1498/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-1-2000 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 42/2008 του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12-5-2008 αίτησή τους και με τους από 13-1-2010 πρόσθετους λόγους.
Legislator headnote
AI generated1498/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά την αληθή δε έννοια της ως άνω διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 11 β' του ΚΠολΔ, προκύπτουσα και από τον συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237, εδ. 1 στοιχ. β', 346 και 453 παρ.1 ΚΠολΔ, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις των διαδίκων που τις προσκόμισαν.
Full text
Απόφαση 1498 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1498/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Ε. Μ. του Σ., 2. Α. Μ. του Σ., κατοίκων... και 3. Α. συζ. Θ. Δ., θυγ. Σ. Μ., κατοίκου..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Βενετία Παπαχρήστου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Α. θυγ. Σ. Μ. και 2. Χ. συζ. Σ. Μ., κατοίκων..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Σταθόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-1-2000 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 42/2008 του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12-5-2008 αίτησή τους και με τους από 13-1-2010 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης ανέγνωσε την από 12-4-2010 έκθεσή του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Μιχαήλ Θεοχαρίδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων αυτής.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας είναι υποχρεωμένο να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται νομίμως, τα οποία είναι χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση (με τεκμήρια) απόδειξη γεγονότων, που συγκροτούν ισχυρισμό λυσιτελή, δηλαδή που επιδρούν στο διατακτικό, ή ισχυρισμό περί αρχής εγγράφου αποδείξεως (ΟΛ.ΑΠ 11 1982).
Κατά την αληθή δε έννοια της ως άνω διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 11 β' του ΚΠολΔ, προκύπτουσα και από τον συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237, εδ. 1 στοιχ. β', 346 και 453 παρ.1 ΚΠολΔ, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις των διαδίκων που τις προσκόμισαν.
Σαφής δε και ορισμένη είναι η επίκληση του εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτή προκύπτει η ταυτότητά του, προκειμένου δε περί ενόρκων βεβαιώσεων είναι σαφής και ορισμένη η επίκλησή τους, όταν στις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκομίζει γίνεται για καθεμία χωριστά σαφής προσδιορισμός των στοιχείων της, ήτοι του αριθμού αυτής και του οργάνου ενώπιον του οποίου αυτή εδόθη.
Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζητήσεως μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε με αναφορά διά των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένα μέρη των προσκομιζομένων προτάσεων προηγουμένης συζητήσεως, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ.
Δεν είναι, συνεπώς, νόμιμη η και' έφεση επίκληση του εγγράφου, προς άμεση ή εμμεση απόδειξη, όταν στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου μέχρι του πέρατος της συζητήσεως, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, περιέχεται γενική μόνον αναφορά σε όλα τα έγγραφα που ο διάδικος είχε επικαλεσθεί και προσαγάγει πρωτοδίκως, χωρίς παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των επανυποβαλλομένων πρωτοδίκων προτάσεων, όπου περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκλησή των (ΟλΑΠ 9/2000).
Εξ' άλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 270 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 12 του ν. 2915/2001, και 524 παρ. 1 ιδίου Κώδικος προκύπτει, ότι στην δευτεροβάθμια δίκη λαμβάνονται υπόψη και αποδεικτικά μέσα μη πληρούντα τους όρους του νόμου, ακόμα και άκυρα για οποιοδήποτε λόγο έγγραφα.
Ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκου ή συμβολαιογράφου ή προξένου λαμβάνονται υπόψη το πολύ τρεις για κάθε πλευρά και μόνον εάν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από την βεβαίωση και, εάν πρόκειται να δοθούν στην αλλοδαπή, οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτή.
Με την διάταξη αυτή εισήχθη στην τακτική διαδικασία ενώπιον κάθε πρωτοβαθμίου δικαστηρίου η χρήση από τους διαδίκους ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον ειρηνοδίκου ή συμβολαιογράφου, ως ιδιαιτέρου αποδεικτικού μέσου, εφ' όσον για το αποδεικτέο θέμα επιτρέπονται μάρτυρες και τηρήθηκαν οι οριζόμενοι στην διάταξη αυτή προϋποθέσεις για την έγκυρη λήψη τους, διότι, σε διαφορετική περίπτωση, πρόκειται περί ανυποστάτου και όχι περί ακύρου αποδεικτικού μέσου, μη πληρούντος τους όρους του νόμου, παράλληλα δε τέθηκε όριο ως προς τον αριθμό των ενόρκων βεβαιώσεων που κάθε διάδικη πλευρά μπορεί να προσκομίσει και το δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη.
Έτσι, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη, επιτρέπεται η λήψη υπόψη από το δικαστήριο τριών κατ' ανώτατο όριο ενόρκων βεβαιώσεων για κάθε διάδικη πλευρά και στην περίπτωση κατά την οποία ο διάδικος επικαλεσθεί και προσκομίσει περισσότερες της μιας ένορκες βεβαιώσεις το δικαστήριο υποχρεούται να λάβει υπόψη μόνο τις τρεις πρώτες κατά την σειρά της επικλήσεώς των με τις έγγραφες προτάσεις του, διότι σε διαφορετική περίπτωση υποπίπτει είτε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ.
α' του ΚΠολΔ, όταν έγινε υπέρβαση του επιτρεπομένου ως άνω ορίου, αφού έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που ο νόμος δεν επιτρέπει, είτε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' του ιδίου Κώδικος, όταν το δικαστήριο δεν λάβει υπόψη τις τρεις πρώτες ένορκες βεβαιώσεις κατά την σειρά της επικλήσεώς των από τον διάδικο που τις προσεκόμισε.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους δεύτερο και τον τρίτο, κατά το δεύτερο μέρος, προσθέτους λόγους αναιρέσεως (όπως εκτιμώνται), ψέγεται η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση για πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. β' και γ', αντιστοίχως, του ΚΠολΔ, συνιστάμενες στο ότι το Εφετείο, α) έλαβε υπόψη τις υπ' αριθμ. .../14.1.2002, .../14.1.2002 και .../15.4.2002 ένορκες βεβαιώσεις, καίτοι δεν έγινε νόμιμη επίκλησή των από τις αναιρεσίβλητες που τις προσεκόμισαν διά του σαφούς προσδιορισμού της ταυτότητός των ή διά της παραπομπής σε συγκεκριμένα μέρη των πρωτοδίκων προτάσεών τους που τις περιείχαν, και β)δεν έλαβε υπόψη την υπ' αριθμ. .../14.1.2002 ένορκη βεβαίωση που προσεκόμισαν, πρώτη κατά την σειρά επικλήσεως, οι αναιρεσείοντες.
Όπως δε προκύπτει από τις παραδεκτώς, κατά το άρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ, επισκοπούμενες προτάσεις των διαδίκων ενώπιον του Εφετείου της συζητήσεως, μετά την οποία εξεδόθη η προσβαλλομένη απόφαση, α) οι αναιρεσίβλητες ενάγουσες προσεκόμισαν και επικαλέσθηκαν, μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων, και "επτά ένορκες βεβαιώσεις", χωρίς αναφορά στα προσδιοριστικά της ταυτότητός των στοιχεία, όπως ο αριθμός αυτών και η αρχή ενώπιον της οποίας εδόθησαν, ούτε και παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των επανυποβληθεισών από αυτές στο Εφετείο πρωτοδίκων προτάσεων, όπου περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση των άνω ενόρκων βεβαιώσεων, αφού οι αναιρεσίβλητες διά των προτάσεών τους ενώπιον του Εφετείου, όσον αφορά τα αποδεικτικά μέσα, αναφέρονται γενικώς στο περιεχόμενο των πρωτοδίκων προτάσεών τους "ως προς την ορθότητα και βασιμότητα της αγωγής των και σε 28 επιδοτήρια προς τους εναγομένους", β) οι αναιρεσείοντες εναγόμενοι προς απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού των, περί κλήσεως ιδίας κυριότητός τους επί του επιδίκου, κτηθείσης πρωτοτύπως, δι' εκτάκτου χρησικτησίας, θεμελιούντος ένσταση επικαλέσθηκαν και προσεκόμισαν, πρώτη κατά την σειρά της επικλήσεως, μεταξύ άλλων ενόρκων βεβαιώσεων, και την υπ' αριθμ.
…/14.1.2002 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκου Κερκύρας. Το Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, προς σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος,α) έλαβε υπόψη τις υπ' αριθμ. .../14.1.2002, .../14.1.2002 και .../15.4.2002 ένορκες βεβαιώσεις των αναιρεσιβλήτων, β) δεν έλαβε υπόψη την υπ' αριθμ. …/14.1.2002 ένορκη βεβαίωση των αναιρεσειόντων, μη μνημονευομένη στην απόφαση, ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, εντεύθεν δε μη καλυπτομένη εκ της γενικής αναφοράς στα νομίμως μετ' επικλήσεως έγγραφα.
Επομένως,α) με το να λάβει υπόψη τις ανωτέρω τρεις ένορκες βεβαιώσεις των αναιρεσιβλήτων, καίτοι δεν έγινε νόμιμη επίκλησή των από αυτές διά του σαφούς προσδιορισμού των στοιχείων της ταυτότητός των ή δια της παραπομπής σε συγκεκριμένα μέρη των πρωτοδίκων προτάσεών τους που τις περιείχαν, και β) με το να μην λάβει υπόψη την νομίμως, πρώτη, κατά την σειρά της επικλήσεως, προσκομισθείσα από τους αναιρεσείοντες υπ' αριθμ. .../ 14.1.2002 ένορκη βεβαίωση, υπέπεσε στην πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ.
β' και γ' του ΚΠολΔ, κατά παραδοχή των προαναφερομένων αναιρετικών λόγων ως βασίμων. Ακολούθως προς όλα τα ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση του Εφετείου Κερκύρας και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 42/2008 απόφαση του Εφετείου Κερκύρας.
Παραπέμπει την υπόθεση προς εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση.
Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Ιουλίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Οκτωβρίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ