Legislator Case Law & Legislation
1497/2018 AI generated

1497/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1497/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Στο σημείο αυτό, ο συνήγορος των ως άνω αναιρεσιβλήτων, Δ. Τ., αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι η υπό στοιχείο 1 αναιρεσίβλητη απεβίωσε στις 30/6/2015 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό 129/1/2015 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου Δέλτα Θεσσαλονίκης, και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτής α) Θ. Φ. του Γ., β) Δ. Φ. του Γ., γ) Ν. Φ. του Γ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν ως ανωτέρω αναφέρεται και κατέθεσαν προτάσεις.

Legislator headnote

AI generated

1497/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με.

Keywords

AI generated
eviction of commercial premises bait pricing expropriation costs agricultural markets agricultural structures compensation for inconvenience
AI generated
84/2020
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
389/2016
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1349/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1191/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-1-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 984/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 4224/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28 Ιουνίου 2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης ανέγνωσε την από 25 Ιανουαρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των 1ης, 2ου και 3ου αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
1492/2013
Σ. Π. του Α. (ΑΚΠ 1), έως και 144) Δήμου Καρδίτσας, νομίμως εκπροσωπουμένου (Δημ. Διαμέρισμα Καρδιτσομάγουλας). Τ. Δ. του Κ. (ΑΚΠ 2) έως και 21) Μ. Α. του Β. (ΑΚΠ 166) κατοίκων όλων Δήμου Καρδίτσας.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1497 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1497/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 23 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: K. G. (Κ. Χ.) V. V. (Β. Φ.), κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κλεάνθη Ρούσσο και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. χήρας Γ. Φ., το Δ. Ε., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2) Θ. Φ. του Γ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Τσικρικά, 3) Δ. Φ. του Γ., κατοίκου ... ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Δημητρίου Τσικρικά, 4) Ν. Φ. του Γ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Τσικρικά, 5) Δ. Π. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Άγγελο-Ιωσήφ Καραγιαννίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Στο σημείο αυτό, ο συνήγορος των ως άνω αναιρεσιβλήτων, Δ. Τ., αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι η υπό στοιχείο 1 αναιρεσίβλητη απεβίωσε στις 30/6/2015 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό 129/1/2015 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου Δέλτα Θεσσαλονίκης, και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτής α) Θ. Φ. του Γ., β) Δ. Φ. του Γ., γ) Ν. Φ. του Γ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν ως ανωτέρω αναφέρεται και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/10/2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11561/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1650/2014 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10/12/2014 αίτησή του και τους από 29/9/2015 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αγγελική Τζαβάρα ανέγνωσε την από 27/10/2015 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Αλτάνας Κοκκοβού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 10/12/2014 αίτησης αναίρεση της υπ' αριθ. 1650/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και των από 29/9/2015 πρόσθετων λόγων αυτής.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αυτής, ο πληρεξούσιος των παραστάντων στο ακροατήριο αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287 και 290 ΚΠολΔ, οι οποίες εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 § 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 ΑΚ, προκύπτει, ότι, αν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος, η δίκη διακόπτεται, εφόσον λάβει χώρα γνωστοποίηση του λόγου διακοπής από τα πρόσωπα που δικαιούνται να επαναλάβουν τη δίκη, όπως είναι και οι κληρονόμοι του αποβιώσαντος, οι οποίοι μπορούν να επαναλάβουν εκουσίως τη δίκη με ενιαία δήλωσή τους, που γίνεται ταυτοχρόνως με τη δήλωση διακοπής, οπότε επέρχεται άμεση επανάληψη της δίκης, υπό την προϋπόθεση, ότι αποδεικνύεται ή συνομολογείται από τον αντίδικο, έστω και σιωπηρώς με τη μη αμφισβήτηση, η ιδιότητα του επαναλαμβάνοντος τη δίκη ως κληρονόμου η οποία, αν αμφισβητείται από τον αντίδικο, εξετάζεται από το δικαστήριο παρεμπιπτόντως (ΑΠ 21/2017, ΑΠ 253/2014).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει, κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, που έγινε με την εκφώνησή της από τη σειρά του πινακίου κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (23.1.2017), δεν εμφανίστηκε η πρώτη των αναιρεσιβλήτων Ε. χήρα Γ. Φ., εμφανίστηκαν όμως οι αναιρεσίβλητοι Θ. Φ., Δ. Φ. και Ν. Φ. του Γ., οι οποίοι, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, γνωστοποίησαν στον αναιρεσείοντα, ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη μητέρα τους αποβιώσε την 30.6.2015, (ήτοι μετά την άσκηση της κρινόμενης αίτησης στις 10.12.2014) και η δίκη συνεχίζεται και για εκείνη από αυτούς, με την ιδιότητά τους ως μοναδικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων της αποβιώσασας.

Συνακόλουθα τούτων, αφού ο αναιρεσείων δεν αμφισβητεί την ιδιότητα των ανωτέρω ως μοναδικών κληρονόμων της πρώτης αναιρεσίβλητης, όπως άλλωστε αποδεικνύεται και από τα νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα σχετικά έγγραφα, από δε το απόσπασμα της 129/1/2015 ληξιαρχικής πράξης θανάτου της Ληξιάρχου του Δ.Ε. Εχεδώρου του Δήμου Θεσσαλονίκης, αποδεικνύεται ο θάνατος της τελευταίας (πρώτης αναιρεσίβλητης) στις 30.6.2015, η διακοπείσα δίκη νομίμως συνεχίζεται από τους προαναφερόμενους κληρονόμους αυτής.

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία, το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού) δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999).

Δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για. τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε, και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση τον αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με.

την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011).

Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι ορισμένος, εφόσον στο αναιρετήριο αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της απόφασης, δηλαδή εφόσον προσδιορίζεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε, στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια (ΟλΑΠ 20/2005).

Εξάλλου, με το άρθρο πρώτο του Ν.Δ. 191/1974, (Φ. 350) κυρώθηκε η υπογραφείσα υπό την αιγίδα του Ο.Η.Ε. στο Ραμσάρ του Ιράν Διεθνής Συμφωνία περί προστασίας των διεθνούς ενδιαφέροντος υγροτόπων, κυρίως ως υδροβιοτόπων. Η Συμφωνία αυτή, που στο προοίμιο της, μεταξύ άλλων, επικαλείται την αλληλεξάρτηση του ανθρώπου και του περιβάλλοντος του και την επιθυμία παρεμποδίσεως, τώρα και στο μέλλον, της προοδευτικής καταπατήσεως και απώλειας των υγροτόπων, ορίζει ότι κάθε συμβαλλόμενο μέρος θα υποδείξει τους επί του εδάφους του κατάλληλους υγρότοπους, προκειμένου να περιληφθούν σε πίνακα υγροτόπων διεθνούς ενδιαφέροντος, που θα τηρείται από το Γραφείο του άρθρου 8 της Συμφωνίας.

Τα όρια κάθε υγρότοπου περιγράφονται κατά τρόπο σαφή, σημειώνονται επί χάρτου και περιλαμβάνουν ζώνες οχθών ή ακτών που συνορεύουν προς τον υγρότοπο, και νήσους ή υδάτινες εκτάσεις υπό ορισμένες προϋποθέσεις (άρθρο 2 παρ. 1). Κάθε συμβαλλόμενο μέρος θα υποδείξει ένα τουλάχιστον υγρότοπο για αναγραφή στον Πίνακα με την υπογραφή της Συμφωνίας ή με την κατάθεση του οργάνου επικυρώσεως ή προσχωρήσεως (άρθρο 2 παρ. 4).

Κατά την υπόδειξη των προς καταχώρηση υγροτόπων, κάθε συμβαλλόμενο μέρος οφείλει να λαβαίνει υπόψη του τις επί διεθνούς επιπέδου ευθύνες του για συντήρηση, διαχείριση, επιμέλεια και ορθολογική εκμετάλλευση των υδροβίων αποδημητικών πτηνών (άρθρο 2 παρ.6 ). Τα συμβαλλόμενα μέρη οφείλουν να καταρτίσουν και εφαρμόσουν τα εθνικά σχέδια διαχειρίσεως κατά τρόπο που να ευνοεί τη συντήρηση των υγροτόπων που είναι γραμμένοι στον Πίνακα και, κατά το δυνατό, την ορθολογική εκμετάλλευση των υγροτόπων που βρίσκονται στο έδαφος τους (άρθρο 3 παρ. 1).

Κάθε συμβαλλόμενο μέρος θα ευνοήσει τη συντήρηση των υγροτόπων και των υδροβίων πτηνών με τη δημιουργία περιοχών ειδικής προστασίας μέσα στους υγρότοπους άσχετα αν είναι ή όχι γραμμένοι στον Πίνακα, θα μεριμνήσει δε για τη λήψη αναλόγων μέτρων φρουρήσεώς τους (άρθρο 4 παρ. 1), ενώ η προστασία που παρέχει η Διεθνής αυτή Συμφωνία, με τα άρθρα 3 παρ. 1 και 4 παρ. 1, στους υγρότοπους, και κυρίως τους περιληφθέντες στο σχετικό Πίνακα, συνίσταται όχι μόνο στη ρητά θεσπιζόμενη υποχρέωση των συμβαλλομένων Κρατών για τη συντήρησή τους με τη λήψη θετικών μέτρων, νομοθετικών ή διοικητικών, αλλά, κατά συνεκδοχή, και στην απαγόρευση κάθε βλαπτικής ενέργειας, που θα μπορούσε να οδηγήσει στην υποβάθμιση, είτε, πολύ περισσότερο, στην καταστροφή τους.

Ως προς το τελευταίο τούτο αρνητικής μορφής περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας, οι σχετικές διατάξεις της Συμφωνίας του Ραμσάρ έχουν αυτάρκεια και είναι αυτοδύναμης εφαρμογής.

Και ναι μεν η εφαρμογή τους προϋποθέτει, κατ' αρχήν, την κατά τρόπο σαφή επί χάρτου οριοθέτησή τους, σε περίπτωση όμως, που δεν αμφισβητείται ότι συγκεκριμένη έκταση εμπίπτει σε προστατευόμενο υγρότοπο, όπως τούτο συμβαίνει κατ' εξοχήν, όταν η ευρύτερη περιοχή, με μεταγενέστερη πράξη, οριοθετείται επακριβώς για λόγους προστασίας της κατά την Συμφωνία του Ραμσάρ και καθορίζονται μέτρα και όροι προστασίας της, η έλλειψη κατά ένα προγενέστερο χρονικό σημείο της ως άνω οριοθετήσεως δεν στερεί την έκταση της κατά την Συμφωνία προστασίας της, τουλάχιστον στο μεταγενεστέρως καθοριζόμενο εύρος της, εφ' όσον με το μεταγενέστερο αυτό καθορισμό απλώς διαπιστώνεται και καθίσταται συγκεκριμένη η προϋπάρχουσα ήδη από τον χαρακτηρισμό της περιοχής ανάγκη προστασίας της. Επομένως, εν όψει μάλιστα και της τονιζόμενης στο προοίμιο της Συμφωνίας σημασίας της αλληλεξαρτήσεως του ανθρώπου και του περιβάλλοντος του, δικαιούται να επικαλεσθεί σε δικαστήριο τις αντίστοιχες διατάξεις της συμφωνίας Ραμσάρ κάθε ιδιώτης που θίγεται από σχετική κακή ρύθμιση (ΣΤΕ 2343/1981, ΣΤΕ 4447/2005, ΣΤΕ 769/2005).

Παράλληλα, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 18 έως 21 του ν. 1650/1986 "για την προστασία του περιβάλλοντος", όπως ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο, προκύπτουν πλην άλλων και τα εξής: Ο χαρακτηρισμός περιοχών, στοιχείων ή συνόλων της φύσης και του τοπίου, σύμφωνα με τα άρθρα 18 και 19 και ο καθορισμός των ορίων τους και των τυχόν ζωνών προστασίας τους γίνονται με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται ύστερα από πρόταση των Υπουργών Γεωργίας, Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, Βιομηχανίας, Ενέργειας και Τεχνολογίας και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού, ύστερα από γνώμη του νομαρχιακού συμβουλίου, σε εφαρμογή περιφερειακού ή νομαρχιακού ή ειδικού χωροταξιακού σχεδίου ή γενικού πολεοδομικού σχεδίου ή ειδικής περιβαλλοντικής μελέτης. Με το διάταγμα αυτό το υπαγόμενο σε καθεστώς προστασίας αντικείμενο, αναλόγως των χαρακτηριστικών του, κατατάσσεται σε μία από τις προβλεπόμενες στα άνω άρθρα κατηγορίες, όπως είναι οι περιοχές απόλυτης προστασίας της φύσης, οι περιοχές προστασίας της φύσης, τα εθνικά πάρκα και επιβάλλονται οι αναγκαίοι για την προστασία του όροι, περιορισμοί και απαγορεύσεις.

Αν για την προστασία και διατήρηση των περιοχών των στοιχείων ή των συνόλων, που προαναφέρθηκαν, επιβάλλεται παράλληλα η εφαρμογή ορισμένων μέτρων σε γειτονικές εκτάσεις, οι παραπάνω περιοχές, τα στοιχεία ή τα σύνολα αποτελούν κεντρικό τμήμα μιας ευρύτερης περιοχής, στην οποία τα αναγκαία μέτρα προστασίας κλιμακώνονται κατά ζώνες. Ως περιοχές απόλυτης προστασίας της φύσης (Strict nature reserves) χαρακτηρίζονται εκτάσεις με εξαιρετικά ευαίσθητα οικοσυστήματα, ενδιαιτήματα σπάνιων ή απειλούμενων με εξαφάνιση ειδών της αυτοφυούς χλωρίδας ή άγριας πανίδας ή εκτάσεις που έχουν σημαίνουσα θέση στον κύκλο ζωής σπάνιων ή απειλούμενων με εξαφάνιση ειδών της άγριας πανίδας. Οι περιοχές αυτές υπόκεινται σε αυστηρή φύλαξη από τις αρμόδιες υπηρεσίες. Στις περιοχές απόλυτης προστασίας της φύσης απαγορεύεται κάθε δραστηριότητα.

Ως περιοχές προστασίας της φύσης χαρακτηρίζονται εκτάσεις μεγάλης οικολογικής ή βιολογικής αξίας. Στις περιοχές αυτές προστατεύεται το φυσικό περιβάλλον από κάθε δραστηριότητα ή επέμβαση που είναι δυνατό να μεταβάλει ή να αλλοιώσει τη φυσική κατάσταση, σύνθεση ή εξέλιξή του.

Ως εθνικά πάρκα χαρακτηρίζονται εκτεταμένες χερσαίες, υδάτινες ή μικτού χαρακτήρα περιοχές, οι οποίες παραμένουν ανεπηρέαστες ή έχουν ελάχιστα επηρεαστεί από τις ανθρώπινες δραστηριότητες και στις οποίες διατηρείται μεγάλος αριθμός και ποικιλία αξιόλογων βιολογικών, οικολογικών, γεωμορφολογικών και αισθητικών στοιχείων. Ο χαρακτηρισμός περιοχών ως εθνικών πάρκων αποσκοπεί στη διαφύλαξη της φυσικής κληρονομιάς και στη διατήρηση της οικολογικής ισορροπίας ευρύτερων περιοχών της χώρας με παράλληλη παροχή στο κοινό δυνατοτήτων περιβαλλοντικής εκπαίδευσης και φυσιολατρικών δραστηριοτήτων. Για την εκπλήρωση των σκοπών αυτών λαμβάνονται τα κατάλληλα μέτρα, ώστε οι περιοχές αυτές να προστατεύονται επαρκώς, τόσο από φυσικές αιτίες υποβάθμισης; όσο και από ανθρώπινες ενέργειες, επεμβάσεις και δραστηριότητες. Προς τούτο δε επιβάλλεται η λήψη μέτρων με το εκδιδόμενο διάταγμα και, εν συνεχεία, με τον κανονισμό διαχείρισης για την προστασία των οριοθετούμενων περιοχών, από ανθρωπογενείς επεμβάσεις και δραστηριότητες, που θα οδηγούσαν σε υποβάθμιση τα οικοσυστήματα.

Σε κάθε περίπτωση η σύνταξη ειδικής περιβαλλοντικής μελέτης είναι απαραίτητη για την τεκμηρίωση της σημασίας του προστατευτέου αντικειμένου και τη σκοπιμότητα των προτεινόμενων μέτρων προστασίας. Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού καθορίζεται η διαδικασία κατάρτισης και έγκρισης των ειδικών αυτών περιβαλλοντικών μελετών και το περιεχόμενο τους.

Για περιοχές, στοιχεία ή σύνολα της φύσης και του τοπίου, για τα οποία έχει αρχίσει η διαδικασία χαρακτηρισμού τους και εωσότου εκδοθεί το προεδρικό διάταγμα, που προβλέπεται στην παραγρ. 1 του άρθρου 21, μπορεί να καθορίζονται, με κοινή απόφαση των Υπουργών Γεωργίας, Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού, απαγορεύσεις, όροι και περιορισμοί για επεμβάσεις και δραστηριότητες που είναι δυνατό να έχουν βλαπτικά αποτελέσματα για τις παραπάνω περιοχές, στοιχεία ή σύνολα.

Η ισχύς της υπουργικής αυτής απόφασης δεν μπορεί να υπερβαίνει τα δύο έτη. Αν συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι, η προθεσμία αυτή μπορεί να παρατείνεται, με όμοια υπουργική απόφαση, για ένα ακόμη έτος. Σε εφαρμογή των ανωτέρω, με τη 14874/3291/1998 (ΦΕΚ Β'687/6.7.1998) κοινή απόφαση (ΚΥΑ) των Υπουργών Ανάπτυξης, Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, Γεωργίας, Εμπορικής Ναυτιλίας και Μακεδονίας Θράκης, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση της παρ. 6 του άρθρου 21 του ν. 1650/1986, υπό τον τίτλο "Μέτρα για την προστασία των υγροτόπων της Αλυκής Κίτρους του κάτω ρου και του Δέλτα των ποταμών Αλιάκμονα, Λουδία, Αξιού, Γαλλικού, της λιμονοθάλασσας Καλοχωρίου και της ευρύτερης περιοχής τους", λαμβανομένων υπόψη, μεταξύ άλλων, των διατάξεων της Σύμβασης Ραμσάρ, όπως κυρώθηκε με το Ν.Δ. 191/1974 και των μεταγενέστερων τροποποιήσεών της, που κυρώθηκαν με το Ν. 1751/1988 και με το Ν. 1950/1991, της άμεσης ανάγκης θέσπισης μέτρων για την αποτελεσματική προστασία των υγροτόπων που προαναφέρθηκαν και του γεγονότος ότι έχει ήδη αρχίσει η διαδικασία χαρακτηρισμού τους ως προστατευομένων, σύμφωνα με όσα προβλέπονται στο άρθρο 21 παρ. 1 του Ν. 1650/1986, καθορίσθηκαν, κατά τις αναφερόμενες ζώνες προστασίας (Α, Α1 ζώνες υψηλής ή απόλυτης προστασίας και Β, Β1, Β2 περιφερειακές ζώνες προστασίας), μέτρα προστασίας των άνω υγροτόπων ως και της ευρύτερης περιοχής τους.

Ακολούθως, μετά τη λήξη ισχύος της άνω απόφασης, εκδόθηκε η ...6/2009 (ΦΕΚ 220 ΑΑΠ/14.5.2009) ΚΥΑ των Υπουργών Ανάπτυξης, Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Εμπορικής Ναυτιλίας, Αιγαίου και Νησιωτικής Πολιτικής και Μακεδονίας Θράκης με τίτλο "χαρακτηρισμός των χερσαίων, υδάτινων και θαλασσίων περιοχών των εκβολών των ποταμών Γαλλικού, Αξιού, Λουδία και Αλιάκμονα, της Αλυκής Κίτρους και της λιμνοθάλασσας Καλοχωρίου και της ευρύτερης περιοχής τους ως Εθνικού Πάρκου και καθορισμός χρήσεων, όρων και περιορισμών δόμησης".

Σκοπός της απόφασης αυτής, είναι η προστασία, διατήρηση και διαχείριση της φύσης και του τοπίου ως φυσικής κληρονομιάς και πολύτιμου εθνικού φυσικού πόρου των "υγροτόπων Αξιού, Γαλλικού, Λουδία, Αλιάκμονα, Αλυκών Κίτρους, λιμνοθάλασσας Καλοχωρίου η χερσαία και θαλάσσια περιοχή των εκβολών των άνω ποταμών, των αλυκών, της λιμνοθάλασσας Καλοχωρίου και της ευρύτερης περιοχής τους", που διακρίνονται για τη μεγάλη βιολογική οικολογική, αισθητική, επιστημονική, γεωμορφολογική και παιδαγωγική τους αξία, με το χαρακτηρισμό τους ως ΕΘΝΙΚΟ ΠΑΡΚΟ με περιφερειακή Ζώνη.

Εντός της έκτασης του Εθνικού Πάρκου καθορίζονται ζώνες ΑΠ1, ΑΠ2, ΑΠ3, ΑΠ4 (περιοχές απόλυτης προστασίας της φύσης), ΠΔ1, ΠΔ2, ΠΔ3, ΠΔ4 - ΠΑ - Β1, Β2, Β3, Β4, Β5, Β6, Β7 (περιοχές προστασίας της φύσης Δέλτα ποταμών - Αλυκή Κίτρους - χερσαίες εκτάσεις) και εκτός της έκτασης του Εθνικού Πάρκου, Περιφερειακή Ζώνη - Ζώνες Γ1, Γ2, Γ3, Γ4, Γ5, Γ6 (περιοχές γεωργικών καλλιεργειών) και περιοχή Δ (περιοχή ελεγχόμενης οικιστικής ανάπτυξης Αλυκών Κίτρους).

Επιπλέον, καθορίζονται γενικοί όροι ισχύοντες για κάθε καθοριζόμενη με την απόφαση ζώνη προστασίας, ως και ειδικοί όροι ισχύοντες ανά ειδικότερη ζώνη προστασίας.

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 513, 522, 534, 535, 537, 540 και 543 ΑΚ, όμως ήδη ισχύουν μετά την τροποποίηση του δικαίου της πώλησης με το ν. 3043/2002, προκύπτουν, πλην άλλων και τα εξής: Ο πωλητής ευθύνεται, ανεξάρτητα από υπαιτιότητα του, αν το πράγμα, κατά το χρόνο μετάθεσης του κινδύνου στον αγοραστή, δηλαδή από την παράδοσή του στον τελευταίο ή επί ακινήτου, από την τυχόν γενόμενη πριν την παράδοση μεταγραφή της πώλησης, έχει πραγματικά ελαττώματα ή στερείται τις συνομολογημένες ιδιότητες, εκτός αν ο αγοραστής, κατά τη σύναψη της σύμβασης γνώριζε ότι το πράγμα δεν ανταποκρίνεται στη σύμβαση, απαιτούμενης προς τούτο θετικής γνώσης του αγοραστή, δεν αρκούν δηλαδή ούτε αμέλεια, ούτε σχετικές υπόνοιες από μέρους του, έστω και σοβαρές, ενώ μεταγενέστερη γνώση του τελευταίου δεν βλάπτει (ΑΠ 1715/1981).

Στις περιπτώσεις ευθύνης του πωλητή για πραγματικό ελάττωμα ή για έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας ο αγοραστής έχει, κατ' επιλογή του, τα παρεχόμενα από τα άρθρα 540 και 543 του ΑΚ δικαιώματα και αξιώσεις, κατά τις αναφερόμενες σε αυτά διακρίσεις. Έτσι, η ευθύνη του πωλητή για ελάττωμα ή έλλειψη ιδιότητας είναι κατ' αρχήν αντικειμενική, δηλαδή ανεξάρτητη από υπαιτιότητά του, με εξαίρεση την αξίωση αποζημίωσης ένεκα ελαττώμαος, κατ' άρθρο 543 εδ.

β', που παρέχεται μόνον εφόσον ο πωλητής βαρύνεται με πταίσμα. Πραγματικό ελάττωμα, υπό την έννοια των προαναφερομένων διατάξεων, συνιστά η ατέλεια του πράγματος, που αφορά στην ιδιοσυστασία ή στην κατάστασή του κατά τον κρίσιμο χρόνο της μετάθεσης του κινδύνου στον αγοραστή και η οποία έχει αρνητική επίδραση στην αξία ή στην καταλληλότητα αυτού για τη σύμφωνη με τον ειδικό σκοπό της συγκεκριμένης σύμβασης χρήση.

Σε περίπτωση δε που το πραγματικό ελάττωμα, ανακύψει μετά τη μετάθεση του κινδύνου στον αγοραστή, δεν γεννάται κατ' αρχήν σχετική ευθύνη του πωλητή, εκτός εάν το ελάττωμα έχει σχέση με τη δυνάμενη να αποτελέσει την αιτία του, κατάσταση του πράγματος κατά τη μετάθεση του κινδύνου ή κατά τον κρίσιμο αυτό χρόνο, τούτο (ελάττωμα) υπήρχε "εν σπέρματι", δηλαδή ήταν ήδη υπαρκτές, χωρίς να έχουν ολοκληρωθεί, οι παράγουσες την ελαττωματικότητα αναγκαίες προϋποθέσεις, οι οποίες ακολούθως, κατ' αιτιώδη δυναμικότητα, μπορούν να εξελιχθούν και να επιφέρουν την ολοκλήρωση και ανάδειξη του ελαττώματος (Ολ. ΑΠ 29/1990, ΑΠ 356/2007, ΑΠ 1749/1995, ΑΠ 270/1989).

Εξάλλου, ως ιδιότητα του πράγματος θεωρείται όχι μόνο κάποιο συγκεκριμένο φυσικό γνώρισμα ή πλεονέκτημα αυτού, αλλά και οποιαδήποτε σχέση η οποία από το είδος και τη διάρκειά της, επιδρά κατά την αντίληψη των συναλλαγών στην αξία ή τη χρησιμότητα του πράγματος. Τα μέρη είναι κατ' αρχήν ελεύθερα να αναγάγουν ρητώς οποιαδήποτε χαρακτηριστικά ή ιδιότητες ενός πράγματος σε δεσμευτικό περιεχόμενο της μεταξύ τους συμβάσεως. Η σχετική συμφωνία των μερών μπορεί να έχει θετικό ή αρνητικό περιεχόμενο, να αναφέρεται δηλαδή στην ανάγκη υπάρξεως ορισμένων ιδιοτήτων ή στην ανάγκη απουσίας ορισμένων χαρακτηριστικών - ελαττωμάτων αντίστοιχα. Έτσι, ως συνομολογημένη νοείται μία ιδιότητα, όταν υπάρχει ρητή ή σιωπηρή συμφωνία των μερών, ότι το πράγμα έχει τη συμφωνημένη ιδιότητα, στην ύπαρξη της οποίας αποδίδεται ιδιαίτερη σημασία από τον αγοραστή και την οποία ο πωλητής εγγυάται, αναλαμβάνοντας και την ευθύνη για την ενδεχόμενη έλλειψή της (ΑΠ 575/2013). Συνιστά, δε συνομολόγηση ιδιότητας και η συμφωνία περί έλλειψης ορισμένου πραγματικού ελαττώματος (ΑΠ 243/2009).

Τέλος, η παραβίαση σύμβασης με υπαίτια ζημιογόνο πράξη ή παράλειψη ενός των συμβαλλομένων ή των προστηθέντων από αυτούς, μπορεί, πέραν της αξίωσης από τη σύμβαση, να υποστηρίξει και αξίωση από αδικοπραξία, τότε μόνο όταν η ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη και χωρίς τη συμβατική σχέση θα ήταν παράνομη, ως αντικείμενη στο γενικό καθήκον που επιβάλλεται με το άρθρο 914 Ακ, του να μη ζημιώνει κάποιος άλλον υπαιτίως (ΑΠ 1312/1997, ΑΠ 1190/2007, ΑΠ 496/2015, ΑΠ 1115/2015). Στην περίπτωση αυτή πρόκειται για συρροή αξιώσεων από την σύμβαση και την αδικοπραξία. Επί συρροής δε των αξιώσεων, που αποβλέπουν στον ίδιο σκοπό, δηλαδή στην ίδια παροχή, είναι δυνατή η παράλληλη άσκηση όλων των αξιώσεων, όχι όμως και η ικανοποίηση αυτών, αφού η ικανοποίηση της μιάς έχει ως αποτέλεσμα την απόσβεση της άλλης, εκτός αν με αυτή ζητείται κάτι περισσότερο, οπότε σώζεται μόνο ως προς αυτό (ΑΠ 652/2011, ΑΠ 1703/2013).

Ειδικότερα, από την ως άνω διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 297, 298, 299, 330 του ιδίου Κώδικα, προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι: α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή της παράλειψης, γ) υπαιτιότητα, που περιλαμβάνει το δόλο και την αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δ) πρόσφορη αιτιώδης συνάφεια μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος, δηλαδή της ζημίας.

Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της κοινωνικώς επιβεβλημένης και από τη θεμελιώδη δικαιική αρχή της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων.

Ο χαρακτηρισμός της παράλειψης, ως παράνομης συμπεριφοράς προϋποθέτει την ύπαρξη νομικής υποχρέωσης για επιχείρηση της παραλειφθείσας θετικής ενέργειας, η οποία (υποχρέωση) μπορεί να απορρέει από το νόμο, την δικαιοπραξία, την καλή πίστη, τις κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις και συναλλακτικές αντιλήψεις, από προηγηθείσα συμπεριφορά του υπαιτίου ή από το γενικό πνεύμα του δικαίου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 200, 281, 288 ΑΚ (ΑΠ 1115/2015).

Όσον αφορά την υπαιτιότητα, ο ενάγων πρέπει να επικαλεσθεί υπαίτια συμπεριφορά με τον χαρακτηρισμό είτε του δόλου είτε της αμέλειας, το δε δικαστήριο προβαίνει στον ειδικότερο προσδιορισμό της υπαιτιότητας στην συγκεκριμένη περίπτωση από την εκτίμηση των αποδείξεων, χωρίς να επέρχεται μεταβολή της βάσης της αγωγής. Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενη προσώπου, ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων και επέφερε πράγματι στην συγκεκριμένη περίπτωση το επιζήμιο αποτέλεσμα (ΑΠ 1563/2012, ΑΠ 1452/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, συνεκδικάζοντας, αντιμωλία των διαδίκων, τα δικόγραφα με αριθμούς κατάθεσης α) 2165/20.6.2012 έφεσης του ήδη αναιρεσείοντος κατά όλων των αναιρεσιβλήτων - εναγομένων, β) 2274/27.6.2012 και 4039/27.11.2013 έφεσης και πρόσθετων αυτής λόγων αντίστοιχα των, τεσσάρων πρώτων αναιρεσιβλήτων - εναγομένων κατά του αναιρεσείοντος - ενάγοντος, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο ενάγων ...

υπήκοος ... συνέστησε τον Νοέμβριο του 2006, στη Θεσσαλονίκη, την εταιρία με την επωνυμία "... ΕΠΕ", στην οποία ο ίδιος συμμετείχε με ποσοστό 60% Η εταιρία αυτή, είχε ως αντικείμενο εργασιών την αποκλειστική αντιπροσώπευση στην Ελλάδα των ευρωπαϊκών εταιριών κατασκευής φορτηγών αυτοκινήτων και συναφών προϊόντων ανταλλακτικών και εξαρτημάτων "..." και "...".

Προκειμένου να στεγάσει τις εγκαταστάσεις της εταιρίας αυτής ..., επί της Ε.Ο. Θεσσαλονίκης - Αθηνών και ενόψει του ότι στη συγκεκριμένη περιοχή τα ενοίκια των καταστημάτων - επαγγελματικών χώρων ήταν πολύ υψηλά, αποφάσισε να αγοράσει είτε εγκαταστάσεις (γραφεία, έκθεση, αποθήκες, συνεργεία κ.λ.π) κατάλληλες για το σκοπό αυτό, είτε μία έκταση στην οποία να ανεγείρει τις απαραίτητες εγκαταστάσεις της εταιρίας.

Έτσι, ο ενάγων ανέθεσε στον πληρεξούσιο και συνεταίρο του Λ. Λ., κάτοικο ..., να εντοπίσει και να αγοράσει ένα αντίστοιχο ακίνητο στη συγκεκριμένη περιοχή. Ο Α. απευθύνθηκε στον πέμπτο εναγόμενο Δ. Π., ο οποίος διατηρεί μεσιτικό γραφείο ... την οποία γνωρίζει πολύ καλά και του εξήγησε για ποια χρήση χρειάζεται το ακίνητο, ώστε να γνωρίζει εξ αρχής ο μεσίτης τι είδους ακίνητο να αναζητήσει. 0 τελευταίος του υπέδειξε ένα αγροτεμάχιο και συγκεκριμένα ένα αυτοτελές και διηρημένο τμήμα, έκτασης 10600 τ.μ, που βρίσκεται στη Σίνδο.

Το ακίνητο αυτό ανήκε κατά κυριότητα και κατά ποσοστό 1/3 στον καθένα των αδελφών Θ., Δ. και Ν. Φ., ενώ μοναδική επικαρπώτριά του ήταν η μητέρα τους Ε. Φ., ήτοι στους τέσσερις πρώτους των εναγομένων. Το αγροτεμάχιο αυτό κρίθηκε καταρχήν κατάλληλο από τον ενάγοντα και τον πληρεξούσιο του για την εμπορική δραστηριότητα που επιθυμούσαν να αναπτύξουν μέσω της ως άνω εταιρίας και έτσι ξεκίνησαν οι συζητήσεις για την αγορά του ακινήτου, με τον τέταρτο εναγόμενο συνιδιοκτήτη του ακινήτου και πολιτικό μηχανικό Ν.

Φ. και τον μεσίτη Δ. Π.. Μετά από σύντομες διαπραγματεύσεις οι δύο πλευρές, με την συνδρομή του πέμπτου εναγομένου μεσίτη, κατέληξαν στην υπογραφή του υπ' αριθμ. ...7/29-6- 2007 συμβολαίου αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ζ. Ψ., ως νομίμου αναπληρώτριας της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Α. Φ. - Σ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, στον τόμο 2444 και με αύξοντα αριθμό 306.

Με το ως άνω συμβόλαιο ο ενάγων αγόρασε από τους τέσσερις πρώτους εναγομένους ένα αυτοτελές και διηρημένο τμήμα, με χαρακτηριστικό αριθμό ...α, έκτασης 10600 τ.μ., του υπ' αριθμ. ... αγροτεμαχίου, συνολικής έκτασης 30625 τ.μ που βρίσκεται εντός της περιοχής του αναδασμού της κτηματικής περιοχής του Δημοτικού Διαμερίσματος Σίνδου, του Δήμου Εχεδώρου του Νομού Θεσσαλονίκης, όπως αυτό εμφαίνεται στο συνημμένο σ' αυτό και επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από τον ενάγοντα τοπογραφικό διάγραμμα του τέταρτου εναγομένου πολιτικού μηχανικού Ν.

Φ., κατά το Ν. 651/1977, με τα στοιχεία Α.Ε.Ζ.Δ.Α., που συνορεύει γύρωθεν με αγροτική οδό επί πρόσοψης 84,80 μέτρων, με το έτερο διηρημένο τμήμα του αγροτεμαχίου με το χαρακτηριστικό αριθμό ...β επί πλευράς 125 μέτρων, με στραγγιστική τάφρο - αγροτικό δρόμο επί πρόσοψης 84,80 μέτρων και με το υπ' αριθμ. 985 αγροτεμάχιο επί πλευράς 125 μέτρων.

Ως τίμημα συμφωνήθηκε και αναγράφηκε στο συμβόλαιο το ποσό των 440.000 ευρώ, το οποίο κατέβαλε εξ ολοκλήρου σε μετρητά ο ενάγων την ημέρα υπογραφής του συμβολαίου, ενώ η αντικειμενική του αξία ανερχόταν στο ποσό των 28.620 ευρώ. Κατά την υπογραφή του ως άνω συμβολαίου παρέστησαν αυτοπροσώπως όλοι οι συγκύριοι του ακινήτου, πλην του τρίτου εναγομένου Δ.

Φ., για λογαριασμό του οποίου παρέστη δυνάμει πληρεξουσίου ο τέταρτος εναγόμενος αδελφός του Ν. Φ., καθώς και ο ενάγων αγοραστής K. G. V. V., ενώ επίσης αναγράφηκε ότι για την κατάρτιση της σύμβασης μεσολάβησε ως μεσίτης ο πέμπτος εναγόμενος. Στο περιεχόμενο του συμβολαίου, που αναγνώσθηκε και υπογράφηκε από τους διαδίκους συμβαλλομένους, αναφέρεται στο έβδομο φύλλο, στην πρώτη σελίδα του εγγράφου ότι: "το μεταβιβαζόμενο ακίνητο δεν βρίσκεται, μεταξύ άλλων, σε βιότοπο".

Περαιτέρω, ο ενάγων κατά το Νοέμβριο του 2009, ενδιαφέρθηκε να αξιοποιήσει το ως άνω ακίνητο του και να ανεγείρει σε αυτό κτιριακές εγκαταστάσεις για τη λειτουργία της παραπάνω αναφερόμενης επιχείρησής του, που έδρευε σε μισθωμένο έως τότε ακίνητο, πλησίον του επίδικου αγροτεμαχίου. Για το σκοπό απευθύνθηκε στην Τεχνική εταιρία με την επωνυμία "Φ.

Σ. ΑΕ" (... S.A), η οποία κατόπιν έρευνας, διαπίστωσε ότι δεν ήταν δυνατή η έκδοση νόμιμης άδειας ανέγερσης κτιριακών εγκαταστάσεων επί του επίδικου ακινήτου, διότι αυτό βρίσκεται εντός της περιφερειακής ζώνης Γ5 της προστατευομένης περιοχής του Εθνικού Πάρκου των εκβολών των ποταμών Γαλλικού, Αξιού, Λουδία και Αλιάκμονα της Αλυκής Κίτρους και της λιμνοθάλασσας Καλοχωρίου και της ευρύτερης περιοχής, όπου δεν προβλέπεται η ανέγερση βιομηχανικών κτιρίων ή άλλων υποδομών, πέραν κατοικιών ή ισογείων γεωργικών αποθηκών μεγίστου εμβαδού 120 τ.μ και ύψους 4,5 μέτρων και η εν γένει χαμηλής όχλησης για το περιβάλλον δραστηριότητα.

Η ως άνω ένταξη της περιοχής στο ως άνω Εθνικό Πάρκο πραγματοποιήθηκε με την υπ' αριθμ. ...6/2009 ΚΥΑ (ΦΕΚ Α 220/14-5-2009). Κατόπιν τούτου, μετά από περαιτέρω έρευνα του ενάγοντος διαπιστώθηκε ότι η ευρύτερη περιοχή στην οποία βρίσκεται το επίδικο ακίνητο είχε χαρακτηριστεί για πρώτη φορά ως προστατευόμενη του υγροβιότοπου στη περιοχή δυτικά του Γαλλικού ποταμού, με την υπ' αριθμ. 14874/3291/1998 (ΦΕΚ Β 687/6-7-1998) ΚΥΑ των Υπουργών Ανάπτυξης, Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, Γεωργίας, Εμπορικής Ναυτιλίας και Μακεδονίας Θράκης.

Σύμφωνα με την ως άνω υπουργική απόφαση, η ευρύτερη περιοχή στην οποία βρίσκεται το επίδικο ακίνητο είχε χαρακτηρισθεί ως περιφερειακή ζώνη προστασίας (ζώνη Β 1.5.- χορτολιβαδικές και καλλιεργούμενες εκτάσεις) του υγροβιότοπου στην περιοχή δυτικά του Γαλλικού ποταμού, με αποτέλεσμα αυτό να μπορεί να αξιοποιηθεί μόνο για γεωργικές και άλλες παρεμφερείς, χαμηλής όχλησης προς το περιβάλλον εργασίες.

Το γεγονός της υπαγωγής του επιδίκου ακινήτου στην ως άνω περιφερειακή ζώνη προστασίας με την ως άνω υπουργική απόφαση ήταν γνωστό στους τέσσερις πρώτους εναγομένους, τόσο κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων όσο και κατά το χρόνο της σύναψης της επίδικης αγοραπωλησίας, όπως συνομολογούν οι ίδιοι με τις προτάσεις τους στον πρώτο βαθμό ( (άρθρα 352 σε συνδ.

με 261 ΚΠολΔ), κατά τους ισχυρισμούς τους όμως πίστευαν ότι η ευρύτερη περιοχή στην οποία βρίσκεται το επίδικο ακίνητο έπαψε να ανήκει στις προστατευόμενες ζώνες που διαμόρφωσε η ως άνω υπουργική απόφαση, λόγω της διετούς ισχύος της και της συνακόλουθης λήξης της κατά το έτος 2000, χωρίς έκτοτε και έως την έκδοση της υπ' αριθμ. ...6/2009 ΚΥΑ, να επανακριθεί η υπαγωγή της ή μη στις άνω ζώνες.

Περαιτέρω, μετά τη διαπίστωση, το Νοέμβριο του 2009, της αδυναμίας ανοικοδόμησης των εγκαταστάσεων για τις οποίες προόριζε το επίδικο ακίνητο, ο ενάγων με την από 31-5-2010 εξώδικη δήλωση - διαμαρτυρία - πρόσκληση προς τους τέσσερις πρώτους εναγομένους, η οποία επιδόθηκε στις 8-6-2010 στους πρώτη, δεύτερο και τέταρτο εξ αυτών και στις 14-6-2010 στον τρίτο εξ αυτών, δήλωσε ότι υπαναχωρεί από την ένδικη σύμβαση πώλησης, λόγω του πραγματικού ουσιώδους ελαττώματος της αδυναμίας ανοικοδόμησης του επίδικου ακινήτου και της έλλειψης της συνομολογηθείσας ιδιότητας περί μη ένταξης αυτού σε βιότοπο.

Παράλληλα άσκησε την ένδικη αγωγή και υπέβαλε στις 10-11-2010 την από 29-10-2010 έγκλησή του ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, μετά την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά των εναγομένων για απάτη από κοινού, από την οποία προκλήθηκε περιουσιακή ζημία 'και αντίστοιχα περιουσιακό όφελος άνω των 73.000 ευρώ (άρθρα 45 και 386 παρ. 1, 3β ΠΚ).

Μετά την διενέργεια κύριας ανάκρισης εκδόθηκε το υπ' αριθμ. 949/2013 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, με το οποίο παραπέμφθηκε να δικαστεί ο τέταρτος εναγόμενος για την ως άνω αξιόποινη πράξη ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ενώ κρίθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία κατά των λοιπών εναγομένων.

Ο τέταρτος εναγόμενος άσκησε την υπ' αριθμ. 47/23-9-2013 έφεση του κατά του ως άνω βουλεύματος, η οποία απορρίφθηκε με το υπ' αριθμ. 65/2014 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, με το οποίο επικυρώθηκε το πρωτοβάθμιο βούλευμα και διατάχθηκε η εκτέλεσή του. :Περαιτέρω, η Νομική Υπηρεσία της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας με το υπ' αριθμ.

Πρωτ. 2224/11/2012 έγγραφο της αναφέρεται στη σύμφωνα με το νόμο απλή γνώμη του Φορέα, Διαχείρισης και έμμεσα και στη θέση της ίδιας της Νομικής Υπηρεσίας ότι η ΚΥΑ ...6/2009 είναι παράνομη ως έχουσα προβεί στο χαρακτηρισμό του Εθνικού Πάρκου χωρίς προεδρικό διάταγμα, επισημαίνοντας όμως και την αντίθετη θέση του ΥΠΕΚΑ και του ΣΕΕΔ.

Ακόμη, το Γραφείο Νομικής Υπηρεσίας της ΝΑΘ με το υπ' αριθμ. 37942/27-11-2009, με αφορμή υπόθεση της περιοχής, εκθέτοντας τις συνέπειες για την Υπηρεσία μετά τη νομολογία του ΣΤΕ, αναφέρει κατά λέξη: "Αντιλαμβάνεστε, λοιπόν, ότι ενόψει της νομολογίας αυτής η ΚΥΑ ...6/2009 (τεύχος Α.Α.Π 220/14-5-2009) δεν παράγει αποτελέσματα και δεν πρέπει να λαμβάνεται υπόψη.

Συνεπώς, επείγει η έγκριση της ειδικής περιβαλλοντολογικής μελέτης που επικαλείται η παραπάνω ΚΥΑ (παράγραφος 4 του προοιμίου) με προεδρικό διάταγμα, άλλως οι υπηρεσίες θα περιέλθουν σε δυσχερέστατη θέση". Εξάλλου, φορείς της περιοχής της Χαλάστρας και άλλοι θιγόμενοι έχουν ζητήσει με Αιτήσεις Ακύρωσης την ακύρωση της ως άνω ΚΥΑ ...6/2009, οι οποίες συζητήθηκαν την 23-10-2013 και αναμένεται η έκδοση απόφασης.

Σημειώνεται, ότι και αν ακόμη απορριφθούν ως εκπρόθεσμες οι αιτήσεις ακύρωσης της ΚΥΑ το ΣτΕ ελέγχει παρεμπιπτόντως το κύρος αυτής ως κανονιστικής πράξης, εξετάζοντας την συμπροσβαλλόμενη αρνητική πράξη της διοίκησης. Περαιτέρω, ο Φορέας Διαχείρισης Δέλτα Αξιού Λουδία - Αλιάκμονα με το υπ' αριθμ. 669/24-11-2009 έγγραφο του, αναφέρει ότι: "Το αγροτεμάχιο ... (διανομής Σίνδου) βρίσκεται εντός της ζώνης Γ5 (περιοχή γεωργικής καλλιέργειας)" του Εθνικού Πάρκου Αξιού - Λουδία - Αλιάκμονα.

Για το Εθνικό Πάρκο ισχύει η Κοινή Υπουργική Απόφαση (ΚΥΑ) αρ. 220/14-5-2009. Σχετικά με την δημιουργία αποθήκης εντός της ζώνης Γ σύμφωνα με το άρθρο 3V παράγραφος 14 επιτρέπεται η χρήση των υφισταμένων γεωργικών αποθηκών - υποδομών και η ανέγερση νέων ισόγειων μεγίστου εμβαδού 120 τ.μ και ύψους 4,5 μ. Μετά από αιτιολογημένη γνώμη της καθ' ύλην αρμόδιας τοπικής υπηρεσίας (Δ/νση Γεωργίας), ή ένταξης σε ειδικό πρόγραμμα αναδιάρθρωσης της ασκούμενης δραστηριότητας του πρωτογενή τομέα ή της βιολογικής - περιβαλλοντολογικής κατεύθυνσης καλλιέργειας ή άλλης δραστηριότητας του πρωτογενή τομέα κ.λ.π., είναι δυνατή η ανέγερση μεγαλύτερου μεγέθους αποθήκης γεωργικών μηχανημάτων και εργαλείων μετά από σύμφωνη γνώμη του φορέα διαχείρισης".

Από τα παραπάνω συνάγεται: Α) ότι το επίδικο ακίνητο δεν περιλαμβάνεται στην ζώνη της συνθήκης Ραμσάρ, όπως προκύπτει από: α) το υπ' αριθμ. 33316/1469/4-7-2012 έγγραφο του Τμήματος Διαχείρισης Φυσικού Περιβάλλοντος του Υπουργείου Περιβάλλοντος - Διεύθυνσης Περιβαλλοντικού Σχεδιασμού, με το οποίο βεβαιώνεται ότι το επίδικο αγροτεμάχιο δεν εμπίπτει στη δηλωθείσα από την Ελλάδα περιοχή των Υγροτόπων Διεθνούς Σημασίας, αλλά ούτε και σε περιοχές NATURA 2000, β) το υπ' αριθμ. 24/9-1-2014 έγγραφο του Φορέα Διαχείρισης Δέλτα Αξιού, συνοδευόμενο από χάρτη, από το οποίο προκύπτει ότι το επίδικο αγροτεμάχιο δεν βρίσκεται εντός των ορίων έκτασης που προστατεύεται από την συνθήκη RAMSAR, γ) το υπ' αριθμ. 38333/963/29-1-2014 έγγραφο του Τμήματος Περιβάλλοντος και Υδροοικονομίας της Π.Ε Θεσσαλονίκης της Διεύθυνσης Περιβάλλοντος και Χωρικού Σχεδιασμού, από το οποίο προκύπτει το επίδικο ακίνητο δεν περιλαμβάνεται στον υγρότοπο διεθνούς σημασίας της σύμβασης Ραμσαρ και στις ζώνες του Δικτύου NATURA 2000 ΖΕΠ και ΕΖΔ, δ) το υπ' αριθμ. 12562/820/14-3-1996 έγγραφο του ΥΠΕΧΩΔΕ, από το οποίο προκύπτει ότι το επίδικο δεν εμπίπτει στις ζώνες Α και Α1 της περιοχής "ΔΕΛΤΑ Αξιού-Λουδία-Αλιάκμονα", αλλά στις περιφερειακές ζώνες προστασίας των υγροτόπων που καθόρισε με το άρθρο 21 παρ. 1 ο Ν. 1650/1986 και στη συγκεκριμένη περίπτωση οι προαναφερθείσες ΚΥΑ, που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότησή του και βάσει των οποίων το επίδικο ακίνητο βρίσκεται στη περιφερειακή ζώνη Β15(ΚΥΑ 14 87 4/32 91/1998) και Γ5 (ΚΥΑ ...6/2009), ε) από την από 30-1-2014 γνωμοδότηση του πολιτικού μηχανικού Τ.

Σ., με την οποία βεβαιώνει κατηγορηματικά ότι το επίδικο ακίνητο δεν περιλαμβάνεται στην περιοχή της Διεθνούς Συνθήκης Ραμσάρ, Β) ότι λόγω της λήξης της ισχύος της ΚΥΑ 14874/3291/1998 μετά την πάροδο διετίας, κατά την υπογραφή του επίδικου συμβολαίου ήταν απρόσκοπτη η δόμηση στο επίδικο ακίνητο, όπως προκύπτει:

α) από το από 5-7-2010 και με αριθμό 29/ΔΘ/6335 έγγραφο του Τμήματος Πολεοδομίας Δυτικής Θεσσαλονίκης, στο οποίο αναφέρεται ότι η ως άνω ΚΥΑ ίσχυσε για δύο χρόνια και έληξε και ότι λόγω μη έκδοσης άλλης ΚΥΑ μεταξύ 2001 και 2009, που δεν υφίστατο σε ισχύ ΚΥΑ, εκδόθηκε ικανός αριθμός οικοδομικών αδειών στην περιοχή, η οποία περιλαμβάνει τμήματα των Δήμων Εχεδώρου (Ιωνία, Καλοχώρι, Σίνδος), Χαλάστρας κ.λ.π και ότι σύμφωνα με τις μεταβατικές διατάξεις της ισχύουσας μέχρι την έκδοση του εγγράφου απόφασης για την προστασία της περιοχής, οι περιορισμοί που τίθενται με αυτήν δεν έχουν εφαρμογή για τις οικοδομικές άδειες που εκδόθηκαν πριν την ισχύ της, β) από την από 15-10-2013 και με αριθμό πρωτοκόλλου ΔΥΔ/11969 απάντηση της Διεύθυνσης Υπηρεσίας Δόμησης του ..., που δόθηκε κατόπιν της υπ' αριθμ. 11969/13-9-2013 αίτησης των εναγομένων, στην οποία αναφέρεται ότι για το επίδικο αγροτεμάχιο ίσχυαν το 2007 οι όροι δόμησης του Π.Δ της 24/31-5-1985 (ΦΕΚ 270/Δ/31-5-1985) περί "Τροποποίησης των όρων δόμησης των γηπέδων των κείμενων εκτός των ρυμοτομικών σχεδίων των πόλεων και εκτός των ορίων των νομίμως υφισταμένων προ του έτους 1923 οικισμών", δηλαδή οι όροι δόμησης που ίσχυαν για όλη την ελληνική επικράτεια χωρίς τους περιορισμούς στη δόμηση που επιβλήθηκαν για δύο χρόνια με την ΚΥΑ 14874/3291/1998, λόγω της λήξης αυτής από την 6-7-2000, γ) από την από 23-1-2014 και με αριθμό πρωτοκόλλου ΔΥΔ/536 απάντηση της Διεύθυνσης Υπηρεσίας Δόμησης του ..., που δόθηκε κατόπιν της από 14-1-2014 και με αριθμό 356/14-1-2014 αίτησης των εναγομένων, για την επιτρεπόμενη ανοικοδόμηση σύμφωνα με την ΚΥΑ ...6/2009 σε ολόκληρη την περιφερειακή ζώνη Γ αυτής, δ) από το ΑΠ 71/20-1-2014 έγγραφο του Φορέα Διαχείρισης Δέλτα Αξιού-Λουδία-Αλιάκμονα, που εκδόθηκε κατόπιν της από 15-1-2014 και με αριθμό 44/15-1-2014 αίτησης των εναγομένων, σχετικά με τη δυνατότητα ανέγερσης με τις διατάξεις της ΚΥΑ ...6/2009 κτιρίων αντιπροσωπείας φορτηγών αυτοκινήτων και κτιρίων επισκευής φορτηγών αυτοκινήτων σε θεσμοθετημένες περιοχές βιοτεχνικού πάρκου, ε) το από 14-2-2012 και με αριθμό πρωτοκόλλου 2224/11/2012 έγγραφο της Νομικής Υπηρεσίας της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, στο οποίο επιβεβαιώνεται ότι η ΚΥΑ 14874/3291/1998είχε εκπνεύσει από ετών και επιπλέον γίνεται αναφορά στη σύμφωνα με το νόμο απλή γνώμη του Φορέα Διαχείρισης και στη θέση της Νομικής Υπηρεσίας, έμμεσα, ότι η ΚΥΑ ...6/2009 είναι παράνομη ως έχουσα προβεί στο χαρακτηρισμό του Εθνικού Πάρκου χωρίς προεδρικό διάταγμα, στ) από την από 30-1-2014 γνωμοδότηση του πολιτικού μηχανικού Τ.

Σ., με την οποία βεβαιώνει κατηγορηματικά ότι το επίδικο ακίνητο δεν βρισκόταν ουδέποτε μέχρι σήμερα σε περιοχή χαρακτηρισμένη ως "βιότοπο", ότι στην περιοχή του επίδικου ακινήτου δεν απαγορευόταν στο διάστημα από 29-6-2007 μέχρι 14-5-2009, ημέρα δημοσίευσης της ΚΥΑ ...6/2009 η ανέγερση κτιρίου εμπορίας και επισκευής βαρέων και μεγάλων οχημάτων και ότι στη ζώνη Γ της ΚΥΑ ...6/2009 (όπου βρίσκεται το επίδικο ακίνητο),δεν απαγορεύεται η ανέγερση κτιρίου εμπορίας και επισκευής βαρέων και μεγάλων οχημάτων, ζ) από την από 6-12-2013 τεχνική έκθεση του αρχιτέκτονα μηχανικού Π.

Ζ. και του πολιτικού μηχανικού Τ. Σ., με την οποία αποφαίνονται χωρίς ενδοιασμό ότι αα) το με αριθμό ...α αυτοτελές και διαιρετό τμήμα αγροτεμαχίου της κτηματικής περιοχής Σίνδου, έκτασης μ.τ 10600 (επίδικο ακίνητο), ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο κατά την 29-6-2007 και τουλάχιστον μέχρι τον Απρίλιο του έτους 2009, σύμφωνα με τους όρους δόμησης του ΠΔ 24/31 Μαΐου 1985 "Περί τροποποίησης των όρων και περιορισμών δόμησης των γηπέδων των κειμένων εκτός των ρυμοτομικών σχεδίων των πόλεων και εκτός των ορίων των νομίμως υφισταμένων προ του έτους 1923 οικισμών", όπως ίσχυε κατά το χρόνο εκείνο, για την εκτός σχεδίου δόμηση καθ' όλη την ελληνική επικράτεια, ββ) στο εν λόγω αγροτεμάχιο μπορούσε με βεβαιότητα να ανεγερθεί κτίριο με εμβαδόν δόμησης, ύψος, όγκο και χρήση ανάλογη των εγκριθεισών χρήσεων (π.χ εμπορικές αποθήκες, συνεργεία οχημάτων, βιοτεχνικά και βιομηχανικά κτίρια κ.λ.π), που χορηγήθηκαν στις με την ως άνω έκθεση, εξετασθείσες τριάντα οχτώ (38) οικοδομικές άδειες με τις αναθεωρήσεις τους, οι οποίες αφορούν ανέγερση κτισμάτων επί γειτονικών προς αυτό αγροτεμαχίων, γγ) κατά τον εν λόγω χρόνο 29-6- 2007, δεν υφίστατο οποιοσδήποτε περιορισμός στην δόμηση του εν λόγω αγροτεμαχίου και των λοιπών αγροτεμαχίων της περιοχής, που να απορρέει από την λήξασα την 6-7-2000 ΚΥΑ 1998, η οποία επιβάλει περιορισμούς στην δόμηση των αγροτεμαχίων της περιοχής, ως συμπεριλαμβανομένων στην άλλοτε περιφερειακή ζώνη Β, του δε ...α αγροτεμαχίου περιλαμβανομένου στην άλλοτε Β.1.5 ζώνη - Περιοχή δυτικά του Γαλλικού ποταμού και δδ) ακόμη και μετά την έκδοση της ΚΥΑ 2009 ήταν δυνατή η ανέγερση κτισμάτων χωρίς τους περιορισμούς της ΚΥΑ 2009, εφ' όσον μέχρι την έναρξη ισχύος της είχε εγκριθεί είτε άδεια εγκατάστασης είτε προκαταρκτική περιβαλλοντολογική εκτίμηση και αξιολόγηση, εγκρίσεις που προηγούνται της αίτησης για έκδοση οικοδομικής αδείας, η) από τις 38 οικοδομικές άδειες που εκδόθηκαν από το Τμήμα Πολεοδομίας Δυτικής Θεσσαλονίκης, με τις επ' αυτών αναθεωρήσεις τους και αφορούν γειτονικά από το επίδικο ακίνητα, ενδεικτικά δε αναφέρονται αα) η με αριθμό 5117/18-10-2001 οικοδομική άδεια επ' ονόματι ...

Α.Ε, που εκδόθηκε επί της από 24-7-2001 αίτησης, επί των 4094, 4095 και 4099 αγροτεμαχίων της κτηματικής περιοχής Σίνδου, με χρήση Γενικό Συνεργείο Επισκευής και Συντήρησης Μηχανικών Βλαβών Φορτηγών Αυτοκινήτων, με ολικό εμβαδό κτιρίων 2219, 05 τ.μ, ύψους 9,80μ.και ολικού όγκου 14699,15 κ.μ και η οποία άδεια θεωρήθηκε την 10-11-2005 για την περαίωση των εργασιών για σύνδεση με τα δίκτυα ΔΕΗ και ύδρευσης, ββ) η με αριθμό 5121/5-9-2003 οικοδομική άδεια επ' ονόματι ..., που εκδόθηκε επί της από 23-7- 2003 αίτησης, επί των 1163 και 1164 αγροτεμαχίων της κτηματικής ..., με χρήση ...

Εμπορικές αποθήκες με μεταλλικό σκελετό για αυτοκίνητα και ανταλλακτικά, με ολικό εμβαδόν κτιρίων 6635 τ.μ, ύψος 8,70 μ. και ολικό όγκο 47280 κ.μ, που αναθεωρήθηκε την 17-1-2005 για αλλαγή ονόματος ιδιοκτήτη, την 22-7-2005 για αλλαγή χρήσης σε βιομηχανική χρήση και κατασκευή μεσοπατώματος στο κτίριο 1, την 22-10-2007 για αλλαγή χρήσης •σε συνεργείο αυτοκινήτων (φορτηγών) και κατασκευή μεσοπατώματος στο κτίριο 2 εμβαδού 3500 τ.μ, γγ) η με αριθμό ...-12-2003 οικοδομική άδεια επ' ονόματι ...

ΑΕΒΕ, που εκδόθηκε επί της από 29-8-2003 αίτησης επί των 1725 και 1728 αγροτεμαχίων της κτηματικής περιοχής Σίνδου και αφορά προσθήκη κατ' επέκταση σε βιοτεχνικό κτίριο που ανεγέρθηκε με την 2082/1984 οικοδομική άδεια και από την 23-1-2007 λειτουργεί ως συνεργείο επισκευής επιβατηγών και φορτηγών αυτοκινήτων, δδ) η με αριθμό 4765/23-7-2007 οικοδομική άδεια επ' ονόματι της ...

S.A, που εκδόθηκε επί της από 29-6-2007 αίτησης επί του 1144 αγροτεμαχίου της κτηματικής περιοχής Σίνδου κα αφορά αλλαγή χρήσης τμήματος μεταλλικής αποθήκης σε συνεργείο αυτοκινήτων (φορτηγών) με εσωτερικές διαρρυθμίσεις εμβαδού 3000τ.μ. επί υφισταμένου κτιρίου που ανεγέρθηκε, με τις 4803/2002 και 4198/1994 οικοδομικές άδειες, εε) η με αριθμό 4849/13-8-2007 οικοδομική άδεια επ' ονόματι ...

ΑΒΕΕ, που εκδόθηκε επί της από 24-11-2006 αίτησης επί των 4094, 4095 και 4099 αγροτεμαχίων της κτηματικής περιοχής Σίνδου και αφορά εσωτερικές διαρρυθμίσεις και τροποποιήσεις όψεων επί υφισταμένου κτιρίου, που ανεγέρθηκε με την προαναφερόμενη 5117/2001 οικοδομική άδεια, με χρήση γενικό συνεργείο φορτηγών αυτοκινήτων.

Εξάλλου, όπως αποδεικνύεται από την υπ' αριθμ. Πρωτ. .../14-10-2013 έγγραφη απάντηση του Τμήματος Έκδοσης Αδειών Δόμησης της Διεύθυνσης Πολεοδομίας του ..., ούτε ο ενάγων ούτε η εταιρία με την επωνυμία "... ΕΠΕ", υπέβαλαν ποτέ αίτηση έκδοσης οικοδομικής άδειας κατά το χρονικό διάστημα από 30-6-2007 έως 7-10-2013. Επίσης, από την υπ' αριθμ.

Πρωτ. 34170/839/29-1-2014 έγγραφη απάντηση της Διεύθυνσης Περιβάλλοντος και Χωρικού Σχεδιασμού της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, προκύπτει ότι " Από τον έλεγχο στο ηλεκτρονικό πρωτόκολλο της υπηρεσίας, δεν βρέθηκε αίτηση έκδοσης έγκρισης περιβαλλοντικών όρων, από 30-6-2007 μέχρι και σήμερα, για Συνεργείο Βαρέων οχημάτων ή Αποθήκες, Εκθέσεις - Αντιπροσωπείες, στο όνομα K.

G. V. V. ή την επωνυμία "... ΕΠΕ",όπως αναφέρεται στην παραπάνω σχετική αίτησή σας. Επίσης και από τον έλεγχο στη βάση δεδομένων του τεχνικού αρχείου δεν βρέθηκε καταχωρημένος αντίστοιχος φάκελος". Ακόμη, από την από 3-5-2010 τεχνική έκθεση του Κ. Μ., συνεργάτη της τεχνικής εταιρίας ... ΑΕ, προκύπτουν οι δυσχέρειες δόμησης του επίδικου ακινήτου και η οποία συντάχθηκε κατά παραγγελία του ενάγοντος που δόθηκε σχετικά με την διερεύνηση της οικοδόμησης του επίδικου ακινήτου, ενόψει της παρούσας δίκης.

Η ως άνω έκθεση κατέληξε στο συμπέρασμα ότι είναι εξαιρετικά δύσκολη η αδειοδότηση του επίδικου αγροτεμαχίου, λόγω της υπ' αριθμ. ...6/2009 ΚΥΑ, διότι α) θα πρέπει να υποβληθεί η πρώτη φάση της μελέτης, από τον αρμόδιο φορέα, για τη θεσμοθέτηση των περιοχών οργανωμένης ανάπτυξης τριτογενούς και δευτερογενούς τομέα, β) να θεωρηθεί η επιχείρηση ως δραστηριότητες χαμηλής όχλησης, γ) να γίνει περιβαλλοντολογική μελέτη, δ) να συμφωνήσει ο φορέας διαχείρισης και προτάθηκε η αποστολή αιτήματος προς το αρμόδιο πολεοδομικό γραφείο για τον καθορισμό των όρων δόμησης καθώς και των περιβαλλοντολογικών όρων για το συγκεκριμένο αγροτεμάχιο, πρόταση όμως που δεν υλοποιήθηκε από τον ενάγοντα.

Εξάλλου, από την από 29-1-2014 έκθεση εκτίμησης του ορκωτού λογιστή-ελεγκτή Χ. Χ., σχετικά με την οικονομική κατάσταση της εταιρίας "... ΕΠΕ", για τα επενδυτικά σχέδια της οποίας ο ενάγων αγόρασε το επίδικο ακίνητο, με βάση τους ισολογισμούς αυτής της 31- 12-2011, 31-12-2009, 31-12-2008 και 31-12-2007, σε συνδυασμό με. την υπ' αριθμ. 1606/ 19-4-2011 πράξη του συμβολαιογράφου ...

τα, περί μεταβίβασης εταιρικών μεριδίων της ΕΠΕ με εκτίμηση ΔΟΥ των μεριδίων 3,00 και 1,00 ευρώ, προέκυψε το συμπέρασμα ότι η καθαρή θέση της εταιρίας είναι αρνητική και αν ληφθεί υπόψη και η υπάρχουσα ύφεση στην Ελλάδα η ως άνω εταιρία δεν είναι βιώσιμη. Το συμπέρασμα αυτό ενισχύεται και από την υπ' αριθμ. 12656/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία η ως άνω εταιρία υποχρεώθηκε να καταβάλει μισθώματα περιόδου 1-12-2009 έως 31-10-2010 ύψους 11396 ευρώ, καθώς και από την υπ' αριθμ. 5526/2011 αγωγή της ως άνω εταιρίας, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά της ...

ΕΠΕ, στη σελίδα 4 της οποίας ομολογείται η δεινή οικονομική κατάστασή της. Από αυτά συνάγεται ότι ο ενάγων από την αγορά του επίδικου ακινήτου δεν έκανε οποιαδήποτε προσπάθεια να οικοδομήσει το ακίνητο που αγόρασε και μόνο ενόψει της άσκησης της ένδικης αγωγής ανέθεσε στη εταιρία ... ΑΕ την διερεύνηση της δυνατότητας ανοικοδόμησής του, η οποία εξαντλήθηκε στην ύπαρξη δυσχερειών, χωρίς περαιτέρω οποιαδήποτε έρευνα και χωρίς προσπάθεια υλοποίησης των προτάσεων της ως άνω τεχικής έκθεσης, ενώ ακόμη η εταιρία στην οποία ο ενάγων θα προσέφερε το ακίνητο για χρήση, δεν αποδείχθηκε ότι πραγματοποίησε την επένδυση για την οποία ισχυρίζεται ο ενάγων ότι προοριζόταν το ακίνητο, σε οποιοδήποτε άλλο ακίνητο, αφού κατά τα εκτιθέμενα η αγορά του ακινήτου έγινε λόγω του υψηλού κόστους των ενοικίων στην επίδικη περιοχή και όχι ως αναγκαία προϋπόθεση της επικαλούμενης επένδυσης.

Συνεπώς, το επίδικο ακίνητο κατά το χρόνο της μεταβίβασης του από τους εναγομένους στον ενάγοντα δεν είχε ελαττώματα ή έλλειψη συνομολογηθεισών ιδιοτήτων, όπως ισχυρίζεται ο ενάγων, αφού κατά το χρόνο αυτό δεν ίσχυαν οι ως άνω υπουργικές αποφάσεις και ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο σύμφωνα με τις γενικές πολεοδομικές διατάξεις. Επίσης, ο ενάγων δεν εξαπατήθηκε με οποιονδήποτε τρόπο από τους εναγομένους, οι οποίοι πώλησαν το ακίνητο τους στον ενάγοντα στην τρέχουσα τιμή της αγοράς κατά το χρόνο της πώλησης.

Συνεπώς, η ένδικη αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Μετά από αυτά το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και γι' αυτό πρέπει να απορριφθεί η υπ' αριθμ. 2165/202 έφεση του ενάγοντος, να γίνει δεκτή η υπ' αριθμ. 2274/2012 έφεση των τεσσάρων πρώτων εναγομένων και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής ως ουσιαστικά βάσιμοι, κατά παραδοχή των σχετικών λόγων τους, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση ως προς τους τέσσερις πρώτους εναγομένους, να κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο αυτό να δικαστεί η αγωγή ως προς τους ως άνω εναγομένους και να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη".

Υπό τις ανωτέρω όμως παραδοχές του το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 534, 535, 537, 540, 914 ΑΚ και στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης, διαλαμβάνοντας σε αυτή, ως προς τα παρακάτω ουσιώδη για την έκβαση της δίκης ζητήματα, αιτιολογίες ανεπαρκείς, ασαφείς και ελλιπείς, που δεν δικαιολογούν την παραδοχή της έφεσης με τους πρόσθετους αυτής λόγους των τεσσάρων πρώτων αναιρεσιβλήτων εναγομένων, καθώς και την απόρριψη τόσο της έφεσης όσο και της αγωγής του αναιρεσείοντος κατά των αναιρεσιβλήτων εναγομένων, ούτε καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των ιδίων ως άνω διατάξεων.

Ειδικότερα, όσον αφορά τη συμβατική ευθύνη των τεσσάρων πρώτων εναγομένων, το Εφετείο, ενώ δέχεται με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι, μετά την έναρξη της διαδικασίας χαρακτηρισμού της ευρύτερης περιοχής του επίδικου ακινήτου ως προστατευόμενης, σύμφωνα με όσα προβλέπονται στο άρθρο 21 παρ. 1 του ν. 1650/1986, εκδόθηκε η 14874/3291/1998 (ΦΕΚ Β' 687/6.7.1998) κοινή Υπουργική Απόφαση, με την οποία είχε χαρακτηριστεί η ευρύτερη περιοχή, όπου βρίσκεται το επίδικο ακίνητο, ως περιφερειακή ζώνη προστασίας (ζώνη Β 1.5 - χαρτολιβαδικές και καλλιεργούμενες εκτάσεις), του υγροβιότοπου στην περιοχή δυτικά του Γαλλικού ποταμού, με αποτέλεσμα αυτό να μπορεί να αξιοποιηθεί μόνο για γεωργικές και άλλες παρεμφερείς, χαμηλής όχλησης προς το περιβάλλον εργασίες, ότι ο ενάγων κατά το Νοέμβριο του 2009, ενδιαφερόμενος να αξιοποιήσει το ως άνω ακίνητό του με την ανέγερση σε αυτό κτιριακών εγκαταστάσεων για τη λειτουργία της παραπάνω αναφερόμενης επιχείρησής του, απευθύνθηκε στην τεχνική εταιρεία "...

Α.Ε." (... S.A.), η οποία, κατόπιν έρευνας, διαπίστωσε ότι δεν ήταν δυνατή η έκδοση νόμιμης άδειας ανέγερσης κτιριακών εγκαταστάσεων επί του επίδικου ακινήτου, διότι αυτό βρίσκεται εντός της περιφερειακής ζώνης Γ5 της προστατευόμενης περιοχής του Εθνικού Πάρκου των εκβολών των ποταμών Γαλλικού, Αξιού, Λουδία και Αλιάκμονα της Αλυκής Κίτρους και της λιμνοθάλασσας Καλοχωρίου και της ευρύτερης περιοχής, όπου δεν προβλέπεται η ανέγερση βιομηχανικών κτιρίων ή άλλων υποδομών, πέραν κατοικιών ή ισογείων γεωργικών αποθηκών μεγίστου εμβαδού 120 τ.μ.

και ύψους 4,5 μέτρων και η εν γένει χαμηλής όχλησης για το περιβάλλον δραστηριότητα και ότι η ως άνω ένταξη της περιοχής στο ως άνω Εθνικό Πάρκο πραγματοποιήθηκε με την υπ' αριθμ. ...6/2009 ΚΥΑ (ΦΕΚ Α 220/14.5.2009), κρίνοντας στη συνέχεια ότι Α) το επίδικο ακίνητο δεν περιλαμβάνεται στη ζώνη της συνθήκης Ραμσάρ και Β) ότι λόγω της λήξης της ισχύος της ΚΥΑ 14874/3291/1998 μετά την πάροδο διετίας, κατά την υπογραφή του επίδικου συμβολαίου ήταν απρόσκοπτη η δόμηση του επίδικου ακινήτου, όπως προκύπτει από τα μνημονευόμενα σε αυτή (απόφαση) έγγραφα, ιδιωτικές γνωμοδοτήσεις, τεχνικές εκθέσεις και οικοδομικές άδειες, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι "το επίδικο ακίνητο κατά το χρόνο της μεταβίβασής του, από τους εναγομένους στον ενάγοντα δεν είχε ελαττώματα ή έλλειψη συνομολογηθεισών ιδιοτήτων, όπως ισχυρίζεται ο ενάγων, αφού κατά το χρόνο αυτό δεν ίσχυαν οι ως άνω υπουργικές αποφάσεις και ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο σύμφωνα με τις γενικές πολεοδομικές διατάξεις", χωρίς ωστόσο να διευκρινίζει, αν μέχρι τότε είχε ματαιωθεί ή παύσει για οποιοδήποτε λόγο, η έχουσα ήδη αρχίσει, πριν την έκδοση της ΚΥΑ 14874/3291/1998, διαδικασία χαρακτηρισμού της ευρύτερης περιοχής του επίδικου ακινήτου ως προστατευόμενης, η οποία, ενόψει των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, δυνάμενη και αποτελέσει την αιτία της ελαττωματικότητας αυτού, με την περάτωσή της, κατ' αιτιώδη δυναμικότητα, μπορεί να εξελιχθεί και να επιφέρει την ολοκλήρωση και ανάδειξη του επίμαχου ελαττώματος ή την έλλειψη της συνομολογημένης ιδιότητας.

Επίσης, όσον αφορά την αδικοπρακτική ευθύνη των τεσσάρων πρώτων αναιρεσιβλήτων εναγομένων, το Εφετείο, ενώ δέχεται με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι στο περιεχόμενο του συμβολαίου, που αναγνώστηκε και υπογράφηκε από τους διαδίκους συμβαλλομένους, αναφέρεται ότι "το μεταβιβαζόμενο ακίνητο δεν βρίσκεται, μεταξύ άλλων, σε βιότοπο", καθώς και ότι το γεγονός της υπαγωγής του επίδικου ακινήτου στην ως άνω περιφερειακή ζώνη προστασίας με την ως άνω πρώτη υπουργική απόφαση ήταν γνωστό στους τέσσερις πρώτους εναγομένους, τόσο κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων, όσο και κατά το χρόνο της σύναψης της επίδικης αγοραπωλησίας, όπως συνομολογούν οι ίδιοι με τις προτάσεις τους στον πρώτο βαθμό κατά τους ισχυρισμούς τους, όμως πίστευαν ότι η ευρύτερη περιοχή στην οποία βρίσκεται το επίδικο ακίνητο έπαψε να ανήκει στις προστατευόμενες ζώνες που διαμόρφωσε η ως άνω υπουργική απόφαση, λόγω της διετούς ισχύος της και της συνακόλουθης λήξης της κατά το έτος 2000, χωρίς έκτοτε και έως την έκδοση της υπ' αριθμ. ...6/2009 ΚΥΑ, να επανακριθεί η υπαγωγή της ή μη στις άνω ζώνες, καταλήγει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι "ο ενάγων δεν εξαπατήθηκε με οποιοδήποτε τρόπο, από τους εναγομένους, οι οποίοι πώλησαν το ακίνητό τους στον ενάγοντα στην τρέχουσα τιμή της αγοράς κατά το χρόνο της πώλησης", χωρίς όμως να διευκρινίζει, ενόψει του ειδικού σκοπού χρήσης του πωλούμενου ακινήτου από τον αγοραστή, που δέχεται, εάν αυτοί (πωλητές) είχαν ή όχι νομική υποχρέωση ενημέρωσης του αγοραστή ενάγοντος - αναιρεσείοντος για την έχουσα ήδη αρχίσει πριν την έκδοση της ΚΥΑ 14874/3291/1998 διαδικασία χαρακτηρισμού της ευρύτερης περιοχής του επίδικου ακινήτου ως προστατευόμενης και σε καταφατική περίπτωση, εάν αυτοί παρέλειψαν από υπαιτιότητα ή μη, συμπεριλαμβανομένης και της αμέλειας, την εκπλήρωση της αντίστοιχης υποχρέωσής τους.

Επομένως, οι συναφείς και ενιαία εκτιμώμενοι πρώτος, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος, πέμπτος λόγοι αναίρεσης, με τους πρώτο και τρίτο πρόσθετους λόγους αυτής, κατά το μέρος που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, οι ως άνω πλημμέλειες από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, (κατ' ορθή υπαγωγή), είναι βάσιμοι.

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.

ΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997). Πράγματα, επίσης, κατά την έννοια της αμέσως πιο πάνω διάταξης, αποτελούν και οι λόγοι έφεσης, που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (Ολ. ΑΠ 11/1996, ΑΠ 2024/2009). Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτουν τα ακόλουθα:

Ο αναιρεσείων με την ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης από 19.10.2010 ένδικη αγωγή του, που απευθύνεται, τόσο κατά των τεσσάρων πρώτων αναιρεσιβλήτων, όσον και κατά του πέμπτου τούτων Δ. Π., ζήτησε να υποχρεωθεί ο τελευταίος, με τον οποίο τον συνέδεε σύμβαση μεσιτείας για την αγορά του επίδικου ακινήτου, να του καταβάλλει αλληλεγγύως και εις ολόκληρο με τους λοιπούς εναγομένους, το συνολικό ποσό των 585.677,46 ευρώ, ως αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη από την περιγραφόμενη αδικοπρακτική και αντισυμβατική συμπεριφορά του σε βάρος του, κατά τα ειδικότερα σε αυτή εκτιθέμενα.

Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης), με την 11561/2012 απόφασή του απέρριψε την αγωγή κατά του πέμπτου αναιρεσιβλήτου ως μη νόμιμη κατά την αντικειμενικώς σωρευόμενη βάση της, από τις διατάξεις περί πλημμελούς εκτέλεσης της σύμβασης μεσιτείας, όσον αφορά την αμοιβή του πέμπτου εναγομένου, με την αιτιολογία ότι "η υποσχεθείσα σε μεσίτη αμοιβή ένεκα της μεσολάβησής του, ή της υπόδειξης από μέρους του ευκαιρίας για τη σύναψη συμβάσεως, νομίμως καταβάλλεται σε αυτόν, εφόσον λάβει χώρα η κατάρτιση της συμβάσεως ως συνέπεια της μεσολαβήσεως ή της υποδείξεως του μεσίτη και υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της μεσιτικής δραστηριότητας και της καταρτίσεως της πράξεως, για την οποία δόθηκε η εντολή" και ως ουσιαστικά αβάσιμη κατά την περί αδικοπραξίας βάση της, επειδή, κατά τις παραδοχές του, δεν αποδείχθηκε ότι ο πέμπτος εναγόμενος μεσίτης απέκρυψε δολίως την ύπαρξη του παραπάνω ελαττώματος από τον ενάγοντα, ο οποίος αγνοούσε την ύπαρξή του, πριν αλλά και κατά το χρόνο σύναψης της συμβάσεως πωλήσεως, καθόσον αυτός ουδεμία άλλη ανάμειξη είχε με τον ενάγοντα, πλην της υποδείξεως του επίδικου ακινήτου, με κριτήριο την έκτασή του στην περιοχή αυτή και της χορήγησης σε αυτόν των στοιχείων των ιδιοκτητών, ώστε να έλθουν σε επαφή μεταξύ τους τα συμβαλλόμενα μέρη, καταδικάζοντας τον ενάγοντα λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα του πέμπτου εναγομένου, ύψους 11.400 ευρώ.

Για την ως άνω απόρριψη της αγωγής του κατά του πέμπτου αναιρεσιβλήτου και την καταδίκη του στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του τελευταίου, παραπονέθηκε ο αναιρεσείων με την 2165/20.6.2012 έφεσή του για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, καθώς και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, όπως ειδικότερα εκτίθεται στους αντίστοιχους λόγους του δικογράφου της, πλην όμως, όπως προκύπτει από τις αιτιολογίες και το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, που προεκτέθηκε, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν ερεύνησε τη βασιμότητα ή μη των λόγων έφεσης του αναιρεσείοντος, που αφορούν την απόρριψη της αγωγής του κατά του πέμπτου αναιρεσίβλητου.

Με τα δεδομένα αυτά, ο ένατος, κατά το σχετικό μέρος του, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, η από τον αριθμό 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν ερεύνησε τους αμέσως πιο πάνω λόγους της έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου που απέρριψε την από 19.10.2010 αγωγή του εναντίον του πέμπτου αναιρεσιβλήτου και καταδίκασε αυτόν στην καταβολή της δικαστικής δαπάνης του τελευταίου, είναι βάσιμος.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η κρινόμενη από 10.12.2014 αίτηση αναίρεσης με τους πρόσθετους αυτής λόγους πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, στο σύνολό της, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης και των πρόσθετων αυτής λόγων. Στη συνέχεια, πρέπει η υπόθεση να παραπεμφθεί, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση, κατά την παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 65 του ν. 4139/2013 και ισχύει μετά το ν. 4335/2015. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, όπως ήδη ισχύει μετά το ν. 4335/2015, η απόδοση στον αναιρεσείοντα του παραβόλου, που καταβλήθηκε από αυτόν, όπως προκύπτει από τη 255/10.12.2014 έκθεση κατάθεσης της ως άνω αίτησης αναίρεσης, που συντάχθηκε από τη γραμματέα του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσιβλήτων, λόγω της ήττας τους, κατά το σχετικό περί τούτου νόμιμο αίτημα αυτού (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την 1650/2014 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο παραπάνω Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την απόδοση στον αναιρεσείοντα του κατατεθέντος παραβόλου.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Μαΐου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Οκτωβρίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ