Supreme Court dismisses prosecutor's appeal against acquittal due to lack of specific and detailed reasoning in lower court judgment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the Prosecutor's appeal against a mixed criminal court's acquittal of a defendant accused of moral complicity in intentional homicide. The prosecutor argued the lower court failed to provide the specific and detailed reasoning required by Article 510 of the Criminal Procedure Code, particularly regarding the defendant's motive and the credibility of witness testimonies. The court found the lower court's reasoning sufficient, as it thoroughly analyzed the evidence, rejected unreliable witness statements, and logically concluded that the defendant lacked the motive to commit the crime.
Legislator headnote
AI generatedArticles 505(2)(a), 510(1) of the Criminal Procedure Code; An appeal by the Prosecutor is admissible but must be based on substantive grounds; the Supreme Court will not overturn a lower court's acquittal merely because the reasoning is not exhaustive if the conclusion is not arbitrary or contrary to the evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1497 / 2019 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1497/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Χυτήρογλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονυσία Μπιτζούνη, Βασιλική Ηλιοπούλου - Εισηγήτρια, Βασιλική Μπαζάκη - Δρακούλη και Μαρία Βασδέκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 25 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Μπρακουμάτσου, (κωλυομένης της Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της αποφάσεως 26/2018 του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Κρήτης. Με κατηγορούμενο τον G. F. του J., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Μαυρομάτη.
Με πολιτικώς ενάγοντες τους 1. K. M., 2 D. M., 3 D. F., 4 K. K., 5 D. M. και 6 D. Β., άπαντες κάτοικοι... οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν.
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Κρήτης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ'αρ. 74/2018 έκθεση αναιρέσεως της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευσταθίας Σπυροπούλου, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Δέσποινας Χρονοπούλου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1617/2018.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του κατηγορουμένου, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Κατά το άρθρο 505 παρ. 2 εδ. α'του ΚΠΔ, ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε τελεσίδικης ή ανέκκλητης απόφασης μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 ΚΠΔ παρ. 2 (αρθ. 483 παρ. 3), δηλαδή μέσα σε ένα μήνα από την καταχώριση της απόφασης καθαρογραφημένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 ΚΠΔ. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκήσει αναίρεση κατά οποιασδήποτε απόφασης, αθωωτικής ή καταδικαστικής, οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους που διαλαμβάνονται στο άρθρο 510 παρ. 1 ΚΠΔ , μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και αυτός της έλλειψης της απαιτούμενης από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (ΑΠ 609/2017).
II. Στην προκειμένη περίπτωση, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ.504 παρ.1, 505 παρ.2, 509 παρ.1, 473 παρ.3, 474 παρ.1, 2 του ΚΠΔ) η υπό κρίση αίτηση της Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της 26/2018 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Κρήτης, με την οποία κηρύχθηκε αθώος ο κατηγορούμενος για την πράξη της ηθικής αυτουργίας σε ανθρωποκτονία από πρόθεση, για το λόγο της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που διαλαμβάνεται στο άρθρο 510 παρ.1 Δ' ΚΠΔ. Είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν.
III. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των αποδειχθέντων περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Ειδικώς όμως, προκειμένου για αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου της αθωότητας που θεσπίζεται και από τη διάταξη του όρθρου 6 παρ.2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (κυρωθείσα με το ν. δ. 73/1974), τέτοια έλλειψη αιτιολογίας που ιδρύει τον από τη διάταξη του άρθρου 510 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται καθόλου στην απόφαση ή εκτίθενται ελλιπώς ή κατά τρόπο ασαφή τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, όταν δεν αναφέρονται στην απόφαση τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, όταν δεν αιτιολογεί το δικαστήριο με σαφήνεια και πληρότητα γιατί δεν πείστηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου από τα αποδεικτικά μέσα που προσδιορίζονται στα πρακτικά και τα οποία έλαβε υπόψη για τον σχηματισμό της κρίσης του καθώς και όταν δεν είναι βέβαιο ότι έλαβε υπόψη στο σύνολο τους όλα τα έγγραφα ή το περιεχόμενο όλων των μαρτυρικών καταθέσεων.
Δεν απαιτείται όμως για την αιτιολογία της αθωωτικής απόφασης να εκθέτει το δικαστήριο σ' αυτή περιστατικά , από τα οποία να πείστηκε για την αθωότητα του κατηγορουμένου, δεδομένου ότι αντικείμενο της απόδειξης στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορουμένου (Ολ ΑΠ 1/2018, ΑΠ 731/2017).
IV. Στην προκείμενη περίπτωση, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Κρήτης, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κήρυξε αθώο , κατά πλειοψηφία, τον κατηγορούμενο G.F. για πράξη της ηθικής αυτουργίας σε ανθρωποκτονία από πρόθεση και συγκεκριμένα του ότι : " στον κατωτέρω αναφερόμενο τόπο και χρόνο, ενεργώντας με πρόθεση, προκάλεσε με τον πιο κάτω αναφερόμενο τρόπο σε άλλον την απόφαση να τελέσει την άδικη πράξη, την οποία αυτός διέπραξε. Ειδικότερα: Στην ... λίγες ημέρες πριν από την 13.10.2006, με πειθώ και παραινέσεις προκάλεσε την απόφαση σε πρόσωπο ονόματι Ε.L. αγνώστων λοιπών στοιχείων, να προκαλέσει με τη σειρά του στον πρώτο των κατηγορουμένων και στον Β.M.του S.και της Α. υποσχόμενος σ' αυτούς ως αμοιβή το ποσό των 5000 ευρώ στον καθένα, έναντι του οποίου τους προκατέβαλε το ποσό των 500 ευρώ, την απόφαση να σκοτώσουν το Ν.D.του I. τον οποίο αυτοί και σκότωσαν στις 23.10.2006 στη ...".
Για να καταλήξει στην ανωτέρω απαλλακτική του κρίση, το Δικαστήριο δέχτηκε ανελέγκτως στο σκεπτικό του, μετά από εκτίμηση των αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: " Οι υπήκοοι ... (όνομα:) N. (επώνυμο;) D. του I. και R., ο οποίος είχε γεννηθεί στην ... στις 16- 12-1968 και η ελκυστική (όνομα :) E. (επώνυμο :) G.
του J.-Z., κάτοικοι, όσο ζούσαν, ... , ήταν τέκνα οικονομικών μεταναστών στην Ελλάδα από τη γειτονική χώρα. Είχαν έλθει στην Ελλάδα μαζί με τις οικογένειες τους από την αρχή κιόλας της δεκαετίας του 1990 και είχαν εγκατασταθεί μόνιμα στη ... .... Οι αλλοδαποί μετανάστες οργάνωσαν εκεί την προσωπική, επαγγελματική και κοινωνική τους ζωή.
Ο N. D. του I. και R. και η E. G. του J.-Z., γνωρίσθηκαν το έτος 1993 και ανέπτυξαν στενή προσωπική, ερωτική, σχέση. Η αγάπη και ο σεβασμός για τον άλλον που χαρακτήριζε τη σχέση-τους τους οδήγησε τότε και στην απόφαση να δημιουργήσουν οικογένεια, μολονότι η E. G. του J.-Z. ήταν μόλις 15 ετών. Το πρώτο τους τέκνο, ο Α. D. του N. και της E. γεννήθηκε στις 20-10-1994.
Οι γονείς του ανηλίκου τέλεσαν στη συνέχεια νόμιμο γάμο μεταξύ τους και απέκτησαν το έτος 2003 και δεύτερο τέκνο, την Α. D. του N. και της E.. Η οικογένεια έμενε σε μισθωμένο διαμέρισμα στην οδό ... στη ... έως και τις 15 Ιουνίου 2006, όταν μετακόμισε σε άλλο μισθωμένο διαμέρισμα στην οδό ... στην ίδια πόλη της Κρήτης.
Η καλή πορεία και η ανάπτυξη της οικογένειας δημιούργησε, ωστόσο, σε πολλούς ομοεθνείς τους συναισθήματα ζήλειας. Πολλοί …..πορούσαν να αποδεχθούν το γεγονός ότι συμπατριώτες τους έχουν ενταχθεί τόσο ομαλά στην ελληνική κοινωνία και διακρίνονται από τους ίδιους, οι οποίοι παρέμεναν περιορισμένοι σε κλειστές - στην πραγματικότητα - κοινωνικές ομάδες.
Τα συναισθήματα αυτά δημιουργούσαν ανταγωνισμό μεταξύ τους, ο οποίος διευκόλυνε τη δημιουργία και τη συντήρηση κακών διαπροσωπικών σχέσεων μεταξύ του ζευγαριού και άλλων συμπατριωτών τους. Από την άλλη πλευρά η δικαιολογημένη οικονομική ανασφάλεια της οικογένειας και η αγωνία της για το μέλλον σε συνδυασμό με το γενικό πολιτιστικό της επίπεδο ευνοούσε εντάσεις και διαπληκτισμούς μεταξύ του ζευγαριού.
Ο N. D. του I. και R. μάλιστα κατανάλωνε συχνά μεγάλες ποσότητες αλκοόλ με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελέγχει τον εαυτό του και να δημιουργεί επεισόδια με τη σύζυγο του. Παρόντα αρκετές φορές ήταν και τα παιδιά τους. Η αφορμή δινόταν από την εμμονή της συζύγου σε υπερβολικές δαπάνες για τη βελτίωση της εικόνας της (αγορά πολλών ενδυμάτων, καλλυντικών κ.λπ.), αλλά και από το γεγονός ότι συχνά ήταν πολύ διαχυτική σε άνδρες που της προκαλούσαν ερωτικό ενδιαφέρον.
Η E. G. του J.-Z. στις 9-11-2005, 28 ετών τότε, βρέθηκε νεκρή - από εγκληματική ενέργεια - στο διαμέρισμα που έμενε με την οικογένεια της στην οδό ... στη .... Οι συγγενείς της και ιδίως ο αδελφός της, δεύτερος κατηγορούμενος, (όνομα :) F. (επώνυμο:) G. του J. και L., κάτοικος ... - ο οποίος αντιπροσωπεύεται νόμιμα στην παρούσα δίκη από τη συνήγορο υπεράσπισης του Μαρία Παπαδάκη, Δικηγόρο Χανίων - θεώρησαν υπαίτιο της πράξης το N. D.
του I. και R., επειδή γνώριζαν ότι ο σύζυγος της συμπεριφερόταν συχνά με τραχύ και ανάρμοστο τρόπο σε βάρος της και παράλληλα δεν είχαν εγκρίνει ποτέ το γάμο της με τον άνθρωπο αυτό με αποτέλεσμα να αισθάνονται δικαιωμένοι για τη σαφή απαρέσκεια που επιδείκνυαν πάντοτε στο πρόσωπο του. Η πλήρης και λεπτομερής, ωστόσο, νόμιμη διαδικασία που ακολούθησε απέδειξε ότι υπαίτιος της ανθρωποκτονίας σε βάρος της E. G.
του J.-Z., δεν ήταν ο σύζυγος της N. D. του I. και R., αλλά άγνωστο έως σήμερα πρόσωπο. Ο δεύτερος κατηγορούμενος μετά από αυτό πείσθηκε για το γεγονός και δεν επέμεινε να αποδίδει ευθύνη στο γαμβρό του για το θέμα (βλ. και την απολογία του ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου στο τέλος της). Αποδεικνύεται περαιτέρω ότι ο (πρώτος) κατηγορούμενος, (όνομα :) F. (επώνυμο:) B.
του F. και S. , υπήκοος ... και κάτοικος ..., ο οποίος γεννήθηκε στις 26-7- 1988, στις 13-10-2006, τις βραδινές ώρες, βρισκόταν μαζί με τον (όνομα :) B. (επώνυμο:) M. του S. και A. -ο οποίος δεν είναι διάδικος στην παρούσα δευτεροβάθμια δίκη - σε υποβαθμισμένο συνοικιακό σφαιριστήριο στην περιοχή ... Ο παρών κατηγορούμενος, ο οποίος βρισκόταν τότε σε ηλικία δέκα οκτώ (18) ετών και τριών (3) μηνών περίπου, ζούσε στην ….
σχεδόν κοινωνικού αποκλεισμού: Τέκνο οικονομικών μεταναστών, δεν είχε λάβει καμιά εκπαίδευση, εργαζόταν περιστασιακά ως εργάτης με πενιχρό εισόδημα, επιβίωνε με δυσκολία και συνήθως αντιμετώπιζε αδήριτη οικονομική ανάγκη. Το γενικό, επιπλέον, έλλειμμα παιδείας που τον χαρακτήριζε, η ανωριμότητα του, η προφανής υστέρηση του έναντι άλλων νέων της ηλικίας του, το προσωπικό του αδιέξοδο και η αδυναμία του να ενταχθεί στην ελληνική κοινωνία αποτέλεσαν τις αιτίες να μην αποκτήσει αρνητική στάση στην τέλεση αδικημάτων.
Ο νεαρός (πρώτος) κατηγορούμενος, ειδικότερα, δεν μπορούσε να προβάλλει αντίσταση σε οποιαδήποτε πρόκληση να αποκομίσει ακόμη και παράνομο κέρδος. Αντίθετα χειραγωγείτο εύκολα. Για το λόγο αυτό εκείνο το βράδυ δέχθηκε πρόταση από τον γνώριμο του (όνομα :) E. (επώνυμο :) L.L. αγνώστων λοιπών στοιχείων να προκαλέσει - μαζί με τον B.
M. του S. και A. - έναντι αμοιβής είτε σωματική βλάβη, είτε ακόμη και το θάνατο του N. D. του I. και R., κατοίκου, όσο ζούσε, .... Ο E. L.L. παρέδωσε στους δύο (2) δράστες χρηματικό ποσόν τουλάχιστον 500 Ευρώ στον καθένα τους. Ο B. M. του S. και A. και ο F. B. του F. και S., ταξίδευσαν ακτοπλοϊκώς προς το ... και στις 23-10-2006 έφθασαν πολύ πρωί στη ... .
Αναζήτησαν το N. D. του I. και R. στο διαμέρισμα που έμενε αρχικά στην οδό ..., όπως τους είχε υποδείξει στην …. L.L., αλλά δεν μπόρεσαν να τον συναντήσουν εκεί, επειδή από τις 15 Ιουνίου 2006 και μετά το πρόσωπο αυτό είχε μετακομίσει και έμενε με την οικογένεια του σε άλλο μισθωμένο διαμέρισμα στην οδό ... στην ίδια πόλη.
Επικοινώνησαν για το λόγο αυτό με τον E. L.L., ο οποίος λίγο αργότερα τους ενημέρωσε για την ακριβή του, νέα διεύθυνση. Πήγαν στο σημείο εκείνο και όταν ο N. D. του I. και R. βγήκε από το σπίτι του για να μεταβεί στην εργασία του, τον πλησίασαν γρήγορα και ήσυχα. Ο πρώτος κατηγορούμενος τον ακινητοποίησε αμέσως, ενώ ο B.
M. του S. και A. επιχείρησε να του κόψει το λαιμό με μαχαίρι που είχε μαζί του. Η προσπάθεια του όμως αυτή δεν ευοδώθηκε, επειδή το μαχαίρι λύγισε. Ο παθών, αιμόφυρτος, καλούσε σε βοήθεια. Ο F. B. του F. και S., ψύχραιμα, του κατάφερε τρία (3) δυνατά πλήγματα στο πίσω μέρος του κεφαλιού του με το μεταλλικό μέρος αγροτικού εργαλείου, το οποίο έφερε μαζί του.
Από τα κτυπήματα αυτά έσπασε ο κρανίο του και προκλήθηκαν σοβαρότατες κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, οι οποίες επέφεραν το θάνατο του. Οι δύο (2) δράστες απομακρύνθηκαν γρήγορα από τη περιοχή και έσπευσαν να εξαφανισθούν. Συνελήφθησαν όμως από τις αστυνομικές αρχές σχεδόν αμέσως. Ο πρώτος κατηγορούμενος ομολογεί πλήρως όλα τα περιστατικά που προαναφέρθηκαν.
Αποδεικνύεται επίσης ότι ο F. B. του F. και S. μάλιστα επιδίωκε ευθέως να θανατώσει το N. D. του I. και R. και γνώριζε ότι η ηθελημένη του αυτή ενέργεια θα επέφερε οπωσδήποτε τη θανάτωση του. Ο άμεσος αυτός δόλος του δράστη αποδεικνύεται και από το ότι: α) προμηθεύθηκε κατάλληλο βαρύ και μεταλλικό γεωργικό εργαλείο ("τσάπα") για να καταφέρει αποτελεσματικά θανατηφόρο κτύπημα στο θύμα, β) κατηύθυνε την ενέργεια του στο πίσω μέρος του κεφαλιού του, το οποίο είναι το πιο ευαίσθητο σχεδόν σημείο του ανθρωπίνου σώματος και γ) επέμενε στην, πράξη του και κατάφερε με μανία τρία (3) κτυπήματα σε βάρος του N. D.
του I. και R.. Αποδεικνύεται, επιπλέον, ότι ο πρώτος κατηγορούμενος βρισκόταν διαρκώς σε ετοιμότητα να σκοτώσει το θύμα και δεν μετέβαλε άποψη σε όλη την πολύωρη διάρκεια του νυκτερινού ακτοπλοϊκού του ταξιδιού από τον … το... και στη συνέχεια προς τη ... που απέχει οδικώς τουλάχιστον μία (1) ώρα από το. Ο κατηγορούμενος που προαναφέρεται θα μπορούσε όλο αυτό το χρονικό διάστημα να ανακτήσει τους ανασταλτικούς μηχανισμούς του υπερεγώ του και να μην τελέσει τελικά την άδικη πράξη του σε βάρος του N. D.
του I. και R.. Προτίμησε όμως το χρήμα. Η διαστροφή του είναι εμφανής. Ο F. B. του F. και S. επέμενε με ένταση, μανία και πάθος στην πράξη του, μολονότι το θύμα, βαριά τραυματισμένο, καλούσε σε βοήθεια και εκλιπαρούσε σε έλεος. Ο συνδυασμός όλων των παραπάνω αντικειμενικών στοιχείων αποδεικνύει, παράλληλα, ότι ο πρώτος κατηγορούμενος τόσο, όταν έλαβε την απόφαση να σκοτώσει το N. D.
του I. και R., όσο και όταν τέλεσε την πράξη του αυτή βρισκόταν σε κατάσταση ψυχικής ηρεμίας, πλήρους ετοιμότητας και νηφαλιότητας και όχι σε βρασμό ψυχικής ορμής. Ο κατηγορούμενος, ειλικρινής σήμερα, δεν προβάλλει αυτοτελή ισχυρισμό από τα άρθρα 299 παρ. 2 ΠΚ, 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ. Ο F. B. του F. και S. αναφέρει στην απολογία του ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ότι ο E. L.L., τους εκμυστηρεύθηκε ότι "κάποιο[ς] που του έχουν σκοτώσει την αδελφή [,] θέλει να σκοτώσει αυτόν που τη σκότωσε (...),".
Η αναφορά του αυτή δημιουργεί αμέσως το συνειρμό ότι το πρόσωπο αυτό είναι ο αδελφός της E. G. του J.-Z., δεύτερος κατηγορούμενος στην παρούσα δίκη, F. G. του J. και L., κάτοικος ..., επειδή, όπως προαναφέρθηκε, το πρόσωπο αυτό είχε θεωρήσει αρχικά υπαίτιο για το θάνατο της αδελφής του το σύζυγο της και κουνιάδο του, N. D.
του I. και R.. Ο πρώτος όμως κατηγορούμενος δεν εξηγεί για ποιο λόγο δεν έκανε αυτή την αναφορά και στην απολογία του ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Στη δίκη εκείνη ο κατηγορούμενος κατέθεσε τα εξής "(...) μου είχε πει [ο E. L.L.] ότι κάτι είχε κάνει αυτός ο άνθρωπος (εννοεί το θύμα), αλλά δεν θυμάμαι. Μου είχε πει ότι κι αυτός είχε σκοτώσει, δηλαδή αυτόν που θα σκοτώναμε (...).".
Η ασάφεια που προκύπτει από την αντιπαραβολή των δύο καταθέσεων είναι φανερή. Ακόμη όμως και υπό την εκδοχή ότι ο πρώτος κατηγορούμενος αποδίδει στην παρούσα δίκη την πραγματικότητα, το Δικαστήριο δεν μπορεί από μόνη τη συγκεκριμένη μαρτυρία να οδηγηθεί στην κρίση ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος, F. G. του J.
και L., είναι πράγματι υπαίτιος αλυσιδωτής ηθικής αυτουργίας κατά συρροή σε ανθρωποκτονία με πρόθεση που τέλεσε ο F. B. του F. και S. από κοινού με τρίτο πρόσωπο σε βάρος του N. D. του I. και R. (άρθρο 211 Α ΚΠοινΔ). Ειδικότερα : Ο E. L.L. δεν συνελήφθη και δεν εξετάσθηκε ποτέ από τις αρχές για το αδίκημα που τέλεσε με αποτέλεσμα να μην ερευνηθεί και να μην μπορεί συνεπώς σήμερα να βεβαιωθεί οποιαδήποτε σχέση του με τον F.
G. του J. και L.. Ο συγκεκριμένος μάλιστα κατηγορούμενος διατηρούσε φιλική σχέση με το N. D. του I. και R., ο οποίος για τον ίδιο λόγο στην από 15-6-2006 συμπληρωματική του απολογία ενώπιον του Ανακριτή Αασιθίου τον προτείνει ως μάρτυρα για να αντικρούσει την κατηγορία εναντίον του για ανθρωποκτονία με πρόθεση σε βάρος της συζύγου του, E. G.
του J.-Z. (βλ. και το υπ' αριθμό 6 έγγραφο που προσκόμισε η συνήγορος του ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου). Ο ίδιος κατηγορούμενος, επιπρόσθετα, στην απολογία του ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου επιβεβαιώνει ότι είχε καλή σχέση με το γαμβρό του. Διευκρινίζει μάλιστα ότι η ακραία αρνητική στάση που είχε εκδηλώσει αρχικά προς το πρόσωπο του οφείλεται στο γεγονός ότι οι αρμόδιες αστυνομικές αρχές τον είχαν πληροφορήσει ότι έχουν υπόνοιες πως δράστης της ανθρωποκτονίας σε βάρος της αδελφής του μπορεί να είναι και ο σύζυγος της, N. D.
του I. και R.. Ο F. G. του J. και L. στην ίδια απολογία αναφέρει χαρακτηριστικά "(...). Από τα νεύρα μου είχα πει στον Ανακριτή ότι, αν δεν τιμωρηθεί, θα γίνει βεντέτα (...),". Οι πολιτικώς, ωστόσο, ενάγοντες που καταθέτουν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου τα αντίθετα για το ίδιο θέμα, δεν έχουν προσωπική αντίληψη για το γεγονός, αλλά μεταφέρουν ανασφαλείς πληροφορίες που έλαβαν για το συμβάν από τρίτους.
Οι καταθέσεις τους μάλιστα είναι συναισθηματικά φορτισμένες και όχι απαθείς και ψύχραιμες, επειδή εύλογα επιθυμούν να καταδικασθούν οι υπαίτιοι της εγκληματικής ενέργειας σε βάρος του συγγενή τους. Οι καταθέσεις αυτές αναιρούνται μάλιστα και από την αντίθετη από 15-11-2005 κατάθεση της M. D. του I. και R., η οποία είναι αδελφή του θύματος, ενώπιον του Ανακριτή Λασιθίου.
Η μάρτυρας αυτή καταθέτει ότι άνδρας που επιθυμούσε ανέκαθεν ερωτικά τη σύζυγο του θύματος, είχε απειλήσει πολλές φορές στο παρελθόν ότι θα σκοτώσει τον αδελφό της, N. D. του I. και R.. Ο μάρτυρας J. K. του T. και A., κάτοικος ..., ο οποίος συγκατοικούσε με το F. G. του J. και L. στη ... και είχε δηλώσει ενώπιον των προανακριτικών αρχών ότι ο συγκάτοικος του είχε πρόθεση από εκδίκηση να σκοτώσει το θύμα, στην από 4-11-2013 ένορκη κατάθεση του ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθήνας Ε.
Οικονόμου ανακαλεί πλήρως την κατάθεση του αυτή και δηλώνει ότι είχε κάνει αυτή την ανακοίνωση, επειδή είχε δεχθεί πιέσεις. Οι καταθέσεις επομένως των πολιτικούς εναγόντων δεν είναι πειστικές. Ο δεύτερος, επομένως, κατηγορούμενος, F. G. του J. και L. δεν είχε κίνητρο να επιθυμεί την προσβολή και μάλιστα της ζωής του N. D.
του I. και R.. Η κρίση αυτή ενισχύεται και από την από 19-7-2007 έκθεση ψυχιατρικής εξέτασης του Ψυχιάτρου I. Ν…Καθηγητή του Πανεπιστημίου Κρήτης, ο οποίος εξέτασε το F. G. του J. και L. και διαπίστωσε ότι είναι εχέφρων, δεν πάσχει από ψυχική ασθένεια ή ψυχολογική διαταραχή για να δημιουργεί μύθους και να τους υιοθετεί ως πραγματικότητα, Ο ίδιος ιατρός βεβαιώνει ότι ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος δεν είχε σχηματίσει ποτέ πεποίθηση ότι δράστης της ανθρωποκτονίας σε βάρος της αδελφής του ήταν ο σύζυγος της.
Η αρχική αντίθετη εντύπωση που είχε διασκεδάσθηκε μετά την απόδειξη της αθωότητας του θύματος για τη θανάτωση της συζύγου του. Αποδεικνύεται περαιτέρω ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος, F. G. του J. και L., δεν είχε έλθει ποτέ σε επαφή με τον E. L.L., τον οποίο μάλιστα δεν γνώριζε καθόλου. Το αντίθετο δεν αποδεικνύεται.
Ο F. G. του J. και L., επομένως, δεν είναι το πρόσωπο που προκάλεσε στον E. L.L. την απόφαση να προκαλέσει ο ίδιος - με τη σειρά του - όμοια απόφαση στον παρόντα κατηγορούμενο - όπως και στον B. M. του S. και A. - να τελέσουν ανθρωποκτονία κατά συναυτουργία σε βάρος του N. D. του I. και R.. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι δράστες της ανθρωποκτονίας αυτής την ημέρα που τέλεσαν την πράξη τους επιχείρησαν να τον βρουν για να τον θανατώσουν στο διαμέρισμα, στο οποίο έμενε παλαιότερα με την οικογένεια του και, συγκεκριμένα, στην οδό ...
στη ... και όχι στην οδό ... της ίδιας πόλης, όπου είχε μετακομίσει στις 15-6-2006. Ο F. G. του J. και L., όμως, γνώριζε ότι η οικογένεια της αδελφής του είχε εγκατασταθεί από τον Ιούνιο του 2006 σε νέο διαμέρισμα. Το γεγονός αποδεικνύεται και από την ομολογία όλων των διαδίκων ότι η ακριβής διεύθυνση της κατοικίας που έμενε ο N. D.
του I. και R. στη ... είχε αποτελέσει αντικείμενο απόδειξης σε δίκη που είχε διεξαχθεί ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με αντικείμενο να ανατεθεί - μετά την αποφυλάκιση του- η επιμέλεια του προσώπου των ανηλίκων τέκνων του στον ίδιο. Αντίδικος του στη δίκη εκείνη ήταν και ο κατηγορούμενος F. G. του J.
και L., ο οποίος μάλιστα δεν συμμετείχε σε επεισόδιο που έλαβε χώρα έξω από το ακροατήριο μεταξύ των οικογενειών του δράστη και του θύματος. Αν όμως ο F. G. του J. και L. γνώριζε τον E. L.L., σίγουρα θα τον είχε πληροφορήσει για το που θα συναντούσαν οι δράστες το θύμα τους. Οι υπαίτιοι εξάλλου της ανθρωποκτονίας δεν επικοινώνησαν εκείνο το πρωί με τον F.
G. του J. και L., αλλά με τον E. L.L., ο οποίος μάλιστα γνώριζε και διατηρούσε φιλική σχέση με τον B. M. του S. και A., ο οποίος είναι συναυτουργός του παρόντος πρώτου κατηγορουμένου (βλ. και το από 23-7-2007 έγγραφο της εταιρίας κινητής τηλεφωνίας "Vodafon" προς τον Ανακριτή Λασιθίου). Οι φυσικοί αυτουργοί της πράξης επιπλέον δεν είχαν επικοινωνήσει ποτέ με τον F.
G. του J. και L.. Σημειώνεται, επικουρικά, ότι ο τρίτος κατηγορούμενος δεν είχε δόλο να προκαλέσει απόφαση στον E. L.L. να απαιτήσει από τους φυσικούς αυτουργούς της πράξης να σκοτώσουν το θύμα. Ο παρών πρώτος κατηγορούμενος δεν καταθέτει κανένα περιστατικό για το κρίσιμο αυτό ζήτημα και επιπλέον δεν κάνει καμιά αναφορά αν ο F.
G. του J. και L. προκάλεσε την απόφαση αυτή στον E. L.L. με πειθώ και φορτικότητα. Ο F. B. του F. και S. άλλοτε αναφέρει ότι ο E. L.L. είχε υποδείξει σε αυτούς να προσβάλουν τη σωματική ακεραιότητα του θύματος και άλλοτε τη ζωή του. Από κανένα εξάλλου αποδεικτικό μέσο δεν αποδεικνύεται ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος υπέδειξε στον E. L.L.
τον τρόπο και τα μέσα, με τα οποία οι φυσικοί αυτουργοί θα τελούσαν - μετά από απαίτηση πλέον του ίδιου την πράξη τους σε βάρος του ίδιου θύματος. Τα αίτια της ανθρωποκτονίας του νεαρού ζευγαριού δεν είναι μόνον οι εξωσυζυγικές τους σχέσεις, τις οποίες πράγματι διατηρούσαν και οι δύο κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης τους, όπως έγινε φανερό από την αποδεικτική διαδικασία.
Η αφαίρεση της ζωής του θύματος αποφασίσθηκε από ανθρώπους που ζουν στο περιθώριο και επιβιώνουν με εγκληματικές ενέργειες. Οι πραγματικοί όμως λόγοι και ο αληθινός - απώτερος - ηθικός αυτουργός δεν κατέστη δυνατόν να εξακριβωθούν. Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν ο δεύτερος κατηγορούμενος F. G. του J. και L., κάτοικος ..., πρέπει - σύμφωνα με τη γνώμη που πλειονοψήφησε - να κηρυχθεί αθώος για την πράξη της αλυσιδωτής ηθικής αυτουργίας κατά συρροή σε ανθρωποκτονία με πρόθεση σε βάρος του N. D.
του I. και R., κατοίκου, όσο ζούσε ... , την οποία φέρεται ότι τέλεσε στην ... στις 13-10-2006 (άρθρα 1, 5 παρ. 1,14 παρ. 1, 16, 17, 18, 26 παρ. 1 α, 27 παρ. 146 παρ. 1 α, 51, 52, 60, 63, 65, 79 παρ. 1, 94 και 299 παρ. 1 ΠΚ, ΜΟΕ Αθ 74/2005 δημοσιευμένη στην τράπεζα νομικών πληροφοριών "ΝΟΜΟΣ"), όπως αναφέρεται και στο διατακτικό." VII. Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτή, με σαφήνεια , πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στήριξε την κρίση περί της μη ενοχής του 2ου κατηγορουμένου , F.
G., για την αποδοθείσα σε αυτόν αξιόποινη πράξη, για την οποία τον κήρυξε αθώο. Το πόρισμα δε αυτό θεμελιώνεται σε σειρά ουσιαστικών παραδοχών και αντίστοιχων αιτιολογικών σκέψεων μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικοί μέσων στο σύνολο τους, και όχι αποσπασματικά και επιλεκτικά.
Οι αντίθετες αιτιάσεις που εμπεριέχονται στον από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' ΚΠΔ λόγο της αναίρεσης, περί έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμες . Ειδικότερα : Α) Στο σκεπτικό της πλειοψηφίας που αναφέρεται ειδικώς στον αθωωθέντα 2ο κατηγορούμενο F. G., δεν υπάρχουν ασάφειες και αντιφάσεις σχετικά με το εάν ο E. L.L. ανέφερε στον πρώτο κατηγορούμενο F. B., αυτουργό της ανθρωποκτονίας, ότι "κάποιος που του έχουν σκοτώσει την αδελφή θέλει να σκοτώσει αυτόν που τη σκότωσε ...". Το Δικαστήριο, κατά πλειοψηφία, με σαφήνεια, δεν δέχθηκε ότι έγινε από τον E. L.L., τέτοια αναφορά για κάποιον που του έχουν σκοτώσει την αδελφή που "δημιουργεί αμέσως το συνειρμό ότι το πρόσωπο αυτό είναι ο αδελφός της E.....δεύτερος κατηγορούμενος...... Αμφισβητώντας δε την αλήθεια της κατάθεσης του 1ου κατηγορουμένου τονίζει ότι αυτός κατέθεσε τούτο, για πρώτη φορά ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, σε αντίθεση με όσα αυτός ο ίδιος κατέθεσε στο πρωτοβάθμιο, όπου δεν έκανε καμία αναφορά σε θανατωθείσα αδελφή.
Στη συνέχεια, το Δικαστήριο, συνεκτιμώντας και όλα τα αποδεικτικά μέσα, με σειρά ουσιαστικών παραδοχών και αντίστοιχων αιτιολογικών σκέψεων, κατέληξε στο σύμφωνο με τις αναλυτικές παραδοχές του, και όχι αντιφαντικό, συμπέρασμα ότι ο 2ος κατηγορούμενος F. G. " δεν είναι το πρόσωπο που προκάλεσε στον E. L.L.
την απόφαση να προκαλέσει ο ίδιος - με τη σειρά του - όμοια απόφαση στον παρόντα κατηγορούμενο - όπως και στον B. M. του S. και A. - να τελέσουν ανθρωποκτονία κατά συναυτουργία σε βάρος του N. D. του I. και R.." και ότι, από τη στιγμή που διασκεδάστηκε η πρώτη εντύπωση ότι το θύμα (N. D.) είχε σκοτώσει την αδελφή του εν λόγω κατηγορουμένου, ο τελευταίος έχοντας θετική στάση απέναντι στον N. D., δεν είχε κίνητρο και δόλο να προκαλέσει αυτός απόφαση στον E. L.L., τον οποίο άλλωστε δεν γνώριζε, "να απαιτήσει από τους φυσικούς αυτουργούς της πράξης να σκοτώσουν το θύμα.." Β) Το Δικαστήριο, προκειμένου να αχθεί στην απαλλακτική για το 2ο κατηγορούμενο κρίση, συνεκτίμησε και συναξιολόγησε το συνολικό περιεχόμενο όλων των καταθέσεων, μεταξύ των οποίων και αυτές των K.M.
D. F. D. M. K.K. D. Β. αδελφών του θύματος. Αναφέρθηκε ειδικώς, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, στις καταθέσεις των 5 αυτών προσώπων - πολιτικώς εναγόντων, και έκρινε, με συγκεκριμένες ειδικές αιτιολογίες, ότι αυτές δεν είναι πειστικές, ότι οι ίδιοι οι ανωτέρω δεν είχαν προσωπική αντίληψη για το γεγονός αλλά μετέφεραν ανασφαλείς πληροφορίες από τρίτους καθώς και ότι οι καταθέσεις τους αντικρούονται από προγενέστερη κατάθεση της τρίτης από αυτούς αδελφής (D.
M., ότι άνδρας που ανέκαθεν επιθυμούσε ερωτικά τη σύζυγο του θύματος είχε απειλήσει πολλές φορές στο παρελθόν ότι θα σκοτώσει τον αδελφό της N. D..
Γ) Τέλος, η αιτιολογημένη κατά τα ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου ότι δεν αποδείχθηκε η ενοχή του συγκεκριμένου κατηγορουμένου F. G., ο οποίος κατά τα προαναφερθέντα δεν είχε κίνητρο να σκοτώσει το θύμα, δεν αναιρείται από το γεγονός ότι δεν κατέστη δυνατό να προσδιορισθεί ποιός έδωσε τις φωτογραφίες στους αυτουργούς και ποιός είναι ο απώτερος ηθικός αυτουργός της ανθρωποκτονίας.
Συνεπώς, είναι απορριπτέος ο από το 510 παρ. 1 Δ' λόγος αναίρεσης, ως προς όλες τις επιμέρους αιτιάσεις του .
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η αναίρεση της Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αρ. 74/2018 αίτηση της Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου για αναίρεση της υπ αρ. 26/2018 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Κρήτης, κατά το μέρος που κηρύσσει αθώο τον κατηγορούμενο F. G. του J. και L..
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Σεπτεμβρίου 2019.
O ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ