Supreme Court dismisses appeal against civil court judgment due to death of defendant and inadmissible grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by two children against a judgment rendered in absentia after the death of the original defendant. The appellants argued that the lower court violated common sense by accepting a letter from an illiterate father as proof of a rental agreement without a written contract. The court rejected these arguments as inadmissible because the appeal grounds relied on Article 559 of the Code of Civil Procedure were not applicable to appeals against decisions of the Multi-member District Court under Article 560, which has a limited list of permissible grounds.
Legislator headnote
AI generatedArticles 286(1)(a), 291(1), 292 of the Code of Civil Procedure; Article 560 of the Code of Civil Procedure: An appeal against a decision of a Multi-member District Court acting as a Court of Appeal is admissible only for specific statutory grounds, excluding general errors of fact or law not listed therein.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1496 / 2013 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1496/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Μαζαράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα και κωλυομένου του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Βασιλείου Φούκα), Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Απριλίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων - καλούντων: 1) Ι. Σ. του Γ. και 2) Α. Σ. του Ι., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Τόλια.
Της αναιρεσίβλητης: Α. χας Π. Α., το γένος Ι. Σ., η οποία απεβίωσε, όπως αναφέρεται στην από 7/8/2012 κλήση.
Των καθών η κλήση: 1) Β. Α. του Π. και 2) Μ. Α. του Π., κατοίκων ..., που συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη, ως μόνοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της Α. Α., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Σανιδά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-7-2004 αγωγή της αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ιτέας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 44/ΤΠ/2008 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27-2-2009 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 8-9-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων- καλούντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των καθών η κλήση την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 286 παρ. 1 στοιχ. α, 291 παρ. 1, 2 και 292 ΚΠολΔ, οι οποίες εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, και κατά την αναιρετική διαδικασία, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 ΑΚ, προκύπτει, ότι, εφόσον επέλθει διακοπή της δίκης λόγω θανάτου ενός διαδίκου, ο αντίδικος εκείνου του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης και ο ομόδικός του, μπορούν να επισπεύσουν την επανάληψη της διακοπείσας δίκης, με πρόσκληση προς τους αρχικούς διαδίκους και τους κληρονόμους του θανόντος, που γίνεται μετά την παρέλευση της τασσόμενης από το νόμο τετράμηνης προθεσμίας προς αποποίηση της κληρονομίας.
Στην προκείμενη περίπτωση, μετά την άσκηση της κρινόμενης από 27-2-2009 αίτησης για αναίρεση της 44/ΤΠ/2008 απόφασης του ως Εφετείου δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας, (με κατάθεσή της στις 4-3-2009), απεβίωσε στις 1-8-2009 η αναιρεσίβλητη Α. χήρα Π. Α., η οποία κατέλειπε ως μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους της τα τέκνα της Β.
Α., Ι. Α. και Μ. Α., τα οποία δεν αποποιήθηκαν την επαχθείσα σ' αυτά κληρονομία. Στη συνέχεια την 2-12-2010 απεβίωσε και ο υιός της προαποβιώσασας αναιρεσίβλητης Ι. Α., ο οποίος κατέλειπε μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τα αδέλφια του Β. Α. και Μ. Α., οι οποίοι δεν αποποιήθηκαν την επαχθείσα σ' αυτούς κληρονομία του αποβιώσαντος ως άνω αδελφού τους.
Κατά τη δικάσιμο προς συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, που είχε οριστεί αρχικά στις 22-9-2010, επήλθε βιαία διακοπή της δίκης λόγω του επισυμβάντος θανάτου αρχικά της ως άνω αναιρεσίβλητης. Ήδη οι αναιρεσείοντες, με την από 7-8-2012 κλήση τους, την οποία στρέφουν κατά των πιο πάνω κληρονόμων της αναιρεσίβλητης και του άνω μεταποβιώσαντος συγκληρονόμου αδελφού τους Β.
Α. και Μ. Α., δηλώνουν ότι επιθυμούν την επανάληψη της δίκης που διακόπηκε και τη συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης. Η εν λόγω κλήση συντάχθηκε μετά την πάροδο της τασσόμενης από το νόμο (άρθρα 292 ΚΠολΔ και 1847 παρ. 1 εδάφ. α' ΑΚ) τετράμηνης προθεσμίας προς αποποίηση της κληρονομίας της θανούσας αναιρεσίβλητης και του μεταποβιώσαντος Ι.
Α. από μέρους των κληρονόμων τους, επέχει δε θέση πρόσκλησης των κληρονόμων αυτών προς επανάληψη της δίκης που διακόπηκε βιαίως. Με τα δεδομένα αυτά, νόμιμα οι αναιρεσείοντες επισπεύδουν την επανάληψη της δίκης με πρόσκληση των καθολικών διαδόχων των ως άνω θανόντων, η οποία δίκη νόμιμα, από τον παραπάνω λόγο, επαναλαμβάνεται αναγκαστικά στο πρόσωπο των καλουμένων, νομιμοποιουμένων για τη συνέχιση της δίκης στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (της 17-4-2013) μετά, δηλαδή, την παρέλευση τριάντα και πλέον ημερών από την κοινοποίηση σ' αυτούς της εν λόγω κλήσης (πρόσκλησης).
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 787, 980, 981, 982, 994 και 1113 ΑΚ προκύπτει ότι, αν ο συγκληρονόμος κατέχει ολόκληρο το κοινό κληρονομιαίο πράγμα θεωρείται ότι το κατέχει και επ' ονόματι των λοιπών συγκληρονόμων - συννομέων κατά την ιδανική μερίδα που τους ανήκει, οι οποίοι έτσι θεωρούνται κατά πλάσμα του νόμου συννομείς, ασκώντας την συννομή δια του συγκληρονόμου συννομέα και δεν την αποβάλλουν ούτε έναντι του τελευταίου, ο οποίος νέμεται το όλο κοινό πράγμα, πριν εκείνος καταστήσει γνωστό σ' αυτούς ότι νέμεται το πράγμα αποκλειστικά για τον εαυτό του, αλλά μπορούν να την αντιτάξουν και κατ' αυτού, και αν συμπληρώθηκε ο χρόνος της έκτακτης χρησικτησίας στην πλασματική συννομή, χωρίς να είναι αναγκαίο να επικαλεσθούν άλλη αντιπροσωπευτική, κατ' άρθρ. 980 § 1 Α.Κ., στην άσκηση της συννομής σχέση, όπως εντολή, χρησιδάνειο, μίσθωση κ.α. (ΑΠ 1526/2006).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1116 ΑΚ κάθε συγκύριος έχει δικαίωμα έναντι τρίτων να ασκεί για ολόκληρο το πράγμα τις αξιώσεις από την κυριότητα. Όταν όμως διεκδικεί ολόκληρο το πράγμα, οφείλει να απαιτήσει την απόδοσή του σε όλους τους συγκυρίους. Με την ΑΚ 1116, παρέχεται σε κάθε συγκύριο το δικαίωμα, και όχι υποχρέωση, πέρα από το σχετικό με την προστασία της ιδανικής του μερίδας, να ασκήσει για ολόκληρο το πράγμα τις από την κυριότητα αξιώσεις, όπως είναι οι προστατευτικές της κυριότητας εμπράγματες αξιώσεις.
Αν από μερικούς συγκυρίους διεκδικείται το κοινό και αποδειχθεί ότι υπάρχουν και άλλοι συνιδιοκτήτες, η αγωγή δεν απορρίπτεται, αλλά η επιδίκαση περιορίζεται στα ιδανικά τους μερίδια (ΑΠ 2194/2009, ΑΠ 300/1981). Εξάλλου, σύμφωνα με τα άρθρα 1710 παρ. 1, 1846, 1193, 1195, 1198, 1199 ΑΚ η κληρονομική διαδοχή, είτε χωρεί από το νόμο (εξ αδιαθέτου ή εκ νόμιμης μοίρας) είτε από διαθήκη, αποτελεί παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας των κληρονομιαίων ακινήτων, η κυριότητα των οποίων μεταβαίνει αναδρομικώς στον κληρονόμο από το θάνατο του κληρονομουμένου, εφόσον ο κληρονόμος αποδεχθεί με δημόσιο έγγραφο την κληρονομία και μεταγράψει την περί αποδοχής δήλωσή του.
Για τη μεταβίβαση, με τον τρόπο αυτό, της κυριότητας του ακινήτου, προϋπόθεση είναι ο αποβιώσας να ήταν κύριος του ακινήτου. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Άμφισσας, που δίκασε ως Εφετείο σε έφεση κατά αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Ιτέας, δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, τα εξής ουσιώδη και κρίσιμα περιστατικά, αναφορικά με την ένδικη διεκδικητική αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης : "Το επίδικο ακίνητο βρίσκεται στη συνοικία "...", εντός σχεδίου πόλεως του Δ.
…και στο οικοδομικό τετράγωνο 240, έχει έκταση 45,08 τ.μ., αποτυπώνεται με τα αριθμητικά στοιχεία 1-2-3-4-5-6-7-8-9-10-11-1 στο επισυναπτόμενο στην αγωγή από μήνα Ιούνιο έτους 2004 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Π. Τ., και συνορεύει νότια σε πλευρά 3-4-5-6, μήκους 6,47 μ., με δημοτική οδό, ανατολικά σε πλευρά 6-7, μήκους 6,11 μ., με ιδιοκτησία Ν.
Κ., δυτικά σε πλευρά 1 - 2 - 3, μήκους 5,75 μ., με ιδιοκτησία Α. Γ. Π. και βόρεια σε πλευρά 7-8-9 -10-11-1, μήκους 7,49 μ., με ιδιοκτησία του δεύτερου εναγομένου. Ο Ι. Σ. του Δ., πατέρας της εκκαλούσας, νεμόταν το ως άνω ακίνητο από τις αρχές της δεκαετίας του 1940 ως το θάνατο του στις 19 Σεπτεμβρίου 1955. Ειδικότερα, το καλλιεργούσε φυτεύοντας διάφορα λαχανικά, ενώ το είχε περιφράξει με ξύλινους πασσάλους και σύρμα.
Απεβίωσε αδιάθετος και κατέλειπε μοναδικούς από το νόμο κληρονόμους τη σύζυγό του Κ. και τα επτά τέκνα τους, Δ., Μ., Α., Α. (εκκαλούσα), Π., Π. και Ν..
Συνεπώς, στη σύζυγο περιήλθε ποσοστό 1/4 ή 7/28 εξ αδιαιρέτου της συννομής στο επίδικο ακίνητο, σε κάθε δε τέκνο ποσοστό 3/28. Έκτοτε, η μητέρα της εκκαλούσας συνέχισε να ασκεί εμφανείς υλικές διακατοχικές πράξεις, καλλιεργώντας το, αλλά και εκμισθώνοντάς το στον πρώτο εφεσίβλητο. Το γεγονός αυτό, άλλωστε, συνομολογήθηκε εξωδίκως από τον τελευταίο με την υπογραφή της από 17-10-1969 έγγραφης δήλωσης, την οποία απηύθυνε προς την Κ., χήρα Ι.
Σ., εκμισθώτρια, και στην οποία αναφέρει ότι μίσθωσε το επίδικο, προκειμένου να το σπείρει, έναντι ετήσιου μισθώματος ύψους 100 δραχμών. Πάντως, η μητέρα της εκκαλούσας νεμόταν το κοινό πράγμα στο όνομα και των λοιπών συγκοινωνών, αφού δεν προέκυψε ότι γνωστοποίησε στα τέκνα της την επιθυμία της να νεμηθεί ολόκληρο το κοινό πράγμα αποκλειστικά στο όνομά της ως κυρία για δικό της λογαριασμό, ή ότι τα τέκνα της γνώριζαν τέτοια πρόθεσή της.
Υπό τα δεδομένα αυτά, οι συννομείς είχαν καταστεί με έκτακτη χρησικτησία συγκύριοι του επιδίκου, κατά τα παραπάνω εξ αδιαιρέτου ποσοστά, ήδη από τα τέλη Φεβρουαρίου του έτους 1966, νεμόμενοι το ακίνητο επί μια εικοσαετία μετά την εισαγωγή του ΑΚ, προσμετρώντας και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου τους, Ι.
Σ. του Δ.. Στις 17-11-1988 απεβίωσε η μητέρα της εκκαλούσας, η οποία με την .../02-02-1987 δημόσια διαθήκη της, που δημοσιεύτηκε νόμιμα, εγκατέστησε κληρονόμους τα τέκνα της, στην δε εκκαλούσα άφησε το επίδικο ακίνητο. Η τελευταία αποδέχθηκε την κληρονομιά με την .../2004 συμβολαιογραφική δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Γαλαξιδίου Γιαννίτσας ΚΟΥΜΠΟΥΡΗ-ΚΑΛΑΜΑΤΑ, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Γαλαξιδίου στον τόμο … και αριθμό...
Εφόσον, όμως, η κληρονομούμενη δεν ήταν αποκλειστική κυρία του επιδίκου, δεν κατέστη τέτοια και η εκκαλούσα. Σε αυτήν περιήλθε μόνο το εξ αδιαιρέτου ποσοστό συγκυριότητας της κληρονομουμένης, σύμφωνα με την αρχή "nemo plus juris ad alium transferre potest, quam ipse habet". Δηλαδή, η εκκαλούσα - ενάγουσα κατέστη κυρία του επίδικου ακινήτου κατά ποσοστό 10/28 εξ αδιαιρέτου (3/28 + 7/28) αναδρομικά από το χρόνο θανάτου της κληρονομουμένης.
Εξάλλου, ακόμα και αν υποτεθεί ότι οι λοιποί συγκοινωνοί συμφώνησαν με την διάταξη τελευταίας βούλησης της κληρονομουμένης και γνώριζαν την πρόθεση της ενάγουσας να νεμηθεί πλέον το ακίνητο ως αποκλειστικός νομέας του, δεν είχε παρέλθει μέχρι τη συζήτηση της αγωγής (24-11-2004) εικοσαετία, ώστε να έχει καταστεί αποκλειστική κυρία με έκτακτη χρησικτησία.
Αντίθετα, δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι το επίδικο ακίνητο συνιστά τμήμα μεγαλύτερης ιδιοκτησίας του δεύτερου εξ αυτών, εκτάσεως 143,56 τ.μ.. Μάλιστα, στη Δήλωση Στοιχείων Ακινήτων (έντυπο Ε9), που υπέβαλε το έτος 1997 ο πρώτος εναγόμενος, τότε κύριος, δήλωσε, εκτός των άλλων, ένα ακίνητο της Κατηγορίας 5 στο …, επιφάνειας 50 τ.μ.
Πρόκειται για την προαναφερόμενη όμορη βορείως του επιδίκου ιδιοκτησία, η οποία μεταβιβάστηκε δυνάμει του .../2000 συμβολαίου γονικής παροχής στον δεύτερο εφεσίβλητο, υιό του πρώτου εφεσιβλήτου. Στην αντίστοιχη δε δήλωση που υπέβαλε ο τελευταίος το έτος 2001 δήλωσε ότι το συγκεκριμένο ακίνητο έχει επιφάνεια 80 τ.μ..
Οι εφεσίβλητοι άσκησαν πράξεις νομής στο επίδικο για πρώτη φορά το θέρος του έτους 2004, όταν καθαίρεσαν την περίφραξη στη βόρεια πλευρά του και αντικατέστησαν την παλαιά περίφραξη στη νότια πλευρά με νέα, όπου τοποθέτησαν και σιδερόπορτα, ενώνοντας αυτό με την όμορη ιδιοκτησία του δεύτερου εφεσιβλήτου, κατάσταση που διατηρήθηκε ως τη συζήτηση της αγωγής".
Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το δικάσαν ως Εφετείο Πολυμελές Πρωτοδικείο δέχτηκε ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη κατέστη συγκυρία του επίδικου ακινήτου μόνο κατά το αναφερόμενο ιδανικό μερίδιο των 10/28 με πρωτότυπο τρόπο, λόγω κληρονομικής διαδοχής, ακολούθως δε, αφού απέρριψε την ένσταση ιδίας κυριότητας των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει αντίθετα, και δέχτηκε εν μέρει την αγωγή ως και κατ' ουσία βάσιμη.
Με εκείνα που δέχτηκε και έτσι που έκρινε το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 787, 980, 981, 982, 994, 1113, 1116, 1710 παρ. 1, 1846, 1193, 1195, 1198, 1199 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ούτε τις διατάξεις των άρθρων 1956, 1957, 1958, 185, 189, 192 193, 194 και 195 ΑΚ, που αναφέρονται στο αναιρετήριο.
Επομένως, ο από το άρθρο 560 αριθ. 1 εδάφ. α' ΚΠολΔ, όπως εκτιμάται, και όχι από τον αριθμό 1 εδάφ. α' του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, που αναφέρεται στο αναιρετήριο, πρώτος, κατά το πρώτο, δεύτερο, τρίτο και τέταρτο μέρος του, λόγος αναίρεσης, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 εδάφ.
β' ΚΠολΔ η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας, για να ανεύρει με βάση αυτή την έννοια κανόνα δικαίου ή για να υπάγει ή όχι τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς στο κανόνα αυτό.
Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο, κατά το πέμπτο μέρος του, λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την ως άνω διάταξη, όπως εκτιμάται, και όχι από τον αριθμό 1 εδάφ. α' του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, που αναφέρεται στο αναιρετήριο, πλημμέλεια, ότι το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο με το να δεχθεί τον ισχυρισμό της ενάγουσας-αναιρεσίβλητης, ότι η τελευταία προέβη στην εκμίσθωση του επιδίκου στον πρώτο από αυτούς από το έτος 1969, για να το σπείρει και για να αποθηκεύει σ' αυτό διάφορα είδη και υλικά, με συμφωνημένο ετήσιο μίσθωμα των 100 δραχμών, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, διότι η αναιρεσίβλητη δεν προσκόμισε κανένα μισθωτήριο συμβόλαιο, παρά μόνο την από 17-10-1969 επιστολή του πρώτου αναιρεσείοντος, ο οποίος όμως έχει γεννηθεί το έτος 1918 και δεν γνωρίζει γραφή και ανάγνωση.
Σύμφωνα, όμως, με τα εκτεθέντα ανωτέρω στη μείζονα σκέψη, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι υπό το πρόσχημα της παραβίασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πολυμελών Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου..., 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος..., 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα και 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας.
Από την προαναφερόμενη διάταξη προκύπτει ότι κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων και κατά των αποφάσεων των Πρωτοδικείων, οι οποίες εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση για ορισμένους λόγους που αναφέρονται περιοριστικώς στο νόμο, αφού στη διάταξη αυτή ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο για τους αναφερόμενους σ' αυτή λόγους.
Οι διατάξεις του άρθρου 560 ΚΠολΔ είναι ειδικές ως προς τους λόγους αναιρέσεως των αναφερόμενων στο άρθρο αυτό αποφάσεων και αποκλείουν την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 559 ΚΠολΔ που αναφέρονται στους λόγους αναιρέσεως των αποφάσεων των υπόλοιπων δικαστηρίων. Έτσι, δεν ιδρύεται ο λόγος, όταν το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ή αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ή αν η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ή αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε, ή αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.
Ενόψει τούτων οι δεύτερος, τρίτος, τέταρτος, πέμπτος και έκτος λόγοι αναίρεσης, που στηρίζονται, αντίστοιχα, στους αριθμούς 11, 8, 19, 9 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτοι και απορριπτέοι. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα των ήδη αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-2-2009 αίτηση για αναίρεση της 44/ΤΠ/2008 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας, που δίκασε ως Εφετείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των ήδη αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2013.
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 15 Ιουλίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ