Supreme Court allows appeal against debt restructuring judgment due to creditor's negligence regarding income reduction.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court granted the Eurobank's appeal against a final debt restructuring judgment, finding the lower court erred in accepting the creditor's claim of negligence. The court ruled that the creditor's admitted income drop after retirement contradicted his assertion of stable financial health, proving he acted negligently rather than in bad faith. Consequently, the judgment was quashed and the case remitted for retrial by a different judge.
Legislator headnote
AI generatedArticles 553(1)(b) and 560(1)(1), (6) of the Code of Civil Procedure; A creditor's claim of negligence regarding debt restructuring is invalid if their admitted financial deterioration contradicts their assertion of stable economic capacity.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1497 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1497/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βάρκα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αθανάσιο Τσουλό, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Απριλίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias ΑΕ", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χονδρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Μ. του Ν., κατοίκου ..., 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "AΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων ο 1ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζαννή Σιδέρη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι 2η και 3η δεν παραστάθηκαν. Κοινοποιουμένη η αναίρεση στον: Ν. Κ. του Α., κάτοικο Καστοριάς. Δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-7-2014 αίτηση του ήδη 1ου των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Καστοριάς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 176/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 81/2019 μη οριστική και 52/2020 οριστική του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5-10-2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Γεωργία Κατσιμαγκλή, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η αναιρεσείουσα και ο 1ος των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 05-10-2020 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 36/07-10-2020) αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλει την υπ' αριθμ. 52/2020 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς, που δίκασε ως Εφετείο, η οποία εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας των άρθρων 739 επ. Κ.Πολ.Δ. (με την οποία δικάζονται, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 3869/2010, οι υποθέσεις για τη ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων), ερήμην της τρίτης εφεσίβλητης στη με αριθμό 23/04-10-2018 έφεση και δεύτερης εφεσίβλητης στη με αριθμό 26/22-10-2018 έφεση, και ήδη δεύτερης των αναιρεσίβλητων.
Συνεπώς, για την παραδεκτή άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να ερευνηθεί το ζήτημα της τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την ανωτέρω εφεσίβλητη, που δικάστηκε ερήμην στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 περ. β' Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων, που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή. Έτσι η ύπαρξη ερήμην απoφάσεως, δηλαδή απoφάσεως που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (Ολ.
ΑΠ 15/2001), ενεργοποιεί αυτόματα τη δυνατότητα ασκήσεως κατ` αυτής ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρο 502 Κ.Πολ.Δ.), με συνέπεια, όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, να αποκλείεται η άσκηση κατά της ερήμην απoφάσεως αιτήσεως αναιρέσεως, η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), αφού, σε σχέση με την αναίρεση, δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρου 513 παρ. 1 εδ.
β' περ. β' Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Αντίθετα δηλαδή, με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της εφέσεως και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απoφάσεως είναι επιτρεπτή, μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ` αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως έφεση (Ολ.
ΑΠ 11/1998), δηλαδή καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής ασκήσεως των προβλεπόμενων ένδικων μέσων (ΑΠ 58/2020, ΑΠ 208/2020, ΑΠ 805/2019, ΑΠ 154/2017, ΑΠ 1049/2017, ΑΠ 180/2014). Στην προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση, που επιτρεπτά επισκοπείται (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), για την έρευνα του ανωτέρω δικονομικού ζητήματος, το οποίο αποτελεί προϋπόθεση για την παραδεκτή άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, ως δικογράφου (άρθρο 577 παρ. 1, σε συνδ.
με 553 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε ερήμην της τρίτης εφεσίβλητης στη με αριθμό 23/04-10-2018 έφεση και δεύτερης εφεσίβλητης στη με αριθμό 26/22-10-2018 έφεση, και ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης, ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", η οποία, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως (βλ. 4η σελίδα αυτής), είχε κληθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παραστεί στη δικάσιμο της 03-7-2020 ενώπιον του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς και ότι η συζήτηση της υποθέσεως (κατά την ανωτέρω δικάσιμο) χώρησε σαν να ήταν και αυτή παρούσα (άρθρο 764 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.).
Επομένως, ως προς την ανωτέρω τραπεζική εταιρεία (εφόσον αυτή είχε κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα) η προσβαλλομένη απόφαση έχει καταστεί πλέον τελεσίδικη, καθόσον, σύμφωνα με το άρθρο 14 του Ν. 3869/2010 δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας. Συνακόλουθα, η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί παραδεκτά ως δικόγραφο, κατ' άρθρο 553 παρ. 1, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 741 και 769 του Κ.Πολ.Δ.
και ως προς την ανωτέρω δεύτερη αναιρεσίβλητη, και εφόσον περαιτέρω έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3 και 769 Κ.Πολ.Δ.), πρέπει να ερευνηθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 Κ.Πολ.Δ.).
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.1-3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση. Στην περίπτωση, που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.
Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Ειδικότερα, από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αιτήσεως αναιρέσεως, εάν δεν κλητεύθηκε κάποιος από τους αναγκαίους ομοδίκους, η συζήτηση της αιτήσεως κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, εάν όμως κλητεύθηκε αυτός νόμιμα είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικό του και δεν εμφανιστεί στη συζήτηση, τότε θεωρείται σαν να είναι παρών και η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αναγκαίο ομόδικο παρά την απουσία του (ΑΠ 1437/2019, ΑΠ 1946/2017, ΑΠ 756/2017).
Εξάλλου, στη δίκη περί ρυθμίσεως οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ο δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος - οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της αποφάσεως που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας κατ' άρθρο 76 παρ. 1 περ.
β` του Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 516/2020, ΑΠ 757/2019, ΑΠ 1049/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, από τις υπ' αριθμ. 749 Ε'/29-12-2021 και 754 Ε'/29-12-2021, εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Πειραιά, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Ν. Γ. Κ., που προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση της υποθέσεως, προκύπτει ότι, μετά από έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου της, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης από 05-10-2020 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως εκθέσεως καταθέσεως 36/07-10-2020) αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη καταθέσεως δικογράφου και ορισμού δικασίμου, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (01-4-2022) και κλήση για να παραστούν κατά τη συζήτηση αυτής, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, στη δεύτερη και τρίτη των αναιρεσίβλητων αντίστοιχα.
Κατά την ανωτέρω όμως ορισθείσα δικάσιμο (01-4-2022), κατά την οποία εκφωνήθηκε νόμιμα η υπόθεση κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, οι αναιρεσίβλητες αυτές ήταν απούσες και ειδικότερα δεν παραστάθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε και κατέθεσαν δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνησή της.
Επομένως, εφόσον οι ανωτέρω απολειπόμενες αναιρεσίβλητες δεν εμφανίστηκαν κατά την προκειμένη δικάσιμο, αν και κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, το Δικαστήριο πρέπει, σύμφωνα με την ανωτέρω νομική σκέψη, να προχωρήσει στη συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία τους.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 748 παρ. 3 εδ. α' Κ.Πολ.Δ., η οποία εφαρμόζεται και στα ένδικα μέσα (άρθρο 760 εδ. α' Κ.Πολ.Δ.), το Δικαστήριο, που είναι αρμόδιο να δικάσει το ένδικο μέσο, επομένως και την έφεση, κατ' αποφάσεως που εκδίδεται κατά την εκούσια δικαιοδοσία, μπορεί να διατάξει την κλήτευση τρίτων που έχουν έννομο συμφέρον από τη δίκη.
Με την κλήτευσή του αυτή ο τρίτος καθίσταται διάδικος, ενώ περαιτέρω καθίστανται αυτοδικαίως διάδικοι και οι υποχρεωτικά καλούμενοι πιστωτές και εγγυητές, υπό τους όρους και δυνάμει της διατάξεως της παρ. 1 του άρθρου 5 του Ν. 3869/2010, εφόσον η επίδοση διατάσσεται από το νόμο (ΑΠ 438/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπ' αριθμ. 10796β'/28-12-2021 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, με έδρα το Πρωτοδικείο Καστοριάς, Χ.
Π. Λ., που προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, η οποία επισπεύδει, όπως προαναφέρθηκε, τη συζήτηση της υποθέσεως, προκύπτει ότι, μετά από έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου της, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης από 05-10-2020 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 36/07-10-2020) αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη καταθέσεως δικογράφου και ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (01-4-2022) και κλήση για να παραστεί κατά τη συζήτηση αυτής, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, στον Ν.
Κ. του Α., η κλήτευση του οποίου διατάχθηκε με την υπ' αριθμ. 81/2019 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς, που δίκασε ως Εφετείο, κατ` εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 5 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, σε συνδυασμό με τα άρθρα 748 παρ. 3 εδ. α' και 760 εδ. α' Κ.Πολ.Δ.. Ο ανωτέρω όμως δεν εμφανίστηκε κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το σχετικό πινάκιο, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνησή της και επομένως πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα).
Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων ..."), όπως το άρθρο αυτό ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015), που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του [και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση, εφόσον η ένδικη αίτηση του αναιρεσείοντος, περί υπαγωγής του στις διατάξεις του νόμου 3869/2010, υποβλήθηκε στο Ειρηνοδικείο Καστοριάς στις 22-7-2014, ήτοι πριν την αντικατάστασή του με τον ως άνω νόμο 4336/2015], ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.
Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ο ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου.
Στο πεδίο του τελευταίου ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 Α.Κ. με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές".
Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ όμως δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή και στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 Π.Κ., η οποία ορίζει ότι "με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης• επίσης όποιος γνωρίζει ότι με την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται".
Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και, παρά ταύτα, δεν αφίσταται αυτής.
Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξης του και το "αποδέχεται" (Ολ. ΑΠ 4/2010, Ολ. ΑΠ 8/2005, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 297/2007). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία, που ξεπερνά το πλαίσιο της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή.
Δόλο, κατά συνέπεια, συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στο δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρεώσεως, ή γενικότερα αδικοπραξία κ.λ.π.
Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του, ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επελεύσεως των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του.
Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις, που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής, δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στο βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο, σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά. Στην περίπτωση του Ν. 3869/2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και τη συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών.
Περαιτέρω, από τη διατύπωση της παρ. 1 εδάφιο α` του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσο κατά το χρόνο ανάληψης της οφειλής, όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας.
Ο δόλος πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 1174/2019). Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.
Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνον ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.
Συνεπώς, η εξαιτίας του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη, δεν είναι αναγκαίο να εμφανιστεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος, γνωρίζει ότι με βάση τα εισοδήματά του και τις εν γένει ανάγκες του δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.
Περίπτωση ενδεχόμενου δόλου συντρέχει και όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγήσει σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και όμως αποδέχεται το αποτέλεσμα αυτό.
Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος ή η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.
Ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεσή του και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς να είναι ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη, από την πλευρά των τελευταίων, να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο, άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου (ΑΠ 1174/2019, ΑΠ 515/2018, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 951/2015, ΑΠ 1226/2014).
Δεν εντάσσεται στο πεδίο του ενδεχόμενου δόλου η "ενσυνείδητη αμέλεια", για τη συνδρομή της οποίας απαιτείται όχι ελπίδα, αλλά πίστη περί μη επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος (AΠ 599/2020). Περαιτέρω, με τη ρυθμιζόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 847 - 870 Α.Κ. σύμβαση εγγυήσεως, ο εγγυητής αναλαμβάνει απέναντι στο δανειστή ενός τρίτου προσώπου (πρωτοφειλέτη) την ευθύνη ότι θα καταβληθεί η οφειλή.
Επομένως, περιεχόμενο της εγγύησης είναι η ανάληψη από τον εγγυητή της υποχρέωσης, απέναντι στο δανειστή, να εκπληρώσει την παροχή του οφειλέτη, αν δεν το κάνει ο τελευταίος. Η εγγύηση είναι σύμβαση συναινετική, αφηρημένη και ετεροβαρής, με παρεπόμενο και επικουρικό χαρακτήρα, καταρτίζεται δε μεταξύ εγγυητή και δανειστή, χωρίς να απαιτείται η σύμπραξη ή συναίνεση του οφειλέτη (ΑΠ 1446/2018).
Στην περίπτωση του άρθρου 1 παρ. 1 εδάφια 1 και 2 του Ν. 3869/2010, η προσδοκία του εγγυητή ότι ο πρωτοφειλέτης θα καταβάλει το χρέος στο δανειστή, δεν μπορεί να οδηγεί σε αποκλεισμό του δόλου ως προς την αδυναμία πληρωμής, διότι η ως άνω προσδοκία περί πληρωμής από τον φερέγγυο πρωτοφειλέτη αφορά τη συμπεριφορά τρίτου προσώπου, η οποία δύναται ανά πάσα στιγμή και για οποιονδήποτε λόγο να μεταβληθεί και επομένως μια τέτοια προσδοκία εμπεριέχει τη γνώση περί ενδεχόμενης μη αποπληρωμής από τον πρωτοφειλέτη και ως εκ τούτου και τη γνώση περί ενδεχόμενης περιέλευσης σε αδυναμία πληρωμών.
Επομένως ο εγγυητής, προκειμένου να αποκρούσει την ένσταση του δόλου που προβάλλεται από πιστωτή, πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ότι με βάση τα δικά του εισοδήματα και όχι εκείνα του πρωτοφειλέτη πίστευε ότι θα μπορούσε να εξοφλήσει το χρέος. Εξάλλου, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του εδαφίου β' της παρ. 1 του ίδιου άρθρου 1 του ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν (πρβλ.
άρθρο 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και να τον αποδείξει (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 1400/2019, ΑΠ 734/2019, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 153/2017, ΑΠ 65/2017). Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, άρα, ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα περιστατικά, που έγιναν ανελέγκτως δεκτά απ' αυτό, υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 335/2020, ΑΠ 1299/2015), ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ (ή του άρθρου 560 αριθμ. 1 και 6 του ίδιου Κώδικα) ( ΑΠ 59/2021).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε, τόσο πριν όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, που εφαρμόζεται και στην παρούσα διαδικασία (άρθρο 14 του Ν. 3869/2010), κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 31/2009, Ολ. ΑΠ 7/2006, ΑΠ 757/2015). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου), όπως γίνεται δεκτό και κατά την ερμηνεία και εφαρμογή της αντίστοιχης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΑΠ 508/2020, ΑΠ 53/2020, ΑΠ 634/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 849/2007).
Με το λόγο αυτό, δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 508/2020, ΑΠ 53/2020, ΑΠ 634/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 849/2007). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 6 του Κ.Πολ.Δ., η οποία είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του Κ.Πολ.Δ., κατά των κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 335/2020, ΑΠ 208/2020).
Συνεπώς, κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, επομένως, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης (ΑΠ 518/2020, ΑΠ 58/2020, ΑΠ 638/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Πρωτοδικείο Καστοριάς, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 52/2020 απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπησή της, δέχθηκε, ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα: " Ο πρώτος εφεσίβλητος, Χ.
Μ. είναι … ετών, παντρεμένος με την Κ. Μ., ετών…, με την οποία έχει αποκτήσει 3 ενήλικα, σήμερα, τέκνα ηλικίας 43, 41 και 34 ετών, αντίστοιχα. Είναι δε και συνταξιούχος γουνοποιός, καθόσον τη δραστηριότητά του την διέκοψε οριστικά το έτος 2009 υποβάλλοντας την υπ' αριθμ. .../28-9-2009 αίτηση συνταξιοδότησης, ενώ με την υπ' αριθμ. .../2011 απόφαση του ΟΑΕΕ του χορηγήθηκε, από την 1η-10-2009, σύνταξη λόγω γήρατος, ύψους 1.092,83 ευρώ.
Επιπλέον, έχει λαμβάνειν από γερμανικό φορέα (Γερμανικό Οργανισμό Συντάξεων), στον οποίο πραγματοποίησε χρόνο ασφάλισης, σύνταξη που ανέρχεται στο ποσό των 168,26 ευρώ το μήνα. Συνολικά, επομένως, οι συντάξιμες αποδοχές του αιτούντος ανέρχονται κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης στο ποσό των 1.261,09 ευρώ.
Η σύζυγος του αιτούντος ασχολείται με γεωργικές εργασίες, ωστόσο αποκομίζει μηδαμινό εισόδημα (βλ. το εκκαθαριστικό σημείωμα οικ. έτους 2011 από το οποίο αποδεικνύεται ότι η Μ. Κ. είχε μηδενικό εισόδημα, του οικ. έτους 2012 από το οποίο προκύπτει ότι αποκόμισε 99,82 ευρώ από γεωργικές επιχειρήσεις, του οικ. έτους 2013 από το οποίο προκύπτει ότι αποκόμισε 99,82 ευρώ, του οικ.
έτους 2014 από το οποίο προκύπτει ότι αποκόμισε 96,74 ευρώ και του φορ. έτους 2015 από το οποίο προκύπτει ότι αποκόμισε 107,57 ευρώ). Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι ο αιτών, σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της εν λόγω αιτήσεως, ανέλαβε τα κάτωθι χρέη προς τις πιστώτριες του και οφείλει τα παρακάτω ποσά:
Στην Εθνική Τράπεζα οφείλει το συνολικό ποσό των 70.544,89 ευρώ, προερχόμενο από την υπ' αριθ. 4213009270 σύμβαση στεγαστικής πίστης, και από την υπ' αριθ.4210039098 σύμβαση καταναλωτικής πίστης, μαζί με τους τόκους και τα έξοδα, όπως τα ως άνω ποσά έχουν υπολογιστεί σύμφωνα με την από 13-12-2017 αναλυτική κατάσταση οφειλών της εν λόγω πιστώτριας.
Στην εκκαλούσα, της υπό στοιχείο Α έφεσης, Τράπεζα Eurobank οφείλει το συνολικό ποσό των 580.783,01 ευρώ, το οποίο προέρχεται εξ ολοκλήρου από την παροχή εγγύησης στα δάνεια που σύνηψε με την εν λόγω πιστώτρια η πρωτοφειλέτιδα εταιρία "Κ. Ν. και Σια ΟΕΒΕ" δυνάμει των υπ αριθ. ... και ... συμβάσεων πίστωσης, σύμφωνα με την από 5-1-2018 βεβαίωση οφειλών της εν λόγω τράπεζας.
Κατόπιν μη αποπληρωμής των δόσεων των ως άνω δανείων από τον πρωτοφειλέτη, η εκκαλούσα πιστώτρια προχώρησε στην καταγγελία τους την 8η-4-2011, εκδίδοντας κατόπιν τις υπ' αριθ. 103 και 104/2011 διαταγές πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς, για το ποσό των 156.521,73 και 95.289,10 ευρώ αντίστοιχα. Στην έτερη εκκαλούσα-πιστώτρια, Άλφα Τράπεζα, οφείλει το συνολικό ποσό των 88.740,65 ευρώ, η οφειλή δε αυτή από την αποδοχή εκ μέρους του, χάριν ευκολίας, 4 συναλλαγματικών με αριθμό καταχώρησης ..., ..., ...
και ..., που εξέδωσε η εταιρία "Κ. Ν. και Σια ΟΕΒΕ" και ο Ν. Κ., οι οποίες δεν πληρώθηκαν κατά την εμφάνισή τους. Κατόπιν, η εκκαλούσα εξέδωσε εναντίον του αιτούντος τις υπ' αριθ. 45 και 46/2010 διαταγές πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς για τα ποσά των 29.500 και 18.490 ευρώ αντίστοιχα, αντίγραφο εξ απογράφου των οποίων του επιδόθηκε την 22η-03-2010, με επιταγή προς καταβολή ποσού 34.599,85 και 21.724,26 ευρώ αντίστοιχα.
Από τις ανωτέρω οφειλές του αιτούντος, εξασφαλισμένες είναι η απαίτηση της Εθνικής Τράπεζας που πηγάζει από την υπ' αριθμ. 4213009270 σύμβαση, με την εγγραφή πρώτης προσημείωσης υποθήκης επί του ακινήτου του αιτούντος που βρίσκεται στην οδό ..., με ΚΑΕΚ .../0/0, για το ποσό των 96.000 ευρώ, οι απαιτήσεις της εκκαλούσας της υπό στοιχείο Α έφεσης- τράπεζας Eurobank από τη με αριθμό ...
και ... σύμβαση, με την εγγραφή δεύτερης και τέταρτης προσημείωσης υποθήκης επί του ίδιου ως άνω ακινήτου του αιτούντος, για το ποσό των 100.000 ευρώ και των 80.000 ευρώ, αντίστοιχα και με την εγγραφή πρώτης προσημείωσης υποθήκης στα βιβλία υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Νεστορίου, στον τόμο Η και με αριθμό 10, για το ποσό των 80.000 ευρώ επί όλης της εκεί κείμενης ακίνητης περιουσίας του αιτούντος στο ...
και οι απαιτήσεις της εκκαλούσας υπό στοιχείο Β έφεσης, Alpha Τράπεζας, από τις τέσσερις συναλλαγματικές με αριθμό καταχώρησης ..., ..., ... και ..., σχετικά με τις οποίες έχουν εκδοθεί οι υπ' αριθμ. 45/2010 και 46/2010 διαταγές πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς, με την εγγραφή τρίτης προσημείωσης υποθήκης επί του προαναφερθέντος ακινήτου του αιτούντος που βρίσκεται στην Καστοριά, επί της οδού ..., με ΚΑΕΚ .../0/0, για το ποσό των 47.990 ευρώ, η οποία εν συνεχεία ετράπη σε υποθήκη.
Από τα όσα προαναφέρθηκαν, αποδεικνύεται ότι κατά το χρόνο που ο αιτών συνταξιοδοτήθηκε και επομένως έπαυσε την εμπορική του δραστηριότητα ως γουνοποιός, ήτοι στις 1-10-2009, όπως προαναφέρθηκε, δεν είχε ήδη επέλθει σε αδυναμία πληρωμών, όπως ισχυρίστηκαν με τον πρώτο λόγο εφέσεως και οι δύο εκκαλούσες. Τούτο, διότι, κατά το χρόνο πριν την 1η-10-2009, οπότε και έπαυσε η εμπορική ιδιότητα του αιτούντος, η εκκαλούσα της υπό στοιχείο Α έφεσης-πιστώτρια τράπεζα, δεν είχε ακόμη στραφεί σε βάρος του ως εγγυητή, απαιτώντας από τον ίδιο καταβολή, εφόσον ο πρωτοφειλέτης δεν καταβάλει ή δεν καταβάλει κανονικά (ενεργοποίηση εγγυητικής ευθύνης), για να μπορεί να γίνει λόγος για πραγματική, παροντική αδυναμία πληρωμής και όχι για εν δυνάμει.
Ειδικότερα, στις 5-8-2009, η εκκαλούσα τράπεζα Eurobank απηύθυνε εξώδικη δήλωση -πρόσκληση προς τον πρωτοφειλέτη, την οποία κοινοποίησε και στον εγγυητή- αιτούντα, προς τακτοποίηση ληξιπρόθεσμης οφειλής του προκειμένου να τον προειδοποιήσει για το κλείσιμο των λογαριασμών του και για μία καταγγελία, που πιθανόν θα ακολουθούσε.
Δε μπορεί, συνεπώς, να γίνει ακόμη λόγος, κατά το χρόνο που ο αιτών ασκούσε εμπορική δραστηριότητα, περί ενεργοποίησης της εγγυητικής του ευθύνης και περί αδυναμίας του να εξοφλήσει το αιτούμενο ποσό, καθόσον, ακόμη η εκκαλούσα, τράπεζα Eurobank δεν είχε καταγγείλει τις επίδικες συμβάσεις και δεν είχε στραφεί εναντίον του, αξιώνοντας από τον ίδιο, την καταβολή των οφειλομένων.
Οι επίδικες συμβάσεις καταγγέλθηκαν, όπως προαναφέρθηκε, στις 8-4-2011, οπότε η εκκαλούσα, τράπεζα Eurobank κοινοποίησε τόσο στον πρωτοφειλέτη όσο και στον αιτούντα- εγγυητή το οριστικό κλείσιμο των λογαριασμών και κατόπιν άσκησε εναντίον τους, τις προαναφερθείσες υπ' αριθμ. 103 και 104/2011 διαταγές πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς, χρονικό σημείο κατά το οποίο ο αιτών δεν ήταν πια έμπορος-γουνοποιός, κατά το υποκειμενικό κριτήριο.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος εφέσεως των εκκαλουσών, ως προς αυτό το σκέλος, είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος και η πρωτόδικη απόφαση δεν έσφαλε ως προς την κρίση της. Απορριπτέος, όμως, είναι και κατά το δεύτερο σκέλος του, ο πρώτος λόγος εφέσεως των εκκαλουσών, οι οποίες ισχυρίζονται ότι ο αιτών, συμβαλλόμενος ως εγγυητής στα δύο δάνεια που έλαβε η εταιρία "Ν.Α.
Κ..... ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕΒΕ",ως πρωτοφειλέτης και αποδεχόμενος 4 συναλλαγματικές, χάριν ευκολίας, με εκδότες την προαναφερόμενη εταιρία και τον Κ. Ν., απέκτησε την εμπορική ιδιότητα με πράξη αντικειμενικά εμπορική. Τούτο διότι, σύμφωνα και με τα όσα εκτέθηκαν στην υπό στοιχείο I. μείζονα σκέψη της παρούσας, για τον αποκλεισμό της υπαγωγής ενός εγγυητή στις διατάξεις του ν. 3869/2010 δεν αρκεί η τυχόν αξιολόγηση των εγγυήσεων που χορήγησε αυτός ως εμπορικών πράξεων, αλλά θα πρέπει επιπλέον η παροχή εγγυήσεων να γίνεται κατά σύνηθες επάγγελμα, ήτοι θα πρέπει να αποδειχθεί ότι η παροχή των εν λόγω εγγυήσεων έγινε με τρόπο που μαρτυρά συστηματική επιδίωξη βιοπορισμού, ενώ η μεμονωμένη παροχή εγγυήσεων, έστω και με την κτήση ή προσδοκία κτήσης οφέλους, δεν αρκεί για να προσδώσει στον εγγυητή την ιδιότητα του εμπόρου.
Ειδικότερα, η παροχή εγγύησης από τον αιτούντα στις δύο συμβάσεις παροχής πίστωσης που σύνηψε με την εκκαλούσα, τράπεζα Eurobank, η εταιρία "ΝΑ Κ... ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕΒΕ", ως πρωτοφειλέτη και τον Ν. Κ. ως πρώτο εγγυητή, καθώς και οι 4 συναλλαγματικές εκδόσεώς τους, που αποδέχτηκε, δεν υπάγονται στην προπεριγραφείσα κατηγορία, καθόσον, ο αιτών, όπως αποδεικνύεται από όλα τα αποδεικτικά μέσα, διατηρούσε μακροχρόνια συνεργασία με την ανωτέρω εταιρία, για την οποία και έραβε παλτά και είχε αναπτύξει στενές φιλικές σχέσεις με τον Ν.
Κ., τον οποίο εμπιστευόταν και υπολήπτονταν. Από τα ίδια δε αποδεικτικά μέσα, δεν προκύπτει ότι ο αιτών συνεργαζόταν αποκλειστικά με τον Ν. Κ., ώστε να εξαρτάται οικονομικά από την εταιρία του και συνεπώς να πρέπει οπωσδήποτε να εγγυηθεί υπερ αυτής, προκειμένου να δανεισθεί η εταιρία και να επιβιώσει επαγγελματικά και ο ίδιος.
Αντιθέτως, από όσα αποδεικτικά μέσα προσκομίστηκαν μετ' επικλήσεως και στον πρώτο και σε αυτόν το βαθμό, προκύπτει ότι ο αιτών συνεργαζόταν και με άλλες εταιρίες εμπορίας γουναρικών και επιπλέον, ότι η εταιρία "Ν.Α. Κ..... ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕΒΕ" είχε και άλλους εξωτερικούς συνεργάτες, τους οποίους προσέγγισε με τον ίδιο τρόπο, ώστε να τον στηρίξουν οικονομικά, εκδίδοντας επιταγές και αποδεχόμενοι συναλλαγματικές χάριν ευκολίας, λόγω πρόσκαιρης οικονομικής δυσχέρειας, όπως διατείνονταν [...].
Ακόμη, όμως και αν αποδεικνύονταν η απόκτηση έμμεσου οφέλους για τον αιτούντα από την προσδοκία στη συνέχιση της μεταξύ τους συνεργασίας, αυτό και μόνο δεν είναι ικανό να του προσδώσει την εμπορική ιδιότητα, αφού γι' αυτήν απαιτείται η παροχή εγγύησης να γίνεται συστηματικά και κατά σύνηθες επάγγελμα.
Δεν αποδείχθηκε, εν προκειμένω, ότι η εγγύηση στις ως άνω δύο συμβάσεις και η αποδοχή χάριν ευκολίας στις 4 προαναφερθείσες συναλλαγματικές δόθηκε από τον αιτούντα για κερδοσκοπία, με αμοιβή ή άλλη χρηματική ωφέλεια, ούτε ότι ο αιτών αποσκοπούσε στην βελτίωση της οικονομικής του κατάστασης και στην λήψη οικονομικών ανταλλαγμάτων, επιβιώνοντας, κατ' αποκλειστικότητα, μέσω των κερδών της εταιρίας του Ν.
Κ.. Αντιθέτως, αποδείχτηκε ότι ο αιτών δέχθηκε να συμβληθεί ως εγγυητής στα δάνεια του πρωτοφειλέτη και να αποδεχτεί συναλλακτικές του, χαριστικώς και από λόγους κοινωνικής αλληλεγγύης, αφού είχε αναπτυχθεί μεταξύ τους φιλία και σχέση εμπιστοσύνης, λόγω της μακροχρόνιας συνεργασία τους, χωρίς όμως να είναι συνέταιροι και οικονομικά αλληλεξαρτώμενοι και χωρίς να προκύπτει εν γένει πρόθεση βιοπορισμού του ή προσδοκία οιουδήποτε ανταλλάγματος.
Επιπλέον, δεν προέκυψε η από μέρους του αιτούντος παροχή εγγυήσεων και προς τρίτα πρόσωπα πέραν της προαναφερόμενης εταιρίας, οπότε δεν προέκυψε αδυναμία υπαγωγής του αιτούντος στις διατάξεις του ν. 3869/2010, λόγω ύπαρξης εμπορικής ιδιότητας στο πρόσωπό του, όπως ορθά έκρινε και η εκκαλουμένη. Ενόψει τούτων, ο πρώτος λόγος εφέσεως και κατά το δεύτερο σκέλος του, περί ύπαρξης εμπορικής ιδιότητας, κατά το αντικειμενικό κριτήριο, στο πρόσωπο του αιτούντος, πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος.
Όσον αφορά τον δεύτερο λόγο εφέσεως περί δόλιας περιέλευσης του αιτούντος σε αδυναμία πληρωμών, λεκτέα είναι τα εξής: [.....] Εν προκειμένω ο αιτών, έλαβε ως πρωτοφειλέτης ένα στεγαστικό δάνειο από την Εθνική Τράπεζα, ύψους 80.000 ευρώ και ένα μικρότερο καταναλωτικό, από τα οποία συνολικά προς αυτήν την πιστώτρια οφείλει το ποσό των 70.544,89 ευρώ.
Τα ως άνω δάνεια είναι και τα μόνα που έλαβε προκειμένου να αποταμιεύσει τα χρήματα ο ίδιος και να τα αξιοποιήσει για τις δικές του ανάγκες και τις ανάγκες της οικογενείας του. Δυνάμει δε των προσκομιζομένων οικονομικών στοιχείων του αιτούντος δεν μπορεί να κριθεί ότι οι αναλήψεις των δανείων αυτών υπερέβαιναν τις οικονομικές του δυνατότητες, αφού κατά το χρόνο λήψης τους (2007) ο αιτών είχε αποδοχές διπλάσιες από τις σημερινές [...].
Το ίδιο, δε, χρονικό διάστημα, ο αιτών ανέλαβε και έτερα χρέη, παρέχοντας εγγυήσεις σε συμβάσεις που σύναψε ως πρωτοφειλέτης η εταιρία του συνεργάτη και φίλου του, Κ. Ν.υ, με την εκκαλούσα Τράπεζα Eurobank, και αποδέχτηκε συναλλαγματικές που εξέδωσε ο τελευταίος και η εταιρία του, χάριν ευκολίας του, συνολικού ποσού 669.523,66 ευρώ.
Ωστόσο, από όλα τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε ότι ο αιτών, κατά την ανάληψη των χρεών, γνώριζε, ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του ότι δεν μπορεί να τα εξυπηρετήσει. Σε ορισμένα δε εξ αυτών, όπως ιδίως το από 2-6-2013 ιδιωτικό έγγραφο με το οποίο ο Ν. Κ. υπόσχεται να εξοφλήσει σύντομα τις ως άνω απλήρωτες συναλλαγματικές που υπέγραψε ο αιτών προς ευκολία του, ομοίως δε και τα δάνεια στα οποία μπήκε ο αιτών εγγυητής και ότι θα του επιστρέψει το ποσό των 25.000 ευρώ που του παρακράτησε η τράπεζα Eurobank προς μερική εξόφληση των δανείων, αλλά και από το υπ' αριθ. 109/2017 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Καστοριάς, τις διαταγές πληρωμής, τις ανακοπές σε συνδυασμό με την κατάθεση του μάρτυρα του αιτούντος, γιου του, τονίζεται διαρκώς μόνο το γεγονός ότι παρείχε πίστη και προσδοκούσε ότι όλα θα αποπληρώνονταν από την πρωτοφειλέτιδα εταιρία και τον συνεργάτη-φίλο του, Ν.
Κ., χωρίς, ωστόσο, να προκύπτει από κάποιο στοιχείο ότι ο ίδιος, αν στρεφόταν ποτέ εναντίον του, αδυνατούσε εξαρχής να τα καταβάλλει ή θα αρνούνταν την όποια καταβολή. Αντιθέτως, προκύπτει ότι δεν προέβλεψε και δεν αποδέχθηκε το ενδεχόμενο της μη εξόφλησης των ως άνω ποσών, έχοντας στο πίσω μέρος του μυαλού του και το ότι ο πρωτοφειλέτης είχε τεράστιο κύκλο εργασιών, είχε αποκτήσει φήμη και πελατεία, μεγάλη οικονομική επιφάνεια και εμπορική δραστηριότητα.
Όταν λοιπόν ο Ν. Κ. επικαλέστηκε προσωρινό πρόβλημα ρευστότητας υποσχόμενος στον αιτούντα ότι θα εξοφλήσει τις οφειλές του μόλις πάρει την επιστροφή Φ.ΠΑ ύψους 97.000 ευρώ, που πράγματι θα ελάμβανε, ο αιτών δέχθηκε να τον βοηθήσει, υπογράφοντας ως εγγυητής, βασιζόμενος στην εμπιστοσύνη που είχε στον ιδιαίτερα επιφανή και με μεγάλη εμπορική δραστηριότητα φίλο του Ν.
Κ.. Επιπλέον, δεν αποδείχτηκε ότι με πράξεις ή παραλείψεις του επιδίωκε την αδυναμία πληρωμών του ή ότι προέβλεπε ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών, ότι δεν άλλαζε συμπεριφορά και αποδεχόταν το αποτέλεσμα αυτό. Τουναντίον, δεν προέβλεψε καν ως ενδεχόμενο αποτέλεσμα την αδυναμία πληρωμών τόσο του ιδίου, όσο και κυρίως του φίλου του Κ.
Ν. και της εταιρίας του, έχοντας γνώση της προβληθείσας οικονομικής επιφάνειας του τελευταίου και της μέχρι τότε φερεγγυότητας του.
Συνεπώς, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι ο αιτών είχε δολιότητα ως προς την μη εξόφληση των επίδικων χρεών, αφού είχε την δικαιολογημένη κατά τα ανωτέρω πεποίθηση ότι ο πρωτοφειλέτης, που επωφελήθηκε του συνολικού ποσού, είχε μια επιχείρηση υγιή και θα εξοφλούσε τις πιστώτριες τράπεζες. Η αδυναμία πληρωμής του αιτούντος, έλαβε χώρα ανυπαιτίως, από το έτος 2011 και έπειτα, οπότε ενεργοποιήθηκε η εγγυητική του ευθύνη προς την εκκαλούσα υπό στοιχείο Α έφεσης, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι είχε συνταξιοδοτηθεί και οι συνέπειες της οικονομικής κρίσης ήδη είχαν αρχίσει να γίνονται ορατές με την περικοπή της σύνταξής του και τη μείωση των μισθωμάτων που εισέπραττε από διάφορα ακίνητα που εκμισθώνει.
Από όλα τα ανωτέρω περιγραφόμενα, συνάγεται ότι ο αιτών δεν είχε κανένα δόλο, ούτε καν ενδεχόμενο, ως προς την αδυναμία πληρωμής στην οποία περιήλθε, αλλά ότι δεν επέδειξε την απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια προκειμένου να πράξει ως όφειλε και να αποτρέψει το συγκεκριμένο αποτέλεσμα, ήτοι δεν κατέβαλε την προσήκουσα προσοχή όταν αναλάμβανε την εγγυητική ευθύνη χάριν ευκολίας και φιλικής διάθεσης και μπορεί να προέβλεπε ότι αν δεν καταβάλουν τα οφειλόμενα η πρωτοφειλέτιδα εταιρία και ο πρώτος εγγυητής, οι πιστωτές θα στραφούν σε αυτόν για καταβολή των υπέρογκων οφειλών που αποδέχτηκε, παρόλα αυτά το απέκρουσε εντελώς σαν σκέψη και προέβη στην αποδοχή εγγυητικής ευθύνης, πιστεύοντας ότι η αδυναμία πληρωμών και η αφερεγγυότητα του πρωτοφειλέτη δεν θα επέλθουν ποτέ, η δε δική του οικονομική κατάσταση θα είναι πάντα σταθερά καλή βάσει των εισοδημάτων του και των μέχρι τότε συνθηκών ζωής του.
Συντρέχουν, συνεπώς, στο πρόσωπο του αιτούντος οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή του στη ρύθμιση του Ν. 3869/10 και ειδικότερα στην κατ' άρθ. 8 επ. του Ν. 3869/2010 ρύθμιση των οφειλών του από το Δικαστήριο, καθώς η αδυναμία πληρωμής λόγω επιδειχθείσας αμέλειας δεν είναι απαγορευτική [...]. Απορρίπτεται λοιπόν, ως ουσία αβάσιμος και ο δεύτερος λόγος εφέσεως που προέβαλαν και οι δύο εκκαλούσες, όπως ορθά έκρινε και η πρωτοβάθμια απόφαση".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Πρωτοδικείο Καστοριάς, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, αφού συνεκδίκασε: α) τη με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 23/4-10-2018 έφεση της δεύτερης καθ' ής η αίτηση και ήδη αναιρεσείουσας και β) τη με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 26/22-10-2018 έφεση της τρίτης καθ' ής η αίτηση και ήδη τρίτης αναιρεσίβλητης, δέχθηκε τυπικά τις εφέσεις αυτές και τις απέρριψε κατ' ουσίαν και έτσι επικύρωσε την εκκαλουμένη πρωτόδικη απόφαση, με την οποία, αφού είχε απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η ένσταση των πιστωτριών τραπεζών περί δόλιας περιέλευσης του αιτούντος και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου σε αδυναμία πληρωμών, είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 18-7-2014 αίτηση του τελευταίου και είχε υπαχθεί αυτός στις ρυθμιστικές διατάξεις του Ν. 3869/2010.
Με την προαναφερθείσα κρίση του το, ως Εφετείο, δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Καστοριάς, παραβίασε ευθέως τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1, εδάφια 1 και 2 του Ν. 3869/2010, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 330 Α.Κ. και 27 παρ. 1 Π.Κ., διότι, κατά το μέρος που θεμελίωσε την έλλειψη δόλου του αιτούντος - πρώτου αναιρεσίβλητου στην προσδοκία του ότι η πρωτοφειλέτρια εταιρεία θα κατέβαλε το χρέος στις πιστώτριες τράπεζες, δεχόμενο ειδικότερα ότι "δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι ο αιτών είχε δολιότητα ως προς την μη εξόφληση των επίδικων χρεών, αφού είχε την δικαιολογημένη κατά τα ανωτέρω πεποίθηση ότι ο πρωτοφειλέτης, που επωφελήθηκε του συνολικού ποσού, είχε μια επιχείρηση υγιή και θα εξοφλούσε τις πιστώτριες τράπεζες", καθώς και ότι "προκύπτει ότι δεν προέβλεψε και δεν αποδέχθηκε το ενδεχόμενο της μη εξόφλησης των ως άνω ποσών, έχοντας στο πίσω μέρος του μυαλού του και το ότι ο πρωτοφειλέτης είχε τεράστιο κύκλο εργασιών, είχε αποκτήσει φήμη και πελατεία, μεγάλη οικονομική επιφάνεια και εμπορική δραστηριότητα", εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και τούτο διότι, όπως εκτέθηκε στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας, η προσδοκία του εγγυητή ότι ο πρωτοφειλέτης θα καταβάλει το χρέος στο δανειστή, δεν μπορεί να οδηγεί σε αποκλεισμό του δόλου του ως προς την αδυναμία πληρωμής, αλλά απαιτείται για να αποκρουσθεί η ένσταση του δόλου πιστωτή κατά του εγγυητή, να αποδειχθεί ότι με βάση τα δικά του εισοδήματα ο τελευταίος και όχι εκείνα του πρωτοφειλέτη, πίστευε ότι θα μπορούσε να εξοφλήσει το χρέος, κατά την ενεργοποίηση της εγγυητικής του ευθύνης.
Επίσης, έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το, ως Εφετείο, δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Καστοριάς, διέλαβε στην απόφασή του αντιφατική αιτιολογία αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα της μη δόλιας περιελεύσεως του πρώτου αναιρεσίβλητου σε αδυναμία πληρωμών, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων, τις οποίες εκ πλαγίου παραβίασε, στερώντας, με τον τρόπο αυτόν, την απόφασή του από νόμιμη βάση και τούτο διότι, κατά το μέρος που δέχθηκε έλλειψη δόλου του αιτούντος - πρώτου αναιρεσίβλητου αναφορικά με τις δικές του οικονομικές δυνάμεις, ενώ αναφέρει ότι ανέλαβε "υπέρογκες", όπως τις χαρακτηρίζει, οφειλές ύψους 669,523,66 ευρώ και ότι τα εισοδήματά του ανέρχονταν πριν από τη συνταξιοδότησή του και κατά το χρόνο παροχής των εγγυήσεων (2007) σε 3.000 ευρώ και μετά την συνταξιοδότησή του από την 1-10-2009 στο μισό περίπου του ανωτέρω ποσού, ακολούθως, παρά την αναντιστοιχία των ανωτέρω ποσών (εισοδημάτων και οφειλών), δέχεται ότι ενήργησε από αμέλεια πιστεύοντας ότι η αδυναμία πληρωμών δεν θα επέλθει γιατί η δική του οικονομική κατάσταση ήταν σταθερά καλή, τούτο όμως αντιφάσκει με την παραδοχή της μείωσης κατά το μισό των εισοδημάτων του μετά τη συνταξιοδότησή του, που έλαβε χώρα μόλις δύο έτη περίπου μετά την ανάληψη των εγγυητικών χρεών και ήταν, ενόψει και της αναφερομένης ηλικίας του, αναμενόμενη.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Μετά από αυτά, παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, λόγω της πλήρους αναιρετικής εμβέλειας του ως άνω δεύτερου λόγου που έγινε δεκτός, η οποία καθιστά αλυσιτελή την εξέτασή τους.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή, κατά παραδοχή, ως βάσιμου, του προαναφερόμενου λόγου της, και να αναιρεθεί η πληττόμενη απόφαση. Ακολούθως, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρo 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα). Στην παρούσα απόφαση δεν θα περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα, κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται, όπως προεκτέθηκε, κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας, γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ. β' του παραπάνω Ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", η οποία εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 507/2020, ΑΠ 1400/2019, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 156/2018, ΑΠ 1208/2017).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 52/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς, που δίκασε ως Εφετείο.
-
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο πιο πάνω Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση. Και -Διατάσσει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που έχει καταθέσει.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Σεπτεμβρίου 2022.
H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ