής ΘΔΓΒ, μήκους κατά το τμήμα ΘΔΓ 3,80 μ. και κατά το τμήμα ΓΒ 35,08 μ. με ιδιοκτησία αγνώστων, πρώην ιδιοκτησία Α. Γ., βόρεια επί τεθλασμένης οριογραμμής ΕΚΙΘ, μήκους 12,81-1,55-1,20 μ., με ιδιοκτησία αγνώστων και απαλλοτριωθείσα έκταση πρώην Ι.

Λ., νότια επί πλευράς ΑΖ μήκους 47,51 μ. με την οδό ..., πρώην ανώνυμη και δυτικά επί πλευράς ΖΕ μήκους 23,95 τμ. με ιδιοκτησία Λ. - Κ. και αγνώστων, πρώην Π. Κ., (γίνεται μνεία ότι το σχεδιάγραμμα του ανωτέρω πραγματογνώμονα δεν αφίσταται ουσιωδώς εκείνου του Π. Γ.. Το οικόπεδο αυτό προέκυψε μετά από κατάτμηση μείζονος ακινήτου, εκτάσεως αρχικά 8 στρεμμάτων και αργότερα 4.527,40 τμ., συνορεύοντος βόρεια και ανατολικά με Α.

Γ., δυτικά με Π. Κ. και νότια με ανώνυμη οδό, ήδη ..., ιδιοκτησία Κ. Σ.. Στις 22-3-1892 το εν λόγω ευρύτερο ακίνητο μεταβιβάσθηκε λόγω δωρεάς από τον Γ. Τ. στον υιό του Π. Τ. με το υπ' αριθ. .../1892 συμβόλαιο του Συμβ/φου Αθηνών Παναγιώτη Πέρδικα, που μεταγράφηκε νόμιμα στο Υποθηκοφυλακείο Αθηνών στον τόμο ... με αύξοντα αριθμό 124.

Αργότερα κατά του Π. Τ. ως οφειλέτη ενεργήθηκε αναγκαστική εκτέλεση, με αντικείμενο μεταξύ άλλων και το ανωτέρω ακίνητο και με την υπ' αριθ. ... από 15-2-1915 έκθεση πλειστηριασμού και κατακυρώσεως του Συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Ζήση το τελευταίο κατακυρώθηκε στον Π. Ρ., ο οποίος ακολούθως εξεχώρησε τα δικαιώματά του ως υπερθεματιστή στον Ι.

Λ. με την υπ' αριθ. .../18-2-1915 πράξη του ιδίου συμβολαιογράφου. Τα ανωτέρω βεβαιώθηκαν στην υπ' αριθ. 14354/27-2-1915 περίληψη κατακυρώσεως του ιδίου συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία του ανωτέρω Υποθηκοφυλακείου στον τόμο ..., με αύξοντα αριθμό 334. Ακολούθως δυνάμει: (α) του νομοθετικού διατάγματος της 8-8-1923, όπως τροποποιήθηκε με το από 22-11-1923 όμοιο διάταγμα και όπως συμπληρώθηκε και κωδικοποιήθηκε με το από 22-4-1924 όμοιο διάταγμα, (ΦΕΚ Α' αριθ. 92/22-4-1924), και (β) του προεδρικού διατάγματος της 25-2-1925, (ΦΕΚ Α' αριθ. 52/4-3-1925), κηρύχθηκαν δύο απαλλοτριώσεις εκτάσεων κειμένων στην περιοχή ...

του μετέπειτα οικισμού και Δήμου της Νέας Σμύρνης, παρά το σημερινό νότιο όριο αυτού με τον Δήμο Παλαιού Φαλήρου και στην αριστερή πλευρά του κατερχομένου την Λεωφόρο Συγγρού προς Φάληρο, για τον σκοπό της αποκαταστάσεως προσφύγων. Στις 4-6-1937 το Υπουργείο Κρατικής Υγιεινής και Αντιλήψεως με την υπ' αριθ.

πρωτ. 74.706/1937 Απόφαση του οικείου Υπουργού, αφού χωροθέτησε δημόσιες και απαλλοτριωθείσες εκτάσεις ευρισκόμενες στην τότε Κοινότητας Νέας Σμύρνης για 15 συνολικά δημόσιες χρήσεις, παραχώρησε αυτές στην ως άνω Κοινότητα και ήδη Δήμο Νέας Σμύρνης. Η εν λόγω Υπουργική Απόφαση μεταγράφηκε στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών στον τόμο 1181 με αύξοντα αριθμό 288.

Μέρος του ανωτέρω ευρύτερου ακινήτου του Ι. Λ. καταλήφθηκε από τις εν λόγω απαλλοτριώσεις και εν συνεχεία μεταβιβάσθηκε με την προηγούμενη Υ.Α. στον Δήμο Νέας Σμύρνης. Το ζήτημα, το οποίο ανακύπτει στην προκειμένη δίκη, είναι εάν το επίδικο ακίνητο, όπως ανωτέρω περιγράφεται, καταλήφθηκε από τις ανωτέρω απαλλοτριώσεις και εν συνεχεία μεταβιβάσθηκε στον Δήμο Νέας Σμύρνης, ή παρέμεινε ιδιωτική ιδιοκτησία.

Ο Ι. Κ. Λ. απεβίωσε στις 30-9-1953, και κληρονομήθηκε, σύμφωνα με το υπ' αριθ. 4361/101/24-6-1954 κληρονομητήριο του Πρωτοδικείου Αθηνών, εξ αδιαθέτου από τους εγγύτερους συγγενείς του: α) Β. Κ. Λ., (πατέρα του εκκαλούντος - ενάγοντος), β) Σ. Μ. το γένος Κ. Λ., γ) Ι. Σ. του Π., δ) 1 και ε) Ι. συζ. Κ. Κ. το γένος Π. Σ., κατά τα 3/9 καθένας από τους δύο πρώτους και κατά το 1/9 καθένας από τους τρεις λοιπούς.

Οι ανωτέρω κληρονόμοι αποδέχθηκαν την κληρονομιά με την υπ' αριθ. .../20-2-1954 πράξη του συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννου Γεωργ. Σπηλιωτοπούλου, η οποία μεταγράφηκε νομότυπα στα βιβλία του Υποθ/κείου Αθηνών στον τόμο ... με αύξοντα αριθμό 279. Στην κληρονομιά αυτή περιλαμβανόταν και το υπόλοιπο μετά τις προαναφερθείσες απαλλοτριώσεις του ευρύτερου ακινήτου των 4,5 περίπου στρεμμάτων στην περιοχή ...

και στην ειδικότερη θέση "..." ή "..." της Νέας Σμύρνης. Το εν λόγω ακίνητο, όπως είχε πλέον περιορισθεί, κατατμήθηκε από τους ανωτέρω κληρονόμους σε μικρότερα οικόπεδα με αριθμούς 1 έως 8, όπως αυτά απεικονίζονται στο από Δεκεμβρίου 1953 σχεδιάγραμμα του μηχανικού Τ. Λ., που έχει συνταχθεί σε ανύποπτο χρόνο και προσαρτηθεί στο υπ' αριθ. .../20-2-1954 συμβόλαιο του Συμβ/φου Αθηνών Ιωάννου Γεωργ.

Σπηλιωτοπούλου. Σύμφωνα με το σχεδιάγραμμα αυτό το όλο απομένον ακίνητο τέμνεται από την οδό ..., που το χωρίζει σε δύο ανισομερή τμήματα εντασσόμενα, το μεν δυτικό στο Οικοδομικό Τετράγωνο (ΟΤ) ..., το δε ανατολικό στο Οικοδομικό Τετράγωνο (ΟΤ) .... Το τελευταίο, περιλαμβάνον τα οικόπεδα με αριθμούς 5 έως 8, ορίζεται δυτικά από την οδό ..., ανατολικά από την οδό ..., νότια από την οδό ... (πρώην ανώνυμη) και βόρεια - βορειοανατολικά από το όριο της απαλλοτριώσεως και ιδιοκτησία αγνώστων.

Τα πλέον ανατολικά κείμενα με αριθμούς 7 και 8 οικόπεδα του ανατολικού τμήματος του απομείναντος μετά τις απαλλοτριώσεις ευρύτερου αρχικού ακινήτου, (εντός του ΟΤ ...), αποτελούν το ήδη επίδικο ακίνητο. Οι ανωτέρω κληρονόμοι του Ι. Λ. επώλησαν από το δυτικό τμήμα το υπ' αριθ. 4 οικόπεδο με το συμβόλαιο υπ' αριθ. .../20-2-1954 του συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννου Γεωργ.

Σπηλιωτοπούλου, στο οποίο προσαρτήθηκε το προαναφερόμενο σχεδιάγραμμα του μηχανικού Τ. Λ. και αργότερα στις 27-5-1954 οι ίδιοι επώλησαν με το υπ' αριθ. .../1954 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Αντ. Χλουβεράκη και το υπ' αριθ. 6 οικόπεδο του ανατολικού τμήματος, που φέρεται ότι συνορεύει ανατολικά με το επίδικο οικόπεδο.

Ειδικότερα τα αναφερόμενα στο τελευταίο συμβόλαιο όρια του πωληθέντος οικοπέδου αναφέρουν ως ανατολικό του όριο, όχι απαλλοτριωθείσα έκταση, (όπως θα έπρεπε σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του εφεσίβλητου - εναγομένου Δήμου), αλλά το υπ' αριθ. 7 οικόπεδο ιδιοκτησίας των ιδίων των πωλητών, το οποίο ήδη συναποτελεί από κοινού με το υπ' αριθ. 8 οικόπεδο το επίδικο ακίνητο.

Ότι το τελευταίο παρέμεινε ιδιωτική έκταση και δεν καταλήφθηκε από τις ανωτέρω απαλλοτριώσεις επιβεβαιώνεται και από: (α) το υπ' αριθ. .../14-2-1959 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννου Γεωργ. Σπηλιωτοπούλου, με το οποίο πωλήθηκε από τους κληρονόμους του Ι. Λ. το υπ' αριθμόν 2 οικόπεδο, από τα 8, στα οποία είχε κατατμηθεί το αρχικό μείζον ακίνητο, που ανήκε στην κληρονομιά του Ι.

Λ., λαμβανομένων υπόψη όσων εκεί αναφέρονται σε ανύποπτο χρόνο για την προέλευση, την θέση και τα όρια του πωληθέντος ακινήτου, (β) το υπ' αριθ. .../30-9-1953 παραχωρητήριο του Υπουργείου Κοινωνικής Προνοίας προς την πρόσφυγα Μ. Δ., με το οποίο παραχωρήθηκε προς αυτήν, από την προς βορρά του επιδίκου απαλλοτριωθείσα έκταση, το υπ' αριθ. 6 οικόπεδο, (διάφορο από το υπ' αριθ. 6 οικόπεδο της κατατμήσεως του αρχικού μείζονος ιδιωτικού ακινήτου του Ι.

Λ.) και στο οποίο παραχωρητήριο αναφέρεται ότι το παραχωρούμενο οικόπεδο συνορεύει προς νότο με "ιδιωτικά", επί πλευράς ίσου περίπου μήκους (34,92 μ.) με την βόρεια-βορειανατολική πλευρά του επιδίκου ακινήτου (35,08 μ.) και (γ) το από 19-8-1980 αντίγραφο του γενικού διαγράμματος ρυμοτομίας της Νέας Σμύρνης του Τμήματος Τοπογραφήσεων του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών, στο οποίο εμφαίνεται ότι το επίδικο ακίνητο, τοποθετούμενο στο νότιο τμήμα του Ο.Τ. ..., βρισκόταν κατά την σύνταξη του πρωτοτύπου διαγράμματος στις 7-2-1931 εκτός του ορίου των προηγουμένων απαλλοτριώσεων, αλλά και πέραν του ορίου της τότε Κοινότητας Νέας Σμύρνης, ανήκον στο Παλαιό Φάληρο.

Σε όμοιο συμπέρασμα καταλήγουν με ανάλογα επιχειρήματα τόσο ο διορισθείς από το Δικαστήριο πραγματογνώμονας τοπογράφος-μηχανικός Γ. Π. στην από 26-11-2008 έκθεσή του με το συνοδευτικό αυτής διάγραμμα, όσο και ο τεχνικός σύμβουλος του εκκαλούντος - ενάγοντος επίσης τοπογράφος - μηχανικός Ά. Χ. στην από 23-12-2008 τεχνική έκθεσή του με τα συνοδεύοντα αυτήν διαγράμματα.

Στις 19-1-1955 απεβίωσε ο πρώτος από τους προαναφερθέντες κληρονόμους του Ι. Κ. Λ. και πατέρας του εκκαλούντος - ενάγοντος Β. Κ. Λ.. Ο τελευταίος με βάση την υπ' αριθ. ... από 30-12-1949 δημοσία διαθήκη του ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννου Γεωργ. Σπηλιωτοπούλου και λαμβανομένου υπόψη ότι ο ένας από τους τρεις γιους του, ονόματι Κ.

Λ., είχε προαποβιώσει αυτού στις 23-2-1950, κληρονομήθηκε ως προς ολόκληρη την υπόλοιπη περιουσία του, πλην της εν ζωή κατοικίας του, αφενός από τους επιζήσαντες αυτού γιους του Γ. Λ. και Χ. Λ. του Β., (εκκαλούντα - ενάγοντα), κατά το 1/2 ο καθένας τους εξ αδιαιρέτου στην ψιλή κυριότητα των περιλαμβανομένων στην κληρονομιά ακινήτων και αφετέρου από την εν ζωή σύζυγό του Ε.

Λ. στην εφόρου ζωής επικαρπία επί των ιδίων ακινήτων. Η Ε. Λ. απεβίωσε στις 11-7-1963. Κατ' αυτόν τον τρόπο αποσβέσθηκε η υπέρ αυτής συσταθείσα επικαρπία επί των ακινήτων της κληρονομίας του συζύγου της και οι ανωτέρω γιοί τους κατέστησαν ιδιοκτήτες του 1/2 ο καθένας τους επί των εν λόγω ακινήτων κατά πλήρη κυριότητα.

Στα εν λόγω κληρονομιαία ακίνητα περιλαμβάνονταν και τα προαναφερθέντα οικόπεδα στην θέση "..." ή "..." της Νέας Σμύρνης, τα οποία ο κληρονομηθείς Β. Λ. είχε προηγουμένως κληρονομήσει από τον αδελφό του Ι. Λ., όσα βεβαίως δεν είχαν ήδη μεταβιβασθεί σε τρίτους, μεταξύ αυτών δε και τα συνιστώντα το ήδη επίδικο ακίνητο.

Η κληρονομιά του Β. και Ε. Λ. έγινε αποδεκτή από τον εκκαλούντα-ενάγοντα Χ. Λ., για ίδιο λογαριασμό και για λογαριασμό της αποβιώσασας μητέρας του ως προς την επαχθείσα σε αυτήν κληρονομιά του συζύγου της, με την υπ' αριθ. .../22-12-1999 πράξη της συμβολαιογράφου Αθηνών Χαρίκλειας συζ. Παναγ. Μανιάτη το γένος Περικλή Ηλιοπούλου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου της Νέας Σμύρνης στον τόμο ...

με αύξοντα αριθμό 438. Επομένως ο εκκαλών - ενάγων Χ. Λ. κατέστη από το 1955 ψιλός κύριος και από το 1963 πλήρης κύριος επί του 1/ 2 των 3/9 (ή άλλως επί του 1/6) εξ αδιαιρέτου του επιδίκου ακινήτου. Μέχρι το τέλος του 1990 ο εκκαλών - ενάγων ασκούσε με καλή πίστη πράξεις νομής στο επίδικο, επιβλέποντας τα όρια του, αναθέτοντας σε τρίτους την φύλαξή του, φυτεύοντας εντός αυτού καλλωπιστικά φυτά, επιμελούμενος την περίφραξή του και αναθέτοντας την πλήρη καταμέτρηση και αποτύπωσή του.

Ειδικότερα προέκυψε ότι αρχές του 1988 ανέθεσε ο ίδιος και οι λοιποί συγκύριοι του επιδίκου στον πολ. μηχανικό Π. Γ., να συντάξει σχεδιάγραμμα του ακινήτου, στο οποίο να αποτυπώνεται λεπτομερώς αυτό. Πράγματι ο τελευταίος εκπόνησε το αναφερόμενο στην αρχή της παρούσας από Μαρτίου 1988 σχεδιάγραμμα του επιδίκου, βάσει του οποίου προσδιορίζονται τα προαναφερθέντα όριά του.

Ο μηχανικός αυτός στην από 20-12-1999 έγγραφη βεβαίωσή του αναφέρει ότι κατά την καταμέτρηση του ακινήτου στην οποία προέβη με σκοπό την σύνταξη του σχεδιαγράμματος, υπήρχε περίφραξη αυτού στις δύο όψεις του. Στις 15-9-1989 ο Δήμος Νέας Σμύρνης, υπολαμβάνοντας εσφαλμένα ότι το ακίνητο περιλαμβανόταν στις προαναφερθείσες απαλλοτριώσεις, υπέβαλε στην Διεύθυνση Πολεοδομίας της Νομαρχίας Πειραιά αίτηση για χορήγηση οικοδομικής αδείας, με σκοπό την τοποθέτηση "εντός" του επιδίκου προκατασκευασμένου κτίσματος προς στέγαση νηπιαγωγείου.

Η άδεια χορηγήθηκε μετά από αυτοψία που έλαβε χώρα στις 14-2-1990 και το προκατασκευασμένο κτίσμα τοποθετήθηκε τελικά στις αρχές του 1991, οπότε συντελέσθηκε η αποβολή του εκκαλούντος - ενάγοντος από το επίδικο. Μέχρι την έγερση της ένδικης αγωγής ο εκκαλών - ενάγων αδράνησε να ασκήσει τα δικαιώματα του, διότι προσδοκούσε συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς και λόγω συνεννοήσεων με τους λοιπούς συγκυρίους".

Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε, ότι ο αρχικός ενάγων Χ. Λ., μετά τον θάνατο του οποίου υπεισήλθαν στη δικονομική του θέση ως μοναδικοί κληρονόμοι του οι ήδη αναιρεσίβλητοι, μετά από διαδοχικές κληρονομικές διαδοχές κατέστη συγκύριος κατά ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου του επίδικου ακινήτου με παράγωγο τρόπο, αλλά και με πρωτότυπο, ήτοι με τακτική και έκτακτη χρησικτησία και κατόπιν τούτου, αφού απέρριψε τις ενστάσεις του εναγόμενου και ήδη αναιρεσείοντος Δήμου περί παραγραφής της σχετικής αξιώσεως και περί ιδίας κυριότητας, δέχτηκε την ασκηθείσα από τον αναιρεσίβλητο έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει αντίθετα, και δέχτηκε την ένδικη αγωγή.

Με αυτά που δέχτηκε, και, έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο αυτής, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απόκτησης της κυριότητας του επίδικου ακινήτου από τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο τόσο με παράγωγο όσο και με πρωτότυπο τρόπο.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες σαφείς παραδοχές του το Εφετείο δέχτηκε, ότι το επίδικο ακίνητο είναι οικόπεδο που προέκυψε από κατάτμηση μείζονος ακινήτου και του οποίου, δυνάμει της .../18-2-1915 πράξης του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Ζήση, κατέστη κύριος ο απώτερος δικαιοπάροχος του αναιρεσιβλήτου Ι.

Λ.. Ότι στη συνέχεια μέρος του ευρύτερου αυτού ακινήτου καταλήφθηκε το έτος 1937 από τις κηρυχθείσες δύο απαλλοτριώσεις και ακολούθως μεταβιβάστηκε με Υπουργική Απόφαση στον αναιρεσείοντα Δήμο. Ότι το εν λόγω ακίνητο, όπως είχε πλέον περιορισθεί κατατμήθηκε σε μικρότερα οικόπεδα με αριθμούς 1 έως 8, τα δε πλέον ανατολικά κείμενα με αριθμούς 7 και 8 οικόπεδα του ανατολικού τμήματος του απομείναντος μετά τις απαλλοτριώσεις ευρύτερου αρχικού ακινήτου αποτελούν το ήδη επίδικο ακίνητο, το οποίο τελικά παρέμεινε ιδιωτική έκταση και δεν καταλήφθηκε από τις ανωτέρω απαλλοτριώσεις και ότι μετά από διαδοχικές κληρονομικές διαδοχές o αρχικός ενάγων κατέστη από το 1955 ψιλός συγκύριος και από το 1963 πλήρης συγκύριος επί του 1/6 εξ αδιαιρέτου του επίδικου ακινήτου.

Επομένως, ο δεύτερος, κατά το δεύτερο μέρος του λόγος της αναίρεσης από τον αριθμό 19, όπως εκτιμάται, (και όχι από τον αριθμό 13 που αναφέρεται στο αναιρετήριο), του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων Δήμος υποστηρίζει τα αντίθετα, προβάλλοντας ότι το επίδικο ακίνητο ανήκει ολόκληρο σ' αυτόν άσχετα με τις τμηματικές απαλλοτριώσεις ή εντάξεις, είναι αβάσιμος.

Ο ίδιος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ κατά το μέρος του, με το οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, διότι το ακίνητο που επικαλείται ο αναιρεσίβλητος στους τίτλους του ευρίσκεται σε διαφορετική θέση και σε απόσταση 700 μέτρων μακριά από το επίδικο και είναι παντελώς άσχετο με αυτό, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον με αυτόν προσβάλλεται η ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

Επειδή, όπως συνάγεται από τις διατάξεις του άρθρου 529 του ΚΠολΔ στην κατ' έφεση δίκη επιτρέπεται οι διάδικοι να επικαλεστούν και να προσκομίσουν νέα αποδεικτικά μέσα, εκτός αν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αποκρούσει τα αποδεικτικά μέσα που προσάγονται πρώτη φορά σ' αυτό ως απαράδεκτα, διότι, κατά την κυριαρχική κρίση του, ο διάδικος δεν τα είχε προσκομίσει στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας η από βαριά αμέλεια.

Για το παραδεκτό του αποδεικτικού αυτού μέσου το Εφετείο δεν απαιτείται να διαλάβει στην απόφασή του ειδική αιτιολογία. Έτσι, όταν το Εφετείο λαμβάνει υπόψη του και συνεκτιμά το πρώτον ενώπιον αυτού προσκομισθέντα έγγραφα, περιλαμβανόμενα στη γενική έκφραση "ως παραδεκτά προσκομιζόμενα", αποκρούει εκ του πράγματος την εκ προθέσεως στρεψοδικίας μη προσκόμισή τους κατά την πρωτόδικη δίκη, η δε κρίση του αυτή ως αναγομένη σε πράγματα (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 8, 11 α' και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που συνίστανται στο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση απαραδέκτως και αναιτιολογήτως έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα στο λόγο αυτό αποδεικτικά μέσα (έγγραφα), τα οποία για πρώτη φορά ο αναιρεσίβλητος επικαλέστηκε και προσκόμισε με τις προτάσεις του κατά την ενώπιον του Εφετείου συζήτηση, μετά το πέρας της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, και συγκεκριμένα: 1) το από Μαρτίου 1988 τοπογραφικό σχεδιάγραμμα του μηχανικού Π.

Γ., 2) το .../1892 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Παναγιώτη Πέρδικα, με το πιστοποιητικό μεταγραφής Υποθηκοφυλακείου Αθηνών του .../14-5-2007, το οποίο εκδόθηκε στην κατ' έφεση δίκη, 3) την .../15-2-1915 έκθεση πλειστηριασμού και κατακυρώσεως του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Ζήση, 4) την .../18-2-1915 πράξη του ίδιου συμβολαιογράφου, 5) την 14354/27-2-1915 περίληψη κατακυρώσεως του ιδίου συμβολαιογράφου, με το πιστοποιητικό Υποθηκοφυλακείου Αθηνών, 6) την .../20-2-1954 πράξη του συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννου Σπηλιοτοπούλου και το .../27-9-1963 πιστοποιητικό μεταγραφής της του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών, 7) το από Δεκεμβρίου 1953 σχεδιάγραμμα του μηχανικού Τ.

Λ., προσαρτημένου στο .../20-2-1954 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννου Σπηλιωτοπούλου, 8) το .../1954 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννου Σπηλιοτοπούλου, 9) το .../30-9-1953 παραχωρητήριο του Υπουργείου Κοινωνικής Πρόνοιας, 10) την με αριθμό ... από 30-12-1949 δημόσια διαθήκη του Β. Κ. Λ. ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννου Σπηλιωτοπούλου, 11) την .../22-12-1999 πράξη της συμβολαιογράφου Αθηνών Χαρίκλειας συζ.

Παναγ. Μανιάτη και 12) το .../29-12-1999 πιστοποιητικό του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών. Ο λόγος αυτός, καθ' όλα τα μέρη του, κρίνεται απαράδεκτος και απορριπτέος, αφού, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, είναι επιτρεπτή στην κατ' έφεση δίκη η επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων, ενόψει και της μνείας στην προσβαλλόμενη απόφαση της παραδοχής, ότι "προσκομίζονται ήδη για πρώτη φορά δικαιολογημένα ως νέα αποδεικτικά μέσα".

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335, και 338 έως 341 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.

Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ.ΑΠ 14/2005).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο άνω αποδεικτικό του πόρισμα και ακολούθως να δεχτεί την ένδικη αγωγή του αναιρεσιβλήτου, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τα κατωτέρω έγγραφα, τα οποία επικαλέστηκε και προσκόμισε ο αναιρεσείων, ενώπιον του Εφετείου με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη της ένστασής του ιδίας κυριότητας και του ισχυρισμού του, ότι το ακίνητο το οποίο επικαλείται στους τίτλους του ο αναιρεσίβλητος, ευρίσκεται σε διαφορετική θέση και σε απόσταση περί τα 700 μέτρα μακριά από το επίδικο και είναι παντελώς άσχετο με αυτό, και συγκεκριμένα: 1) την 38437/5-10-1999 δήλωση του νόμου 2308/1995 του δικαιοπαρόχου του αναιρεσιβλήτου Β.

Χ. Λ. προς το Εθνικό Κτηματολόγιο, στην οποία σημειώνεται ότι: "ο έλεγχος είναι αδύνατος λόγω μη περιγραφής των δηλουμένων ακινήτων, τα οποία έχουν απαλλοτριωθεί από το Δημόσιο το 1934 χωρίς να υποδηλωθούν κατά τους δηλούντες", 2) την .../5-10-1999 ομοία δήλωση της Ε. Λ. στην οποία σημειώνονται τα ίδια ως άνω και στις οποίες δηλώνουν οικόπεδο εκτάσεως 764 τ.μ., 3) την .../1999 ομοία δήλωση της Μ.

Λ., στην οποία αναφέρεται οικόπεδο εκτάσεως 524,80 τ.μ., 4) το .../8-10-1965 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλείου Κροκίδα, με το οποίο οι Γ. και Χ. Λ. του Β. αποδέχθηκαν την κληρονομία του αποβιώσαντος Β. Λ. και συγκεκριμένα α) έναν αγρό στη θέση "..." του αναιρεσείοντος Δήμου Ν. Σμύρνης, εκτάσεως 3.500 τ.μ., β) έναν αγρό στην θέση "..." του ίδιου Δήμου, εκτάσεως 750 τ.μ.

και γ) έναν αγρό στην θέση "..." της περιφερείας του ίδιου Δήμου, εκτάσεως 844 τ.μ., 5) τα αντίγραφα εκ του βιβλίου μερίδων (Γ - ..., ΙΘ/..., 308/... και ΞΑ/...) των Γ. Λ., Χ. Λ. και Θ. Μ. που τηρούνται στο Υποθηκοφυλακείο Καλλιθέας, 6) την από 20/10/1982 αγωγή αναγνωρίσεως κληρονομικού δικαιώματος της Σ. Λ. Β., Ε. και Γ. Λ. ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτή διεκδικεί ακίνητα, τα οποία δεν έχουν καμία σχέση με το επίδικο, 7) το .../1988 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Π.

Νικολακοπούλου, με το οποίο η Μ. χήρα Δ. Λ. αποδέχθηκε το 1/6 εξ αδιαιρέτου οικοπέδου: α) εκτάσεως 454,60 τ.μ. στην θέση "..." και β) εκτάσεως 524,80 τ.μ. στην οδό ..., 8) το 9487/1950 οριστικό παραχωρητήριο του τότε Υπουργείου Κοινωνικής Πρόνοιας και Αντιλήψεως, με το οποίο παραχωρήθηκε στην Ά.-Ν. χήρα Β. Δ. το με τον αριθμό 5 εμφαινόμενο στο από 7-2-1931 διάγραμμα του μηχανικού Β.

Β. κατατεθειμένο στο Υπουργείο Προνοίας οικόπεδο, 9) το 7829/1943 οριστικό παραχωρητήριο του Υπουργείου Προνοίας και Αντιλήψεως, με το οποίο παραχωρήθηκε στον Π. Π. το με αριθμό 5 οικόπεδο Ο.Τ. ... εκτάσεως 640 τ.μ. και 10) το .../1992 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πειραιώς Αντιγόνης Παναγοπούλου. Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων και "από το σύνολο των προσκομιζομένων και επικαλουμένων από τους διαδίκους εγγράφων, είτε είχαν προσκομιστεί στην πρωτοβάθμια δίκη, είτε προσκομίζονται ήδη για πρώτη φορά δικαιολογημένα ως νέα αποδεικτικά μέσα", δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, ότι το Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα ανωτέρω έγγραφα, χωρίς να είναι απαραίτητο να μνημονεύσει το καθένα από αυτά χωριστά.

Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 1116 ΑΚ, κάθε συγκύριος έχει δικαίωμα έναντι τρίτων να ασκεί για ολόκληρο το πράγμα τις αξιώσεις από την κυριότητα. Όταν όμως διεκδικεί ολόκληρο το πράγμα οφείλει να απαιτήσει την απόδοσή του σε όλους τους συγκυρίους. Από τη διάταξη αυτή σαφώς συνάγεται ότι ο συγκύριος απλώς δικαιούται και δεν υποχρεούται να ασκήσει τις σχετικές αξιώσεις για ολόκληρο το πράγμα.

Έτσι, ουδόλως αποκλείεται στον συγκύριο η άσκηση της διεκδικητικής αγωγής μόνον ως προς το ιδανικό μερίδιό του, χωρίς μάλιστα στην περίπτωση αυτή να είναι αναγκαίο να αναφέρονται οι συγκύριοι, οι οποίοι πρέπει να προσδιορίζονται, όταν μόνο διεκδικείται ολόκληρο το πράγμα υπέρ όλων των συγκυρίων. Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 17 ΚΠολΔ δημιουργείται αν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις.

Η αντίφαση πρέπει να υπάρχει στο διατακτικό της απόφασης, μεταξύ των διατάξεών της, έτσι ώστε, λόγω των αντιφάσεων, να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεση της απόφασης, ή να εμποδίζεται η παραγωγή και η ενέργεια του δεδικασμένου. Έτσι, ειδικότερα, η αντίφαση στο διατακτικό της αποφάσεως δικαιολογεί την αναίρεσή της, όταν απ' αυτή προκαλείται αοριστία, με συνέπεια την αδυναμία εκτελέσεως της αποφάσεως ή αβεβαιότητα ως προς διάπλαση που είχε ζητηθεί ή τη διάγνωση που έγινε για τις σχέσεις των διαδίκων.

Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια, γιατί έχει αντιφατικό διατακτικό, επειδή καίτοι αναγνωρίζει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος τυγχάνει συγκύριος σε ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου επί του περιγραφομένου επίδικου ακινήτου, στη συνέχεια τον υποχρεώνει να αποδώσει το επίδικο ακίνητο ελεύθερο στον αναιρεσίβλητο και να καθαιρέσει το εντός αυτού προκατασκευασμένο κτίσμα και κάθε άλλη συναφή εγκατάσταση. Σύμφωνα, όμως, και με τα εκτεθέντα στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει αντιφατικό διατακτικό, διότι δεν υπάρχει η αοριστία ή η αβεβαιότητα που αναφέρθηκε και έτσι δεν καθίσταται αδύνατη η εκτέλεση της απόφασης, ούτε εμποδίζεται η παραγωγή και η ενέργεια του δεδικασμένου. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων Δήμος στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, μειωμένα όμως κατ' άρθρο 281 παρ. 2 του Ν. 3463/2006, όπως στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-4-2011 αίτηση του Δήμου Νέας Σμύρνης για αναίρεση της 6300/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα Δήμο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2013.

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 15 Ιουλίου 2013.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ