Supreme Court dismisses appeal on tort damages, ruling benefit offset is substantive law not procedural error.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeal's decision regarding tort liability. The lower court found that the appellant suffered a loss due to the invalidation of a property sale but had also received a benefit from the same event. The court held that offsetting benefits against damages is a substantive rule of civil law, not a procedural defect requiring appellate review. Consequently, the appeal was rejected as the lower court correctly applied the law.
Legislator headnote
AI generatedArticles 288, 298, 914 of the Civil Code; The court must offset any benefit derived by the injured party from the damaging event against the damages awarded, as this is a substantive rule for determining the exact extent of liability, not a procedural matter subject to appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1498 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1498/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε και Χαράλαμπο Δημάδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :
Της αναιρεσείουσας :Χ1, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Γεώργιος Κωνσταντέλλος με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου : Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "'ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ΕΘΝΙΚΗΣ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε και περαιτέρω καθολικής διαδόχου της ΕΘΝΙΚΗΣ ΣΤΕΓΑΣΤΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΗΣ Α.Ε, την οποία εκπροσώπησε η πληρεξούσια δικηγόρος της Σταυρούλα Καραθάνου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18.10.2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 6754/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 8119/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά η αναιρεσείουσα με την από 23.05.2005 αίτησή της και τους από 05.12.2006 με ιδιαίτερο δικόγραφο πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Δαλιάνης ανέγνωσε την από 11.01.2007 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Χαράλαμπου Παπαηλιού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων .
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 288, 298 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι, επί αδικοπρακτικής ευθύνης προς αποζημίωση, συνυπολογίζεται στην προκληθείσα ζημία το τυχόν όφελος που ο ζημιωθείς απεκόμισε από το ζημιογόνο γεγονός, έτσι ώστε η υποχρέωση του ζημιώσαντος να περιορίζεται στην αποκατάσταση μόνο της πραγματικής ζημίας του ζημιωθέντος. Ο συνυπολογισμός ζημίας και οφέλους είναι μέθοδος προσδιορισμού της ακριβούς εκτάσεως της ζημίας και δεν έχει σχέση με τον συμψηφισμό ως τρόπο αποσβέσεως της ενοχής (άρθρο 440 ΑΚ).
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το εφετείο, δικάσαν επί εφέσεως της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα εξής : Με την έχουσα καταστεί τελεσίδικη 9732/1996 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών έγιναν δεκτές οι από 10-6-1989 δύο αγωγές της αναιρεσείουσας κατά της αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρίας και αναγνωρίσθηκε α) ότι η πρώτη ώφειλε στις 10-6-1989 στην τελευταία το ποσό των 85.260 δραχμών ως υπόλοιπο ενυπόθηκου στεγαστικού δανείου 170.000 δραχμών που είχε λάβει κατά το έτος 1970 από την εκ μέρους της τελευταίας λόγω συγχωνεύσεως απορροφηθείσα Κτηματική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.
και β) ότι η τελευταία οφείλει στην πρώτη το ποσό των 10.000.000 δραχμών ως αποζημίωση για την αποθετική της ζημία συνισταμένη στους τόκους που θα ελάμβανε αν πωλούσε το ενυπόθηκο διαμέρισμά της κατά τον Μάϊο του 1985 και τοποθετούσε το εκ δραχμών 8.000.000 τίμημα σε τραπεζική προθεσμιακή κατάθεση από 1-6-1985 έως 31-5-1990.
Η μη πώληση του άνω διαμερίσματος δεν προκάλεσε στην αναιρεσείουσα άλλη ζημία επιπλέον της δικαστικώς αναγνωρισθείσας ζημίας των 10.000.000 δραχμών. Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα, έχουσα ακόμη την κυριότητα του ανωτέρω διαμερίσματος, ωφελήθηκε από την αύξηση της αξίας του, η οποία κατά την τελευταία δεκαετία δεν καλύπτεται από τους εκ δραχμών 17.800.000 τόκους που θα απέφερε η εξακολούθηση της τοποθετήσεως του τιμήματος των 8.000.000 δραχμών σε τραπεζική προθεσμιακή κατάθεση.
Και τούτο, διότι το μέσο ετήσιο επιτόκιο είχε διαμορφωθεί από 1-6-1990 έως 31-12-1994 σε 25% από 1-1-1995 έως 31-12-1996 σε 22%, από 1-1-1997 έως 31-12-1999 σε 16% και από 1-1-2000 έως 31-12-2002 σε 6%, ενώ η αξία του διαμερίσματος είχε σταδιακώς ανοδική πορεία και κατά το τέλος του έτους 2002 ανήλθε στο ποσό των 30.000.000 δραχμών. Επιπροσθέτως, η αναιρεσείουσα, από τη χρησιμοποίηση του άνω διαμερίσματος ως κατοικίας της από 1-6-1990 έως 31-12-2002, ωφελήθηκε για την πρώτη διετία κατά το ποσό των 80.000 δραχμών μηνιαίως, προσαυξανόμενο, με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, κατά 10.000 δραχμές κάθε νέα διετία, ενόψει της θέσεως (τρίτος όροφος), της εκτάσεως και του έτους κατασκευής του διαμερίσματος, καθώς και των μισθωτικών συνθηκών που επικρατούν στην περιοχή αυτού (...., πλησίον ΗΣΑΠ).
Ακολούθως, το εφετείο, κρίναν ως ορθή την, κατ' αποδοχή σχετικής από την αναιρεσίβλητη προταθείσας ενστάσεως συνυπολογισμού ζημίας και οφέλους, απόρριψη του αγωγικού αιτήματος της επιδικάσεως της ως άνω αποζημιώσεως εκ δραχμών 17.800.000, απέρριψε την έφεση. Με την κρίση του αυτή το εφετείο δεν παρεβίασε τις αναφερόμενες πιο πάνω διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, ούτε εκείνες των άρθρων 178μ, 281, 450 και 919 ΑΚ, διέλαβε δε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες, έτσι ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής αυτών των διατάξεων.
Ειδικότερα, το γεγονός ότι η παραγωγική της άνω απαιτήσεως της αναιρεσείουσας αδικοπραξία της αναιρεσίβλητης έχει τελεσθεί με ενδεχόμενο δόλο των εκπροσωπευτικών της οργάνων και κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη, όπως κρίθηκε τελεσιδίκως με την 9732/1996 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δεν καθιστούσε ανεπίτρεπτο τον κρίσιμο συνυπολογισμό ζημίας και οφέλους, αφού, ενόψει του ότι πρόκειται για καθορισμό της πραγματικής ζημίας της αναιρεσείουσας και όχι για απόσβεση αμοιβαίων απαιτήσεων, δεν υπάρχει έδαφος εφαρμογής (ούτε αναλογικής) της διατάξεως του άρθρου 450 παρ. 1 ΑΚ.
Περαιτέρω, από τις διαλαμβανόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση ως άνω πραγματικές διαπιστώσεις καθίσταται σαφές ότι το εφετείο θεώρησε ως κοινή παραγωγική αιτία της ζημίας και του οφέλους της αναιρεσείουσας τη ματαίωση της πωλήσεως του διαμερίσματός της. Εξάλλου, οι παραδοχές του εφετείου, ότι δεν απεδείχθη υπαίτια πράξη ή παράλειψη των οργάνων της αναιρεσίβλητης αποτρεπτική της πωλήσεως του διαμερίσματος κατά την περίοδο 1-6-1990 έως 31-12-2002 και ότι δεν απεδείχθη πως η αναιρεσείουσα θα συμφωνούσε κατά την ίδια περίοδο "και τον ανατοκισμό αυτών (δηλ.
των τόκων εκ δραχμών 17.800.000) με κάποιο πιστωτικό ίδρυμα ή Τράπεζα...", είναι αλυσιτελείς, αφού για την κατάφαση της ουσιαστικής βασιμότητας της ενστάσεως συνυπολογισμού ζημίας και οφέλους και για τη συνακόλουθη απόρριψη του άνω αγωγικού αιτήματος αρκούσαν οι προηγούμενως αναφερθείσες πραγματικές του διαπιστώσεις.
Επομένως, οι πρώτος, δεύτερος (κατά το τρίτο μέρος) και τρίτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως και οι πρώτος (κατά το πρώτο και το τρίτο μέρος), δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγοι του πρόσθετου αναιρετηρίου, με τους οποίους, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, καταλογίζονται στο εφετείο οι ανωτέρω πλημμέλειες, είναι αβάσιμοι.
ΙΙ. Με τον εκ του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ απορρέοντα (κατά το πρώτο και το δεύτερο μέρος) λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στο εφετείο η αιτίαση ότι παρά τον νόμο δεν απέρριψε την επίμαχη ένσταση ως απαράδεκτη, καθόσον η ένσταση αυτή α) είχε επαναφερθεί από την αναιρεσίβλητη στην έκκλητη δίκη με τη συρραφή των πρωτόδικων προτάσεών της σ' αυτές ενώπιον του εφετείου και β) είναι αόριστη. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, ως προς μεν την πρώτη (υπό α' ) αιτίαση, διότι η εκ μέρους του εφετείου διερεύνηση της κρίσιμης ενστάσεως έγινε στο πλαίσιο της εξετάσεως σχετικού λόγου της εφέσεως της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, με την οποία είχε γίνει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η εν λόγω ένσταση, ως προς δε τη δεύτερη (υπό β') αιτίαση, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου των πρωτοδίκων προτάσεων της αναιρεσίβλητης, η ειρημένη ένσταση περιέχει όλα τα αναγκαία για τη διαδικαστική της πληρότητα στοιχεία, ήτοι τη ζημία (όπως προσδιορίζεται στην αγωγή), το όφελος (προσδιορίζεται αναλυτικώς και υπερκαλύπτει τη ζημία), την κοινή παραγωγική τους αιτία (ματαίωση της πωλήσεως του διαμερίσματος) και τον μεταξύ αυτών υπάρχοντα αιτιώδη σύνδεσμο.
ΙΙΙ. Με τον πρώτο (κατά το δεύτερο μέρος) λόγο του πρόσθετου αναιρετηρίου, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 8 και 14 ΚΠολΔ, ψέγεται το εφετείο, ότι, χωρίς να έχει προταθεί από τις διαδίκους, έκρινε ως μη αποδειχθείσα κάποια υπαίτια πράξη ή παράλειψη της αναιρεσίβλητης αποτρεπτική της πωλήσεως του διαμερίσματος κατά την περίοδο 1-6-1990 έως 31-12-2002. Όπως έχει αναφερθεί όμως, η εκτεθείσα κρίση του εφετείου είναι αλυσιτελής. Επομένως, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-5-2005 αίτηση και το από 5-12-2006 πρόσθετο δικόγραφο της Χ1 περί αναιρέσεως της 8119/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Μαϊου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ