Legislator Case Law & Legislation
1497/2011 AI generated

1497/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1497/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1497/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι για να έχει ο κάτοχος την προστασία του νομέα κατά των τρίτων, πρέπει να έλαβε την κατοχή από τον νομέα με τρόπο παράγωγο, δηλαδή με παράδοση από αυτόν, ύστερα από συμφωνία τους, βασιζόμενη σε ορισμένη ενοχική σχέση, που δικαιολογεί την κατοχή, έστω και αν δεν καταρτίσθηκε έγκυρη σύμβαση μεταξύ τους, για έλλειψη τυχόν του νομίμου τύπου ή άλλο ελάττωμα.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1497 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1497/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Κ. Γ. του Δ., κατοίκου ..., και 2. Ε. συζ. Α. Κ., το γένος Δ. Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Καρούζο.

Της αναιρεσίβλητης: Ν. συζ. Ε. Γ., το γένος Δ. Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μανθούλα Πασσαδέλη-Γκιβίση.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-7-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5400/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 4800/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27-3-2009 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Μιτσιάλης ανέγνωσε την από 14-9-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", η ισχύς της οποίας διατηρήθηκε και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, σύμφωνα με το άρθρο 53 Εισ.ΝΑΚ και επεκτάθηκε και υπέρ των Δήμων και Κοινοτήτων με το άρθρο 1 του ν. δ/τος 31/1968 "επί των αδεσπότων και των δημοσίων κτημάτων εν γένει νομεύς θεωρείται το Δημόσιον, έστω και αν ουδεμίαν ενήργησεν επ' αυτών πράξιν νομής". Εξάλλου, κατά την παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου "Νομή παρά τρίτου θεωρείται ασκουμένη α) ... β) επί των λοιπών αγροτικών κτημάτων μόνο δια τακτικής καλλιέργειας και γ) ...". Περαιτέρω, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 3 του πιο πάνω νόμου (α.ν. 1539/38), η οποία είναι ουσιαστικού δικαίου, "η νομή δεν επιδικάζεται εις τον ενάγοντα ιδιώτη, εφ' όσον το Δημόσιον ήθελε αποδείξει είτε ιδίαν αυτού κυριότητα, είτε ότι η κυριότητα δεν ανήκει στον ενάγοντα", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 του ιδίου νόμου "τα επί ακινήτων κτημάτων δικαιώματα του Δημοσίου εις ουδεμίαν υπόκεινται παραγραφήν". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει με σαφήνεια, ότι στην περίπτωση κατά την οποία ο τρίτος καταλαμβάνει αυθαιρέτως δημόσιο κτήμα μεν, αλλά αγροτικό, ήτοι κατάλληλο για αγροτική καλλιέργεια, εκμεταλλεύεται δε τούτο με τακτική καλλιέργεια, σύμφωνα με τον προορισμό του, θεωρείται ότι ασκεί "νομή" επ' αυτού" Η τέτοια δε "νομή"

δεν επιδικάζεται στον ενάγοντα ιδιώτη, ούτε και θεμελιώνει, οσοδήποτε μακρά και αν είναι, δικαίωμα κυριότητας στο κτήμα του Δημοσίου, το οποίο (Δημόσιο) και μόνον θεωρείται νομέας. Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 997 ΑΚ, σε περίπτωση παράνομης διατάραξης της νομής πράγματος ή δικαιώματος ή αποβολής από αυτήν, έχει κατά τρίτων τις αγωγές της νομής και εκείνος που απέκτησε την κατοχή του πράγματος ή του δικαιώματος από το νομέα ως μισθωτής ή θεματοφύλακας ή με άλλη παρόμοια σχέση.

Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι για να έχει ο κάτοχος την προστασία του νομέα κατά των τρίτων, πρέπει να έλαβε την κατοχή από τον νομέα με τρόπο παράγωγο, δηλαδή με παράδοση από αυτόν, ύστερα από συμφωνία τους, βασιζόμενη σε ορισμένη ενοχική σχέση, που δικαιολογεί την κατοχή, έστω και αν δεν καταρτίσθηκε έγκυρη σύμβαση μεταξύ τους, για έλλειψη τυχόν του νομίμου τύπου ή άλλο ελάττωμα.

Αν, επομένως, δεν συντρέχει ο ουσιώδης όρος της ύπαρξης της κατοχής με τη σύμφωνη βούληση του νομέα, ο καταλαβών το πράγμα είναι αυθαίρετος κάτοχος και δεν έχει την προστασία του άρθρου 997 ΑΚ. Αυτά, κατά μείζονα λόγο, ισχύουν και στην περίπτωση δημοσίου κτήματος, του οποίου η παραχώρηση της χρήσεως από το Δημόσιο, ως νομέα, γίνεται μάλιστα, υποχρεωτικά με σύμβαση καταρτιζόμενη εγγράφως, κατά τους όρους των άρθρων 2 παρ.1 και 23 παρ.1 του α.ν. 1539/1938.

Ώστε ο ενεργήσας μονομερώς αυθαίρετη κατάληψη τέτοιου κτήματος δεν θεωρείται πάντως ότι έχει τη σύμφωνη προς τούτο βούληση του νομέα. Ο κάτοχος αυτός, που δεν έχει προστατευόμενο κατά το νόμο δικαίωμα κατοχής, αφού αποκτά, υπό όρους μόνο δικαίωμα εξαγοράς (άρθρο 2 παρ.2, 26 επ. α.ν. 1539/1938), δεν μπορεί να ζητήσει έννομη προστασία με τις διατάξεις του άρθρου 997 ΑΚ (ΑΠ 462/1990 μειοψηφία Δνη 31,1003).

Εξάλλου, η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο και την αιτίαση, ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε σε πρώτο ή σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ συνέβαινε το αντίθετο, σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 28/98).

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση της ένδικης από 30.7.2004 αγωγής περί αποβολής από τη συννομή κοινού των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων ακινήτου προκύπτει, ότι οι τελευταίοι ιστορούν ότι αυτοί και η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, κατέστησαν συννομείς κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας από αυτούς, του αγροτεμαχίου, που βρίσκεται στη θέση "...", επιφανείας 2.000 τμ, ιδιοκτησίας του Δήμου Παιανίας Αττικής, πραγματοποιώντας σ' αυτό καλλιέργειες και δενδροφυτεύσεις, όπως κηπευτικά, ελιές, κλήματα κ.λ.π., μέσω της συννομέως εναγομένης και ότι η εναγομένη στις 10.10.2003, αντιποιούμενη παράνομα και αυθαίρετα τη συννομή τους επ' αυτού, τους απέβαλε από τη συννομή του εν εν λόγω αγροτεμαχίου παράνομα και χωρίς τη θέλησή τους.

Με την επίκληση δε των πραγματικών αυτών περιστατικών ζητούν να αναγνωριστούν συννομείς του επιδίκου ακινήτου κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας από αυτούς, αντίστοιχα, και να διαταχθεί η εκ μέρους της εναγομένης απόδοση της συννομής τους κατά τα ως άνω ποσοστά. Ακολούθως, το Εφετείο έκρινε, ότι η αγωγή δεν είναι νόμιμη, επειδή, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στο δικόγραφο αυτής, το επίδικο ακίνητο είναι ιδιοκτησίας του Δήμου Παιανίας Αττικής και, για τη θεμελίωση του δικαιώματος των εναγόντων, να ζητήσουν την έννομη προστασία του άρθρου 997 ΑΚ, δεν γίνεται επίκληση νομίμου τρόπου κτήσεως της κατοχής του επιδίκου από τον Δήμο Παιανίας, ο οποίος θεωρείται νομέας, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", η ισχύς του οποίου επεκτάθηκε, όπως προαναφέρθηκε και υπέρ των Δήμων και Κοινοτήτων και νομή δεν μπορεί να επιδικασθεί σε διαδίκους ιδιώτες.

Έτσι, που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε κανόνες ουσιαστικού δικαίου και, ειδικότερα, τις διατάξεις των άρθρων 997 ΑΚ, 2 παρ.1 και 2β και αρ.3 παρ. 3 του α.ν.1539/1938, τις οποίες εφάρμοσε, γιατί συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους, ενώ δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 987, 988 και 994 ΑΚ, γιατί δεν συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους, επειδή, ενώ στην αγωγή εκτίθεται, ότι το επίδικο ακίνητο ανήκει κατά κυριότητα στο Δήμο Παιανίας, δεν γίνεται σ' αυτή επίκληση κάποιου νομίμου τρόπου κτήσης από τους ενάγοντες της κατοχής του από το Δήμο Παιανίας, ο οποίος, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, θεωρείται νομέας αυτού.

Επομένως, ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Εξάλλου, δεν ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 περιπτ. β' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για μη λήψη υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όταν ο φερόμενος ως αγνοηθείς ισχυρισμός δεν είναι νόμιμος.

Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 8 περιπτ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον νομίμως προταθέντα απ αυτούς αυτοτελή ισχυρισμό, κατά τον οποίο, αυτοί και η εναγομένη είναι συννομείς του επιδίκου ακινήτου και η τελευταία προσέβαλε με αποβολή τη συννομή τους και, συνεπώς, αυτοί νομιμοποιούνται να ασκήσουν κατ' αυτής την περί αποβολής αγωγή του άρθρου 987 ΑΚ. Ο ισχυρισμός αυτός, όμως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, δεν είναι νόμιμος είναι νόμιμος και, επομένως, ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.

Αντίθετα, κατά τη γνώμη δύο μελών του παρόντος Δικαστηρίου και ειδικότερα, της Αντιπροέδρου Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη και του Αρεοπαγίτη Χαράλαμπου Δημάδη, από τις αμέσως πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 2, 3 παρ. 3 και 4 παρ.1 του α.ν. 1539/1938, που ήδη ισχύουν, σύμφωνα με εκείνη του άρθρου 53 Εισ.Ν.ΑΚ, και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (23.2.1946) και υπέρ Δήμων και Κοινοτήτων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 του ν.δ/τος 31/1968 προκύπτει με σαφήνεια, ότι στην περίπτωση κατά την οποία ο τρίτος καταλαμβάνει αυθαιρέτως δημόσιο ή δημοτικό κτήμα μεν, αλλά αγροτικό, ήτοι κατάλληλο για αγροτική καλλιέργεια, εκμεταλλεύεται δε τούτο με τακτική καλλιέργεια, σύμφωνα με τον προορισμό του, θεωρείται ότι ασκεί "νομή" επ' αυτού. Η τέτοια δε "νομή", αφού δεν επιδικάζεται στον ενάγοντα ιδιώτη, ούτε και θεμελιώνει οσοδήποτε μακρά και αν είναι, δικαίωμα κυριότητας στο κτήμα του Δημοσίου (ή του Δήμου), το οποίο (Δημόσιο ή Δήμος) και μόνον θεωρείται νομέας, εξομοιούται με την

"κατοχή", υπό την έννοια του ΑΚ (997 ΑΚ), η οποία και προστατεύεται από τις πιο πάνω διατάξεις, όσον αφορά την τακτική καλλιέργεια του αγροτικού κτήματος. Ως προστατευόμενος, επομένως, κάτοχος ο ως άνω τρίτος, σε περίπτωση παράνομης αποβολής του από άλλον περαιτέρω τρίτον, δικαιούται, έννομης προστασίας κατά τη διάταξη του άρθρου 997 ΑΚ (462/1990 πλειοψ. ο.π.π.).

Στην προκείμενη περίπτωση, η ένδικη αγωγή, σύμφωνα με τα όσα ειδικότερα εκτίθενται σ' αυτή, είναι νόμιμη, ενόψει του ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, ως προστατευόμενοι κάτοχοι του επίδικου ακινήτου, δικαιούνται να ζητήσουν την έννομη προστασία του άρθρου 997 ΑΚ, χωρίς παράλληλα να κρίνεται αναγκαία η επίκληση νομίμου τρόπου κτήσης από μέρους τους της κατοχής του επίδικου ακινήτου από το Δήμο Παιανίας. Επομένως, ο προαναφερόμενος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος. Από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 περίπτ. α' ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι νομιμοποίηση διαδίκων είναι η εξουσία διεξαγωγής συγκεκριμένης δίκης για συγκεκριμένη έννομη σχέση, καθοριζόμενη κατά κανόνα ως προς το αντικείμενό της καθώς και τους φορείς της από το ουσιαστικό δικαστήριο, με συνέπεια η από το επιλαμβανόμενο αγωγής δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένη κρίση ως προς τη νομιμοποίηση ή μη του ενάγοντα ή του εναγομένου να προϋποθέτει την από ίδιο δικαστήριο παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 18/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση, ενόψει της νομιμότητας, όπως ήδη εκτέθηκε, της ένδικης αγωγής, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες νομιμοποιούνταν στην άσκησή της κατά της αντιδίκου τους. Το Εφετείο, επομένως, που, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε ως μη νόμιμη την εν λόγω αγωγή, για τη σ'αυτή ειδικότερα διαλαμβανόμενη αιτία, που έχει ήδη εκτεθεί, συνακόλουθα δε ως "ενεργητικά ανομιμοποίητη", υπέπεσε, κατά τη γνώμη της μειοψηφίας του παρόντος Δικαστηρίου και κατ' ορθή εκτίμηση του ερευνώμενου αναιρετικού δεύτερου λόγου, στην από τον αριθμό 1 (και όχι στην από τον αριθμό 8 περίπτ. β') του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 994 εδάφ. β' και 997, αντίστοιχα, του ΑΚ και γι' αυτό και ο αναιρετικός αυτός λόγος, ως βάσιμος, πρέπει να γίνει δεκτός. Με τα δεδομένα αυτά και εφόσον η παρούσα απόφαση - περί απόρριψης της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης - λήφθηκε με διαφορά μιας ψήφου, πρέπει υποχρεωτικά να παραπεμφθούν οι περιεχόμενοι στην εν λόγω αίτηση αναίρεσης δύο λόγοι στην Τακτική Ολομέλεια του παρόντος Δικαστηρίου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 563 παρ. 2 εδάφ. γ' ΚΠολΔ, προκειμένου να κριθεί το παραδεκτό και βάσιμο αυτών.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Παραπέμπει στην Τακτική Ολομέλεια του παρόντος Δικαστηρίου τους περιεχόμενους στην από 27.3.2009 αίτηση των Κ. Γ. του Δ. κ.ά. για αναίρεση της 4800/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών δύο λόγους.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 25 Ιανουαρίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Οκτωβρίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ