Supreme Court dismisses appeal against prosecutor's decision to stop criminal proceedings due to procedural inadmissibility.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision to permanently stop criminal proceedings. The appellant, who did not appear in the council session, requested the annulment of the prosecutor's order based on Article 482 of the Code of Criminal Procedure. The Court ruled the appeal inadmissible because the prosecutor's proposal to declare it inadmissible did not require the appellant to receive the prosecutor's proposal content or appear personally before the Council, as mandated by Articles 308 and 485 of the Code.
Legislator headnote
AI generatedArticles 476, 482, 308, 485 of the Code of Criminal Procedure; An appeal against a prosecutor's decision to stop criminal proceedings is inadmissible if the prosecutor proposes its inadmissibility without notifying the appellant to review the proposal or appear personally.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1497 / 2006 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 1497/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ – ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κιτρίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως (κωλυομένου του Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη Κων/νου Βαρδαβάκη και του αρχαιότερου Αρεοπαγίτη Γεωργίου Ναυπλιώτη), Φώτιο Καϋμενάκη και Ελένη Παναγιωτάκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 7 Απριλίου 2006, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου ..., που δεν παραστάθηκε στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ΄ αριθμ. 2761/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτό, και ο αναιρεσείων – κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Ιανουαρίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 130/2006.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Θάνου εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή με αριθμό 131/22.3.06, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
1.- Επανεισάγω ενώπιόν σας, κατά τα άρθρα 476 και 513 παρ.1 εδ. α' ΚΠΔ, τη 2/5-1-06 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου ..., κατά του 2761/05 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο αποφαίνεται να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη που ασκήθηκε εναντίον του για παράβαση καθήκοντος, [άρθρο 259 ΠΚ], ύστερα από την 521/06 απόφασή σας, που διατάσσει την επέκταση της πρότασής μας και επί των συνυποβαλλόμενων με την αίτηση άλλων παρεπόμενων αιτημάτων του αναιρεσείοντος, και εκθέτω σχετικά τα ακόλουθα:
2.- Έλεγχος του τυπικά παραδεκτού.
α-Κατά το άρθρο 476 παρ.1, (όπως αντικατ. με το άρθρο 2 παρ.18 του Ν.2408/96), όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και, αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο.
Κατά το άρθρο 482 ΚΠΔ ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναίρεση του βουλεύματος όταν α) τον παραπέμπει στο ακροατήριο για κακούργημα και β) παύει προσωρινά την ποινική δίωξη εναντίον του. Ο δικαιολογητικός λόγος που επιτρέπει την αναίρεση κατά του βουλεύματος που παύει προσωρινά την ποινική δίωξη είναι ότι με το βούλευμα αυτό παραμένει σε εκκρεμότητα η απειλή της εξακολούθησης στο μέλλον της ποινικής δίωξης και επομένως καθίσταται αντίστοιχα φανερό το συμφέρον του για την προσβολή του. [Αιτιολ. έκθ. ΚΠΔ σελ.620]. Αντίθετα, δεν συντρέχει ο δικαιολογητικός αυτός λόγος και όταν το βούλευμα παύει οριστικά την ποινική δίωξη, γιατί το βούλευμα αυτό εκδίδεται διότι η αξίωση της Πολιτείας για την τιμωρία του δράστη υποχωρεί για λόγους δημοσίου συμφέροντος και δη της ανάγκης για τον κατευνασμό των παθών και την εσωτερική γαλήνη, ενώ το δικαστήριο εξαντλεί τη δικαιοδοσία του και απεκδύεται οριστικά από την υπόθεση, οπότε ο κατηγορούμενος δε έχει έννομο συμφέρον για την προσβολή του.
β-Στην προκείμενη περίπτωση, η αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά του 2761/05 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη που ασκήθηκε εναντίον του για το πλημμέλημα της παράβασης καθήκοντος, [άρθρο 259 ΠΚ], που φέρεται ότι τέλεσε στην ... στις 4-10-00,λόγω παραγραφής. Επομένως, στρέφεται κατά βουλεύματος που δεν υπόκειται στο ένδικο τούτο μέσο της αιτήσεως αναιρέσεως.
3.- Αίτημα αυτοπρόσωπης εμφάνισης
α-Κατά το άρθρο 309 παρ.2 του ΚΠΔ, το οποίο επίσης εφαρμόζεται αναλόγως και κατά τη διαδικασία ενώπιον του συμβουλίου εφετών (άρθρ. 316 παρ.2) και του Αρείου Πάγου [άρθρο 485 παρ.1 ΚΠΔ], "το συμβούλιο, με αίτηση ενός από τους διαδίκους, είναι υποχρεωμένο να διατάσσει την εμφάνισή τους ενώπιόν του, με την παρουσία και του εισαγγελέα, για να δώσουν κάθε διευκρίνιση.
Τότε μόνο είναι δυνατό να απορρίψει την αίτηση για εμφάνιση, όταν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι που αναφέρονται ειδικά στο βούλευμα". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι μόνο αν το συμβούλιο δεν απαντήσει καθόλου επί της αιτήσεως του κατηγορουμένου για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιόν του, ή αν αρνηθεί αναιτιολογήτως την εμφάνιση αυτή, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ.1 περ.
δ` του ΚΠΔ, η οποία δημιουργεί λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος, κατ` άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. α` του ίδιου Κώδικα. Το αναγνωριζόμενο αυτό στο κατηγορούμενο δικαίωμα της εμφάνισής στο συμβούλιο περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις που το Συμβούλιο αποφασίζει για την ουσία της κατηγορίας, [Μπάκας ΠΧΡ.ΛΖ/484, Μαργαρίτης Υπερ.91/861], ή, στην περίπτωση που επιλαμβάνεται κατόπιν ασκήσεως ενδίκου μέσου, όταν εξετάζει την ουσιαστική βασιμότητα των λόγων του ενδίκου μέσου, πράγμα που προϋποθέτει την παραδεκτή άσκησή του,[άρθρο 485 παρ.1,3 ΚΠΔ], και δεν επεκτείνεται και σε άλλες περιπτώσεις που το συμβούλιο αποφασίζει γι' άλλα ζητήματα, [ΑΠ. 552/95, Α.Π.1674/03 Π.
ΛΟΓ 03/1896].
β-Στην προκειμένη περίπτωση το αίτημα του κατηγορουμένου για εμφάνιση στο Συμβούλιο του Αρείου Πάγου κατά την εξέταση του τυπικά παραδεκτού της αιτήσεως αναιρέσεως κατά του αναιρεσιβαλλόμενου βουλεύματος είναι απορριπτέο ως απαράδεκτο, διότι το Συμβούλιο θα περιορισθεί να εξετάσει μόνο το τυπικά παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως και όχι την ουσιαστική βασιμότητα των λόγων για τους οποίους άσκησε το ένδικο τούτο μέσο. 4.- Αίτημα γνώσεως της εισαγγελικής προτάσεως.
α- Με το άρθρο 308 παρ. 2 Κ.Π.Δ ορίζονται, μεταξύ των άλλων, και τα ακόλουθα: «Οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα να γνωστοποιήσουν και προφορικά στον Εισαγγελέα, και πριν καταρτίσει την πρότασή του, ότι επιθυμούν να γνωρίσουν το περιεχόμενο της. Ο Εισαγγελέας οφείλει σ΄ αυτή την περίπτωση να ειδοποιήσει το διάδικο που άσκησε το δικαίωμα αυτό, αν κατοικεί στην έδρα του δικαστηρίου, διαφορετικά τον αντίκλητο που έχει διορίσει στην έδρα αυτή, για να προσέλθει και λάβει γνώση της πρότασης του μέσα σε είκοσι τέσσερις ώρες. Η ειδοποίηση αυτή μπορεί να γίνει και προφορικά ή τηλεφωνικά, οπότε αποδεικνύεται με βεβαίωση του αρμοδίου γραμματέα της Εισαγγελίας που επισυνάπτεται στη δικογραφία. Πριν παρέλθει χρονικό διάστημα δέκα ημερών από την ειδοποίηση η οικεία δικογραφία δεν εισάγεται στο συμβούλιο, αλλά παραμένει στη γραμματεία της Εισαγγελίας, εκτός αν υπάρχει κίνδυνος παραγραφής». Το τελευταίο εδάφιο της ανωτέρω διατάξεως προστεθέν με το άρθρο 3 παρ. 3 Ν.2145/1993 αντικατεστάθη ως ανωτέρω με το άρθρο 20 παρ. 2 του Ν. 3160/2003.
Κατά τα διαλαμβανόμενα στην εισηγητική έκθεση του Ν.2145/1993 με το προστεθέν εδάφιο στο άρθρο 308 παρ. 2 «τάσσεται δεκαήμερη προθεσμία προετοιμασίας της υπερασπίσεως των διαδίκων από την ημέρα γνωστοποιήσεως της εισαγγελικής προτάσεως, ώστε να μπορούν, αν επιθυμούν, να υποβάλουν υπόμνημα με τις απόψεις τους στο οικείο δικαστικό συμβούλιο, όπως επιβάλλεται άλλωστε από την αρχή της δικαστικής ακροάσεως που κατοχυρώνεται στο άρθρο 20 του Συντάγματος». Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι το αναγνωριζόμενο στο άρθρο 308 παρ.2 ΚΠΔ δικαίωμα του κατηγορουμένου να λάβει γνώση της εισαγγελικής προτάσεως περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις που το Συμβούλιο αποφασίζει για την ουσία της κατηγορίας, ή, στην περίπτωση που επιλαμβάνεται κατόπιν ασκήσεως ενδίκου μέσου, όταν εξετάζει την ουσιαστική βασιμότητα των λόγων του ενδίκου μέσου, πράγμα που προϋποθέτει την παραδεκτή άσκησή του,[άρθρο 485 παρ.1,3 ΚΠΔ], και δεν επεκτείνεται και σε άλλες περιπτώσεις που το συμβούλιο αποφασίζει γι' άλλα ζητήματα, όπως στην περίπτωση που με την πρόταση προτείνεται η απόρριψη του ενδίκου μέσου ως απαραδέκτου, διότι τότε εφαρμόζεται η ειδικότερη διάταξη του άρθρου 476 παρ.1 ΚΠΔ.[ΑΠ.1700/98 Π.ΧΡ.99/945].
β-Στην προκείμενη περίπτωση το αίτημα του κατηγορουμένου για να λάβει γνώση της εισαγγελικής προτάσεως επί της αιτήσεως αναιρέσεως κατά του ανωτέρω αναιρεσιβαλλόμενου βουλεύματος είναι απορριπτέο ως απαράδεκτο, διότι το Συμβούλιο θα περιορισθεί να εξετάσει μόνο το τυπικά παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως.
5.- Κατ' ακολουθίαν, το δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε συμβούλιο πρέπει αφενός μεν να απορρίψει ως απαράδεκτη την εισαγόμενη αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου κατά του ανωτέρω βουλεύματος, καθώς και τα συνυποβαλλόμενα με την αίτηση παρεπόμενα αιτήματα αυτού της γνωστοποίησης της εισαγγελικής προτάσεως και την εμφάνισής του στο Συμβούλιο με την οριζόμενη στα άρθρα 308 παρ.2 και 309 παρ.2 ΚΠΔ διαδικασία, αφετέρου δε να καταδικάσει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, ανερχόμενα στο ποσό των 210 Ε.
ΓΙΑ ΤΟΥΤΟ ΠΡΟΤΕΙΝΩ
Α- Να απορριφθεί η 2/5-1-06 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου..., κατά του 2761/05 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, καθώς και τα συνυποβαλλόμενα με την αίτηση παρεπόμενα αιτήματα αυτού της γνωστοποίησης της εισαγγελικής προτάσεως και την εμφάνισής του στο Συμβούλιο με την οριζόμενη στα άρθρα 308 παρ.2 και 309 παρ.2 ΚΠΔ διαδικασία, και
Β-Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, ανερχόμενα στο ποσό των 210 Ε.
Ο ΑΝΤΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΦΩΤΙΟΣ ΜΑΚΡΗΣ
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 463 εδ. α΄ ΚΠΔ ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνο εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα. Εξάλλου, κατά το άρθρο 482 παρ. 1α του ίδιου Κώδικα, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 41 παρ. 1 του ν. 3160/2003, ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναίρεση του βουλεύματος μόνον όταν:
α] τον παραπέμπει στο ακροατήριο για κακούργημα και β] παύει προσωρινά την ποινική δίωξη που ασκήθηκε εναντίον του. Σε κάθε άλλη περίπτωση η αναίρεση είναι απαράδεκτη. Επομένως, ο κατηγορούμενος δεν δικαιούται να ζητήσει την αναίρεση βουλεύματος που παύει οριστικά την ποινική δίωξη. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο [ως συμβούλιο] που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο. 2.- Στην προκείμενη περίπτωση, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης του κατηγορούμενου ...
στρέφεται κατά του 2761/27.12.2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη που ασκήθηκε εναντίον του για το πλημμέλημα της παράβασης καθήκοντος [άρθρο 259 ΠΚ], που φέρεται ότι τέλεσε στην Αθήνα στις 4.10.2000, λόγω παραγραφής. Η αίτηση αυτή είναι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, απαράδεκτη, αφού στρέφεται κατά βουλεύματος που δεν υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναίρεσης.
2. - Κατά το άρθρο 308 παρ. 2 του ΚΠΔ, το οποίο εφαρμόζεται αναλόγως και κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, όπως ορίζεται στο άρθρο 485 παρ. 1 ΚΠΔ, οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα να γνωστοποιήσουν και προφορικά στον Εισαγγελέα και πριν καταρτίσει την πρότασή του, ότι επιθυμούν να γνωρίσουν το περιεχόμενό της.
Ο Εισαγγελέας οφείλει σ' αυτή την περίπτωση να ειδοποιήσει τον διάδικο που άσκησε το δικαίωμα αυτό, αν κατοικεί στην έδρα του δικαστηρίου, διαφορετικά τον αντίκλητο που έχει διορίσει στην έδρα αυτή, για να προσέλθει και λάβει γνώση της πρότασής του μέσα σε είκοσι τέσσερις ώρες, πριν δε παρέλθει χρονικό διάστημα δέκα ημερών από την ειδοποίηση η οικεία δικογραφία δεν εισάγεται στο συμβούλιο, αλλά παραμένει στη γραμματεία της εισαγγελίας.
Η διάταξη όμως αυτή που θεσπίζει την άνω υποχρέωση του Εισαγγελέα, έχει εφαρμογή μόνο στην περίπτωση κατά την οποία ο Εισαγγελέας, πρόκειται να υποβάλει στο συμβούλιο πρόταση επί της ουσίας της υπόθεσης, ή επί της ουσιαστικής βασιμότητας των λόγων του ένδικου μέσου, όχι δε και στην περίπτωση κατά την οποία ο Εισαγγελέας υποβάλλει πρόταση επί ασκηθέντος ένδικου μέσου στο αρμόδιο συμβούλιο ή δικαστήριο (ως συμβούλιο), με την οποία προτείνει να κηρυχθεί το ένδικο μέσο απαράδεκτο.
Στην περίπτωση αυτή έχει εφαρμογή η ειδική διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, η οποία θεσπίζει υποχρέωση του Εισαγγελέα να ειδοποιήσει (διά του γραμματέα της εισαγγελίας) το διάδικο που άσκησε το ένδικο μέσο ή τον αντίκλητό του για να προσέλθει στο συμβούλιο και εκθέσει τις απόψεις του 24 τουλάχιστον ώρες πριν από την εισαγωγή της υπόθεσης σ' αυτό (συμβούλιο).
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 309 παρ. 2, 476 παρ. 1 και 485 παρ. 1, 3 του ΚΠΔ προκύπτει ότι το αίτημα του κατηγορούμενου για αυτοπρόσωπη ενώπιον του Αρείου Πάγου [σε Συμβούλιο] εμφάνισή του προϋποθέτει άσκηση παραδεκτού ένδικου μέσου.
3.- Ενόψει των προεκτεθέντων, και εφόσον είναι απαράδεκτη η αίτηση αναίρεσης που άσκησε ο αναιρεσείων κατά του προσβαλλόμενου βουλεύματος. Περαιτέρω δε με την προς το Δικαστήριο τούτο σε Συμβούλιο υποβαλλόμενη πρόταση του Εισαγγελέως προτείνεται να κηρυχθεί απαράδεκτη η εν λόγω αίτηση αναιρέσεως τα αιτήματά του, όπως: α] σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 308 παρ. 2 και 485 παρ. 1 του ΚΠΔ, λάβει γνώση του περιεχομένου της πρότασης του εισαγγελέα, και β] σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 309 παρ. και 485 παρ. 1 του ΚΠΔ εμφανιστεί αυτοπροσώπως στο Δικαστήριο τούτο σε Συμβούλιο για την παροχή εξηγήσεων, είναι επίσης απαράδεκτα.
Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, καθώς και τα άνω αιτήματα του αναιρεσείοντος και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 2/5.1.2006 αίτηση του ... για αναίρεση του 2761/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, καθώς και τα αιτήματά του: α] για να λάβει γνώση του περιεχομένου της πρότασης του εισαγγελέα και β] για αυτοπρόσωπη ενώπιον του Δικαστηρίου τούτο σε Συμβούλιο εμφάνισή του. Και
Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα που ανέρχονται σε διακόσια δέκα (210) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2006. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιουνίου 2006.-Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ