Supreme Court allows appeal on statute of limitations grounds, quashing conviction and stopping criminal prosecution for smuggling.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against a second-instance court's dismissal of the criminal appeal, finding the conviction void due to the expiration of the statute of limitations. The defendant was convicted of smuggling petroleum products, but the prosecution failed to prove the crime occurred within the eight-year limitation period applicable to the offense. Consequently, the court quashed the lower court's decision and ordered the permanent cessation of criminal proceedings against the accused.
Legislator headnote
AI generatedArticles 310, 370, 511 of the Code of Criminal Procedure; The statute of limitations, being a matter of public order, is examined ex officio by the court at any stage of the criminal proceedings, including the Supreme Court, which must quash the appealed decision and permanently stop the criminal prosecution upon discovering its expiration.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1498 / 2006 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1498/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κιτρίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένων του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ανδρέα Μοσχανδρέου και του αρχαιοτέρου αυτού Αρεοπαγίτη Γεωργίου Ναυπλιώτη) ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Φώτιου Καϋμενάκη, Πλαστήρα Αναστασάκη-Εισηγητή, Ελένη Παναγιωτάκη και Αιμιλία Λίτινα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Απριλίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Μπαλαφούτη, για αναίρεση της 12996/2001 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με συγκατηγορούμενο τον... Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Δεκεμβρίου 2004 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 363/2005.
Αφού άκουσεΤον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να παύσει οριστικώς η κατά του αναιρεσείοντος ασκηθείσα ποινική δίωξη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠΔ αν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ο εκκαλων δεν εμφανισθεί αυτοπροσώπως ή δια συνηγόρου του, η έφεση απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη. Η διάταξη του άρθρου 349 του ίδιου Κώδικα για αναβολή της συζήτησης, εφαρμόζεται και υπέρ του εκκαλούντος που δεν μπόρεσε να εμφανισθεί για λόγους ανώτερης βίας κλπ.
Η απόφαση που απορρίπτει την έφεση μπορεί να προσβληθεί μόνο με αναίρεση με την οποία συμπροσβάλλεται και η προπαρασκευαστική απόφαση η οποία απέρριψε το αίτημα αναβολής. Εξάλλου η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, δεν αφορά μόνο την κυρία απόφαση αλλά και την παρεμπίπτουσα απόφαση με την οποία το δικαστήριο απέρριψε αίτημα αναβολής της δίκης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως από το άρθρο 510 στοιχ.Δ του ΚΠΔ.
Συνίσταται δε η κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της παρεμπίπτουσας αυτής απόφασης στην αναφορά των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, των αποδείξεων που τα θεμελιώνουν καθώς και των συλλογισμών με τους οποίους κατέληξε το δικαστήριο στην απορριπτική του αιτήματος κρίση του (ΑΠ 7/2005 (Ολομ).
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη υπ'αριθ.12996/2001 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ'αριθ.4056/21-6-2002 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών με την οποία αυτός καταδικάστηκε σε φυλάκιση ενός (1) έτους για λαθρεμπορία από κοινού, μετά την απόρριψη του αιτήματός του για αναβολή της δίκης λόγω σημαντικών αιτίων συνεπεία των οποίων αδυνατούσε να εμφανισθεί στο ακροατήριο του Δικαστηρίου.
Από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα πρακτικά της αποδεικνύεται ότι κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο δεν εμφανίσθηκε στη δίκη ο αναιρεσείων (τότε εκκαλών), αλλ΄αντ'αυτού εμφανίσθηκε ο δικηγόρος Απόστολος Ζιάκας ο οποίος ανήγγειλε ότι ο κατηγορούμενος αδυνατεί λόγω ασθενείας του να εμφανισθεί στο ακροατήριο, προσκομίζοντας ταυτόχρονα σχετική ιατρική βεβαίωση Πολυκλινικής της...
και ζήτησε την εξέταση του μάρτυρα... προς βεβαίωση του κωλύματός του να εμφανισθεί. Το δικαστήριο αφού ανέγνωσε τη βεβαίωση αυτή και εξέτασε το μάρτυρα, (οποίος κατέθεσε) ότι ο κατηγορούμενος έχει πάθει εγκεφαλικό επεισόδιο και νοσηλεύεται επί 6 μήνες στη ..., σε κέντρο αποκατάστασης αναπήρων), απέρριψε το αίτημα αναβολής με την εξής αιτιολογία:
«Από την κατάθεση του εξετασθέντος μάρτυρος και το προσκομισθέν από 12-9-2001 πιστοποιητικό της Πολυκλινικής της ... που εκδόθηκε τρεις και πλέον μήνες πριν από τη σημερινή δικάσιμο, δεν προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος είναι ασθενής και δεν μπορεί να εμφανισθεί στο Δικαστήριο και κατ΄ακολουθίαν το αίτημά του για αναβολή της δίκης, κατ΄άρθρο 349 ΚΠΔ, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο».
Η παρεμπίπτουσα όμως αυτή απόφαση δεν είναι ειδικώς και εμπεριστατωμένως αιτιολογημένη διότι αναφέρεται σ'αυτήν ότι από τα μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπ'όψη το Δικαστήριο που την εξέδωσε δεν αποδείχτηκε ότι είναι ασθενής ο κατηγορούμενος και δεν μπορεί να εμφανισθεί στο δικαστήριο, χωρίς να αιτιολογείται η κρίση του αυτή ενόψει του γεγονότος ότι στα εν λόγω αποδεικτικά μέσα γίνεται λόγος για ασθένεια του κατηγορουμένου και νοσηλεία του το εξωτερικό.
Εφ΄όσον κατά ταύτα το εν λόγω Δικαστήριο, χωρίς προηγουμένως να απορρίψει αιτιολογημένα το πιο πάνω αίτημα του αναιρεσείοντος για αναβολή της δίκης, προχώρησε στην εκδίκαση της υποθέσεως και απέρριψε την έφεση ως ανυποστήρικτη, υπερέβη σχετικώς τη δικαιοδοσία του. Επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ, λόγος αναίρεση καθώς επίσης και ο από το ίδιο άρθρο (510) παρ.1 στοιχ.Η' ΚΠΔ λόγος που προβάλλεται στη συνέχεια και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
Κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 του ΠΚ, το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία προκειμένου για πλημμελήματα είναι πέντε έτη και αρχίζει από τότε που τελέσθηκε η πράξη. Η προθεσμία αναστέλλεται για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, πάντως όχι πέραν των τριών ετών για πλημμελήματα. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ.1 εδ.Β', 370 στοιχ.β' και 511 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξης, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας ακόμη δε και στον 'Αρειο πάγο, ο οποίος, διαπιστώνοντας τη συμπλήρωσή της και μετά την άσκηση της αναίρεσης, οφείλει να αναιρέσει την προσβαλλόμενη απόφαση και να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής, εφ΄όσον η αίτηση αναίρεσης είναι τυπικά παραδεκτή για το λόγο ότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και περιέχεται σ'αυτήν σύμφωνα με τα άρθρα 474 παρ.2 και 509 ΚΠΔ, ένας τουλάχιστον παραδεκτός λόγος αναίρεσης, από αυτούς που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 510 του ΚΠΔ, ο οποίος κρίθηκε βάσιμος.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο-εκκαλούντα (ήδη αναιρεσείοντα) της ανωτέρω αναφερόμενης αξιόποινης πράξης της λαθρεμπορίας η οποία, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, τελέσθηκε στην Αθήνα έως 20-10-1994 το αξιόποινο του ως άνω εγκλήματος, που είναι πλημμέλημα, εξαλείφθηκε λόγω παραγραφής, η οποία συμπληρώθηκε μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού από την τέλεσή της (30.6.94-20.10.94) μέχρι τη διάσκεψη και δημοσίευση της παρούσης έχει συμπληρωθεί ο χρόνος οκταετούς παραγραφής. Λαμβανομένου δε περαιτέρω υπόψη ότι η παραδεκτώς ασκηθείσα αναίρεση περιέχει τους από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Η' ΚΠΔ σαφείς και ορισμένους λόγους αναίρεσης, η οποία κατά τα άνω, γίνονται δεκτοί και αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση, πρέπει στη συνέχεια να παύσει οριστικώς η κατά του αναιρεσείοντος ποινική δίωξη για την πράξη αυτή, μη συντρέχοντος λόγου παραπομπής της υποθέσεως στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Για τους λόγους αυτούς
Αναιρεί την υπ΄'αριθμ. 12996/2001 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Παύει οριστικώς την ποινική δίωξη κατά τον κατηγορουμένου (αναιρεσείοντος) ... για το ότι στην ... κατά το χρονικό διάστημα από 30-6-1994 έως 20-10-1994 από κοινού με το συγκατηγορούμενό του ... με πρόθεση κατείχαν και επώλησαν εμπορεύματα που τέθηκαν στην κατανάλωση κατά τρόπον συνιστώντα το αδίκημα της λαθρεμπορίας, με σκοπό να στερήσουν το Δημόσιο των υπ'αυτόν εισπρακτέων δασμών, τελών φόρων και δικαιωμάτων σημαντικού ποσού, αφού μεταχειρίστηκαν ιδιαίτερα τεχνάσματα και συγκεκριμένα αυτός ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας με την επωνυμία «ΦΑΙΣΤΟΣ Ι.Μ.Ε. ΕΠΕ» και ο ... ως συνεργάτης του στην επιχείρηση αυτή από κοινού με πρόθεση και με τη χρησιμοποίηση του ιδιαίτερου τεχνάσματος της κατοχής (λήψης και αποδοχής) εικονικού φορολογικού στοιχείου δηλαδή του υπ'αριθ.1 τιμολογίου με ημερομηνία 30-6-1994 κατείχαν 210.000 λίτρα πετρελαίου κίνησης φερομένου ως αγορασθέντος με το ανωτέρω εικονικό φορολογικό στοιχείο από τον ... τα οποία διέθεσαν στην κατανάλωση με αποτέλεσμα να διαφύγουν της καταβολής των οφειλομένων δασμών και φόρων τους οποίους στερήθηκε το Δημόσιο και ανέρχονται στο σημαντικό ποσό των 21.288.074 δραχμών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2006.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιουνίου 2006.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ