Legislator Case Law & Legislation
1497/2017 AI generated

1497/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1497/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1497/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση και τους προσθέτους λόγους αναιρέσεως προσβάλλεται η κατά την τακτική διαδικασία και κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων εκδοθείσα υπ’ αριθ. 2289/2014 απόφαση του ως Εφετείου δικάζοντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε την έφεση της ήδη αναιρεσιβλήτου και εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση δέχθηκε την ένδικη αγωγή της τελευταίας, κατά του ήδη αναιρεσείοντος.

Keywords

AI generated
issue price nullity of agreements and decisions pricing policy cancellation of securities issue of securities greenhouse gas emission allowance trading
AI generated
1632/2012
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
538/2019
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1298/2013
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
329/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
586/2017
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1497 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1497/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την υπ’ αριθμ. 64/2017 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δήμητρας Παπαντωνοπούλου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό - Εισηγητή, Αβροκόμη Θούα και Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Γ. του Ζ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεόντιο Ασλανίδη. Της αναιρεσίβλητης: Μ. Α. του Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φραγκίσκο Κοτσώνη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-11-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3870/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 2289/2014 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14-1-2016 αίτησή του και τους από 8-7-2016 πρόσθετους αυτής λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των πρόσθετων αυτής λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση και τους προσθέτους λόγους αναιρέσεως προσβάλλεται η κατά την τακτική διαδικασία και κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων εκδοθείσα υπ’ αριθ. 2289/2014 απόφαση του ως Εφετείου δικάζοντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε την έφεση της ήδη αναιρεσιβλήτου και εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση δέχθηκε την ένδικη αγωγή της τελευταίας, κατά του ήδη αναιρεσείοντος.

Επειδή, κατά το άρθρο 560 του Κ.Πολ.Δ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το ν. 4335/2015 και εφαρμόζεται εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου καταθέσεως του ενδίκου μέσου, "κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά τωναποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ` αυτούς,...5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".

Oι διατάξεις αυτές ταυτίζονται ως προς την διατύπωση και την έννοια των προς τις αντίστοιχες διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1, 8 και 19 Κ.Πολ.Δ.. Έτσι, κατά την πρώτη των διατάξεων τούτων (560 αριθμ. 1), ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Με το λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απερρίφθη ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απερρίφθη ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ.

Α.Π. 27 και 28/1998). Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως εδέχθη ως αποδειχθέντα το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (Α.Π. 43/2013, 335/2012).

Περαιτέρω, ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 560 αριθμ.5 , αντιστοίχου εκείνης του άρθρου 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ., θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκουμένου με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Εξάλλου δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. Α.Π. 12/1997) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.

Α.Π. 11/1996) ή παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή, που δεν ασκούσε επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π. 2/1989). Επίσης ο από το άρθρο 560 αριθμ.6 Κ.Πολ.Δ. (αντίστοιχος του 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ.), λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνος δικαίου, για την επέλευση της εννόμου συνεπείας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.Α.Π. 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα, και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε στο πλαίσιο της ερευνωμένης διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων(Α.Π.1577/2013).

Τέλος κατά το άρθρο 513 του Α.Κ. , με τη σύμβαση της πωλήσεως ο μεν πωλητής έχει την υποχρέωση να μεταβιβάσει την κυριότητα του πωληθέντος πράγματος και να παραδώσει αυτό στον αγοραστή, ο δε αγοραστής να πληρώσει το συμφωνηθέν τίμημα, ενώ από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 540 αριθμ. 3, 554 και 555 εδ. α’ του Α.Κ.

προκύπτει ότι σε περίπτωση ευθύνης του πωλητού για πραγματικό ελάττωμα του πωληθέντος πράγματος, τα δικαιώματα του αγοραστού, μεταξύ των οποίων(επί ουσιώδους ελαττώματος) και αυτό της υπαναχωρήσεως από τη σύμβαση, παραγράφονται προεκειμένου περί κινητών πραγμάτων, μετά την πάροδο δύο ετών, από της παραδόσεως του πράγματος στον αγοραστή.

Στην προκειμένη περίπτωση, το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος των τα εξής: " Δυνάμει συμβάσεως πωλήσεως, που κατήρτισε με τον εναγόμενο (ήδη αναιρεσείοντα) στην Αθήνα, κατά το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2005, η ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητος) πώλησε και παρέδωσε σε αυτόν διάφορες ποσότητες εμπορευμάτων (χαρτικών ειδών και ειδών σχεδίου), εκδίδοντας τα κάτωθι παραστατικά (τιμολόγια παροχής πωλήσεως με τα συνημμένα επ’ αυτών δελτία αποστολής): 1) το υπ’ αριθμ. .../08.09.2005 δελτίο αποστολής- τιμολόγιο πώλησης, συνολικού ποσού 2005,50 ευρώ συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ (19%), 2) το υπ’ αριθμ. ...04.10.2005 δελτίο αποστολής-τιμολόγιο πώλησης, συνολικού ποσού 1924,52 ευρώ συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ (19%) και 3) το υπ’ αριθμ. .../04.10.2005 δελτίο αποστολής- τιμολόγιο πώλησης, συνολικού ποσού 3890,11 ευρώ συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ (19%).

Τα ανωτέρω εμπορεύματα παραδόθηκαν στον εναγόμενο, παρελήφθησαν δε, όπως προκύπτει από την κατάθεση της μάρτυρος ανταπόδειξης από υπάλληλο του τελευταίου. Από τα ανωτέρω τιμολόγια δελτία αποστολής σε συνδυασμό και με την κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης προκύπτει οφειλή του εναγομένου έναντι της ενάγουσας συνολικού ποσού 7820,13 ευρώ.

Ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι μεταξύ του ιδίου και της ενάγουσας συμφωνήθηκε προφορικά η πώληση του συνόλου του εμπορεύματος που είχε στο κατάστημά της η ενάγουσα ( stock) αντί του τιμήματος των 3000 ευρώ. Ωστόσο, δεν προέκυψε, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ότι ο τελευταίος διαμαρτυρήθηκε μετά την παραλαβή των εμπορευμάτων και την τιμολόγησή τους στην ενάγουσα τον Οκτώβριο του έτους 2005, κατά μείζονα λόγο, ότι υπαναχώρησε από την ένδικη σύμβαση.

Μόνη δε η κατάθεση της μάρτυρος ανταπόδειξης, συζύγου του εναγομένου, η οποία καταθέτει αρχικά αόριστα ότι επικοινώνησαν τηλεφωνικά με την ενάγουσα ενώ, στη συνέχεια, καταθέτει ότι επιχείρησε να επικοινωνήσει τηλεφωνικά με την τελευταία χωρίς αποτέλεσμα, προκειμένου να διαμαρτυρηθούν για τη μη τήρηση της συμφωνίας από μέρους τους και την εξ αυτού του λόγου υπαναχώρησή τους από αυτή, δεν αρκεί για την συναγωγή αντιθέτου αποδεικτικού πορίσματος, λαμβανομένου υπ’ όψιν αφ’ ενός της ιδιότητάς της ως συζύγου του, αφ’ ετέρου δε, λόγω του ότι δεν επακολούθησε παρά την παρέλευση μακρού χρονικού διαστήματος από την παραλαβή των εμπορευμάτων μέχρι την άσκηση της αγωγής, η αποστολή οποιουδήποτε έγγραφου στην ενάγουσα με το οποίο ο τελευταίος να εκφράζει τη διαμαρτυρία του και να δηλώνει την υπαναχώρησή του.

Ούτε, εξάλλου, αποδείχθηκε ότι ο τελευταίος προέβη στην επιστροφή του εμπορεύματος στην τελευταία μετά την επικαλούμενη υπαναχώρησή του, ο δε ισχυρισμός του ότι δεν επέστρεψε τα εμπορεύματα προς το σκοπό εξυπηρέτησης της ενάγουσας, η οποία έκλεισε το κατάστημά της και δεν είχε χώρο να τα αποθηκεύσει, δεν κρίνεται πειστικός, καθ’ όσον η τελευταία έκλεισε το κατάστημά της το Δεκέμβριο του έτους 2005 και όχι τον Ιούλιο του ιδίου ως άνω έτους, όπως αβάσιμα διατείνεται.

Απορριπτέος είναι, επιπροσθέτως, για τους ανωτέρω λόγους, και ο ισχυρισμός του εναγομένου περί καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος από μέρους της ενάγουσας με την άσκηση της αγωγής της, καθ’ όσον ουδόλως προέκυψε ότι υπερέβη η τελευταία τα όρια που επιβάλλουν η, καλή πίστη και τα χρηστά συναλλακτικά ήθη με την άσκηση της κρινόμενης αγωγής.

Με το να κρίνει, επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ότι ο εναγόμενος υπαναχώρησε από την ένδικη σύμβαση και μάλιστα με την προβολή της σχετικής ένστασής του κατά την πρωτοβάθμια δίκη, κατά την οποία, πρέπει, να σημειωθεί ότι κατ’ άρθρον 554 ΑΚ το δικαίωμά του είχε ούτως ή άλλως παραγραφεί, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει να γίνει δεκτός ο συναφής λόγος έφεσης..." .

Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεχόμενο τύποις και ουσία την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δικάζοντας δε κατ’ ουσίαν την υπόθεση δέχθηκε, ως κατ’ ουσίαν βάσιμη την αγωγή και υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει νομιμοτόκως στην ενάγουσα το χρηματικό ποσό των 7.820,13 ευρώ.

Έτσι κρίνοντας το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 513 και 554 του Α.Κ., οι προϋποθέσεις εφαρμογής των οποίων συντρέχουν εν προκειμένω, με βάση τις αναιρετικώς ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως. Επομένως, ο περί του αντιθέτου δεύτερος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον προβάλλεται η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

αιτίαση, τυγχάνει προεχόντως απαράδεκτος λόγω αοριστίας του, συνισταμένης στο ότι δεν προσδιορίζεται το ερμηνευτικό σφάλμα του Δικαστηρίου ως προς τις διατάξεις αυτές ή το υπαγωγικό σφάλμα στο οποίο υπέπεσε με την υπαγωγή στις εν λόγω διατάξεις των κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του γενομένων δεκτών ως αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών.

Αντιθέτως με το λόγο αυτό πλήττεται ευθέως η εκτίμηση των αποδείξεων, σε πλημμελή εκτίμηση των οποίων αποδίδεται η παραδοχή από το Δικαστήριο των ανωτέρω πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν το πραγματικό των προαναφερομένων διατάξεων. Η κρίση όμως του Δικαστηρίου ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και την ουσία της υποθέσεως δεν ελέγχεται αναιρετικώς και συνεπώς ο συγκεκριμένος λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.

Ο αυτός αναιρετικός λόγος δε κατά το μέρος που προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια λόγω παραβιάσεως των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών , είναι αβάσιμος , ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού το Δικαστήριο, όπως σαφώς προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο της αποφάσεώς του έκρινε σαφή ως προς περιεχόμενό της την συναφθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση και δεν δέχθηκε έστω και εμμέσως την ύπαρξη αμφιβολίας ή κενού , ώστε να συντρέχει λόγος ερμηνείας της και προσφυγής εντεύθεν στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 Α.Κ.

προς διαπίστωση της αληθούς εννοίας αυτής. Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν εστέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, καθόσον διέλαβε σ’ αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, τις οποίες και δεν παραβίασε εκ πλαγίου.

Τούτο δε διότι αναφέρονται στην απόφαση, όπως προκύπτει από το προπαρατεθέν ουσιώδες περιεχόμενό της, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα περί της ουσιαστικής βασιμότητος της ενδίκου αγωγής και δη η σύναψη μεταξύ των διαδίκων της συμβάσως πωλήσεως, κατά τον μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2005, με αντικείμενο τα εμπορεύματα (χαρτικά είδη) που αναφέρονται στα εκδοθέντα σχετικώς παραστατικά (τιμολόγια πωλήσεως-δελτία αποστολής) , τα οποία και μνημονεύονται στην απόφαση, η ανεπιφύλακτη παραλαβή των πωληθέντων εμπορευμάτων από τον εναγόμενο, η μη καταβολή εκ μέρους του του συμφωνηθέντος τιμήματος, που ανέρχεται συνολικώς, με βάση τα εκδοθέντα τιμολόγια, στο αιτούμενο με την αγωγή συνολικό ποσό των 7.820,13 ευρώ και τέλος η παραγραφή του προβληθέντος από τον εναγόμενο, το πρώτο κατά την ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου συζήτηση της αγωγής, δικαιώματος υπαναχωρήσεως από την επίδικη σύμβαση, λόγω παρελεύσεως της προβλεπομένης στις διατάξεις των άρθρων 554 και 555 Α.Κ.

διετούς προθεσμίας από της παραδόσεως σ’ αυτόν των πωληθέντων εμπορευμάτων. Επομένως, ο περί του αντιθέτου, πρώτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση αιτιάσεις από το άρθρο 560 αριθμ.6 Κ.Πολ.Δ., για ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες της προσβαλλομένης αποφάσεως ως προς τον χρόνο συνάψεως της συμβάσεως πωλήσεως, το αντικείμενο αυτής και το ύψος του συμφωνηθέντος τιμήματος είναι αβάσιμος.

Ας σημειωθεί ότι οι ως άνω αναιρετικές αιτιάσεις στηρίζονται σε διαφορετικές παραδοχές από τις αναφερόμενες στην προσβαλλομένη απόφαση, οι οποίες, κατά τα ιστορούμενα στον αντίστοιχο λόγο αναιρέσεως, οφείλονται σε εσφαλμένη από το Δικαστήριο εκτίμηση των αποδείξεων. Η εκτίμηση όμως των αποδείξεων εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου και συνεπώς ο λόγος αυτός αναιρέσεως κατά το αντίστοιχο μέρος του τυγχάνει απαράδεκτος.

Τέλος ο αναιρεσείων με την αίτηση αναιρέσεως προβάλλει αιτιάσεις από το άρθρο 560 αριθμ. 5 Κ.Πολ.Δ. , υπό τη έννοια το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ειδικότερα ως πράγμα που δεν προτάθηκε προβάλλεται ο χρόνος καταρτίσεως της συμβάσεως πωλήσεως, που, κατά τον αναιρεσείοντα ήταν ο Οκτώβριος του 2005, και όχι ο Σεπτέμβριος του ιδίους έτους, που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, ο οποίος δεν αποδείχθηκε, ούτε και προτάθηκε από οποιονδήποτε των διαδίκων.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι ο χρόνος καταρτίσεως της συμβάσεως δεν αποτελεί πράγμα, κατά την προεκτθείσα του σχετικού όρου έννοια, ήτοι αυτοτελή ισχυρισμό, αλλά πραγματικό γεγονός που αποτελεί αντικείμενο αποδείξεως, η σχετική δε κρίση του Δικαστηρίου δεν ελέγχεται αναιρετικώς.

Επιπροσθέτως δε η προβαλλομένη αναιρετική αιτίαση είναι και αλυσιτελής, αφού η προβαλλομένη διαφοροποίηση ως προς τον ακριβή χρόνο καταρτίσεως της επιδίκου συμβάσεως, δεν επηρεάζει την παραγραφή του δικαιώματος υπαναχωρήσεως του εναγομένου, με δεδομένη την παραδοχή της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι το δικαίωμα αυτό ασκήθηκε το πρώτο κατά την ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου συζήτηση της ενδίκου αγωγής.

Εξάλλου ως πράγματα που προτάθηκαν και δεν ελήφθησαν υπόψη από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ο αναιρεσείων επικαλείται τους περιεχομένους στις κατατεθείσες προτάσεις του αρνητικούς της αγωγής ισχυρισμούς του και συγκεκριμένα ότι η συναφθείσα μετά της εναγούσης σύμβαση πωλήσεως αφορούσε το σύνολο των ευρισκομένων στην αποθήκη της εμπορευμάτων αυτής (στοκ) αντί ενιαίου συνολικού τιμήματος 3.000 ευρώ πλέον Φ.Π.Α., ότι τα εμπορεύματα απεστάλησαν στο κατάστημα αυτού εν απουσία του, γι’ αυτό και τα παραστατικά δεν φέρουν την υπογραφή του και τέλος ότι η ενάγουσα παραδέχθηκε ήδη από τον Οκτώβριο του 2005 και σε κάθε περίπτωση με την άσκηση της ενδίκου αγωγής ότι τα πωληθέντα εμπορεύματα ήταν ελαττωματικά και συμφώνησε στην ανατροπή της συναφθείσης συμβάσεως.

Ο λόγος αναιρέσεως, κατά τις ανωτέρω αιτιάσεις είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι οι φερόμενοι ως αγνοηθέντες ισχυρισμοί του αναιρεσείοντες δεν συνιστούν πράγματα, κατά την προεκτεθείσα του όρου αυτού έννοια, ήτοι αυτοτελείς ισχυρισμούς που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αλλά αρνητικούς της αγωγής ισχυρισμούς, που δεν στοιχειοθετούν τον αντίστοιχο αναιρετικό λόγο.

Σε κάθε περίπτωση όμως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως τυγχάνει αβάσιμος, καθόσον, από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι οι ανωτέρω ισχυρισμοί, αλλά και οι αυτοτελείς του αναιρεσείοντος, αλλά και οι αυτοτελείς ισχυρισμοί του ιδίου περί καταχρήσεως δικαιώματος και υπαναχωρήσεως της συμβάσεως, ελήφθησαν υπόψη από το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και απερρίφθησαν στην ουσία τους εκ των πραγμάτων, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που συγκροτούν τους ισχυρισμούς αυτούς.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η αίτηση αναιρέσεως, όπως διαμορφώθηκε με τους παραδεκτώς ασκηθέντες προσθέτους λόγους αυτής, πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί δε η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθεί επί πλέον αυτός, ως ηττώμενος (άρθρα 176, 183 και 191 παρ,2 Κ.Πολ.Δ.) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσιβλήτου , κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό εκτιθέμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14 Ιανουαρίου 2016 αίτηση και τους από 8 Ιουλίου 2016 προσθέτους λόγους αναιρέσεως του Α. Γ. κατά της υπ’ αριθμ. 2289/2014 αποφάσεως του ως Εφετείου Δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Σεπτεμβρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ