Supreme Court dismisses appeal by winning party due to lack of legal interest despite flawed reasoning.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a First Instance Court judgment that rejected a land ownership claim. The State argued the lower court erred in applying forest and land classification laws, yet the Court found the appeal lacked legal interest because the flawed reasoning did not create specific prejudice. Consequently, the appeal was rejected, and the State was ordered to pay the heirs' legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 556(2) and 578 of the Code of Civil Procedure; An appeal by a winning party is admissible only if legal interest exists, which is absent when erroneous reasoning fails to cause specific prejudice or establish a binding precedent.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1496 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1496/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Μαρία Κουφούδη - Εισηγήτρια, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος:
Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Νικόλαο Κουφογιάννη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου:
Α. Κ. του Δ. και της Μ., κατοίκου Τυρνάβου, ως εκ διαθήκης κληρονόμου του αποβιώσαντος την 09.11.2010 πατρός του Δ. Κ. του Α. και της Α., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Δημηνίκο με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18.11.2016 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 258/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 332/2019 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 17.12.2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[I] Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 556 παρ.2 του ΚΠολΔ «Αναίρεση δικαιούται ν’ ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε, εφόσον έχει έννομο συμφέρον». Κατά δε την διάταξη του άρθρου 578 του ίδιου Κώδικα «Αν το αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί το δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της».
Εσφαλμένο αιτιολογικό υπάρχει όταν κριθεί ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση υπάγονται σε άλλον κανόνα δικαίου, εφόσον η υπαγωγή αυτή απολήγει σε πόρισμα όμοιο προς το διατακτικό της απόφασης. Ως αιτιολογικό δηλαδή νοείται εδώ η νομική αιτία, ήτοι οι διατάξεις του νόμου που αποτελούν τη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού και δεν ταυτίζονται με την αιτιολογία της απόφασης που ανάγονται στην ελάσσονα πρόταση του συλλογισμού αυτού (ΟλΑΠ 6/2019).
Σύμφωνα με τις πιο πάνω διατάξεις αναίρεση μπορεί ν’ ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε, εφόσον έχει έννομο συμφέρον, η ύπαρξη του οποίου κρίνεται από την προσβαλλομένη απόφαση κατά τη γενική διάταξη του άρθ. 68 ΚΠολΔ. Το συμφέρον αυτό είναι δυνατόν να υπάρχει και όταν ο διάδικος που νίκησε βλάπτεται από την αιτιολογία της απόφασης και συγκεκριμένα, αν απ’ αυτήν δημιουργείται δεδικασμένο σε βάρος του σε άλλη δίκη, αν δηλαδή η αιτιολογία της απόφασης αποτελεί στοιχείο του δικαιώματος, που κρίθηκε στη δίκη και στηρίζει το διατακτικό της, οπότε αυτός (νικήσας διάδικος) δικαιούται να ζητήσει την αναίρεσή της κατά τη μη ορθή μόνο αιτιολογία της (ΑΠ 22/2020).
Επίσης, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Τέλος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 974, 1041, 1042, 1043, 1045 και 1051 Α.Κ, συνάγεται ότι για την κτήση κυριότητας, με τακτική μεν χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής, με καλή πίστη και νόμιμο τίτλο, για μία δεκαετία, με έκτακτη δε χρησικτησία, άσκηση νομής, επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα και στις δύο περιπτώσεις, του νομέα να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του χρησικτησίας και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του. Άσκηση νομής αποτελούν, όταν πρόκειται για ακίνητα, οι υλικές και εμφανείς, πάνω σ’ αυτά πράξεις, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό τους, με τις οποίες φανερώνεται η βούληση του νομέα να είναι το πράγμα δικό του. Εξάλλου επί αναγνωριστικής αγωγής πρέπει, κατά τα άρθρα 1094 ΑΚ και 70 και 338 ΚΠολΔ, ο ενάγων να αποδείξει το δικαίωμα της κυριότητάς του πάνω σε αυτό (ακίνητο) και ότι ο εναγόμενος το αμφισβητεί. Αν απορριφθεί η αγωγή, ως ουσιαστικά αβάσιμη, για το λόγο ότι δεν αποδείχθηκε η κυριότητα του ενάγοντος, καθιστούν περιττή την έρευνα του ισχυρισμού περί ιδίας κυριότητας του εναγομένου (ΑΠ 1383/2014).
[II] Στην προκείμενη περίπτωση, η διαδικαστική πορεία της υπόθεσης, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, έχει κατ’ επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων ως εξής:
Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος με την από 18.11.2016 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας ζητούσε να αναγνωριστεί ότι ο πατέρας του, ο οποίος είχε αποβιώσει 09.11.2010, ήταν συγκύριος κατά ποσοστό 22,3% εξ αδιαιρέτου του περιγραφομένου ακινήτου, επιφάνειας 23.376 τ.μ, το οποίο βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια Τυρνάβου, του οποίου κατέστη συγκύριος δυνάμει του αναφερόμενου παραχωρητηρίου του Υπουργείου Γεωργίας, που μεταγράφηκε νόμιμα ως προς το ποσοστό των 15% εξ αδιαιρέτου και με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας κατά το ποσοστό των 7,30 % εξ αδιαιρέτου, το οποίο κατά την διαδικασία της κτηματογράφησης, φερόταν ως αγνώστου ιδιοκτήτη.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού δίκασε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, εξέδωσε την 258/2017 οριστική απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή ως βάσιμη κατ’ ουσίαν. Κατά της πρωτόδικης αυτής αποφάσεως το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο άσκησε την από 26.06.2017 έφεσή του, επί της οποίας το Μονομελές Εφετείο Λάρισας εξέδωσε κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, την υπ’ αριθ. 332/2019 αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του με την οποία, αφού έκανε δεκτή την έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κράτησε και δίκασε επί της ουσίας την υπόθεση και απέρριψε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη την αγωγή κατά το ποσοστό συγκυριότητας του δικαιοπαρόχου του ενάγοντος 7,30% εξ αδιαιρέτου στο ακίνητο με ΚΑΕΚ ... .
Ειδικότερα το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε τ’ ακόλουθ: «| Δυνάμει του υπ’ αρ. .../1956 τίτλου της Δ/νσης Εποικισμού του Υπουργείου Γεωργίας, που έχει μεταγραφεί νόμιμα στο βιβλίο μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Τυρνάβου (τ. …, αρ. …), περιήλθε στην συγκυριότητα του πατέρα του ενάγοντας κατά ποσοστό 15% εξ αδιαιρέτου τμήμα αγροτικού κλήρου επιφάνειας 18.500 τμ, που βρίσκεται στην τοποθεσία ... της κτηματικής περιφέρειας Τυρνάβου και έχει καταχωρηθεί στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Τυρνάβου με ΚΑΕΚ .... Το ανωτέρω ακίνητο ο προαναφερόμενος ιδιοκτήτης, που απεβίωσε στις 09.11.2010, με την υπ’ αρ. .../19-3-1984 δημόσια διαθήκη ενώπιον του συμβολαιογράφου Τυρνάβου Σόλωνος Τζινάλα, που δημοσιεύθηκε με το υπ’ αρ. .../17-1-2015 πρακτικό δημόσιας συνεδρίασης του Ειρηνοδικείου Λάρισας, μεταβίβασε κατά ψιλή κυριότητα στον ενάγοντα γιο του και κατ’ επικαρπία στη σύζυγο του και μητέρα του ενάγοντος, η οποία απεβίωσε στις 17.11.2014.
Ο ισχυρισμός του ενάγοντας ότι στο δικαιοπάροχο του περιήλθε στο εν λόγω ακίνητο και ποσοστό 7,30 % εξ αδιαιρέτου λόγω έκτακτης χρησικτησίας, ήτοι από άτυπη διανομή, πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος, διότι δεν αποδεικνύονται εμφανείς πράξεις νομής, με τις οποίες φανερώνεται η βούληση του νομέα να έχει το πράγμα για δικό του, τα δε μετ' επίκληση προσαγόμενα έγγραφα προς απόδειξη του ισχυρισμού αυτού, ήτοι απόσπασμα προσωρινού κτηματολογίου Α' ανάρτησης, δήλωση ακινήτων Ε-9, πίνακα και διάγραμμα διανομής αγροκτήματος ... Τυρνάβου, έτους 1929 και κτηματολογικά φύλλα, εφόσον δεν συνδυάζονται με εμφανείς υλικές πράξεις, δεν συνιστούν πράξεις νομής. Επομένως, αντίθετα που έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις και ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο (άρθρο 1045 ΑΚ) και γι’ αυτό πρέπει, αφού γίνει δεκτή η έφεση, να εξαφανιστεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
Ακολούθως, αφού η υπόθεση κρατηθεί στο Δικαστήριο τούτο και εξεταστεί κατ' ουσίαν (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ, πρέπει η αγωγή να απορριφθεί κατ' ουσίαν κατά το ποσοστό συγκυριότητας του δικαιοπαρόχου του ενάγοντας 7,30% εξ αδιαιρέτου στο ακίνητο με ΚΑΕΚ ..., που αναφέρεται στο αιτιολογικό μέρος, χωρίς να ερευνηθεί περαιτέρω ο λόγος της έφεσης, δηλαδή η αγωγή απορρίπτεται διότι δεν αποδείχθηκε και όχι διότι έγινε δεκτός κατ’ ουσία ο λόγος της έφεσης|».
[III] Επομένως, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την από 18.11.2016 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου περί συγκυριότητας του δικαιοπαρόχου πατέρα του, κατά το ποσοστό των 7,30% εξ αδιαιρέτου του περιγραφομένου σ’ αυτήν ακινήτου κατά του αναιρεσείοντος, ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν, διότι δεν αποδείχθηκε, χωρίς να προχωρήσει στην κατ’ ουσίαν έρευνα του ισχυρισμού του εναγομένου- εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, περί ιδίας κυριότητας του περιγραφομένου ακινήτου κατά το ποσοστό 7,30% εξ αδιαιρέτου, ως δάσους άλλως δασικής έκτασης, που αποτελούσε λόγο έφεσης και κρίθηκε νόμιμος.
[IV] Ήδη με την κρινόμενη αίτηση το νικήσαν εναγόμενο - εκκαλούν και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο ζητεί την αναίρεση της πιο πάνω αποφάσεως, μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της « [...] ότι πρέπει η αγωγή ν’ απορριφθεί κατ’ ουσίαν κατά το ποσοστό συγκυριότητας του δικαιοπαρόχου του αναιρεσιβλήτου 7,30% εξ αδιαιρέτου στο ακίνητο με ΚΑΕΚ ..., χωρίς ν' ερευνηθεί περαιτέρω ο λόγος της έφεσης, δηλαδή n αγωγή απορρίπτεται διότι δεν αποδείχθηκε και όχι διότι έγινε δεκτός κατ’ ουσίαν ο λόγος της έφεσης αυτού (Ελληνικού Δημοσίου)» με το ορθό αιτιολογικό ότι «κατ’ αποδοχή του τρίτου λόγου της από 26.06.2017 (αριθμ. έκ. Κατ. 148/2017) έφεσης του Ελληνικού Δημοσίου, η επίδικη έκταση αποτελεί δημόσιο δάσος, άλλως δημόσια δασική έκταση και ότι ουδέποτε ο αναιρεσίβλητος απέκτησε την κυριότητα επ’ αυτής και για το λόγο αυτό απορρίπτεται η από 18.11.2016 (αριθμ. έκθ. κατ. 820/2016) αγωγή του αναιρεσιβλήτου, κατ' ουσία κατά το ποσοστό συγκυριότητας του δικαιοπαρόχου του αναιρεσιβλήτου 7,30% εξ αδιαιρέτου στο ακίνητο με ΚΑΕΚ ...».
Ειδικότερα το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση από το άρθρο 559 αποδίδει αριθ. 1 του ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι παραβίασε τις διατάξεις των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 1,2 και 3 του Β.Δ. της 17-11/1-12-1836 «περί ιδιωτικών δασών», ν. 18,24 παρ. 1 πανδ. (43.3) παρ. 9 Εισ (2.9), ν. 2 Κωδ (7.30) Βασ. (50.10), 18 και 21 του ν. της 21-6/3-7-1837 «περί διακρίσεως κτημάτων», του ν. ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων «περί δικαιοστασίου» που εκδόθηκαν με βάση αυτόν από 19.01.1915 μέχρι και της 16.05.1926, άρθρου 21 του Ν.Δ. της 22-4/16-5-1926 «περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης», που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του Α.Ν. 1539/1938 «περί προστασίας δημοσίων κτημάτων» οι οποίες δεν εφαρμόστηκαν ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής τους, ενώ εφαρμόστηκε η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου 1045 ΑΚ, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της και επικαλείται ως έννομο συμφέρον ότι συντρέχουν λόγοι δημοσίου συμφέροντος, οι οποίοι εδράζονται στις διατάξεις του άρθρου 24 του Συντάγματος περί προστασίας του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος αποτελούντος υποχρέωση του Κράτους και του άρθρου 62 του ν. 998/1979, περί του τεκμηρίου κυριότητας του Δημοσίου, επί του δασικού χαρακτήρα εκτάσεων και δημιουργείται από την προσβαλλόμενη απόφαση, βλαπτικό γι’ αυτό δεδικασμένο το οποίο μπορεί να αντιταχθεί σε άλλη δίκη.
[V] Με τις προαναφερόμενες παραδοχές το Εφετείο, σύμφωνα και με όσα στη μείζονα σκέψη εκτίθενται, ορθά εφάρμοσε την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, εφόσον δέχθηκε ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της και συγκεκριμένα ότι δεν αποδείχθηκαν εμφανείς υλικές πράξεις νομής με τις οποίες να φανερώνεται η βούληση του νομέα να έχει το πράγμα για δικό του.
Εξάλλου, το Εφετείο, μετά την κατά τα ως άνω απόρριψη της αγωγής κατά το προαναφερόμενο ποσοστό εξ αδιαιρέτου (7,30) ως κατ’ ουσίαν αβάσιμης καθόσον δεν αποδείχθηκε η ιστορική της βάση, ορθά δεν ερεύνησε ως περιττή την ένσταση του αναιρεσείοντος περί ιδίας κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου κατά το ως άνω ποσοστό εξ αδιαιρέτου λόγω της αναφερομένης μορφής αυτού ως δάσους ή δασικής έκτασης, έστω βέβαια και με την πιο πάνω εσφαλμένη αιτιολογία ότι η αγωγή απορρίπτεται διότι δεν αποδείχθηκε και όχι διότι έγινε δεκτός κατ' ουσίαν ο (σχετικός) λόγος της έφεσης αυτού.
Έτσι, σε κάθε περίπτωση δεν ετίθετο ζήτημα εφαρμογής των επικαλουμένων από το αναιρεσείον ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 1,2 και 3 του β.δ. της 17-11/1-12-1836 «περί ιδιωτικών δασών», ν. 18, 24 παρ. 1 πανδ. (43.3) παρ. 9. Εισ (2.9) ν. 2 Κωδ (7.30) Βασ. (50.10), 18 και 21 του ν. της 21-6/3-7-1837 «περί διακρίσεως κτημάτων», του ν. ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων «περί δικαιοστασίου» που εκδόθηκαν με βάση αυτόν από 19.01.1915 μέχρι και της 16-5-1926, άρθρου 21 του Ν.Δ.
της 22-4/16-5-1926 «περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης», που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του Α.Ν. 1539/1938 «περί προστασίας δημοσίων κτημάτων». Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση, παρά την ως άνω εσφαλμένη αιτιολογία της, έχει ορθό (κατά το αποτέλεσμα) διατακτικό και επομένως είναι αβάσιμος ο από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης.
[VI] Ανεξαρτήτως δε τούτων στην προκειμένη περίπτωση δεν υφίσταται άμεσο έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος για την άσκηση του παρούσας αίτησης αναίρεσης εκ μέρους του ως νικήσαντος διαδίκου, για το λόγο ότι από την αιτιολογία της απόφασης δεν αναπτύσσονται δυσμενείς συνέπειες και έτσι δεν προκαλείται συγκεκριμένη βλάβη σ' αυτό (αναιρεσείον), ενόψει του ότι κατά τα ως άνω ορθά δεν κατέστη αντικείμενο της δίκης ενώπιον του Εφετείου ο επικαλούμενος ισχυρισμός αυτού περί ιδίας κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου λόγω της μορφής αυτού ως δάσους ή δασικής έκτασης.
[VII] Κατ’ ακολουθίαν τούτων, πρέπει ν’ απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, και να επιβληθούν στο αναιρεσείον που ηττήθηκε, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα που υπέβαλε με τις προτάσεις του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), τα οποία όμως πρέπει να καταλογιστούν μειωμένα κατά τα άρθρα 22 παρ.1 του ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 17.12.2019 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 332/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου εις βάρος του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Νοεμβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 10 Δεκεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ