Supreme Court dismisses appeal on tort liability for child passenger safety violations in traffic accident.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against a lower court ruling regarding liability for a traffic accident involving a four-year-old child passenger. The appellants argued that the lower court erred in evaluating evidence and applying specific legal provisions regarding child supervision and seatbelt usage. The court rejected these claims, stating that the lower court correctly assessed the evidence and applied the law without requiring detailed justification for every evidentiary point.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that appeals challenging the evaluation of evidence or the general reasoning of a lower court's decision are inadmissible, as the lower court is not required to justify each specific evidentiary point in its decision.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1496 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1496/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βάρκα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αθανάσιο Τσουλό, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Απριλίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Λ. του Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Ι. Π. του Χ., κάτοικο ..., ειδικό επίτροπο δυνάμει της υπ' αριθμ. 10/2017 απόφασης του Ειρηνοδικείου Λαμίας, 2) Κ. Λ. του Δ. και 3) Π. Π. του Χ., συζ. Κ. Λ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ε. Κ. με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας γενικών ασφαλειών με την επωνυμία "Η ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΓΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κλεάνθη Ρούσσο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-7-2013 αγωγή της Β. χας Δ. Λ., ως ειδικής επιτρόπου του ήδη 1ου αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας και συνεκδικάστηκε με την από 1-12-2017 παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 61/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 68/2020 του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4-1-2021 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αλεξάνδρα Αποστολάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν, το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 343/2020, ΑΠ 166/2020).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης, που εφαρμόσθηκε, ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (ΑΠ 10/2020, ΑΠ 1225/2017).
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε, είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/2017). Ακολούθως, κατά τη διάταξη του άρθρου 931 του ΑΚ "η αναπηρία ή η παραμόρφωση, που προξενήθηκε στον παθόντα, λαμβάνεται υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του".
Ως αναπηρία θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως παραμόρφωση, νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφάνισης του προσώπου, η οποία καθορίζεται όχι αναγκαίως κατά τις απόψεις της ιατρικής επιστήμης αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής. Περαιτέρω, ως μέλλον νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου.
Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας ή παραμόρφωσης στο μέλλον του προσώπου. Αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων. Η ΑΚ 931 προβλέπει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του.
Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση, εφόσον η τελευταία εννοιολογικά συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής κατάστασης μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτό. Εξάλλου, η συνεπεία της αναπηρίας ή παραμόρφωσης ανικανότητα προς εργασία, εφόσον προκαλεί στον παθόντα περιουσιακή ζημία, αποτελεί βάση αξίωσης προς αποζημίωση, που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 929 του ΑΚ (αξίωση διαφυγόντων εισοδημάτων).
Όμως, η αναπηρία ή παραμόρφωση ως τέτοια δεν σημαίνει κατ' ανάγκην πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας. Προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή παραμόρφωσης ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου, ως ενός αυτοτελούς έννομου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας, σύμφωνα με τις παρ. 3 και 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος, όχι μόνο στις σχέσεις των πολιτών προς το Κράτος αλλά και στις μεταξύ τους σχέσεις, χωρίς αναγκαίως η προστασία αυτή να συνδέεται με αδυναμία πορισμού οικονομικών ωφελημάτων ή πλεονεκτημάτων.
Έτσι, κατά την ορθή ερμηνεία της ίδιας διάταξης, με αυτή προβλέπεται η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός εύλογου χρηματικού ποσού ακριβώς λόγω της αναπηρίας ή παραμόρφωσης, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν μπορεί να προσδιοριστεί, το ύψος δε του επιδικαζόμενου εύλογου χρηματικού ποσού καθορίζεται με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμόρφωσης, την ηλικία του παθόντος, καθώς και με τη συνεκτίμηση του ποσοστού τυχόν συνυπαιτιότητας του τελευταίου στην πρόκληση της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση της κατά τη διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ αξίωσης για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης.
Συνεπώς, και στην περίπτωση αυτή, όπως και στην περίπτωση της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, ο προσδιορισμός του επιδικαζόμενου εύλογου κατά την κρίση του Δικαστηρίου χρηματικού ποσού της προβλεπόμενης από το άρθρο 931 του ΑΚ χρηματικής παροχής εναπόκειται στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας και η περί αυτού κρίση του τελευταίου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων και χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου.
Επιβάλλεται όμως να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ (ΑΠ 187/2021, ΑΠ 548/2020, ΑΠ 142/2019, ΑΠ 1430/2018).
Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 932 του ΑΚ, "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.
Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί, ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.
Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 61 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης.
Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 9/2015, ΑΠ 548/2021, ΑΠ 525/2021, ΑΠ 553/2019, ΑΠ 1207/2017).
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει, ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), τα εξής περιστατικά, σχετικά με το λόγο αναίρεσης του πρώτου αναιρεσείοντος, που αφορά στα κεφάλαια της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και της κατ' άρθρο 931 του ΑΚ χρηματικής παροχής: "Την 10-9-2008 περί ώρα 8.10 μ.μ., στην επαρχιακή οδό ...
και στη χιλιομετρική θέση αυτής 4,000, έλαβε χώρα τροχαίο αυτοκινητικό ατύχημα, στο οποίο ενεπλάκησαν α) το με αριθμό κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του πατέρα του ενάγοντος - πρώτου παρεμπιπτόντως εναγομένου, που οδηγούσε η μητέρα του ενάγοντος - δεύτερη παρεμπιπτόντως εναγομένη με κατεύθυνση προς Λαμία και ήταν ασφαλισμένο για την αστική ευθύνη έναντι τρίτων στην εναγομένη της κύριας αγωγής - παρεμπιπτόντως ενάγουσα και β) το με αριθμό κυκλοφορίας ...
αυτοκίνητο συνιδιοκτησίας των Κ. Μ. και Ρ. Μ., το οποίο οδηγούσε ο πρώτος με κατεύθυνση προς ... και ήταν ασφαλισμένο για την αστική ευθύνη έναντι τρίτων στην ασφαλιστική εταιρία "...", στη θέση της οποίας υπεισήλθε ως ειδικός διάδοχος, λόγω ανάκλησης της άδειας λειτουργία της, το ν.π.ι.δ. "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ", συνεπεία του οποίου προκλήθηκε ο τραυματισμός του ενάγοντος.
Το ως άνω ατύχημα αποδίδεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα της μητέρας του ενάγοντος - δεύτερης παρεμπιπτόντως ενανομένης, η οποία δεν οδηγούσε με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή, δεν ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός της, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς, και είχε αναπτύξει μεγαλύτερη από την επιτρεπόμενη ταχύτητα, δηλαδή ταχύτητα περί τα 70 χιλιόμετρα ωριαίως κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1,19 παρ. 1-2 και 16 παρ. 4 του ΚΟΚ, με συνέπεια να παρεκκλίνει από την πορεία της προς τα αριστερά, να διέλθει τη διπλή διαχωριστική, να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας της οδού και να συγκρουστεί με το αντιθέτως και κανονικώς κινούμενο στο ρεύμα κυκλοφορίας του αυτοκινήτου του Κ.
Δ., όπως αυτό κρίθηκε με τη με αριθμό 4078/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των αυτοκινητικών διαφορών επί της με αριθμό κατάθεσης 4782/2009 αγωγής των Κ. Λ. και Π. Π. και της με αριθμό κατάθεσης 10135/2009 αγωγής των Κ. Δ. και Ρ. Δ. και δεν αμφισβητήθηκε ειδικά από την εναγόμενη εταιρία.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι από το ανωτέρω ατύχημα, ο ενάγων της κύριας αγωγής υπέστη βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση, πολλαπλά τραύματα κρανίου και θώρακα, βαριά ενδοπεριτοναϊκή αιμορραγία με ρήξη σπληνός και ήπατος και βαριά νευρολογική συνδρομή και κάταγμα αριστερού μηριαίου οστού. Λόγω της σοβαρότητας της κατάστασής του μεταφέρθηκε αρχικά στο Γενικό Νοσοκομείο Λαμίας και στη συνέχεια (την επόμενη ημέρα) στη Μ.Ε.Θ.
του Γενικού Νοσοκομείου Παίδων Αθηνών "Π. & Α. Κυριακού", όπου παρέμεινε διασωληνωμένος έως τις 27-9-2008 (για 16 ημέρες). Στο ίδιο νοσοκομείο, διαπιστώθηκε ότι έχει βαριά νευρολογική συνδρομή και χρήζει μεταφοράς σε ειδικό κέντρο αποκατάστασης. Προς τούτο, μεταφέρθηκε με ειδικό αεροσκάφος και συνοδό τον πατέρα του, πρώτο παρεμπιπτόντως εναγόμενο, σε ειδική κλινική στη Γερμανία και ειδικότερα στο χωριό ... (...), όπου παρέμεινε από 21-10-2008 έως 17-4-2009, οπότε πραγματοποιήθηκαν τα παρακάτω :
α) κλείσιμο της κρανιοτομής με ειδικό εμφύτευμα, β) διόρθωση χειρουργική του κατάγματος του αριστερού μηριαίου οστού που πωρώθηκε σε κακή θέση - με ενδομυελική ήλωση και εξωτερική οστεοσύνθεση, γ) πλαστική κάλυψη εξελκώσεων στην οπίσθια επιφάνεια του κρανίου με δερματομυϊκό μόσχευμα, δ) επανεμφύτευση οστικού μοσχεύματος στο κρανίο και παροχέτευση κοιλίας εγκεφάλου, ε) εμφύτευση σωλήνος PEG και στ) έντονη και πολύμηνη φυσικοθεραπεία με σκοπό τη βελτίωση των κινητικών από νευρολογικής άποψης ανωμαλιών ομιλίας και εγκεφαλικών δυσλειτουργιών.
Έκτοτε και μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα, τέθηκε σε πρόγραμμα ειδικής συστηματικής φυσικοθεραπείας - εργασιοθεραπείας και νοσηλεύθηκε κατ' επανάληψη στο παιδονευρολογικό τμήμα του Γενικού Νοσοκομείου Παίδων Πεντέλης λόγω μετατραυματικής επιληψίας και επιληπτικών κρίσεων. Όπως διαπιστώθηκε από τις εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης, που προσκομίζει κι επικαλείται ο ανήλικος ενάγων, ο τελευταίος δεν έχει επαφή με το περιβάλλον, εμφανίζει τυπική συμπτωματολογία σοβαρής κρανιοεγκεφαλικής αναπηρίας με ημιπάρεση δεξιά, σπαστικότητα, πυραμιδική συνδρομή, σημαντική αδυναμία στην έκφραση και την αντίληψη του λόγου, με σημαντική ατροφία του εγκεφάλου, επιληπτικές μετατραυματικές κρίσεις, ατροφία κάτω άκρων, προβλήματα στη λειτουργία των εντέρων, ενώ δε μπορεί να ορθοστατήσει και η μεταφορά του γίνεται με βοηθό και αναπηρικό τροχήλατο αμαξίδιο.
Περαιτέρω, κρίθηκε μόνιμα ανίκανος να αυτοεξυπηρετηθεί και χρήζει συνεχώς φροντίδας και περιποίησης από τρίτο για να επιβιώσει [...] Επιπλέον, αποδείχθηκε ότι λόγω του τραυματισμού του στο ένδικο ατύχημα ο ενάγων έχει καταστεί μόνιμα ανάπηρος, εμφανίζοντας σύμφωνα με τη με αρ. πρωτ. 969/14-5-2009 προσκομιζόμενη γνωμάτευση της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής Λαμίας ποσοστό αναπηρίας 85 % εφόρου ζωής, διότι όπως κρίθηκε πάσχει από σπαστική τετραπληγία, παραπληγία λόγω βαριάς ΚΕΚ, με παράλυση των κάτω άκρων, είναι ανίκανος να αυτοεξυπηρετηθεί, έχει ανάγκη βοήθειας άλλου προσώπου και είναι ανίκανος για κάθε εργασία εφόρου ζωής.
Η ως άνω μόνιμη αναπηρία του, λαμβανομένης υπόψη της φύσης της και του μεγέθους της, θα επιδράσει οπωσδήποτε, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, αρνητικά στο οικονομικό, επαγγελματικό και κοινωνικό του μέλλον, στη συγκρότηση του χαρακτήρα του και την κοινωνική ένταξή του, στην ανεύρεση του κατάλληλου επαγγελματικού προσανατολισμού και χώρου και τη διαμόρφωση των επαγγελματικών του σχέσεων, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι θα προκαλέσει με βεβαιότητα συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία σε κάθε περίπτωση δε δύναται να διαγνωσθεί, καθόσον ο ανήλικος δεν έχει εισέλθει στην παραγωγική διαδικασία και, επομένως, δε δύναται να λάβει χώρα πρόβλεψη για το ύψος αυτής.
Προς αντιμετώπιση, δε, των παραπάνω δυσμενών επιπτώσεων και λαμβανομένων υπόψη της ηλικίας του ενάγοντος κατά το χρόνο του ατυχήματος (4 ετών) και της αποκλειστικής υπαιτιότητας της παρεμπιπτόντως εναγόμενης μητέρας του στην πρόκληση αυτού, πρέπει να επιδικαστεί στον ενάγοντα ως αποζημίωση, κατ' άρθρο 931 ΑΚ, το ποσό των 170.000 ευρώ.
Επιπροσθέτως, ο τελευταίος δικαιούται και χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη συνεπεία του σοβαρότατου τραυματισμού του στο ένδικο ατύχημα, η οποία λαμβάνοντας υπόψη την αποκλειστική υπαιτιότητα της μητέρας του ενάγοντος στην πρόκληση του ατυχήματος, την έκταση των σωματικών βλαβών του ενάγοντος και τη μακροχρόνια διαδικασία αποθεραπείας αυτού, καθώς και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων, με εξαίρεση την εναγομένη, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική (...), καθορίζεται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, στο εύλογο ποσό των 130.000 ευρώ, απορριπτομένων επομένως κατά τα ανωτέρω, και σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη των τετάρτου και πέμπτου λόγων, τόσον της πρώτης, όσον και της δεύτερης εφέσεως".
Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, δηλαδή με το να επιδικάσει στον πρώτο αναιρεσείοντα για την κατ' άρθρο 931 του ΑΚ χρηματική παροχή και τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης λόγω του τραυματισμού του στο ένδικο τροχαίο ατύχημα τα ποσά των 170.000 και των 130.000 ευρώ αντίστοιχα, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι τα ποσά αυτά κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπολείπονται καταφανώς εκείνων, που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις αποζημίωσης, με βάση τα αναφερόμενα στην απόφαση προσδιοριστικά κριτήρια για τον καθορισμό αυτής.
Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης του πρώτου αναιρεσείοντος από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 923 παρ. 1 του ΑΚ, όποιος έχει την εποπτεία ανηλίκου ή ενηλίκου ο οποίος τελεί υπό δικαστική συμπαράσταση, ευθύνεται για τη ζημία που τα πρόσωπα αυτά προξενούν παράνομα σε τρίτον, εκτός αν αποδείξει, ότι άσκησε την προσήκουσα εποπτεία ή ότι η ζημία δεν μπορούσε να αποτραπεί.
Εποπτεία είναι η επίβλεψη, επιτήρηση και προφύλαξη του εποπτευόμενου, ανάλογα με τις περιστάσεις, ασκείται δε κατ' αρχήν, προκειμένου περί ανηλίκου, από τους έχοντες την γονική μέριμνα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1510 Α.Κ., γονείς και περιλαμβάνεται στα καθήκοντα και τα δικαιώματά τους, αλλά και τις υποχρεώσεις τους.
Η ανωτέρω διάταξη έχει ως σκοπό την προστασία των τρίτων από παράνομη πράξη του εποπτευομένου, ενώ η ευθύνη του εποπτεύοντος απέναντι στον εποπτευόμενο για ζημία την οποία ο δεύτερος υφίσταται από αδικοπραξία τρίτου, στην πραγμάτωση της οποίας συνέβαλε και παραμέληση της εποπτείας, δεν καλύπτεται από τη διάταξη αυτή (άρθρο 923 ΑΚ), αλλά κρίνεται με βάση την εκ του νόμου ή τη συμβατική σχέση, από την οποία πηγάζει η υποχρέωση της εποπτείας, είτε ενδεχομένως στη διάταξη του άρθρου 914 Α.Κ., συνεπεία παράβασης του καθήκοντος επίβλεψης (ΑΠ 48/2016, ΑΠ 239/2010).
Ακολούθως, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330 εδ β' και 914 ΑΚ προκύπτει, ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.
Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή, αυτή που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου, του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.
Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η υπαιτιότητα προϋποθέτει ικανότητα προς καταλογισμό, τέτοια δε (ικανότητα προς καταλογισμό) δεν έχει, κατά τη διάταξη του άρθ. 916 ΑΚ, αυτός που δεν συμπλήρωσε το δέκατο έτος της ηλικίας του.
Στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει λόγος απαλλαγής του εναγομένου από την υποχρέωσή του προς αποζημίωση του θύματος. Ο ευθυνόμενος, αν αποζημιώσει τον ανήλικο σε περίπτωση που το ατύχημα οφείλεται στην παραμέληση της εποπτείας του από το νόμιμο αντιπρόσωπό του (άρθ. 923 ΑΚ) μπορεί να στραφεί αναγωγικώς (άρθ. 927 ΑΚ) κατά του εποπτεύοντος γονέα για να απαιτήσει όσα κατέβαλε, ισχυριζόμενος και αποδεικνύων ότι ο τραυματισμός του ανηλίκου οφείλεται σε παράβαση του καθήκοντος εποπτείας εκ μέρους εκείνου (ΑΠ 1743/2007).
Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθ. 927 ΑΚ εκείνος που κατά το προηγούμενο άρθρο κατέβαλε ολόκληρη την αποζημίωση έχει δικαίωμα αναγωγής κατά των λοιπών. Η ως άνω διάταξη ρυθμίζει τη δυνατότητα που έχει εκείνος από τους περισσότερους συνοφειλέτες που κατέβαλε όλη την αποζημίωση να στραφεί κατά των άλλων συνοφειλετών και να απαιτήσει από αυτούς να αναλάβουν μέρος ή και όλη την αποζημίωση (δικαίωμα αναγωγής).
Το δικαίωμα αναγωγής στην εσωτερική σχέση μεταξύ των περισσότερων συνοφειλετών, κατά κανόνα ασκείται με αγωγή. Η αγωγή έχει τη μορφή αυτοτελούς ή παρεμπίπτουσας, αναλόγως, του αν α) ο οφειλέτης στην εξωτερική σχέση αποκατέστησε όλη τη ζημία του ζημιωθέντος ή κατέβαλε περισσότερα από τη μερίδα του ή β) αν ο συνοφειλέτης, που ενήχθη, είτε μόνος, είτε μαζί με άλλους συνοφειλέτες στη δίκη αποζημίωσης δεν έχει ακόμη καταβάλει τίποτε και για την περίπτωση ήττας του, εγείρει αγωγή (αναγωγή) κατά των λοιπών συνοφειλετών.
Στην πρώτη περίπτωση το δικαίωμα αναγωγής ασκείται με αυτοτελή αγωγή, ενώ στη δεύτερη περίπτωση ασκείται με παρεμπίπτουσα αγωγή. Και στη μία όμως και στην άλλη περίπτωση, για να είναι νόμιμη η (αν)αγωγή, πρέπει ο ενάγων να αποδέχεται εξαρχής και τη δική του συνυπαιτιότητα (ΑΠ 48/2016, AΠ 218/2014). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 5 του Ν 2696/1999, όπως η παρ.
αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του Ν.3542/2007 και ισχύει από τις 3.6.2007, "5. Η χρήση των ζωνών ασφαλείας είναι υποχρεωτική τόσο για τους οδηγούς όσο και για τους επιβάτες. Σε περίπτωση μεταφοράς ανηλίκων επιβατών, εφόσον στο όχημα υπάρχει συνοδός, την ευθύνη φέρει αυτός. Για τη μεταφορά παιδιών με αυτοκίνητο είναι υποχρεωτική η χρήση ειδικών μέσων συγκράτησης και προστασίας, όπως καθισμάτων, ζωνών ασφαλείας κλπ..
Με απόφαση του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών καθορίζονται οι προδιαγραφές για τα ειδικά μέσα συγκράτησης, καθώς και εξαιρέσεις από την υποχρέωση αυτή". Κατά την αναιρετική διαδικασία, η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 970/2020, ΑΠ 860/2020, ΑΠ 1241/2019).
Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 περ. β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1021/2019, ΑΠ 1150/2011).
Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 595/2020, ΑΠ 87/2013).
Ακόμη "πράγμα", κατά την έννοια της ίδιας διάταξης, είναι κάθε περιστατικό που, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί, κατά νόμο, στη γέννηση ή κατάλυση του ασκούμενου με την αγωγή ή την ένσταση δικαιώματος, ανεξάρτητα από τη βασιμότητά του, η οποία είναι ζητούμενο της αποδεικτικής διαδικασίας και όχι προϋπόθεση αυτοτέλειας του ισχυρισμού (ΑΠ 760/2020).
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει, ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα κρίση του, σχετικά με τους λόγους αναίρεσης των δεύτερου και τρίτης αναιρεσειόντων, τα ακόλουθα: "Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε ότι συνυπαίτιοι στον ανωτέρω τραυματισμό του ενάγοντος της κύριας αγωγής τυγχάνουν, κατά ποσοστό 20%, και οι παρεμπιπτόντως εναγόμενοι γονείς του, οι οποίοι κατά το χρόνο του ένδικου ατυχήματος δεν άσκησαν την προσήκουσα εποπτεία αυτού και δε φρόντισαν, κατά την ταυτόχρονη αλλά με διαφορετικά οχήματα αποχώρησή τους από το κέντρο διασκέδασης όπου βρίσκονταν, ώστε το ανήλικο τέκνο τους, το οποίο είχε επιβιβαστεί στο όχημα της μητέρας του, να τοποθετηθεί σε ειδικό κάθισμα και να προσδεθεί με ζώνη ασφαλείας, με αποτέλεσμα αυτό να εκτιναχθεί λόγω του τροχαίου ατυχήματος και να υποστεί βαριές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις (βλ.
την από Μάιο του έτους 2009 έκθεση εξέτασης χωρίς όρκο του Κ. Δ.). Άλλωστε και ο πρώτος παρεμπιπτόντως εναγόμενος κατά την ανωμοτί εξέτασή του ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατέθεσε ότι δεν υπήρχε ειδικό κάθισμα, ο δε ισχυρισμός ότι είχε προσδέσει τον τετράχρονο, κατά το χρόνο του ατυχήματος, ενάγοντα με ζώνη ασφαλείας, πλην όμως εκείνος στη συνέχεια αποσυνέδεσε μόνος του τη ζώνη δε κρίνεται πειστικός από το Δικαστήριο (βλ.
και το από 5-2-009 έγγραφο της γερμανικής κλινικής, όπου στο ιστορικό που έχουν λάβει για την υπόθεση του ενάγοντος από τους οικείους του αναφέρεται ότι κατά το χρόνο του ατυχήματος ο ενάγων ήταν κουρασμένος, αρνήθηκε να δέσει τη ζώνη του και αποκοιμήθηκε άμεσα)...". Με βάση τα ανωτέρω εκτεθέντα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε νόμιμη την από 01-12-2017 παρεμπίπτουσα αγωγή της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας και γι' αυτό την ερεύνησε και από ουσιαστική άποψη και ως εκ τούτου ο πρώτος λόγος (δεύτερος λόγος κατά το αναιρετήριο), κατά το πρώτο σκέλος του, των δεύτερου και τρίτης αναιρεσειόντων από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ότι δηλαδή το Εφετείο δεν εξέτασε τον πρώτο λόγο της έφεσής τους, με τον οποίο παραπονούνταν, ότι η παρεμπίπτουσα αγωγή είναι μη νόμιμη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, με τον ίδιο λόγο, κατά το δεύτερο σκέλος του, (οι 2ος και 3η αναιρεσείοντες) υποστηρίζουν, ότι η παρεμπίπτουσα αγωγή είναι μη νόμιμη, διότι δεν στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 923 του ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται, όταν ο ανήλικος προξένησε παρανόμως ζημία σε τρίτο και όχι όταν υπέστη ζημία από παράνομη δραστηριότητα τρίτου, όπως εν προκειμένω.
Οι αιτιάσεις αυτές από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, και όχι από τον αριθμό 14, είναι απορριπτέες ως αβάσιμες, διότι στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Τούτο διότι η επικαλούμενη στην παρεμπίπτουσα αγωγή συνυπαιτιότητα των δεύτερου και τρίτης αναιρεσειόντων κατά ποσοστό 95% στην πρόκληση της εκ του ενδίκου ατυχήματος ζημίας του ανηλίκου τέκνου τους-πρώτου αναιρεσείοντος, λόγω μη άσκησης της δέουσας εκ του νόμου εποπτείας επί του προσώπου αυτού, δεν στηρίζεται στο άρθρο 923 αλλά στις διατάξεις των άρθρων 1510, 914 και 926 του ΑΚ, τις οποίες και εφήρμοσε το δικαστήριο.
Στη συνέχεια, με την κρίση του, ότι οι δεύτερος και τρίτη αναιρεσείοντες δεν άσκησαν την προσήκουσα εποπτεία του ανηλίκου τέκνου τους και δεν φρόντισαν να τοποθετηθεί σε ειδικό κάθισμα και να προσδεθεί με ζώνη ασφαλείας, με αποτέλεσμα αυτό να εκτιναχθεί λόγω του τροχαίου ατυχήματος και να υποστεί βαριές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, έτσι ώστε κατέστησαν συνυπαίτιοι του τραυματισμού του κατά ποσοστό 20%, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δεν παραβίασε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αλλά, με το σύνολο των προεκτιθέμενων παραδοχών του, διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο και, έτσι, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, όπως αβασίμως υποστηρίζουν οι δεύτερος και τρίτη αναιρεσείοντες με το δεύτερο λόγο αναίρεσης (τρίτο λόγο κατά το αναιρετήριο).
Ειδικά δε οι αιτιάσεις τους, ότι δεν εκτίθενται στην προσβαλλόμενη α) τα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, με βάση τα οποία συνήχθη η κρίση για τη συνυπαιτιότητά τους, β) αν το ανήλικο τέκνο τους (4 ετών) βρισκόταν κατά το χρόνο του ατυχήματος σε καλή ψυχική και σωματική κατάσταση και γ) αν γενικά απαιτείτο επίβλεψη και εποπτεία του ανηλίκου από τους γονείς του και ποια, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, διότι αφορούν στην εκτίμηση των αποδείξεων και στην αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, ενώ για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί η λήψη υπόψη με την προσβαλλόμενη απόφαση όλων των αναφερόμενων σ' αυτήν αποδεικτικών μέσων, και δεν απαιτείται η παράθεση καθενός αποδεικτικού μέσου για τη στήριξη των επιμέρους αιτιολογιών της απόφασης.
Περαιτέρω, οι ισχυρισμοί τους ότι α) δεν ερευνήθηκε η τήρηση των προϋποθέσεων του άρθρου 81 παρ. 16 του Ν 2094/1992 και β) δεν αιτιολογείται με την προσβαλλόμενη α') αν γενικά ο ανήλικος είχε αυτοτέλεια στις κινήσεις του, για να δικαιολογείται η τοποθέτηση ειδικού καθίσματος, ούτε β') αν το ειδικό κάθισμα προβλέπεται για ανήλικα, ηλικίας 4 ετών, στερούνται έννομης επιρροής, καθόσον ως προς τον υπό στοιχ.
α ισχυρισμό, κατά το χρόνο του ένδικου ατυχήματος είχε καταργηθεί ο Ν 2094/1992 δυνάμει του άρθρου 110 παρ. 1 του Ν 2696/1999, ενώ ως προς τους υπό στοιχ. βα' και ββ' ισχυρισμούς, διότι κρίθηκε (με την προσβαλλόμενη), ότι οι γονείς του ανηλίκου δεν είχαν τοποθετήσει ειδικό κάθισμα στο ζημιογόνο αυτοκίνητο ούτε προσέδεσαν τον ανήλικο με ζώνη ασφαλείας, όπως επιτάσσει το άρθρο 12 παρ. 5 του Ν 2696/1999 για τη μεταφορά ανηλίκων.
Τέλος, με βάση τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, οι ανωτέρω ελλείψεις ασφαλείας κατά τη μεταφορά του ανηλίκου με το ένδικο αυτοκίνητο είχαν ως αποτέλεσμα, κατά τη σύγκρουση των δύο οχημάτων, να εκτιναχθεί ο τελευταίος και να υποστεί σοβαρές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, έτσι ώστε είναι αβάσιμες οι αιτιάσεις των 2ου και 3ης αναιρεσίβλητων, ότι με την προσβαλλόμενη δεν αιτιολογείται, αν η μη χρήση της ζώνης συνδέεται αιτιωδώς με το ζημιογόνο αποτέλεσμα ή αν αυτό θα επερχόταν ακόμη κι αν είχε γίνει χρήση της ζώνης ασφαλείας.
Συνακολούθως, είναι απορριπτέος ο σχετικός λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κατά τις ανωτέρω διακρίσεις. Κατ' ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδάφ.
ε' του ΚΠολΔ, όπως ισχύει) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 04-01-2021 αίτηση (αριθμ. κατάθ. 1/04-01-2021) για αναίρεση της 68/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας.
Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες, στο δημόσιο ταμείο.
Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Σεπτεμβρίου 2022.
H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ