Legislator Case Law & Legislation
1496/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as appealable facts are not subject to appellate review.

Case Number 1496/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeals' decision regarding a contract dispute. The appellant argued that the lower court misinterpreted a specific document, claiming it altered the document's content to find a withdrawal of claims. The court ruled that the Court of Appeals correctly read the document and combined it with other evidence to reach its conclusion. Consequently, the court determined the appeal was inadmissible because the disputed factual evaluation falls outside the scope of appellate review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 561 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the distortion of a document's content is inadmissible if the lower court correctly read the document and reached its conclusion through the combined evaluation of all evidence, as factual assessments are not subject to appellate review.

Keywords

AI generated
appellate review scope factual evaluation document interpretation appeal admissibility evidence combination contract dispute civil procedure code

Cited Legislation

AI generated
Article 576 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 20 of the Code of Civil Procedure
Article 561, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 1762/2022
Supreme Court 1182/2021
Supreme Court 2/2008
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1496 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1496/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Παναγιώτη Βενιζελέα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 46/2024 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ, Μιχαήλ Αποστολάκη και Ελένη Θεοδωρακοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Απριλίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δ. Φ. του Χ., κατοίκου ... Αττικής. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Μέντη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Γ.. Φ. & Σ. Ε..Ε.. - Α. «Τ., η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Δ. Π. του Α., κατοίκου Αθηνών και 3) Γ. Φ. του Δ., κατοίκου Αθηνών. Οι πρώτη και τρίτος αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Μανωλά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., ενώ ο δεύτερος αναιρεσίβλητος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-5-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2924/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 5816/2020 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3-10-2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποίος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη, και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.

Στην αντίθετη περίπτωση ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί(ΑΠ 1762/2022, ΑΠ 1182/2021). Στην κρινόμενη υπόθεση, από τις προσκομιζομένες από τον αναιρεσείοντα υπ. αριθ. 2.480Β'/30-1-2024 και 2.481Β'/30-1-2024 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών Θ. Λ., αποδεικνύεται ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της από 3/10/2022 ένδικης αίτησης αναίρεσης, με πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου περί ορισμού του Α-2 τμήματος ως αρμοδίου για την εκδίκαση αυτής, πράξη του Προέδρου του Α-2 Τμήματος περί ορισμού α) της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσας δικασίμου προς συζήτηση της αίτησης και β) προθεσμίας κοινοποίησης αυτής εξήντα (60) ημέρες πριν την δικάσιμο, και κλήση για συζήτηση, επιδόθηκε με επιμέλεια του αναιρεσείοντος στον δεύτερο αναιρεσίβλητο Δ.

Π., ατομικά ως ομόρρυθμο εταίρο αλλά και ως νόμιμο εκπρόσωπο-διαχειριστή της πρώτης αναιρεσίβλητης ετερόρρυθμης εταιρίας αντίστοιχα, ο οποίος όμως δεν εμφανίστηκε στη δικάσιμο αυτή, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο και γι' αυτό θα πρέπει το δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία του, δικάζοντας σαν να ήταν παρών και αυτός.

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 5816/2020 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δέχθηκε την έφεση των αναιρεσίβλητων κατά της υπ' αριθ. 2924/2018 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και αφού εξαφάνισε την απόφαση αυτή, ακολούθως απέρριψε κατ' ουσίαν την από 16-5-2012 αγωγή του αναιρεσείοντος κατά των αναιρεσιβλήτων. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553. 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ. Πολ. Δ.), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 Κ. Πολ. Δ.).

Η προσβαλλόμενη απόφαση αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή επισκόπηση (άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ) των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, με την από 16-5-2012 αγωγή του, ισχυρίστηκε ότι τον Αύγουστο του 2004 συνήψε με την πρώτη εναγομένη(ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη) ετερόρρυθμη εταιρεία, ομόρρυθμα μέλη της οποίας είναι οι λοιποί εναγόμενοι, (ήδη δεύτερος και τρίτος των αναιρεσιβλήτων), άτυπη σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών με την οποία ανέλαβε, έναντι αμοιβής, την υποχρέωση μεταξύ άλλων, να παρέχει υπηρεσίες πρακτόρευσης ταξιδιών και ειδικότερα εισφέροντας το ήδη υπάρχον πελατολόγιο του, ευρίσκοντας νέους πελάτες, οργανώνοντας πλήρως τα ταξίδια τους και εισπράττοντας τις αμοιβές της εναγόμενης.

Ότι η συμφωνηθείσα αμοιβή του ανερχόταν σε ποσοστό 33% επί του συνολικού μεικτού κέρδους, που θα αποκόμιζε η εναγόμενη από τους πελάτες του καθώς και, σε περίπτωση που η εναγόμενη επετύγχανε τα οικονομικά κίνητρα για την επίτευξη στόχων, ήτοι κίνητρα αεροπορικών εταιριών (incentives), κρατήσεως συστήματος GDS/CRS, ξενοδοχείων και οργανωμένων εκδρομών (υπερπρομήθεια), ποσοστό 33% επί του ποσού που αντιστοιχούσε στη δική του παραγωγή.

Ότι σύμφωνα με τη συμφωνία τους, θα επιβαρυνόταν το 1/2 από την επισφάλεια δικού του πελάτη προς την εναγόμενη, η οποία δεν θα εισπραττόταν από την τελευταία και ότι η εκκαθάριση των αμοιβών του θα ελάμβανε χώρα κάθε εξάμηνο κατόπιν πιστώσεως στο λογαριασμό της εναγόμενης του συνόλου των αμοιβών του και της εγκρίσεως από τη Διεύθυνση της αξιοπιστίας και της ποιότητας των υπηρεσιών του.

Ότι όλα τα ανωτέρω συμφωνήθηκαν προφορικά και οι βασικές γραμμές της συνεργασίας τους αποτυπώθηκαν εγγράφως, ιδιοχείρως, από το δεύτερο εναγόμενο. Ότι πέραν της σύμβασης ανεξάρτητων υπηρεσιών, συνδεόταν με την εναγομένη και με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ως πωλητής αυτής από τον Απρίλιο του 2009 μέχρι και την 31-5-2010.

Ότι παρότι καθ' όλη τη διάρκεια της συνεργασίας τους η προσφορά των υπηρεσιών του ήταν άψογη με αποτέλεσμα την αύξηση των κερδών της εναγόμενης, οι δεύτερος και τρίτος των εναγόμενων δεν υπήρξαν συνεπείς στις συμβατικές τους υποχρεώσεις και δη καθυστερούσαν υπερβολικά στην καταβολή της αμοιβής του, αφού για πρώτη φορά του καταβλήθηκε αυτή στα τέλη του 2007, ουδέποτε του κατέβαλαν τη συμφωνηθείσα προμήθεια επί της κερδών από την επίτευξη των οικονομικών κινήτρων, ότι σε δύο περιπτώσεις όπου οι αναφερόμενοι στην αγωγή πελάτες του δεν κατέβαλαν την αμοιβή της εναγόμενης, του ανακοινώθηκε ότι αυτός θα επιβαρυνόταν με την επισφάλεια αυτών πλήρως κατά ποσό 54.959,00 και 8.632€ αντίστοιχα, συνολικό ποσό που του παρακράτησαν από την αμοιβή του, ενώ το Μάρτιο του 2010 του ζήτησαν να καλύψει και τα δικαστικά έξοδα διεκδίκησης των ανωτέρω ποσών, να παραστεί ως μάρτυρας στην ανοιγείσα δίκη και να αναλάβει "προσωρινά" την επισφάλεια έως την έκδοση σχετικής δικαστικής απόφασης, υποσχόμενοι να του επιστρέφουν τόσο τα έξοδα όσο και την επισφάλεια, πρόταση που αποδέχθηκε λόγω της οικονομικής του ένδειας.

Ότι με την ανωτέρω εκδηλωθείσα παράνομη και αντισυμβατική συμπεριφορά των εναγόμενων η πρώτη εξ αυτών εν τοις πράγμασι κατήγγειλε τη μεταξύ τους σύμβαση συνεργασίας, ο ίδιος δε λόγω της επαγγελματικής του ευσυνειδησίας απέναντι στους πελάτες του και προκειμένου να ολοκληρωθούν οι υποθέσεις αυτών ζήτησε να τεθεί ως ημερομηνία εκκαθάρισης της μεταξύ τους σύμβασης συνεργασίας η 31η -5-2010, οπότε και θα λυνόταν και η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, που είχε συνάψει με την εναγόμενη ως πωλητής.

Ότι οι εκπρόσωποι της εναγόμενης αποδέχθηκαν την πρότασή του και του πρότειναν να τους παραχωρήσει το προσωπικό του πελατολόγιο έναντι της συμφωνηθείσας προμήθειας ποσοστού 33% αναλαμβάνοντας την υποχρέωση να του εξοφλήσουν όλες τις μέχρι τότε οφειλόμενες αμοιβές του, ως το συνολικό ποσό αυτών θα προέκυπτε από τις καρτέλες που του παρέδιδαν κάθε μήνα.

Ότι όταν αναζήτησε αντίγραφο των καρτελών αυτών από το λογιστήριο διαπίστωσε ότι το σύνολο της κερδοφορίας της πρώτης εναγόμενης, ήτοι η διαφορά μεταξύ τιμής πώλησης και αγοράς, ήταν περίπου ανά έτος 10-15% υψηλότερο από εκείνο που του παρουσίαζαν με παραποιημένα και ψευδή στοιχεία στις καρτέλες που του παρέδιδαν με το κωδικό όνομα ΚΛΕΙΔΙ ΦΛΑ, ενώ τα πραγματικά κέρδη εμφανιζόταν στις καρτέλες με κωδικό όνομα ΚΕΥ ΦΛΑ.

Ότι σύμφωνα με τις παραδοθέντες σε αυτόν καρτέλες έπρεπε να λάβει από την εναγόμενη για το χρονικό διάστημα από τον Αύγουστο του 2004 μέχρι το Μάιο του 2010 το ποσό των 320.618,73 ευρώ, έναντι του οποίου του καταβλήθηκε το ποσό των 172.006 σταδιακά, κατά τα αναλυτικότερα εκτιθέμενα κι ότι μέχρι σήμερα του οφείλεται το υπόλοιπο εκ ποσού 148.618,73 ευρώ, από το οποίο όμως θα πρέπει να αφαιρεθεί η επισφάλεια των δύο πελατών του εκ ποσού 18.319,66 ευρώ, ήτοι του οφείλεται το ποσό των 130.299,07 ευρώ.

Ότι παρά τα μεταξύ των διαδίκων συμφωνηθέντα για την κατάρτιση μεταξύ τους σύμβασης εκμετάλλευσης του πελατολογίου του, δυνάμει της οποίας θα καθοριζόταν η άδεια χρήσης αυτού μετά της αντίστοιχης προμήθειάς του επί κάθε συναλλαγής με έκαστο των αναλυτικά αναφερομένων πελατών του, άλλως οι εναγόμενοι δεν θα είχαν κανένα δικαίωμα επ' αυτού, την 31-5-2010 οι εναγόμενοι αρνήθηκαν κατηγορηματικά την κατάρτιση οποιοσδήποτε σύμβασης εξαπατώντας τον με αποτέλεσμα να φέρεται ότι αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία του.

Ότι παρά τις οχλήσεις του η εναγόμενη συνεχίζει να εκμεταλλεύεται το πελατολόγιο του δίχως να του καταβάλει ουδεμία προμήθεια επί των κερδών που αποκομίζει από αυτούς, η οποία ανέρχεται στο ποσό των 4.580,266 μηνιαίως, λαμβανομένου υπόψη ότι από την αρχή της συνεργασίας του με την εναγόμενη ελάμβανε το ποσό αυτό κατά μέσο όρο ως αμοιβή μηνιαίως και αν συνέχιζε τη συνεργασία τους θα κέρδιζε όμοιο ποσό, με αποτέλεσμα τα διαφυγόντα κέρδη του από την ανωτέρω αιτία να ανέρχονται για το χρονικό διάστημα από 31-5-2010 μέχρι 31-5-2011 στο ποσό των 54.963,12 ευρώ.

Ότι του οφείλεται, κατά τα αναλυτικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή, για προμήθεια επί των incentives για το χρονικό διάστημα από 22-22009 έως 7-3-2009 το ποσό των 2.448,51 ευρώ και για προμήθεια επί των segments χρονικού διαστήματος έτους 2008 έως 9-2-2009, το ποσό των 33.142,32 ευρώ και συνολικά για τις αιτίες αυτές το ποσό των 35.590,83 ευρώ.

Ότι εξαιτίας της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της εναγομένης που συνίστατο στην μη καταβολή των ποσών των προμηθειών του, στην παρουσίαση σε αυτόν ψευδών στοιχείων και την απόκρυψη των πραγματικών κερδών από τους πελάτες του, τους οποίους με αθέμιτο τρόπο μέχρι σήμερα εκμεταλλεύονται, την καταχρηστική εν τοις πράγματι καταγγελία της σύμβασης συνεργασίας τους υπέστη ηθική βλάβη, για την οποία δικαιούται χρηματική ικανοποίηση ύψους 5.000 ευρώ.

Με βάση τα ανωτέρω, ζήτησε να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγομένων να του καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, το ποσό των 225.853,02 ευρώ, με τους νόμιμους τόκους. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 2924/2018 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία η αγωγή απορρίφθηκε ως προς την αδικοπρακτική της βάση και το αίτημα επιδίκασης διαφυγόντων κερδών και κατά τα λοιπά έγινε εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη.

Την ως άνω απόφαση προσέβαλαν οι εναγόμενοι με την από 5-11-2018 έφεσή τους. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την υπ' αριθ. 5816/2020 απόφασή του, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την ως άνω απόφαση, στη συνέχεια δε, κρατώντας και δικάζοντας την αγωγή, απέρριψε αυτή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Την απόφαση αυτή προσβάλλει ο ενάγων, με την κρινόμενη από 3-10-2022 αίτηση αναίρεσης.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 454 ΑΚ όταν ο δανειστής συμφωνήσει με τον οφειλέτη την άφεση του χρέους ή με σύμβαση μαζί του αναγνωρίσει ότι δεν υπάρχει το χρέος, επέρχεται απόσβεση της ενοχής. Από τη διάταξη αυτή σαφώς συνάγεται ότι, η άφεση χρέους, η οποία είναι σύμβαση μεταξύ δανειστή και οφειλέτη, με την οποία ο πρώτος παραιτείται από την ενοχική αξίωση που έχει κατά του δευτέρου, έχει ως αποτέλεσμα την άμεση απόσβεση της ενοχής.

Έτσι, ο δανειστής δεν δικαιούται πλέον να ασκήσει το δικαίωμα που πηγάζει απ` αυτήν την ενοχή. Αν δε, παρόλα αυτά, το ασκήσει αποκρούεται επιτυχώς με την από το άρθρο αυτό (454 ΑΚ) παρακωλυτική της ασκήσεως του δικαιώματος σχετική ένσταση. Η σύμβαση δε αυτή περί αφέσεως χρέους καταρτίζεται με άτυπη δήλωση του δανειστή προς τον οφειλέτη, η οποία μπορεί να γίνει ακόμη και σιωπηρά, αρκεί να είναι σαφής και αναμφίβολη, όπως συμβαίνει με κάθε απαλλοτρίωση περιουσίας και μάλιστα με κάθε παραίτηση από δικαίωμα και δεν είναι δυνατόν να τεκμαίρεται (AΠ 1458/2022, ΑΠ 1694/2017, ΑΠ 934/2014, ΑΠ 412/2014, ΑΠ 1118/2010, ΑΠ 426/2004).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 156 ΑΚ "Η παραίτηση του δικαιούχου επιφέρει απόσβεση του δικαιώματος για ακύρωση. Η παραίτηση, ρητή ή σιωπηρή, δεν είναι αναγκαίον να απευθυνθεί σε άλλον". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η δήλωση παραίτησης από δικαιώματος (ρητή ή σιωπηρά) μπορεί να συναχθεί και από δηλώσεις ή πράξεις που γίνονται κυρίως για άλλο σκοπό, ενέχουν όμως συμπερασματικώς και άλλη δικαιοπρακτική βούληση, εκείνη της παραίτησης (ΑΠ 1498/2021, ΑΠ 745/2020, ΑΠ 95/2010, ΑΠ 232/2005).Η παραίτηση προϋποθέτει γνώση του ελαττώματος και, συνεπώς, παραίτηση εκ των προτέρων δεν είναι δυνατή (ΑΠ 745/2020).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 167 Α.Κ., η δήλωση της βούλησης έχει νομική ενέργεια μόνο αφότου περιέλθει στο πρόσωπο στο οποίο απαιτείται να απευθυνθεί. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Αστικός Κώδικας δέχεται τη θεωρία της παραλαβής ή λήψεως, κατά την οποία η δήλωση θεωρείται ότι συντελέστηκε και παράγει τη νομική ενέργεια της όχι απλώς από την αποτύπωση της στον εξωτερικό κόσμο (θεωρία της εκδηλώσεως), ούτε αναγκαίως από τη γνώση του περιεχομένου της από αυτόν προς τον οποίο απευθύνεται (θεωρία της γνώσεως), αλλά από την παραλαβή της απ` αυτόν.

Κατά την έννοια δε της παραλαβής, η δήλωση θεωρείται ότι περιήλθε σε αυτόν, προς τον οποίον απευθύνεται (παραλήπτη), όταν διαβιβάστηκε κατά τρόπο που αυτός μπορούσε και έπρεπε να λάβει γνώση εγκαίρως, οπότε η δήλωση θεωρείται ότι έγινε εγκαίρως, ασχέτως αν από λόγους που τον αφορούν καθυστέρησε ο τελευταίος να λάβει γνώση (ΑΠ1411/2011, ΑΠ 1263/1996).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).

Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1075/2019, ΑΠ 708/2017, ΑΠ 667/2016).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα:'' Η πρώτη εναγόμενη, ομόρρυθμα μέλη της οποίας είναι οι λοιποί εναγόμενοι, είναι πρακτορείο παροχής γενικών τουριστικών υπηρεσιών και οργάνωσης ταξιδιών. Τον Αύγουστο του 2004 μεταξύ αυτής και του ενάγοντος καταρτίσθηκε ατύπως σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών δυνάμει της οποίας ο τελευταίος ανέλαβε να προσεγγίζει και να ενημερώνει για τα ταξιδιωτικά προϊόντα της εναγόμενης, στο όνομα και για λογαριασμό της τελευταίας, εν δυνάμει πελάτες, να οργανώνει τις μετακινήσεις τους, τη διαμονή, τη διανυκτέρευση και σίτισή τους καθώς και να επιμελείται την είσπραξης της αμοιβής της εναγόμενης για τις παρεχόμενες από αυτήν ανωτέρω τουριστικές και ταξιδιωτικές εν γένει υπηρεσίες.

Ως αμοιβή του ενάγοντος συμφωνήθηκε ότι ο τελευταίος θα ελάμβανε ποσοστό 33% επί του συνολικού μικτού κέρδους που θα αποκόμιζε η εναγόμενη από τους πελάτες που ο ενάγων θα εξεύρισκε καθώς και, σε περίπτωση που η εναγόμενη επετύγχανε τα οικονομικά κίνητρα για την επίτευξη στόχων, ήτοι κίνητρα αεροπορικών εταιριών(incentives), κρατήσεως συστήματος GDS/CRS1 (segments), ξενοδοχείων και οργανωμένων εκδρομών (υπερπρομήθεια), ποσοστό 33% επί του ποσού που αντιστοιχούσε στη δική του παραγωγή.

Ακόμα συμφωνήθηκε ότι ο ενάγων θα επιβαρύνονταν κατά το ήμισυ σε περίπτωση επισφάλειας των πελατών που ο ίδιος θα εξεύρισκε υπό την έννοια ότι σε περίπτωση που οι πελάτες αυτοί δεν θα κατέβαλλαν τη συμφωνηθείσα αμοιβή ή μέρος αυτής για τις προσφερόμενες από την εναγόμενη υπηρεσίες σε αυτήν, ο ενάγων θα επιβαρυνόταν με το ήμισυ αυτών.

Επιπλέον αποδείχθηκε ότι την 9-04-2009, κατόπιν αιτήματος του ενάγοντος προκειμένου ο τελευταίος να εξασφαλίσει ένα σταθερό μηνιαίο εισόδημα, προσλήφθηκε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και δη ενός έτους από την εναγόμενη με την ειδικότητα του υπαλλήλου και ειδικότερα του πωλητή στα γραφεία αυτής, έναντι μηνιαίου μισθού 1.500 ευρώ και πρόσθετη αμοιβή 10% επί του τζίρου των πωλήσεων που θα πραγματοποιούσε άνω των 700.000 ευρώ, ενώ στην πραγματικότητα συνέχισε να παρέχει τις υπηρεσίες του σύμφωνα με την προηγειθείσα σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών που είχαν ήδη συνάψει.

Ακόμα αποδείχθηκε ότι η συνεργασία μεταξύ των διαδίκων εξελίχθηκε ομαλά μέχρι και το πρώτο τρίμηνο του 2010, ο δε ενάγων, λόγω του μεγάλου κύκλου κοινωνικών γνωριμιών του, προσέλκυσε στην εναγόμενη μεγάλο αριθμό πελατών, αυξάνοντας έτσι τα κέρδη της τελευταίας. Στις αρχές του 2010 ο ενάγων ανακοίνωσε στους εναγόμενους ότι είχε αποφασίσει να σταματήσει τη συνεργασία του με αυτούς καθόσον είχε ήδη εξασφαλίσει εργασία σε εταιρία στο χώρο της ναυτιλίας, την οποία θεωρούσε χρήσιμη για την επαγγελματική του εν γένει εξέλιξη.

Από κοινού ορίσθηκε ως ημερομηνία εκκαθάρισης των μεταξύ τους οικονομικών εκκρεμοτήτων και λήξης τόσο της σύμβασης ανεξαρτήτων υπηρεσιών που τους συνέδεε, όσο και της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας η 31-5-2010 έτσι ώστε να υπάρχει επαρκής χρόνος, αφενός ο ενάγων να ολοκληρώσει την εξυπηρέτηση πελατών, που είχε αναλάβει και αφετέρου να προσδιορισθεί μεταξύ των διαδίκων το ποσό των οφειλόμενων προς αυτόν αμοιβών.

Όντως την 31-5-2010 αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ από την εναγόμενη η οικειοθελής αποχώρηση του ενάγοντος ως μισθωτού από την επιχείρησή της, δυνάμει της με την ίδια ημεροχρονολογία δήλωσης της τελευταίας, ενώ ταυτόχρονα υπογράφηκε από το νόμιμο εκπρόσωπο της εναγόμενης Δ. Π. και τον ενάγοντα η από 31-5-2010 δήλωση η οποία αυτολεξεί αναφέρει "Στην Αθήνα, σήμερα την 31η Μαΐου 2010, αφ'ενός ο Δ.

Π. του Α. ως καταστατικός εκπρόσωπος και υπεύθυνος της εις την Αθήνα και επί της οδού Ξενοφώντος 10 εδρεύουσας εταιρείας με την επωνυμία «Γ.. Φ. & Σ. Ε..Ε..-Α. Τ." και αφ' εταίρου ο Δ. Φ. εδήλωσαν τα εξής: Σήμερον και μετά την οικειοθελή αποχώρηση εκ της επιχειρήσεως του κ. Δ. Φ., προβαίνουν εις την τέλειας και οριστικήν λύσιν της μεταξύ των συνεργασίας.

Ως εκ τούτου με την παρούσα δηλούν ρητώς και αμετακλήτως ότι παραιτούνται αμφότεροι παντός δικαιώματος, απαιτήσεως, αξιώσεως και πάσης επιφυλάξεως και υπέγραψαν την παρούσα εις δύο όμοια πρωτότυπα. (Ακολουθούν οι υπογραφές)". Κατά την κατάρτιση της εν λόγω δήλωσης, μεταξύ των διαδίκων είχε συμφωνηθεί ότι η εναγόμενη προς πλήρη τακτοποίηση των οικονομικών τους εκκρεμοτήτων θα κατέβαλε στον ενάγοντα το ποσό των 85.006(ενν.

ευρώ), γεγονός που όντως έλαβε χώρα μεταγενέστερα και δη την 14-6-2010. Με την ανωτέρω δήλωση οι διάδικοι έλυσαν οριστικά τη μεταξύ τους σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών που είχαν καταρτίσει και παραιτήθηκαν αμφότεροι, ως είχαν εκ του νόμου το δικαίωμα, από κάθε αξίωση ή δικαίωμα που απορρέει εξ αυτής. Η παραπάνω παραίτηση του ενάγοντος από όλες τις απορρέουσες από την επίδικη σύμβαση αξιώσεις του και συνεπώς και από τις επικαλούμενες στην υπό κρίση αγωγή του αξιώσεις, ουδόλως είναι άκυρη, κατ' άρθρο 679 του ΑΚ, καθόσον η εκ του άρθρου αυτού απαγόρευση, ναι μεν ισχύει και επί συμβάσεων παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, πλην όμως δεν ισχύει για μισθολογικές αξιώσεις του μισθωτού που υπερβαίνουν τα ελάχιστα προβλεπόμενα από κανόνες δημοσίας τάξεως όρια μισθολογικής προστασίας αυτού.

Συνεπώς, στην προκειμένη περίπτωση που δεν προβλέπονται από το νόμο ελάχιστα όρια αμοιβών με διατάξεις αναγκαστικού δικαίου για τις υπηρεσίες που παρείχε ο ενάγων στην εναγόμενη βάσει της άνω σύμβασης, δεν τίθεται θέμα ακυρότητας της εν λόγω παραιτήσεως, αφού με αυτήν δεν θίγονται τέτοιου είδους αξιώσεις του προβλεπόμενες από δημοσίου δικαίου διατάξεις.

Ο ισχυρισμός δε του ενάγοντος ότι η διαλαμβανόμενη στο παραπάνω έγγραφο παραίτηση δεν αναφέρεται στην αξιούμενη απαίτησή του με την ένδικη αγωγή (αξιώσεις αποδοχών και προμηθειών που απορρέουν από τη σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών) αλλά αφορά αποκλειστικά και μόνο αξιώσεις και δικαιώματα από την σύμβαση εξαρτημένης εργασίας που συνέδεε τους διαδίκους, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον από την, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 Α.Κ.

γενόμενη, ερμηνεία της παραπάνω δηλώσεως, ενόψει της προκύπτουσας ως προς αυτήν αμφιβολίας, δηλαδή από την χωρίς προσήλωση στις λέξεις αναζήτηση, κατά τον από την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη απαιτούμενο τρόπο, της αληθινής βουλήσεως του δηλούντος (.....), το Δικαστήριο, ενόψει των αναφερθέντων παραπάνω, άγεται στην κρίση ότι η ένδικη δήλωση παραιτήσεως του ενάγοντος αναφέρεται στην αγωγική αξίωση, καθόσον, σε περίπτωση αποδοχής ως αληθινού του ισχυρισμού του τελευταίου, δεν μπορεί να δικαιολογηθεί η εν λόγω δήλωση, αφού οι διάδικοι δεν είχαν μεταξύ τους καμία εκκρεμή οικονομική διαφορά απορρέουσα από τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.

Κατόπιν όλων των ανωτέρω επομένως ο ενάγων με την από 31-5-2010 δήλωση που υπέγραψε, εγκύρως παραιτήθηκε από όλες τις απορρέουσες από την επίδικη σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών αξιώσεις του, που επιδιώκονται με την υπό κρίση αγωγή του, μη υφιστάμενης υποχρέωσης των εναγόμενων να καταβάλουν σε αυτόν τα ποσά που επιδιώκονται με την αγωγή αυτή, δεκτού γενομένου κατ' ουσίαν του σχετικού ισχυρισμού τους.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο......''. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την Πρωτόδικη απόφαση, στη συνέχεια δε, κρατώντας και δικάζοντας την αγωγή, απέρριψε αυτή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 156, 167 και 454 του ΑΚ,, τις οποίες ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων αυτών και δικαιολογούν το σαφώς διατυπούμενο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα, ότι πρέπει να απορριφθεί η αγωγή, με τις υποστηρίζουσες αυτό ειδικότερες παραδοχές, ήτοι α) ότι οι διάδικοι με την από 31-5-2010 κοινή δήλωσή τους προέβησαν σε οριστική λύση της συνεργασίας τους, β) ότι οι διάδικοι με την ίδια ως άνω κοινή δήλωση παραιτήθηκαν αμφότεροι αμετάκλητα από κάθε δικαίωμα, απαίτηση και αξίωσή τους από αυτήν, γ) ότι, κατά την κατάρτιση της παραπάνω δήλωσης συμφώνησαν συγχρόνως, χωρίς αυτό να καταγραφεί στην δήλωση αυτή και συνεπώς προφορικά, ότι η αναιρεσίβλητη εταιρία θα καταβάλει στον αναιρεσείοντα προς πλήρη τακτοποίηση των οικονομικών τους εκκρεμοτήτων το ποσό των 85.000 ευρώ, γεγονός που έλαβε χώρα μερικές ημέρες αργότερα (14-6-2010), δ) ότι η ως άνω συμφωνία αφορούσε αξιώσεις του αναιρεσείοντα από την μεταξύ του τελευταίου και της αναιρεσίβλητης εταιρίας σύμβαση παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών, όπως και οι επίδικες.

Οι παραπάνω αιτιολογίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, ενώ για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν ήταν αναγκαία η παράθεση στην απόφαση και άλλων, πέραν των όσων διέλαβε αιτιολογιών, ενώ ουδεμία αντίφαση δημιουργείται από την παραδοχή ότι οι διάδικοι εγγράφως παραιτήθηκαν από τις εκατέρωθεν επίδικες αξιώσεις τους, με την έτερη παραδοχή ότι η αναιρεσίβλητη εταιρία συμφωνήθηκε να καταβάλει στον αναιρεσείοντα προς πλήρη τακτοποίηση των οικονομικών τους εκκρεμοτήτων το ποσό των 85.000 ευρώ, αφού γίνεται δεκτό ότι η τελευταία αυτή συμφωνία, η οποία πράγματι υλοποιήθηκε, συνάφθηκε προφορικά, αποτελώντας ασφαλώς προαπαιτούμενο της έγγραφης συμφωνίας.

Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 19 (όχι δε και 1) του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι δεν αιτιολογείται ότι παραιτήθηκε από τις επίδικες αξιώσεις του, με την περιεχομένη στην ως άνω έγγραφη συμφωνία δήλωσή του, είναι αβάσιμοι.

Τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την επαγγελματική ενασχόληση, μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για την ερμηνεία των κανόνων δικαίου, είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης (άρθρο 336 παρ.4 ΚΠολΔ), είτε για να γίνει, μετά την εξακρίβωση της βασιμότητας αυτών υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (Ολ.Α.Π. 8/2005).

Κατά δε το άρθρο 559 παρ.1 εδάφ. β' ΚΠολΔ., η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δημιουργεί λόγο αναίρεσης μόνο αν το δικαστήριο της ουσίας παρέβη δίδαγμα της κοινής πείρας που αφορά την ερμηνεία κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε αυτόν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, που για να είναι ορισμένος, πρέπει να αναφέρονται σ` αυτόν τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάσθηκαν, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα από την κοινή πείρα, έστω και αυτεπάγγελτα για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου ή για την υπαγωγή σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων (Ολ.Α.Π.9-13/2005, ΑΠ 24/2019, ΑΠ 336/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης και με την επίκληση της παραπάνω διάταξης του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το Εφετείο με την παραδοχή ότι ``.... Όντως την 31-5-2010 αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ από την εναγόμενη η οικειοθελής αποχώρηση του ενάγοντος ως μισθωτού από την επιχείρησή της, δυνάμει της με την ίδια ημεροχρονολογία δήλωσης της τελευταίας, ενώ ταυτόχρονα υπογράφηκε από το νόμιμο εκπρόσωπο της εναγόμενης Δ.

Π. και τον ενάγοντα η από 31-5-2010 δήλωση η οποία αυτολεξεί αναφέρει "Στην Αθήνα, σήμερα την 31η Μαΐου 2010, αφ' ενός ο Δ. Π. του Α. ως καταστατικός εκπρόσωπος και υπεύθυνος της εις την Αθήνα και επί της οδού Ξενοφώντος 10 εδρεύουσας εταιρείας με την επωνυμία «Γ.. Φ. & Σ. Ε..Ε..-Α. Τ." και αφ' εταίρου ο Δ. Φ. εδήλωσαν τα εξής:

Σήμερον και μετά την οικειοθελή αποχώρηση εκ της επιχειρήσεως του κ. Δ. Φ., προβαίνουν εις την τέλειας και οριστικήν λύσιν της μεταξύ των συνεργασίας. Ως εκ τούτου με την παρούσα δηλούν ρητώς και αμετακλήτως ότι παραιτούνται αμφότεροι παντός δικαιώματος, απαιτήσεως, αξιώσεως και πάσης επιφυλάξεως και υπέγραψαν την παρούσα εις δύο όμοια πρωτότυπα. (Ακολουθούν οι υπογραφές)".

Κατά την κατάρτιση της εν λόγω δήλωσης, μεταξύ των διαδίκων είχε συμφωνηθεί ότι η εναγόμενη προς πλήρη τακτοποίηση των οικονομικών τους εκκρεμοτήτων θα κατέβαλε στον ενάγοντα το ποσό των 85.0006, γεγονός που όντως έλαβε χώρα μεταγενέστερα και δη την 14-6-2010. Με την ανωτέρω δήλωση οι διάδικοι έλυσαν οριστικά τη μεταξύ τους σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών που είχαν καταρτίσει και παραιτήθηκαν αμφότεροι, ως είχαν εκ του νόμου το δικαίωμα, από κάθε αξίωση ή δικαίωμα που απορρέει εξ αυτής....``, καίτοι αποδείχθηκε ότι κατά το χρόνο καταρτίσεως της από 31-5-2010 δήλωσης, υπήρχε αξίωση του αναιρεσείοντος κατά της αναιρεσίβλητης εταιρίας, την οποία αυτή σε μεταγενέστερο χρόνο εκπλήρωσε (14-6-2010), παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στους κανόνες των διατάξεων των άρθρων 156, 167 454 ΑΚ, από τα οποία συνάγεται ότι σε περίπτωση καταρτίσεως εγγράφου με το οποίο δηλώνεται από τους συμβαλλομένους παραίτηση από εκατέρωθεν αξιώσεις, χωρίς να περιλαμβάνεται σε αυτό ρητώς εκκρεμής ενεστώσα αξίωση, η ικανοποίηση της οποίας ορίζεται για το μέλλον, δεν υφίσταται οριστική λύση της μεταξύ τους διαφοράς.

Ειδικότερα ότι το Εφετείο κρίνοντας ότι κατά την κατάρτιση της ανωτέρω δήλωσης μεταξύ των διαδίκων συμφωνήθηκε ότι η αναιρεσίβλητη εταιρία, προς πλήρη τακτοποίηση των οικονομικών τους εκκρεμοτήτων θα κατέβαλε στον αναιρεσείοντα το ποσό των 85.000 ευρώ, γεγονός που έλαβε χώρα στις 14-6-2010, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας από τα οποία προκύπτει ότι η συμφωνία αυτή θα έπρεπε να συμπεριληφθεί στο κείμενο της υπογραφείσας ως άνω δηλώσεως, με συνέπεια να απορρίψει τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντα ότι η παραίτησή του αυτή αφορούσε μόνο τις απορρέουσες από την επίδικη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και όχι από εκείνη των ανεξάρτητων υπηρεσιών, στην οποία βασίζονται οι αγώγιμες αξιώσεις αυτού.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον υπό την επίφαση παραβίασης διδαγμάτων κοινής πείρας αιτιάται την απόφαση ως προς τις παραδοχές της, που κατά τη γνώμη του αναιρεσείοντος δεν προκύπτουν από το αποδεικτικό υλικό, από το οποίο κατά την άποψή του προκύπτει αντίθετο πόρισμα που δεν πληροί το πραγματικό των διατάξεων των άρθρων 156, 167 454 ΑΚ.

Ήτοι με το λόγο αυτόν αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση κακή εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα πλήττεται απαραδέκτως η αναιρετικά ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ., περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006).

Στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με τους οποίους ορίζεται, αφενός, ότι, κατά την ερμηνεία της δηλώσεως βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις, και αφετέρου, ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη και οι οποίοι εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει κενό στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για τη δήλωση βουλήσεως.

Ειδικότερα, παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στις ως άνω διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, υφίσταται, όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχθηκε, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (ΑΠ 648/2019, ΑΠ 426/2010, ΑΠ 355/2007), κατά την ανέλεγκτη, ως προς αυτό, κρίση του (ΑΠ 1749/2005), είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ (ΑΠ 648/2019, ΑΠ 849/2017).

Η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αλλά αρκεί να προκύπτει και έμμεσα απ` αυτή, όπως συμβαίνει όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους (ΑΠ 648/2019, ΑΠ 416/2018).

Ιδίως αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο προβαίνει στο συσχετισμό των όρων της σύμβασης, στη λήψη στοιχείων εκτός της σύμβασης ή αντλεί επιχειρήματα από το σκοπό της (ΑΠ 648/2019, ΑΠ 849/2017, ΑΠ 447/2016). Παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή τους, με την έννοια της ευθείας κατ' αρχήν παράβασης των κανόνων αυτών στην περίπτωση που το σχετικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο ως προς την ερμηνεία ή τη συμπλήρωση της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 70/2022, ΑΠ 66/2022).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως για παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., πρέπει να αναγράφεται στο αναιρετήριο, το περιεχόμενο της δικαιοπραξίας, η οποία εσφαλμένα ερμηνεύθηκε, η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας ως προς τη δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως, το περιεχόμενο που έπρεπε να προσδώσει σ` αυτή με σωστή ερμηνεία η απόφαση και σε τι συνίσταται το σφάλμα της ως προς την παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων (ΑΠ 70/2022, ΑΠ 854/2020, ΑΠ 896/2019), αλλιώς ο λόγος είναι αόριστος και συνεπώς απαράδεκτος (ΑΠ 66/2022, ΑΠ 875/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, από τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, προκύπτει σαφώς ότι το Εφετείο διαπίστωσε, αμφιβολία στην περιεχόμενη στην επίμαχη από 31-5-2010 δήλωση δικαιοπρακτική βούληση των διαδίκων ως προς την έκταση της παραίτησης του αναιρεσείοντος από τις προκύπτουσες κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης αξιώσεις του από την μεταξύ τους σύμβαση, ζήτημα που ανάγεται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, και συνεπώς είχε υποχρέωση να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, στους οποίους και προσέφυγε, εκτιμώντας δε το περιεχόμενο της ανωτέρω δήλωσης, δέχθηκε ότι η τελευταία αφορούσε παραίτηση του αναιρεσείοντος και από τις απορρέουσες από την επίδικη σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών αξιώσεις του, και όχι μόνο από την σύμβαση εξαρτημένης εργασίας όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων.

Η απόφανση αυτή του Εφετείου είναι σύμφωνη με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, ενόψει της γενικότητας της διατύπωσης που χρησιμοποιήθηκε στην σύμβαση, γιατί η αποχώρηση του αναιρεσείοντος έγινε με δικό του αίτημα γιατί είχε εξασφαλίσει εργασία στο χώρο της ναυτιλίας, την οποία θεωρούσε χρήσιμη για την επαγγελματική του εξέλιξη και γιατί, κατά τις παραδοχές της απόφασης, πριν την έγγραφη συμφωνία παραίτησης είχε προφορικά συμφωνηθεί να λάβει ο αναιρεσείων "προς πλήρη ικανοποίηση των οικονομικών τους εκκρεμοτήτων" το ποσό των 85.000 ευρώ, το οποίο και πράγματι του καταβλήθηκε στις 14-6-2010.

Συνεπώς, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, αν και διαπίστωσε την ύπαρξη κενού στην επίδικη δήλωση, ως προς την δικαιοπρακτική βούληση των μερών, και προσέφυγε στις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., πλην όμως αξιολόγησε τα αποδειχθέντα κατά τις ανέλεγκτες πραγματικές κρίσεις περιστατικά, με τρόπο αντίθετο προς την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, είναι αβάσιμος.

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατ' επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 31-5-2010 εγγράφου, που υπεγράφη μεταξύ των διαδίκων, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι με το έγγραφο αυτό ο αναιρεσείων παραιτήθηκε από τις ένδικες αξιώσεις του.

Όμως το Εφετείο, όπως προκύπτει από τις προαναφερόμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν προέβη σε εσφαλμένη ανάγνωση του περιεχομένου των ως άνω εγγράφων, αλλά αφού ανέγνωσε το όλο περιεχόμενό τους όπως αυτό πραγματικά διατυπώνεται και το οποίο ενσωμάτωσε στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατέληξε, με τη συνεκτίμηση και των λοιπών αποδεικτικών μέσων που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι, στο προαναφερόμενο πόρισμα, ήτοι ότι με την εν λόγω δήλωση ο αναιρεσείων παραιτήθηκε από τις ένδικες αξιώσεις του.

Συνεπώς, το γεγονός ότι, παρά την ορθή ανάγνωση των παραπάνω εγγράφων, η προσβαλλομένη απόφαση συνήγαγε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, δεν μπορεί να θεμελιώσει τον προβαλλόμενο ως άνω αναιρετικό λόγο, αφού πρόκειται για αιτίαση αναγομένη στην αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση πραγμάτων. Κατά συνέπεια, ο ανωτέρω, από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος, υπό την προσχηματική δε επίκληση των ως άνω αιτιάσεων εκ μέρους του αναιρεσείοντος κατά της προσβαλλομένης, πλήττεται κατ' ουσίαν, η από το Εφετείο γενομένη εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία όμως δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).

Κατόπιν αυτών, και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ η εισαγωγή του παραβόλου που καταβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα, στο Δημόσιο Ταμείο. Τα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσίβλητων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, θα επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3-10-2022 αίτηση του Δ. Φ. του Χ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5816/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Σεπτεμβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Οκτωβρίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ