1496/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΥπό τις εκτιθέμενες παραδοχές της απόφασης, η διαφορετική νομοθετική ρύθμιση δικαιολογείται στην προκειμένη περίπτωση από γενικότερους λόγους κοινωνικού συμφέροντος, ενόψει του ότι οι αναιρεσείοντες, ως εργαζόμενοι σε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου(κοινωφελές σωματείο) ανήκουν σε διαφορετική κατηγορία από εκείνη των υπαλλήλων του Δημοσίου των ΟΤΑ και των λοιπών ΝΠΔΔ, στους οποίους χορηγείται η επίδικη παροχή των 176 ευρώ.
Legislator headnote
AI generated1496/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκείμενη περίπτωση, μετά από αναβολή κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 7-2-2012, συζητήθηκε κατά τη σημερινή (18-9-2012), η από 17-5-2011 αίτηση των αναιρεσειόντων για αναίρεση της 1881/2010 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Full text
Απόφαση 1496 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Υπό τις εκτιθέμενες παραδοχές της απόφασης, η διαφορετική νομοθετική ρύθμιση δικαιολογείται στην προκειμένη περίπτωση από γενικότερους λόγους κοινωνικού συμφέροντος, ενόψει του ότι οι αναιρεσείοντες, ως εργαζόμενοι σε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου(κοινωφελές σωματείο) ανήκουν σε διαφορετική κατηγορία από εκείνη των υπαλλήλων του Δημοσίου των ΟΤΑ και των λοιπών ΝΠΔΔ, στους οποίους χορηγείται η επίδικη παροχή των 176 ευρώ.
Αριθμός 1496/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Κ. του Η., κατοίκου ..., έως και 26) Α. Α. - Ρ. του Ι., κατοίκου .... Οι 2ος, 3η, 4η, 5η, 6η, 7η, 9η, 10η, 11η, 12η, 13η, 15ος, 16ος, 17ος, 18η, 21η, 22η και 24η των αναιρεσειόντων εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Τερεζάκη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι: α) η 4η αναιρεσείουσα έχει αναγραφεί εκ παραδρομής στο αναιρετήριο "Η. - Π.", αντί του ορθού "Η. - Π." και β) το όνομα πατρός της 7ης αναιρεσείουσας είναι "Κ." αντί του εσφαλμένου "Β." που αναγράφτηκε εκ παραδρομής στο αναιρετήριο. Ο 1ος αναιρεσείων εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο, καθώς και από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Ρουπακιώτη. Οι 8η, 14η, 19η, 20η, 23η, 25ος και 26η των αναιρεσειόντων δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Του αναιρεσιβλήτου: Κοινωφελούς σωματείου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Φιλεκπαιδευτική Εταιρεία", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Γεώργιο Λεβέντη και Γεώργιο Καθάρειο. Δεν κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-12-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Χαλανδρίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 616/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1881/2010 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 17-5-2011 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 26-1-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.
Οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1, 2 και 3 του KΠολΔ. προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει, αυτεπαγγέλτως, ποιος επισπεύδει την συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος διάδικος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκείμενη περίπτωση, μετά από αναβολή κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 7-2-2012, συζητήθηκε κατά τη σημερινή (18-9-2012), η από 17-5-2011 αίτηση των αναιρεσειόντων για αναίρεση της 1881/2010 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του δικαστηρίου τούτου προκύπτει, ότι κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, στη νόμιμη, μετά από αναβολή από την αρχική, δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, δεν εμφανίστηκαν οι, 8η, 14η, 19η, 20η, 23η, 25ος, και 26η, από τους αναιρεσείοντες, ούτε υπέβαλαν την, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, δήλωση μη παράστασης στο ακροατήριο.
Από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από τους λοιπούς αναιρεσείοντες εκθέσεις επιδόσεως, υπ' αριθμ. 11086Γ/29-6-2012, 11092Γ/29-6-2012, 11091Γ/29-6-2012, 11018Γ/22-6- 2012, 11015Γ/22-6-2012, 11095Γ/29-6-2012 και 11019Γ/22-6-2012 του δικ. Επιμελητή Αθηνών ..., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη σημερινή δικάσιμο (της 18-9-2012), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με την επιμέλεια των λοιπών αναιρεσειόντων, στους απολειπόμενους αναιρεσείοντες, Α.
Π., Α. Π., Ε. Φ., Ζ. Π., Μ.-Λ. Ψ., Ι. Θ. και Α. Α.- Ρ.. Επομένως, πρέπει, να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία των, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου και καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, δεσμεύει και τον κοινό νομοθέτη και τον υποχρεώνει, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλουν λόγοι κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.
Επομένως, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτήν, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει τη δυσμενή αυτή μεταχείριση, είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική.
Τα ίδια ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, οπότε, στην περίπτωση κατά την οποία γίνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτήν και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παραβιάζεται από τη δικαστική εξουσία η αρχή της διακρίσεως των εξουσιών που θεσπίζεται από τα άρθρα 1, 26, 73 επ.
και 87 επ. του Συντάγματος, αφού τα δικαστήρια στην περίπτωση αυτή υποχρεούνται σύμφωνα με τα άρθρα 87 παρ. 1 και 2, 93 παρ. 4 και 120 παρ. 2 του Συντάγματος, να ασκήσουν έλεγχο στο έργο της νομοθετικής εξουσίας και να εφαρμόσουν σε όλη την έκταση την αρχή της ισότητας και με βάση την αρχή αυτή να καταλήξουν στην εφαρμογή του νόμου που περιέχει την ευμενή ρύθμιση.
Αν τα δικαστήρια περιορίζονταν να κηρύξουν μόνο την αντισυνταγματικότητα της διατάξεως που εισάγει τη δυσμενή διάκριση, χωρίς να μπορούν να επεκτείνουν την ειδική ευμενή ρύθμιση και υπέρ εκείνου σε βάρος του οποίου έγινε η δυσμενής διάκριση, τότε θα παρέμενε η αντισυνταγματική ανισότητα και δεν θα είχε ουσιαστικό περιεχόμενο η ζητούμενη δικαστική προστασία.
Αυτό δε δεν αντίκειται στο άρθρο 80 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά το οποίο "μισθός, σύνταξη, χορηγία ή αμοιβή ούτε εγγράφεται στον προϋπολογισμό του Κράτους ούτε παρέχεται χωρίς οργανικό ή άλλο ειδικό νόμο", διότι ο νόμος υπάρχει και είναι αυτός που περιέχει την ευμενή διάταξη (ΑΠ (ολ) 28/1992, 13/91, ΑΠ 60/2002). Εξάλλου, γενικότεροι λόγοι κοινωνικού συμφέροντος για τη διαφορετική νομοθετική ρύθμιση των αποδοχών κατηγοριών εργαζομένων, που παρέχουν την ίδια εργασία και υπό τις ίδιες συνθήκες, συντρέχουν όταν η κάθε κατηγορία παρέχει την εργασία κάτω από διαφορετικό νομικό καθεστώς ήτοι, όταν η μία κατηγορία παρέχει τις υπηρεσίες της με σχέση δημοσίου δικαίου και η άλλη με σχέση ιδιωτικού δικαίου ή προκειμένου περί κατηγοριών απασχολουμένων με σχέση ιδιωτικού δικαίου, όταν η μία απασχολείται στο Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή Ν.Π.Δ.Δ.
και η άλλη σε Ν.Π.Ι.Δ. ή γενικώς στον ιδιωτικό τομέα. Περαιτέρω, το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο, ιδρύθηκε με το Β.Δ. 28.8/9.9.1836 (ΦΕΚ 84/7/10/1836) έχει τη μορφή κοινωφελούς μη κερδοσκοπικού σωματείου, στο οποίο με το ΒΔ 8/11.9.1914 χορηγήθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο η άδεια να ιδρύει ιδιωτικά σχολεία. Σύμφωνα δε με το Ν.682/1977 "περί ιδιωτικών σχολείων γενικής εκπαίδευσης και σχολικών Οικοτροφείων", ορίζεται στο άρθρο 1 αυτού ότι ιδιωτικά σχολεία γενικής εκπαίδευσης, κατά την έννοια αυτού του νόμου, είναι τα αντίστοιχα προς τα δημόσια σχολεία δημοτικής ή μέσης εκπαίδευσης, τα μη ανήκοντα στο Κράτος, αλλά ιδρυόμενα και συντηρούμενα από φυσικά ή νομικά πρόσωπα, μεταξύ δε αυτών είναι και τα αναγνωριζόμενα ως ισότιμα προς τα δημόσια (αρθρ. 2 παρ. 2), υπό την έννοια ότι οι παρεχόμενοι από αυτά τίτλοι σπουδών είναι ισότιμοι προς τους τίτλους των αντίστοιχων δημοσίων σχολείων.
Στα ισότιμα σχολεία ανήκουν και τα ιδρυθέντα από το εναγόμενο ΝΠΙΔ. Όσον αφορά το εκπαιδευτικό προσωπικό των ιδιωτικών σχολείων που, έχουν αναγνωριστεί ως ισότιμα με τα δημόσια, το κράτος έχει αναλάβει από μακρού την συνταξιοδότησή του από το Δημόσιο Ταμείο. Προς το σκοπό αυτό, ο Υπουργός Παιδείας καθορίζει με απόφασή του, σύμφωνα με το άρθρο 37 παρ. 3 του Ν. 682/1977, την οργανική σύνθεση του ιδιωτικού εκπαιδευτικού προσωπικού, την συνταξιοδότηση του οποίου αναλαμβάνει το Δημόσιο, προβαίνει δε, κατ' αρχήν, κατόπιν προτάσεως του διοικούντος το σχολείο οργάνου ή και οίκοθεν, αν η πρόταση δεν υποβληθεί, στην ένταξη του εν λόγω προσωπικού στην οργανική σύνθεση του σχολείου.
Η ένταξη αυτή, η οποία έχει ως συνέπεια την υπαγωγή του εκπαιδευτικού στο συνταξιοδοτικό καθεστώς των δημοσίων υπαλλήλων, δεν προσδίδει στον εντασσόμενο και την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου, αφού η ιδιότητα αυτή επιφυλάσσεται, σύμφωνα με το άρθρο 103 του Συντάγματος, μόνο στους υπαλλήλους του Κράτους και των ΝΠΔΔ, ενώ οι ιδιωτικοί εκπαιδευτικοί συνδέονται με το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, στο οποίο ανήκει το ιδιωτικό σχολείο με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ορισμένου ή αορίστου χρόνου, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 30 Ν. 682/1977.
Όσον αφορά τις αποδοχές των απασχολούμενων στο εναγόμενο εκπαιδευτικών ρυθμίζονται από το άρθρο 36 του Ν. 682/1977, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 7 παρ. 1 Ν. 817/1978, που καθορίζει ότι οι ιδιωτικοί εκπαιδευτικοί λαμβάνουν τις αποδοχές των ομοιοβάθμων τους δημοσίων εκπαιδευτικών μετά των πάσης φύσεως επιδομάτων και δεν αμείβονται ευθέως με τις διατάξεις των Ν. 2470/1997 και Ν. 3205/2003.
Τέλος, κατά το άρθρο 13 παρ. 1 του Ν. 2738/99, (ο οποίος εισήγαγε τον θεσμό των συλλογικών διαπραγματεύσεων), η συλλογική διαπραγμάτευση για ρύθμιση ζητημάτων των όρων και συνθηκών απασχόλησης υπαλλήλων, που δεν ρυθμίζεται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 3 του ίδιου νόμου, λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως ιδίως είναι τα ζητήματα μισθών, συντάξεων, σύστασης οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού κλπ) μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία.
Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται όμως για το Δημόσιο ή Ν.Π.Δ.Δ. ή Ο.Τ.Α.: α) είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορεί να ρυθμισθούν κανονιστικώς, βάσει υπάρχουσας σχετικής εξουσιοδότησης νόμου, β) είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρυθμίσεως των θεμάτων της συμφωνίας.
Αντικείμενο του περιεχομένου της συμφωνίας μπορεί να αποτελεί και ο χρόνος υλοποίησης της δέσμευσης για την έκδοση κανονιστικών πράξεων ή προώθησης νομοθετικών ρυθμίσεων κατά περίπτωση. Με το άρθρο 14 του Ν. 3016/2002 "για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις" ορίσθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής: "1.
Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμοδίου υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 13 του Ν. 2738/1999 και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπογράφηκαν κατά το έτος 2001. 2.
Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται ολικά ή εν μέρει και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) και λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), που δεν συμμετείχε στη σύναψη συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του Ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ. 3.
Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των 176 ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές, όσον αφορά το προσωπικό των Ο.Τ.Α. και το προσωπικό των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ., περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες. 4.
Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις καθορίζονται ειδικότερα: α) οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβανομένου υπόψη για τη χορήγηση ή μη των παροχών αυτών του συνολικού ποσού των καταβαλλόμενων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή, β) οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των παροχών αυτών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης, γ) κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη χορήγησή τους ...
Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1.1.2002". Δυνάμει της προαναφερθείσας εξουσιοδοτικής διατάξεως και αφού είχαν προηγηθεί ειδικές συλλογικές συμφωνίες του Ελληνικού Δημοσίου με τους αντίστοιχους κλάδους υπαλλήλων (όπως προαναφέρθηκε, με την ως άνω εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 του Ν. 3016/2002, η ρύθμιση της παρ. 1, δηλαδή της χορήγησης της ειδικής παροχής, μπορούσε να επεκτείνεται και στο προσωπικό της Δημόσιας Διοίκησης που δεν συμμετείχε στη σύναψη των συλλογικών συμφωνιών, του άρθρου 13 του Ν. 2738/1999), εκδόθηκαν πολλές κοινές Υπουργικές Αποφάσεις (ΚΥΑ), με τις οποίες χορηγήθηκε η παραπάνω χρηματική παροχή, ύψους 88 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 και 176 Ευρώ από 1-7-2002, σε όλους σχεδόν τους με σχέση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους του Ελληνικού Δημοσίου, και των ΝΠΔΔ, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του Ν. 2470/1997 "αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις" και ειδικότερα, εκδόθηκαν, εκτός άλλων, και οι αναφερόμενες λεπτομερώς στην προσβαλλόμενη με την κρινόμενη αναίρεση απόφαση κοινές υπουργικές αποφάσεις.
Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η μισθολογική αυτή παροχή χορηγήθηκε σε όλους τους ως άνω μόνιμους και με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του Ν. 2470/97, καθώς και στους αποσπασμένους ή τοποθετούμενους από άλλα Υπουργεία, Ο.Τ.Α. και λοιπά Ν.Π.Δ.Δ..
Όλες οι προαναφερθείσες Κ.Υ.Α. έχουν ουσιωδώς όμοιο περιεχόμενο: Επικαλούνται τις διατάξεις των άρθρων 14 του Ν. 3016/2002 και 1 του Ν. 3029/2002, καθορίζουν το ποσό της ειδικής παροχής σε 88 ευρώ από 1-1-2002 και σε 176 Ευρώ από 1-7-2002, ορίζουν ότι η καταβολή αυτής εξακολουθεί και κατά το χρονικό διάστημα των θεσμοθετημένων αδειών (κανονικών, συνδικαλιστικών, εκπαιδευτικών, λοχείας, κινήσεως κλπ), ότι υπόκειται στις συνήθεις κρατήσεις των επιδομάτων και ότι συνεντέλλεται με τις μηνιαίες αποδοχές των δικαιούχων και αναφέρουν ως δικαιούμενους της παροχής όλους τους υπαλλήλους της αντίστοιχης υπηρεσίας που αφορά η απόφαση, χωρίς μνεία κάποιου λόγου ή αιτίας που δικαιολογεί τη χορήγησή της ειδικά στους εν λόγω υπαλλήλους.
Ενώ δηλαδή η χορήγηση της μηνιαίας ειδικής παροχής του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002 προβλέφθηκε προκειμένου να εξομαλυνθούν οι μισθολογικές διαφορές υπέρ των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, οι οποίοι δεν λαμβάνουν πρόσθετες μισθολογικές παροχές, με τις προαναφερόμενες υπουργικές αποφάσεις χορηγήθηκε η ειδική αυτή παροχή χωρίς να γίνεται στις διατάξεις τους η συγκεκριμένη αναφορά ότι δεν λαμβάνουν πράγματι πρόσθετες μισθολογικές παροχές.
Έτσι με τη χορήγηση της αμοιβής αυτής και μάλιστα σε ιδιαίτερα σύντομο χρονικό διάστημα σε μεγάλο αριθμό υπαλλήλων που αφενός δεν πληρούσαν αποδεδειγμένα την εν λόγω προϋπόθεση και αφετέρου ευρίσκονταν σε τελείως διαφορετικές μεταξύ τους εργασιακές συνθήκες, η παροχή αυτή απέκτησε τον χαρακτήρα μισθολογικής παροχής που προσαυξάνει, χωρίς άλλη προϋπόθεση, τον μισθό όλων ανεξαιρέτως των υπαλλήλων του Δημοσίου, Ο.Τ.Α.
και Ν.Π.Δ.Δ., που αμείβονται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις του μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης. Εξάλλου, με το άρθρο 24 παρ. 2 του Ν. 3205/2003 "μισθολογική ρύθμιση λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α., μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες συναφείς διατάξεις", ορίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη ισχύος του εν λόγω νόμου, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002, ως ειδική παροχή, διατηρούνται ως προσωπική διαφορά μειούμενη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος, παροχής ή αποζημιώσεως ή από αύξηση του κινήτρου απόδοσης του άρθρου 12 του ίδιου νόμου, από της ενάρξεως δε ισχύος του νόμου αυτού (1-1-2004) οι ανωτέρω Κ.Υ.Α.
καταργούνται (βλ. και άρθρ. 28 παρ. 4 του ίδιου νόμου). Επομένως, η διαδοχική χορήγηση της ειδικής παροχής του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002 σε όλους σχεδόν τους υπαλλήλους του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α. και των Ν.Π.Δ.Δ. που αμείβονται σύμφωνα με τις διατάξεις του μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης, αδιακρίτως του φορέα, της φύσεως, του είδους και των συνθηκών εργασίας αυτού, κατέστησε την παροχή αυτήν προσαύξηση του μισθού.
Έτσι, κάθε υπάλληλος αμειβόμενος σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές δικαιούται, κατ' εφαρμογή της αρχής της ισότητας, να λαμβάνει ως τμήμα του μισθού του την εν λόγω παροχή, την οποία μόνο από 1-1-2004 (έναρξη ισχύος του Ν. 3205/2003) και εντεύθεν δεν δικαιούται να λαμβάνει ή λαμβάνει μειωμένη, εφόσον αποδειχθεί ότι ο συγκεκριμένος υπάλληλος λαμβάνει κάποια πρόσθετη μισθολογική παροχή σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002 ή του χορηγήθηκε κάποια νέα παροχή ή αυξήθηκε το κίνητρο απόδοσης.
Στην προκειμένη περίπτωση οι εκκαλούντες- ενάγοντες εξέθεταν στην αγωγή τους ότι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου προσλήφθηκαν από το εναγόμενο σωματείο με την επωνυμία "Φιλεκπαιδευτική Εταιρία" ως εκπαιδευτικοί και ότι με τις αντίστοιχες ειδικότητες τους προσέφεραν τις υπηρεσίες τους κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή χρονικά διαστήματα και ότι κατά το διάστημα της απασχόλησης τους αυτής δεν έλαβαν την ειδική παροχή του άρθρου 14 του ν. 3016/2002.
Με βάση τα παραπάνω, αναφέροντας ότι δε λαμβάνουν οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, συμψηφιζόμενες με την επίδικη, ζήτησαν, βάσει της αρχής της ίσης μεταχείρισης, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει στον καθένα από αυτούς, νομιμοτόκως τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά, ως οφειλόμενα εκ της μη καταβολής της ειδικής παροχής του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 άλλως κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού.
Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε ότι οι ενάγοντες δεν υπάγονται ευθέως στο ενιαίο μισθολογικό καθεστώς του ν. 2470/1997 και του ν. 3205/2003, απλώς από µισθολογικής απόψεως εξοµοιώνονται µε τους ως άνω υπαλλήλους. Δηλαδή, δεν υπάγονται ευθέως στο ενιαίο μισθολογικό πλαίσιο που διέπει τον ευρύτερο τοµέα του Δηµοσίου, τους ΟΤΑ και τα ΝΠΔΔ, όπως αυτό καθιερώθηκε και ισχύει από 1.1.1984 και εντεύθεν µε το ν. 1505/1984, από 1.1.1997 και εντεύθεν µε το ν. 2470/1997 και από 1.1.2004 και µέχρι σήµερα µε το ν. 3205/2003.
Εποµένως, δεν δικαιούνται να λαµβάνουν από 1.1.2002 έως και 30.6.2002 πρόσθετη µηνιαία αµοιβή 88 ευρώ και από 1-1-2003 µέχρι και 31-12-2006 πρόσθετη µηνιαία αµοιβή 176 ευρώ, η οποία χορηγήθηκε µε τις ως άνω ΚΥΑ σε πλείστες κατηγορίες υπαλλήλων της Δηµόσιας Διοίκησης και κυρίως των κεντρικών υπηρεσιών των Υπουργείων, των ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, καθόσον δεν αρκεί η εξοµοίωση τους από µισθολογικής απόψεως µε τους συναδέλφους τους του δηµοσίου.
Η µη χορήγηση της ένδικης παροχής στους ενάγοντες δεν συνιστά παραβίαση της µισθολογικής ισότητας που καθιερώθηκε µε το ν. 2470/97 και δεν έρχεται σε ευθεία αντίθεση µε τις διατάξεις του Συντάγµατος (άρθρα 4 παρ.1, 22 παρ. 1), σύµφωνα µε τις οποίες εισάγεται η αρχή της ίσης αµοιβής για παροχή ίσης εργασίας. Εποµένως, καταλήγει το Πρωτοδικείο, είναι αβάσιµες και πρέπει να απορριφθούν οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις που προσάπτουν οι εκκαλούντες στην προσβαλλόμενη απόφαση, καθότι οι ενάγοντες δεν πληρούν τις προϋποθέσεις για την χορήγηση σ' αυτούς της ένδικης παροχής του άρθρου 14 του ν. 3016/02.
Με τις παραδοχές αυτές το Πολυμελές Πρωτοδικείο απέρριψε την έφεση των εναγόντων ήδη αναιρεσειόντων κατά της 616/2007 απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου με την οποία είχε απορριφθεί ως μη νόμιμη η αγωγή. Κρίνοντας έτσι το Πολυμελές Πρωτοδικείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 36 του Ν. 682/1977, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 7 παρ. 1 Ν. 817/1978, 1 παρ. 1 του ν. 2470/1997, 1 παρ. 1 του ν. 3205/2003, 14 παρ. 2, 3 και 4 του ν. 3016/2002 και 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1, 2 του Συντάγματος και τις διατάξεις του άρθρου 119 της συνθήκης της Ρώμης (ήδη άρθ. 141 της ενοποιημένης απόδοσης της συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας), καθόσον, υπό τις εκτιθέμενες παραδοχές, η διαφορετική νομοθετική ρύθμιση δικαιολογείται στην προκειμένη περίπτωση από γενικότερους λόγους κοινωνικού συμφέροντος, ενόψει του ότι οι αναιρεσείοντες, ως εργαζόμενοι σε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου (κοινωφελές σωματείο) ανήκουν σε διαφορετική κατηγορία από εκείνη των υπαλλήλων του Δημοσίου των ΟΤΑ και των λοιπών ΝΠΔΔ, στους οποίους χορηγείται η επίδικη παροχή.
Επομένως οι, ενιαίως κρινόμενοι, πρώτος, δεύτερος και τρίτος, λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως των αμέσως πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, είναι αβάσιμοι. Τέλος, απαράδεκτος είναι ο τέταρτος λόγος της αναιρέσεως, διότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο για τις πλημμέλειες που αναφέρονται στη διάταξη αυτή, στις οποίες όμως, δεν περιλαμβάνεται και εκείνη της μη λήψης υπόψη από το δικαστήριο επικληθέντος αποδεικτικού μέσου (ενόρκου βεβαιώσεως).
Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττώμενοι, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (άρθ. 176 και 183 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα στο διατακτικό προσδιορίζονται.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 17-5-2011, αίτηση των αναιρεσειόντων για την αναίρεση της 1881/2010 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1.100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Οκτωβρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Οκτωβρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ